Η ιστορία των πυρηνικών όπλων (Έβδομο Μέρος)

Η ομάδα των Συμμάχων

Αρχική κρατική κινητοποίηση

Μετά την εισβολή της Γερμανίας σε Δανία και Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940 και σε Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Βέλγιο και Γαλλία τον Μάιο του 1940, ο Ρούζβελτ ίδρυσε στις 27 Ιουνίου 1940 την Εθνική Επιτροπή Αμυντικής Έρευνας (National Defense Research Committee, NDRC), με επικεφαλής τον Βάνεβαρ Μπους (βλ. Δεύτερο Μέρος), έναν μηχανικό και καθηγητή στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT), ο οποίος ήταν τότε πρόεδρος του Ιδρύματος Κάρνεγκι στην Ουάσινγκτον. Η πρωτοβουλία ήταν του ίδιου του Μπους: στις 12 Ιουνίου, με τη βοήθεια του στενού συμβούλου του Προέδρου, Χάρι Χόπκινς (Harry Lloyd Hopkins, 1890–1946), παρουσίασε το σχέδιό του στον Ρούζβελτ και πήρε την έγκρισή του σε λιγότερο από δέκα λεπτά.1 Η NDRC ήταν υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Εθνικής Άμυνας και είχε σκοπό να συμπληρώσει το ερευνητικό έργο του Στρατού και του Ναυτικού, επιστρατεύοντας τη βοήθεια επιστημόνων που μπορούσαν να συμβάλουν αποτελεσματικά στην ταχύτερη βελτίωση σημαντικών συσκευών και να προσδιορίσουν πού μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επωφελώς. Δημιούργησε νέα εργαστήρια, μεταξύ των οποίων το Εργαστήριο Ακτινοβολίας στο MIT, που βοήθησε στην ανάπτυξη του ραντάρ, και το Εργαστήριο Υποβρύχιου Ήχου στο Νιου Λόντον του Κονέκτικατ, που ανέπτυξε το σόναρ.

Συνάντηση στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, 29 Μαρτίου 1940: οι Λόρενς, Άρθουρ Κόμπτον, Μπους, Κόναντ, Κάρλ Κόμπτον και Λούμις
Φώτο: Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, 29 Μαρτίου 1940. Από αριστερά προς τα δεξιά: Έρνεστ Ο. Λόρενς, Άρθουρ Χ. Κόμπτον, Βάνεβαρ Μπους, Τζέιμς Μπ. Κόναντ, Καρλ Τ. Κόμπτον και Άλφρεντ Λ. Λούμις.
Πηγή: OSTI, https://www.osti.gov/opennet/manhattan-project-history/Resources/photo_gallery/berkeley_meeting.htm

Μέχρι τότε λειτουργούσε η Συμβουλευτική Επιτροπή για το Ουράνιο (Advisory Committee on Uranium), την οποία είχε συστήσει ο ίδιος ο Ρούζβελτ τον Οκτώβριο του 1939 (βλ. Δεύτερο Μέρος), μετά την επιστολή του Αϊνστάιν. Επικεφαλής είχε οριστεί ο Λάιμαν Μπριγκς (Lyman James Briggs, 1874–1963), ο διευθυντής του Εθνικού Γραφείου Προτύπων, και μέλη της ήταν πυρηνικοί φυσικοί και ειδικοί στα πυρομαχικά του Στρατού και του Ναυτικού.2

Από τις 2 Ιουλίου 1940 ο Ρούζβελτ έθεσε τη Συμβουλευτική Επιτροπή για το Ουράνιο υπό τις οδηγίες της NDRC, ως «Επιτροπή Ουρανίου», και πρόσθεσε μια τεχνική υποεπιτροπή με μέλη τους Χάρολντ Γιούρι (Harold Clayton Urey, 1893–1981), Ρος Γκαν (Ross Gunn), Τζορτζ Πέγκραμ (George Braxton Pegram, 1876–1958), Μέρλ Τούβ (Merle Antony Tuve, 1901–1982), Τζέσι Μπιμς (Jesse Wakefield Beams, 1898–1977) και Γκρέγκορι Μπράιτ (Gregory Breit, 1899–1981).3

Τον Ιούλιο ο Μπριγκς ζήτησε 140.000 δολάρια (40.000 για εργαστηριακές μετρήσεις της έρευνας της αλυσιδωτής αντίδρασης και 100.000 για τη χρηματοδότηση της έρευνας για τον διαχωρισμό ισοτόπων). Τα 100.000 δολάρια τα έλαβε από το Πολεμικό Ναυτικό τον Ιούλιο και τα 40.000 από την NDRC τον Νοέμβριο, για την ομάδα του Φέρμι στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.4

Από τις αρχές του φθινοπώρου του 1940 ο Μπους προχώρησε σε αναδιάρθρωση της Επιτροπής. Διατήρησε τον Μπριγκς στη θέση του προέδρου, αλλά απέλυσε τους εκπροσώπους του Στρατού και του Ναυτικού, επειδή η NDRC ήταν πλέον το κατάλληλο κανάλι επικοινωνίας με τον στρατό, και προσέλαβε επιστήμονες για να ενισχύσει την ομάδα. Αντιπρόεδρος της Επιτροπής διορίστηκε ο Πέγκραμ και μέλη ήταν οι Γιούρι, Γκαν, Τούβ, Μπιμς, Μπράιτ, Σάμιουελ Άλισον (Samuel King Allison, 1900–1965), Έντουαρντ Κόντον (Edward Uhler Condon, 1902–1974), Χένρι Σμάιθ (Henry DeWolf Smyth, 1898–1986) και Λόιντ Σμιθ (Lloyd P. Smith).

Η NDRC έλεγχε πλέον τα κεφάλαια, αλλά παρέμεινε καθήκον της ανανεωμένης Επιτροπής να διαμορφώσει το πρόγραμμα. Έκτοτε, για λόγους ασφάλειας, ο Μπους απαγόρευσε την περαιτέρω δημοσίευση άρθρων για την έρευνα στο ουράνιο και απέκλεισε τους αλλοδαπούς επιστήμονες από τα μέλη της Επιτροπής. Έτσι οι πρόσφυγες Φέρμι, Σίλαρντ, Τέλλερ και Βίγκνερ, που τους γνωρίσαμε στα προηγούμενα μέρη, συνέχισαν ως σύμβουλοι και όχι ως πλήρη μέλη, ύστερα από την έντονη παρέμβαση του Σακς (βλ. Δεύτερο Μέρος).5

Από το καλοκαίρι του 1940 και μέχρι το 1941, στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν να λειτουργούν διάφορα ερευνητικά προγράμματα διαχωρισμού ισοτόπων. Αυτά περιλάμβαναν: το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, όπου ο Τζέσι Μπιμς βασίστηκε στην προηγούμενη εργασία του σχετικά με τις μεθόδους φυγοκέντρησης, οι οποίες ήταν επιρρεπείς σε μηχανικές δυσκολίες· το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όπου ο Τζορτζ Κιστιακόφσκι (George Bogdan Kistiakowsky, 1900–1982) ανέπτυξε μεθόδους διάχυσης αερίων μέσω φραγμών· το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου ο Χάρολντ Γιούρι εργάστηκε τόσο σε μεθόδους φυγοκέντρησης όσο και σε μεθόδους αεριώδους διάχυσης. Στο έργο αυτό συνεργάστηκε με τους Τζον Ντάνινγκ (John Ray Dunning, 1907–1975), Γιουτζίν Μπουθ (Eugene T. Booth, 1912–2004), Γ. Β. Καρέλιτζ (G. B. Karelitz) και Άριστιντ φον Γκρόσε (Aristid von Grosse, 1905–1985), με τη βοήθεια του φοιτητή Γουίλιαμ Νίρενμπεργκ (William A. Nierenberg, 1919–2000), και το 1941 το έργο τους έγινε το κύριο κέντρο για την ανάπτυξη αυτής της μεθόδου· το Ίδρυμα Κάρνεγκι της Ουάσινγκτον, όπου ο Φίλιπ Άμπελσον (Philip Hauge Abelson, 1913–2004) εργάστηκε πάνω σε μεθόδους θερμικής διάχυσης.6

Τον Μάρτιο του 1941, ενθαρρυμένος από Βρετανούς επιστήμονες όπως ο Ραλφ Φάουλερ και ο Μάρκους Όλιφαντ (βλ. Τρίτο Μέρος), και καλλιεργώντας ιδέες για τον ηλεκτρομαγνητικό διαχωρισμό ισοτόπων, ο νομπελίστας Φυσικής του 1939, εφευρέτης του κυκλικού επιταχυντή φορτισμένων σωματιδίων, του κύκλοτρου, Έρνεστ Λόρενς του Μπέρκλεϊ (βλ. Πρώτο Μέρος), άρχισε να πιέζει τον Μπους για πιο επιθετική έρευνα, τονίζοντας την ανάγκη για περισσότερη δουλειά στον διαχωρισμό ισοτόπων. Στις 17 Μαρτίου ζήτησε από τον Τζέιμς Κόναντ (James Bryant Conant, 1893–1978), πρόεδρο του Χάρβαρντ, να μεταφέρει την ανησυχία του στον Μπους, και δύο μέρες αργότερα, όταν συναντήθηκαν, ο Μπους του απάντησε ότι αν επιθυμούσε να έχει επιρροή, θα έπρεπε να εργαστεί μέσω της νέας επιτροπής ουρανίου που θα περιλάμβανε μέλη της Ακαδημίας Επιστημών. Όντως, τον Απρίλιο του 1941, κατόπιν αιτήματος του Μπους, η Εθνική Ακαδημία Επιστημών (National Academy of Sciences, NAS) συγκρότησε μια δική της Συμβουλευτική Επιτροπή Ουρανίου, από μέλη της, προκειμένου να αξιολογήσει τις στρατιωτικές δυνατότητες της σχάσης, πόσο εφαρμόσιμα και καταστροφικά θα ήταν τα νέα όπλα. Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο νομπελίστας Άρθουρ Κόμπτον (βλ. Πέμπτο Μέρος), αντιπρόεδρος ο Γουίλιαμ Κούλιτζ (William David Coolidge, 1873–1975) της General Electric, ενώ μέλη ήταν ο νομπελίστας Έρνεστ Λόρενς και ο Τζον Βαν Βλεκ (John Hasbrouck Van Vleck, 1899–1980). Η Επιτροπή υπέβαλε την πρώτη της έκθεση στον Ρούζβελτ στις 17 Μαΐου, αντιμετωπίζοντας ευνοϊκά τις στρατιωτικές προοπτικές για την παραγωγή ενέργειας, αλλά δεν ασχολήθηκε λεπτομερώς με τον σχεδιασμό ή την κατασκευή μιας βόμβας, την οποία δεν περίμενε πριν από το 1945.7

Η εμπειρία από το ένα έτος λειτουργίας της NDRC αποκάλυψε ορισμένες αδυναμίες. Αν και είχε έντονη εστίαση στην έρευνα, η NDRC δεν διέθετε την απαραίτητη εξουσία για να κάνει το επόμενο βήμα στην ανάπτυξη και την προμήθεια νέων τεχνολογιών. Τον Ιούνιο του 1941 ο Μπους επιχείρησε να ξεπεράσει τις σχετικές αδυναμίες της NDRC, λαμβάνοντας την εξουσιοδότηση του Ρούζβελτ (Εκτελεστικό Διάταγμα 8807, της 28ης Ιουνίου) για ένα νέο Γραφείο Επιστημονικής Έρευνας και Ανάπτυξης (Office of Scientific Research and Development, OSRD), με τον Μπους ως διευθυντή, προσωπικά υπεύθυνο απέναντι στον Πρόεδρο. Η NDRC, με επικεφαλής τώρα τον Κόναντ, καθηγητή Χημείας και πρόεδρο του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, έγινε συμβουλευτικό όργανο, υπεύθυνο για την υποβολή συστάσεων για την έρευνα και την ανάπτυξη στην OSRD. Η Επιτροπή Ουρανίου προς το παρόν παρέμεινε εντός της NDRC, αλλά διευρύνθηκε κάπως και μετονομάστηκε σε Τμήμα για το ουράνιο (Section on Uranium, S-1).8

Η αντίστοιχη Συμβουλευτική Επιτροπή Ουρανίου της Ακαδημίας Επιστημών συμπληρώθηκε τον Ιούνιο με νέα μέλη: τον Όλιβερ Μπάκλεϊ (Oliver Ellsworth Buckley, 1887–1959), πρόεδρο των Bell Laboratories, και τον Λιούις Γουόρινγκτον Τσαμπ (Lewis Warrington Chubb, 1882–1952), διευθυντή του Ερευνητικού Εργαστηρίου της Westinghouse, λόγω και της πρακτικής τους εμπειρίας. Η Επιτροπή ετοίμασε μια δεύτερη έκθεση στον πρόεδρο Ρούζβελτ, στις 11 Ιουλίου 1941. Από τον Σεπτέμβριο η Επιτροπή διευρύνθηκε κι άλλο, με τους Τζορτζ Κιστιακόφσκι, Ρόμπερτ Μάλικεν (Robert Sanderson Mulliken, 1896–1986) και Γουόρεν Λιούις (Warren Kendall Lewis, 1882–1975).9

Η βρετανική συμβολή και η Επιτροπή MAUD

Εν τω μεταξύ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στη Βρετανία, η δυνατότητα κατασκευής της βόμβας σχάσης ουρανίου-235 αναλύθηκε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1940 από τον Ρούντολφ Πάιερλς και τον Όττο Φρις (τον ανιψιό της Λιζ Μάιτνερ), που τους γνωρίσαμε στο Τρίτο Μέρος και που εργάζονταν στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, υπό τον Μάρκους Όλιφαντ. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Όλιφαντ είχε αναθέσει την εργασία αυτή στους δύο πρόσφυγες επιστήμονες εβραϊκής καταγωγής, καθώς, ως «εχθρικοί αλλοδαποί», δεν διέθεταν την απαιτούμενη άδεια ασφαλείας για να εργαστούν στο έργο ραντάρ του Όλιφαντ.10

Το υπόμνημα που κατέθεσαν οι δύο φυσικοί τον Μάρτιο του 1940 στον Όλιφαντ περιείχε μερικούς από τους πρώτους υπολογισμούς σχετικά με το μέγεθος της κρίσιμης μάζας σχάσιμου υλικού που απαιτείται για μια ατομική βόμβα. Αποκάλυψε ότι η απαιτούμενη ποσότητα μπορούσε να είναι αρκετά μικρή, ώστε να ενσωματωθεί σε μια βόμβα που θα μπορούσε να μεταφερθεί αεροπορικώς. Προέβλεψε επίσης τις στρατηγικές και ηθικές επιπτώσεις των πυρηνικών όπλων. Το δεύτερο μέρος του υπομνήματος υποστήριζε ότι ένα ατομικό όπλο θα ήταν «πρακτικά ακαταμάχητο», ότι δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί χωρίς να σκοτωθούν «μεγάλοι αριθμοί αμάχων» και ότι το πιο αποτελεσματικό αντίμετρο θα ήταν η απειλή με παρόμοια βόμβα.11 Ο Όλιφαντ έστειλε το υπόμνημα στον Χένρι Τίζαρντ (Henry Thomas Tizard, 1885–1959), πρόεδρο της Επιτροπής Αεροναυτικής Έρευνας, ο οποίος πρότεινε τη σύσταση μιας μικρής συμβουλευτικής επιτροπής. Για τον έλεγχο των υπολογισμών του υπομνήματος Φρις–Πάιερλς και για περαιτέρω διερεύνηση, τον Απρίλιο του 1940 δημιουργήθηκε μια επιτροπή που από τον Ιούνιο ονομάστηκε Επιτροπή MAUD.12 Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο φυσικός Τζορτζ Τόμσον (George Paget Thomson, 1892–1975) του Imperial College, και μέλη οι Όλιφαντ, Τζέιμς Τσάντγουικ, Τζον Κόκροφτ (John Douglas Cockcroft, 1897–1967) και Φίλιπ Μπάρτον Μουν (Philip Burton Moon, 1907–1994), ενώ λίγο αργότερα συμπεριλήφθηκαν και οι Πάτρικ Μπλάκετ (Patrick Maynard Stuart Blackett, 1897–1974), Τσαρλς Ντ. Έλλις (Charles Drummond Ellis, 1895–1980) και Νόρμαν Χάουορθ (Walter Norman Haworth, 1883–1950). Οι Πάιερλς και Φρις αποκλείστηκαν από την επιτροπή. Η πρώτη της συνεδρίαση έγινε στις 10 Απριλίου 1940 στη Βασιλική Εταιρεία (Royal Society) του Λονδίνου, και το υπόμνημα αντιμετωπίστηκε αρχικά με σκεπτικισμό. Όταν ο Τόμσον προσκάλεσε τον Τσάντγουικ, εκείνος παραδέχτηκε ότι είχε φτάσει σε παρόμοια συμπεράσματα, και η υποστήριξή του ενίσχυσε πολύ την αξιοπιστία του υπομνήματος.13

Η έρευνα μοιράστηκε σε τέσσερα διαφορετικά πανεπιστήμια (Μπέρμιγχαμ, Λίβερπουλ, Κέμπριτζ και Οξφόρδη), καθένα από τα οποία είχε ξεχωριστό διευθυντή προγράμματος. Εξετάστηκαν διάφορα ζητήματα, όπως οι μέθοδοι εμπλουτισμού ουρανίου, ο σχεδιασμός πυρηνικών αντιδραστήρων, οι ιδιότητες του ουρανίου-235, η χρήση του τότε υποθετικού στοιχείου πλουτωνίου και θεωρητικές πτυχές του σχεδιασμού πυρηνικών όπλων. Τον Δεκέμβριο του 1940 ο Σάιμον (βλ. Τρίτο Μέρος) ολοκλήρωσε στην Οξφόρδη τα σχέδια ενός εργοστασίου αεριώδους διάχυσης που θα έβγαζε περίπου ένα κιλό ουράνιο-235 την ημέρα, με κόστος περίπου 5 εκατομμύρια λίρες, έκταση περίπου 16 εκτάρια και ισχύ 60.000 κιλοβάτ.14 Μετά από δεκαπέντε μήνες, στις 15 Ιουλίου 1941, η έρευνα κατέληξε σε δύο εκθέσεις, με τίτλο «Χρήση Ουρανίου για Βόμβα» και «Χρήση Ουρανίου ως Πηγή Ενέργειας», γνωστές συλλογικά ως Έκθεση MAUD. Η Έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια ατομική βόμβα ήταν εφικτή, ότι η κρίσιμη μάζα ανερχόταν περίπου στα δέκα κιλά (25 λίβρες), ότι η ισχύς της έκρηξης θα ισοδυναμούσε με 1.800 τόνους TNT, ότι το χρονοδιάγραμμα για την κατασκευή της εκτιμήθηκε σε δυόμισι χρόνια, δηλαδή έως το τέλος του 1943, και ότι το κόστος θα έφτανε περίπου τα 5 εκατομμύρια λίρες. Στην Έκθεση MAUD απορρίφθηκαν ως μη πρακτικές η παραγωγή πλουτωνίου, η θερμική διάχυση, η ηλεκτρομαγνητική μέθοδος και η φυγοκέντρηση. Προτάθηκε η αεριώδης διάχυση ουρανίου-235 ως η μόνη τεχνολογικά ώριμη λύση για μαζικό εμπλουτισμό.15 Οι Βρετανοί πίστευαν ότι η έρευνα για το ουράνιο θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραγωγή μιας βόμβας εγκαίρως ώστε να επηρεάσει την έκβαση του πολέμου. Σε απάντηση, η βρετανική κυβέρνηση δημιούργησε ένα πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, με την κωδική ονομασία Tube Alloys. Η επιτροπή του Λόρδου Χάνκι (Maurice Hankey, 1877–1963) ενέκρινε τα πορίσματα στις 16 Σεπτεμβρίου, οι Αρχηγοί Επιτελείου συμφώνησαν στις 20 Σεπτεμβρίου και στις 25 Σεπτεμβρίου η σχετική έκθεση υποβλήθηκε στον υπουργό που είχε την ευθύνη, τον σερ Τζον Άντερσον (Sir John Anderson, 1882–1958). Το πρόγραμμα πέρασε στο Τμήμα Επιστημονικής και Βιομηχανικής Έρευνας, με επικεφαλής τον Γουόλας Άκερς (Wallace Alan Akers, 1888–1954) της ICI.16

Η Βρετανία βρισκόταν σε πόλεμο και θεωρούσε ότι η κατασκευή ατομικής βόμβας ήταν επείγουσα, αλλά οι ΗΠΑ δεν βρίσκονταν ακόμη σε πόλεμο. Ο Όλιφαντ τελικά ήταν αυτός που ώθησε το αμερικανικό πρόγραμμα σε δράση. Πέταξε στις Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη Αυγούστου 1941, φαινομενικά για να συζητήσει το πρόγραμμα ραντάρ, αλλά στην πραγματικότητα για να μάθει γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες αγνοούσαν τα ευρήματα της Επιτροπής MAUD. Ο Όλιφαντ ανέφερε: «Τα πρακτικά και οι εκθέσεις είχαν σταλεί στον Λάιμαν Μπριγκς, ο οποίος ήταν Διευθυντής της Επιτροπής Ουρανίου, και μείναμε άναυδοι που δεν λάβαμε σχεδόν κανένα σχόλιο. Επισκέφτηκα τον Μπριγκς στην Ουάσινγκτον, μόνο και μόνο για να ανακαλύψω ότι αυτός ο άναρθρος και καθόλου εντυπωσιακός άνθρωπος είχε βάλει τις εκθέσεις στο χρηματοκιβώτιό του και δεν τις είχε δείξει στα μέλη της επιτροπής του. Έμεινα έκπληκτος και στενοχωρημένος».17 Ο Σάμιουελ Άλισον, που ήταν νέο μέλος της Επιτροπής για το ουράνιο, πειραματικός φυσικός και προστατευόμενος του Κόμπτον στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, θυμήθηκε ότι ο Όλιφαντ «ήρθε σε μια συνάντηση και είπε “βόμβα” με σαφήνεια. Μας είπε ότι έπρεπε να επικεντρώσουμε κάθε προσπάθεια στη βόμβα και είπε ότι δεν είχαμε κανένα δικαίωμα να εργαστούμε σε σταθμούς παραγωγής ενέργειας ή σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τη βόμβα. Η βόμβα θα κόστιζε 25 εκατομμύρια δολάρια, είπε, και η Βρετανία δεν είχε τα χρήματα ή το ανθρώπινο δυναμικό, οπότε ήταν δική μας ευθύνη».18

Στη συνέχεια ο Όλιφαντ επισκέφθηκε τον φίλο του Έρνεστ Λόρενς, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Ουρανίου της Ακαδημίας Επιστημών, για να εξηγήσει το επείγον της κατάστασης. Ο Λόρενς επικοινώνησε με τον Κόμπτον και τον Κόναντ, και ο Μπους έλαβε το επίσημο αντίγραφο της τελικής έκθεσης MAUD στις 3 Οκτωβρίου 1941. Την ίδια μέρα η βρετανική κυβέρνηση ενημέρωσε επίσημα την αμερικανική κυβέρνηση για τα πορίσματα της έκθεσης. Ο Μπους και ο Κόναντ, με τη σειρά τους, ενημέρωσαν τον Ρούζβελτ στις 9 Οκτωβρίου, ενώ ο Χάρολντ Γιούρι (βραβευμένος με Νόμπελ Χημείας το 1934 για την ανακάλυψη του δευτερίου) και ο Τζορτζ Πέγκραμ στάλθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για να λάβουν περισσότερες πληροφορίες.19

Η πρώτη σελίδα της Έκθεσης MAUD, κρατικό έγγραφο με τη σφραγίδα «Secret» και «Restricted Data»
Φώτο: Η πρώτη σελίδα της Έκθεσης MAUD
Πηγή: OSTI, https://www.osti.gov/opennet/manhattan-project-history/images/maud_image.htm

Η Έκθεση MAUD διέρρευσε επίσης στη Σοβιετική Ένωση μέσω των ατομικών της κατασκόπων και βοήθησε στην έναρξη του σοβιετικού προγράμματος ατομικής βόμβας. Ο πιο σημαντικός από αυτούς εκείνη την εποχή ήταν ο Τζον Κέιρνκρος (John Cairncross, 1913–1995), μέλος της διαβόητης ομάδας των «Πέντε του Κέμπριτζ» (Cambridge Five), ο οποίος εργαζόταν ως ιδιαίτερος γραμματέας του Λόρδου Χάνκι, υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου στο Πολεμικό Υπουργικό Συμβούλιο. Ο Κέιρνκρος παρείχε στο НКВД (Народный комиссариат внутренних дел, Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων) πληροφορίες από την Επιτροπή MAUD, ενημερώνοντας τον πράκτορα Ανατόλι Γκόρσκι (Anatoly Gorsky) για τη συνεδρίαση της 16ης Σεπτεμβρίου.20

Το ίδιο έκανε και ο θεωρητικός φυσικός Κλάους Φουξ (Klaus Emil Julius Fuchs, 1911–1988), βοηθός του Πάιερλς και μέλος του προγράμματος Tube Alloys, ο οποίος ήρθε σε επαφή στα τέλη του 1941 με τον Γιούργκεν Κούτσινσκι (Jürgen Kuczynski, 1904–1997) και τον Σίμον Κρέμερ (Simon Kremer), πράκτορες της ГРУ (Главное разведывательное управление, Κύρια Διεύθυνση Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου), καθώς και ο χημικός Ένγκελμπερτ Μπρόντα (Engelbert Broda, 1910–1983).21

Με τις Ηνωμένες Πολιτείες να πλησιάζουν στον πόλεμο και με τον φόβο ότι η αμερικανική προσπάθεια για βόμβα ήταν πίσω από εκείνη της ναζιστικής Γερμανίας, ένα αίσθημα επείγοντος διαπέρασε το επιστημονικό εγχείρημα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Στις 21 Οκτωβρίου 1941, λίγες εβδομάδες πριν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, πραγματοποιήθηκε μια άκρως απόρρητη συνεδρίαση (που έμελλε να είναι και η τελευταία) της Επιτροπής Ουρανίου της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, στο ερευνητικό εργαστήριο της General Electric στο Σκενέκταντι της Νέας Υόρκης, για την αξιολόγηση της έκθεσης MAUD. Ο πρόεδρος της Επιτροπής, ο νομπελίστας φυσικός Άρθουρ Κόμπτον από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου, μετά τις προτροπές του συναδέλφου του, επίσης νομπελίστα, Έρνεστ Λόρενς του Μπέρκλεϊ, πήρε τότε μια κρίσιμη απόφαση: να προσκαλέσει στη συνεδρίαση τον θεωρητικό φυσικό Ρόμπερτ Οπενχάιμερ ως ειδικό σύμβουλο. Ο Λόρενς είχε ζητήσει από τον Κόμπτον την άδεια να φέρει μαζί του τον Οπενχάιμερ, γράφοντας ότι είχε «μεγάλη εμπιστοσύνη στον Όπι» και ότι ανυπομονούσε να έχει «το όφελος της κρίσης του» στις συζητήσεις τους.22 Με τον Λόρενς γνωρίζονταν από το φθινόπωρο του 1929, όταν ο Οπενχάιμερ ήρθε στο Μπέρκλεϊ, και σύντομα έγιναν στενοί φίλοι.

Λόγω του κεντρικού ρόλου που έμελλε να παίξει ο Οπενχάιμερ στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, για την οποία ονομάστηκε αργότερα και «πατέρας», θα ανοίξουμε μια παρένθεση στην εξιστόρηση των γεγονότων για να δούμε πιο αναλυτικά γιατί επιλέχθηκε αυτός και όχι κάποιος άλλος.

Όπι23

Ο Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 22 Απριλίου του 1904, από μια εύπορη οικογένεια χειραφετημένων Εβραίων γερμανικής καταγωγής. Πήρε το όνομά του από τον πατέρα του, αλλά αργότερα αυτοαποκαλούνταν Τζ. Ρόμπερτ Οπενχάιμερ επειδή δεν του άρεσε το όνομα Τζούλιους.24 Ο πατέρας του (Julius Seligmann Oppenheimer, 1871–1937) ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, ο οποίος είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1888 σε ηλικία δεκαεπτά ετών για να δουλέψει στην επιχείρηση εισαγωγών υφασμάτων που είχαν συγγενείς του. Η μητέρα του, Έλα Φρίντμαν (Ella Friedman, 1869–1931), ήταν ζωγράφος και η οικογένειά της είχε έρθει από τη Γερμανία στη Βαλτιμόρη το 1840. Ο αδελφός του Φρανκ (Frank Oppenheimer, 1912–1985) γεννήθηκε οκτώ χρόνια αργότερα. Οι Οπενχάιμερ έμεναν στο Ρίβερσαϊντ Ντράιβ, κοντά στην 88η Οδό, σε ένα μεγάλο διαμέρισμα δέκα δωματίων στον ενδέκατο όροφο, με θέα τον ποταμό Χάντσον. Στους τοίχους του διαμερίσματος υπήρχαν κρεμασμένοι αυθεντικοί πίνακες του Βαν Γκογκ, του Πικάσο και του Ρενουάρ. Η οικογένεια Οπενχάιμερ είχε στη δούλεψή της μαγείρισσα, δύο υπηρέτες και σοφέρ.25

Οι γονείς του τον ενθάρρυναν πάντα να ακολουθήσει τα ενδιαφέροντά του, καθώς αναγνώριζαν στο πρόσωπο του μικρού Ρόμπερτ ένα χαρισματικό παιδί. Στην εφηβεία του έγραφε ποίηση και διηγήματα, μελετούσε τον Πλάτωνα, στα γραπτά του οποίου τον μύησε ένας Έλληνας καθηγητής στο σχολείο του, ενώ ανέπτυξε μια αδυναμία προς την ποίηση του Τ. Σ. Έλιοτ και τα θεατρικά του Τσέχοφ. Η γεωλογία και η συλλογή πετρωμάτων ήταν ένα από τα αγαπημένα του χόμπι, ενώ τα αγαπημένα του μαθήματα ήταν η Φυσική και η Χημεία.26

Ο Ρόμπερτ διέθετε όλα τα εφόδια (χαρισματικό μυαλό και οικονομική άνεση των γονιών του) για μια λαμπρή επιστημονική σταδιοδρομία. Το 1922, σε ηλικία 18 ετών, εισήλθε στο Χάρβαρντ με την πρόθεση να γίνει μηχανικός εξόρυξης ορυκτών. Τελικά σπούδασε Χημεία, ολοκληρώνοντας τις σπουδές του σε μόλις τρία χρόνια, με άριστα. Ο Οπενχάιμερ θα μπορούσε να είχε παραμείνει στο Χάρβαρντ (του είχαν προσφέρει μία μεταπτυχιακή υποτροφία), μα είχε κιόλας υψηλότερες φιλοδοξίες. Είχε μεν αποφοιτήσει ως πτυχιούχος στη Χημεία, αλλά ήταν η Φυσική που τον προσέλκυε και ήξερε πως στον κόσμο της φυσικής το Κέμπριτζ της Αγγλίας ήταν «πολύ πιο κοντά στον στόχο». Ελπίζοντας ότι θα τον πρόσεχε ο διακεκριμένος Βρετανός φυσικός Έρνεστ Ράδερφορντ, ο Ρόμπερτ έπεισε τον δάσκαλό του της Φυσικής Πέρσι Μπρίτζμαν (Percy Bridgman, 1882–1961) να του γράψει μια συστατική επιστολή. Σε εκείνη την επιστολή, ο Μπρίτζμαν επαίνεσε την εξαιρετική ικανότητα του Ρόμπερτ να αφομοιώνει γνώσεις, αλλά επισήμανε και την αδυναμία του στην πειραματική δουλειά, θεωρώντας την τελική του επιτυχία εν μέρει ζήτημα τύχης.27

«Ο Ράδερφορντ δεν θα με δεχόταν», θυμόταν ο Οπενχάιμερ. «Δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τον Μπρίτζμαν και τα διαπιστευτήριά μου ήταν παράξενα».28 Ωστόσο, ο Ράδερφορντ προώθησε την αίτηση του Ρόμπερτ στον Τζ. Τζ. Τόμσον, τον ονομαστό προκάτοχό του στη θέση του διευθυντή του Εργαστηρίου Κάβεντις. Στα εξήντα εννιά του, ο Τόμσον, ο οποίος το 1906 είχε κερδίσει το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής για την ανακάλυψη του ηλεκτρονίου, αν και είχε αποσυρθεί από τις καθημερινές του υποχρεώσεις, συμφώνησε να επιβλέπει τις σπουδές του, γεγονός που καθησύχασε τον Ρόμπερτ. Ωστόσο, μόλις εγκαταστάθηκε στο Κέμπριτζ, βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονη δυσφορία· η εργαστηριακή πρακτική τον απογοήτευε και έπεσε σε περίοδο κατάθλιψης.29 Ο Οπενχάιμερ έγραψε στον φίλο του Φράνσις Φέργκιουσον (Francis Fergusson, 1904–1986): «Περνάω πολύ άσχημα. Η εργαστηριακή εργασία είναι τρομερά βαρετή, και είμαι τόσο κακός σε αυτήν που είναι αδύνατο να νιώσω ότι μαθαίνω κάτι».30 Ο Ρόμπερτ ανέπτυξε μια ανταγωνιστική σχέση με τον καθηγητή του, Πάτρικ Μπλάκετ (Νόμπελ Φυσικής 1948). Σύμφωνα με τον Φέργκιουσον, ο Ρόμπερτ κάποτε ομολόγησε ότι άφησε ένα δηλητηριασμένο μήλο στο γραφείο του Μπλάκετ, το οποίο ευτυχώς ο καθηγητής δεν έφαγε, όμως η διοίκηση του πανεπιστημίου με κάποιο τρόπο το κατάλαβε και ενημέρωσε αμέσως τους γονείς του για το συμβάν. Ο πατέρας του, Τζούλιους Σέλιγκμαν Οπενχάιμερ, έψαξε και βρήκε τους ανθρώπους που θα ασκούσαν πίεση στο πανεπιστήμιο ώστε να μην προχωρήσει σε ποινική δίωξη. Ύστερα από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, συμφωνήθηκε ότι ο Ρόμπερτ θα έμενε υπό επιτήρηση και θα επισκεπτόταν τακτικά έναν επιφανή ψυχίατρο.31 Προβλήματα ψυχολογικής φύσης θα ταλαιπωρούσαν τον Οπενχάιμερ σε διαφορετικά στάδια της ζωής του και, αν και η συχνή αμέλεια για τη διατροφή του αποδιδόταν στην ψυχαναγκαστική συγκέντρωσή του στο επιστημονικό έργο του, κάποιοι θεωρούσαν ότι οφειλόταν σε ψυχική νόσο.32

Ο Οπενχάιμερ, καθώς απεχθανόταν τη δουλειά στο εργαστήριο και ήταν σαφώς ακατάλληλος για πειραματικός φυσικός, στράφηκε συνετά στις αφηρημένες έννοιες της θεωρητικής φυσικής. Κάποια στιγμή, στις αρχές του 1926, αφού διάβασε μια εργασία του νεαρού Γερμανού φυσικού Βέρνερ Χάιζενμπεργκ και του Αυστριακού φυσικού Έρβιν Σρέντινγκερ, αντιλήφθηκε ότι ανέτειλε μια νέα οπτική για τη συμπεριφορά των ηλεκτρονίων· οι δύο προσεγγίσεις, η κυματομηχανική του Σρέντινγκερ και η μηχανική μητρών του Χάιζενμπεργκ, φαινόταν να είναι διαφορετικές εκδοχές της ίδιας θεμελιώδους θεωρίας.

Η κβαντομηχανική ήταν τώρα το πρώτο θέμα συζήτησης στη Λέσχη Καπίτσα, μια ανεπίσημη ομάδα συζήτησης της φυσικής που πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της, Πιοτρ Καπίτσα, έναν νεαρό Ρώσο φυσικό. «Σιγά σιγά», θυμόταν ο Οπενχάιμερ, «το ενδιαφέρον μου για το θέμα άρχισε να ανεβαίνει». Εκείνη την άνοιξη γνώρισε και τον Πολ Ντιράκ, έναν άλλο νεαρό φυσικό, που πήρε το διδακτορικό του από το Κέμπριτζ εκείνο τον Μάιο, με μια ρηξικέλευθη εργασία στην κβαντική φυσική. Ήταν περίπου την ίδια περίοδο που ο Οπενχάιμερ συνάντησε στο γραφείο του Ράδερφορντ τον σπουδαίο Δανό φυσικό Νιλς Μπορ, του οποίου τις διαλέξεις είχε παρακολουθήσει στο Χάρβαρντ. Τότε ο Ράδερφορντ είπε στον Μπορ ότι είχε μεγάλες προσδοκίες από τον νεαρό Οπενχάιμερ. Την ίδια εποχή δημοσίευσε και την πρώτη σημαντική εργασία του στη θεωρητική φυσική, μια μελέτη για το πρόβλημα της «σύγκρουσης» ή του «συνεχούς φάσματος».33

Στα τέλη εκείνης της άνοιξης γνωρίστηκε στο Κέμπριτζ και με τον Γερμανό φυσικό Μαξ Μπορν, διευθυντή του Ινστιτούτου Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν.34 Ο Μπορν βρήκε συναρπαστικό τον Οπενχάιμερ, εν μέρει διότι ο εικοσιδυάχρονος Αμερικανός καταπιανόταν με κάποια από τα θεωρητικά προβλήματα που είχαν θέσει στις πρόσφατες δημοσιεύσεις τους ο Χάιζενμπεργκ και ο Σρέντινγκερ. «Ο Οπενχάιμερ μου φάνηκε εξαρχής», είπε ο Μπορν, «ένας πολύ χαρισματικός άνδρας», και του πρότεινε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Γκέτινγκεν. Ο Οπενχάιμερ δέχτηκε την πρόσκληση.35

Αν το Κέμπριτζ μπορούσε να ισχυριστεί πως ήταν το σπουδαιότερο κέντρο πειραματικής φυσικής της Ευρώπης, το Γκέτινγκεν ήταν αναμφίβολα το κέντρο της θεωρητικής φυσικής. Εκείνη την εποχή, οι Γερμανοί φυσικοί είχαν σε τόσο χαμηλή υπόληψη τους Αμερικανούς συναδέλφους τους, ώστε τα αντίτυπα του Physical Review, του μηνιαίου ερευνητικού περιοδικού της Αμερικανικής Εταιρείας Φυσικής (APS), παρέμεναν συστηματικά αδιάβαστα για περισσότερο από ένα χρόνο, μέχρι ο βιβλιοθηκονόμος του πανεπιστημίου να αρχίσει να τα βάζει στο ράφι. Ο Οπενχάιμερ δεν μπορούσε παρά να δεχτεί με ενθουσιασμό την πρόταση του Μπορν να συνεχίσει τις σπουδές του στο Γκέτινγκεν.36

Εκεί ο Οπενχάιμερ βρέθηκε στη συντροφιά μιας εκλεκτής ομάδας επιστημόνων, συμπεριλαμβανομένων των Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, Ότο Χαν, Ερνστ Πάσκουαλ Γιόρνταν, Βόλφγκανγκ Πάουλι, Πολ Ντιράκ, Ενρίκο Φέρμι, Έντουαρντ Τέλλερ, Τζον φον Νόιμαν, Τζορτζ Γιουτζίν Ούλενμπεκ και Κάρλ Τέιλορ Κόμπτον (Karl Taylor Compton, 1887–1954), αδελφού του Άρθουρ Κόμπτον. Ο Ρόμπερτ κέντρισε γρήγορα το ενδιαφέρον αυτών των ανδρών. Ο Έντουαρντ Κόντον, ο οποίος ήταν στο Γκέτινγκεν την ίδια εποχή, θυμόταν ότι «ο Οπενχάιμερ και ο Μπορν έγιναν πολύ στενοί φίλοι και συναντιούνταν πολύ συχνά, τόσο συχνά που ο Μπορν δεν είχε χρόνο να δει τους υπόλοιπους φοιτητές Θεωρητικής Φυσικής που είχαν έρθει εκεί να εργαστούν μαζί του».37

Ο Οπενχάιμερ έκανε επτά δημοσιεύσεις όσο ήταν στο Γκέτινγκεν, μια εκπληκτική απόδοση για έναν εικοσιτριάχρονο μεταπτυχιακό φοιτητή, αλλά πάνω κάτω τέτοιες ήταν και οι ηλικίες των υπόλοιπων πρωτοπόρων της κβαντομηχανικής. Ο Βόλφγκανγκ Πάουλι μάλιστα άρχισε να αποκαλεί την κβαντομηχανική «Knabenphysik» («παιδοφυσική»), επειδή τόσο πολλοί συγγραφείς τόσο πολλών δημοσιεύσεων ήταν τόσο νέοι. Το 1926, ο Χάιζενμπεργκ και ο Ντιράκ ήταν μόνο είκοσι τεσσάρων, ο Πάουλι είκοσι έξι και ο Γιόρνταν είκοσι τριών.38 Η καινούργια φυσική ήταν όμως αρκετά αμφισβητούμενη, ακόμη και από τον ίδιο τον Αϊνστάιν. Παρόλα αυτά, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, οι νεαροί από το Γκέτινγκεν με τον μέντορά τους Μπορν (και εκείνοι του Μπορ από την Κοπεγχάγη) εξακολουθούσαν να τρέφουν ελπίδες ότι θα στρατολογούσαν τον Αϊνστάιν στο κβαντικό τους όραμα.

Την άνοιξη του 1927, εμπνευσμένος από μια παρατήρηση του Χάιζενμπεργκ, ο Οπενχάιμερ άρχισε να ενδιαφέρεται για το πώς η κβαντική θεωρία θα τον βοηθούσε να εξηγήσει το «γιατί τα μόρια είναι μόρια», όπως το έθετε ο ίδιος. Με μεγάλη ευκολία, ο Οπενχάιμερ βρήκε μια απλή λύση στο πρόβλημα. Όταν έδειξε τις σημειώσεις του στον καθηγητή Μπορν, εκείνος ενθουσιάστηκε και συμφώνησαν να συνεργαστούν για μια δημοσίευση. Όντως, η εργασία τους με τίτλο «Περί της κβαντικής θεωρίας των μορίων» δημοσιεύτηκε αργότερα εκείνη τη χρονιά και περιείχε τη λεγόμενη «προσέγγιση Μπορν-Οπενχάιμερ», στην πραγματικότητα την «προσέγγιση Οπενχάιμερ», η οποία θεωρείται ακόμη και σήμερα μια πρωτοποριακή χρήση της κβαντομηχανικής για την κατανόηση της συμπεριφοράς των μορίων.

Τον Μάρτιο του 1927, σε ηλικία 22 ετών, υπό την επίβλεψη του Μπορν, ο Ρόμπερτ κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή, το κύριο θέμα της οποίας ήταν ένας περίπλοκος υπολογισμός του φωτοηλεκτρικού φαινομένου στο υδρογόνο και στις ακτίνες Χ. Ο Μπορν πρότεινε ότι η διατριβή έπρεπε να γίνει αποδεκτή «με διάκριση». Η μόνη του παρατήρηση ήταν ότι η εργασία ήταν «δύσκολη στην ανάγνωση». Παρ’ όλα αυτά, ο Μπορν σημείωσε πως ο Οπενχάιμερ είχε παρουσιάσει «μια περίπλοκη εργασία και την είχε κάνει πολύ καλά». Στις 11 Μαΐου του 1927, ο Ρόμπερτ έδωσε τις προφορικές του εξετάσεις και βαθμολογήθηκε με «άριστα». Έπειτα, ένας από τους εξεταστές του, ο καθηγητής φυσικής Τζέιμς Φρανκ (Νόμπελ Φυσικής 1925), είπε σε έναν συνάδελφό του: «Βγήκα από εκεί μέσα πάνω στην ώρα. Είχε αρχίσει να κάνει ερωτήσεις σ’ εμένα».39

Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ τον Ιούλιο του 1927, δύο χρόνια μόλις μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, ο Οπενχάιμερ ήταν ήδη ένα ανερχόμενο αστέρι στον τομέα του. Αποδέχθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1927, μια μεταδιδακτορική υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ, την οποία χορηγούσε το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνών (NRC) σε πολλά υποσχόμενους νεαρούς επιστήμονες, στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας (Caltech).

Έναν χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του 1928, ο Οπενχάιμερ, θέλοντας να μελετήσει σε βάθος μαθηματικά, έλαβε μια νέα υποτροφία του Ιδρύματος Ροκφέλερ, ώστε να παρακολουθήσει μεταδιδακτορικές σπουδές για ένα εξάμηνο, υπό τον Πάουλ Έρενφεστ, στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν στην Ολλανδία. Δύο μήνες μετά την άφιξή του, ο Ρόμπερτ κατέπληξε τους συμφοιτητές του κάνοντας μια διάλεξη στα ολλανδικά, μια ακόμη γλώσσα που είχε μάθει μόνος του. Οι Ολλανδοί φίλοι του εντυπωσιάστηκαν τόσο από την εμπνευσμένη ομιλία του, που άρχισαν να τον αποκαλούν «Όπγι», μια χαϊδευτική σύντμηση του επωνύμου του, και αυτό το παρατσούκλι το διατήρησε μια ζωή, αν και αργότερα οι μαθητές του το αγγλοποίησαν σε «Όπι».40

Αν και είχε σχεδιάσει να πάει στην Κοπεγχάγη για να εργαστεί μαζί με τον Νιλς Μπορ, «η βεβαιότητα του Έρενφεστ ότι ο Μπορ με την πολυπραγμοσύνη του και τις αοριστολογίες του δεν ήταν το φάρμακο που χρειαζόταν ο Οπενχάιμερ, ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν ένας επαγγελματίας φυσικός στους υπολογισμούς και ότι ο Πάουλι θα ήταν κατάλληλος γι’ αυτόν»41 έφερε τον Οπενχάιμερ στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας (ETH) της Ζυρίχης, για να συνεργαστεί με τον Βόλφγκανγκ Πάουλι στην κβαντομηχανική και το συνεχές φάσμα.

Ο Οπενχάιμερ σεβόταν και συμπαθούσε τον Πάουλι, ενσωματώνοντας ενδεχομένως στοιχεία του προσωπικού του στυλ και της αυστηρής, κριτικής του μεθόδου στην προσέγγιση των επιστημονικών προβλημάτων. Τέσσερα μόλις χρόνια μεγαλύτερος από τον Οπενχάιμερ, ο Πάουλι είχε ήδη καταξιωθεί από το 1920, ένα έτος πριν ολοκληρώσει το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όταν δημοσίευσε μια εργασία διακοσίων σελίδων για την ειδική και τη γενική θεωρία της σχετικότητας. Ο ίδιος ο Αϊνστάιν εγκωμίασε την πραγματεία του για τη σαφήνεια της παρουσίασης. Αφού σπούδασε υπό τον Μαξ Μπορν και τον Νιλς Μπορ, ο Πάουλι δίδαξε αρχικά στο Αμβούργο και ύστερα, από το 1928, στο ETH της Ζυρίχης. Ως τότε είχε πλέον διατυπώσει την αρχή που είναι γνωστή ως «απαγορευτική αρχή του Πάουλι», η οποία εξηγούσε γιατί σε κάθε τροχιακό ενός ατόμου δεν μπορούν να βρίσκονται περισσότερα από δύο ηλεκτρόνια.

Ο Πάουλι εκτιμούσε την ικανότητα του Ρόμπερτ να βλέπει κατευθείαν στην καρδιά ενός προβλήματος, αλλά απογοητευόταν από το πόσο απρόσεκτος ήταν με τις λεπτομέρειες. «Οι ιδέες του είναι πάντα πολύ ενδιαφέρουσες», έλεγε ο Πάουλι, «αλλά οι υπολογισμοί του είναι πάντα εσφαλμένοι». Εντούτοις, ο Πάουλι είχε εντυπωσιαστεί από αυτόν τον περίπλοκο νεαρό Αμερικανό. «Η δύναμή του», έγραψε σύντομα ο Πάουλι στον Έρενφεστ, «είναι ότι έχει άφθονες και καλές ιδέες και πολλή φαντασία. Η αδυναμία του είναι ότι ικανοποιείται υπερβολικά γρήγορα με ανεπαρκώς θεμελιωμένες δηλώσεις, ώστε να μη λύνει τα δικά του, συχνά ενδιαφέροντα, ερωτήματα λόγω έλλειψης υπομονής και επιμέλειας… Δυστυχώς, έχει ένα πολύ άσχημο γνώρισμα: μου δείχνει μια πίστη μάλλον άνευ όρων, αντιμετωπίζοντάς με ως αυθεντία, και δέχεται ό,τι λέω σαν τελική και καθοριστική αλήθεια… Δεν ξέρω πώς να τον κάνω να το σταματήσει αυτό».42 Μέχρι να φύγει από τη Ζυρίχη τον Ιούνιο του 1929, για να επιστρέψει στην Αμερική, ο Ρόμπερτ είχε αποκτήσει διεθνή φήμη για τη συμβολή του στη θεωρητική φυσική. Από το 1926 μέχρι το 1929 είχε κάνει δεκαέξι δημοσιεύσεις, μια εκπληκτική παραγωγή για κάθε επιστήμονα. Αν ήταν πολύ νέος για να συμμετάσχει στην αρχική άνθηση της κβαντικής φυσικής, το 1925–26, υπό την επίβλεψη του Βόλφγκανγκ Πάουλι είχε σαφώς προλάβει το δεύτερο κύμα. Ήταν ο πρώτος φυσικός που κατέκτησε τη φύση των κυματοσυναρτήσεων του συνεχούς. Η πιο πρωτότυπη συμβολή του, κατά την άποψη του φυσικού Ρόμπερτ Σέρμπερ (Robert Serber, 1909–1997), ήταν η θεωρία του για την εκπομπή πεδίου, μια προσέγγιση που του επέτρεψε να μελετήσει την εκπομπή ηλεκτρονίων από μέταλλα, όταν αυτή προκαλείται από ένα πολύ ισχυρό ηλεκτρικό πεδίο. Εκείνα τα πρώιμα χρόνια κατόρθωσε επίσης να καινοτομήσει στον υπολογισμό του συντελεστή απορρόφησης ακτίνων Χ και της ελαστικής και ανελαστικής σκέδασης ηλεκτρονίων.43

Επιστρέφοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Οπενχάιμερ αποδέχτηκε μια θέση αναπληρωτή καθηγητή (τακτικού από το 1936) στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, αλλά για το εαρινό τρίμηνο δίδασκε και στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας (Caltech) στην Πασαντίνα. Για το Μπέρκλεϊ ο ίδιος είπε ότι του άρεσε να πάει εκεί «επειδή ήταν έρημος… Δεν υπήρχαν θεωρητικοί φυσικοί και σκέφτηκα πως θα ήταν ωραίο να ξεκινήσω κάτι».44 Ωστόσο, αναγνώριζε τον κίνδυνο να απομονωθεί και γι’ αυτό κράτησε επαφή με το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας, για το οποίο πίστευε ότι ήταν «ένα μέρος όπου υπήρχε η δυνατότητα να ελεγχθεί η εργασία μου εάν διατύπωνα κάτι το οποίο δεν ίσχυε και όπου μάθαινα πράγματα τα οποία ίσως να μην είχαν αναλυθεί επαρκώς στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία».45

Πριν ξεκινήσει την καθηγητική του θητεία στο Μπέρκλεϊ, ο Οπενχάιμερ διαγνώστηκε με ήπια φυματίωση και πέρασε μερικές εβδομάδες με τον αδελφό του Φρανκ σε ένα ράντσο στο Νέο Μεξικό, το οποίο νοίκιασε και τελικά αγόρασε. Αργότερα συνήθιζε να λέει ότι «η φυσική και η έρημος» ήταν οι «δύο μεγάλες αγάπες» του.46

Αφού ανάρρωσε από τη φυματίωση, το φθινόπωρο του 1929 εγκαταστάθηκε στο Μπέρκλεϊ, όπου από τις πρώτες μέρες γνωρίστηκε, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, με τον εικοσιοκτάχρονο Λόρενς, τον εφευρέτη του κύκλοτρου. Οι δύο πολύ νεαροί φυσικοί έγιναν γρήγορα αχώριστοι φίλοι. Ο Ρόμπερτ παρακολουθούσε από πολύ κοντά τις έρευνες της ομάδας του κύκλοτρου, βοηθώντας τους να κατανοήσουν τα δεδομένα που παρήγαγαν οι μηχανές τους στο Εργαστήριο Ακτινοβολίας του Μπέρκλεϊ.

Μετά την ανακάλυψη του νετρονίου, η πυρηνική φυσική έγινε ένα από τα κύρια ενδιαφέροντα του Οπενχάιμερ.

Οι πειραματικοί και οι θεωρητικοί συναντιούνταν τακτικά κάθε Τετάρτη απόγευμα και κάθε Τρίτη βράδυ στη Λέσχη Τύπου. Η Λέσχη Τύπου, στην οποία παρουσίαζαν και συζητούσαν τις πιο πρόσφατες θεωρητικές και πειραματικές εργασίες, είχε εξελιχθεί σε ένα άτυπο όχημα για ανταλλαγές πληροφοριών ανάμεσα στους θεωρητικούς και τους πειραματικούς. Ο Οπενχάιμερ βρισκόταν και εδώ στο επίκεντρο της προσοχής. Ο Μίλτον Λίβινγκστον (M. Stanley Livingston, 1905–1986), ο οποίος ήταν βοηθός του Λόρενς στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και τον βοήθησε να κατασκευάσει το πρώτο κύκλοτρο, θυμόταν πως ο Λόρενς είχε κερδίσει «τον γενικό θαυμασμό», επειδή δεν συγχυζόταν με τον Οπενχάιμερ. «Δεν τον ένοιαζε καθόλου εάν θα έκανε μια ανόητη ερώτηση. Στα σεμινάρια και στη Λέσχη Τύπου εμείς [οι πειραματικοί] καθόμασταν φοβισμένοι και δεν ρωτούσαμε τίποτα τον Οπενχάιμερ. Ο Λόρενς θα πεταγόταν και θα ρωτούσε κάτι ανόητο».47 Ο Ρόμπερτ Ουίλσον (Robert R. Wilson, 1914–2000) θυμόταν πως ο Λόρενς τον έσερνε μαζί του στη Λέσχη Τύπου, επειδή, ακόμα κι αν δεν καταλάβαινε τίποτα, θα ήταν μια αληθινά πνευματική ευκαιρία να δει τον Οπενχάιμερ σε δράση.

Ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, 1904–1967, μπροστά σε μαυροπίνακα γεμάτο μαθηματικούς τύπους
J. Robert Oppenheimer, 1904 – 1967

Ο Οπενχάιμερ είχε καταπλήξει τους πειραματικούς φυσικούς και με τις γνώσεις του στο δικό τους πεδίο, όχι μόνο στη θεωρία. Ο Ρέιμοντ Μπιρτζ (Raymond Birge, 1887–1980), πρόεδρος του Τμήματος Φυσικής στο Μπέρκλεϊ, θυμόταν πως «στα σεμινάριά μας ο Οπενχάιμερ γνώριζε περισσότερη πειραματική φυσική από ό,τι οι ίδιοι οι πειραματικοί φυσικοί. Μπορούσε να απαριθμήσει αριθμούς και εξισώσεις που σχετίζονταν με πειράματα καλύτερα από οποιονδήποτε πειραματικό φυσικό στην αίθουσα».48

Αντίθετα απ’ ό,τι ίσχυε για τους περισσότερους καθηγητές της εποχής εκείνης, ο Οπενχάιμερ ήταν γοητευτικός, εξαιρετικά παραστατικός, ιδιαίτερα ικανός να μεταδίδει στους ακροατές του τον ενθουσιασμό του για την επιστήμη. Κάθε φοιτητής ή φοιτήτρια είχε ένα μικρό θρανίο και μια καρέκλα όπου καθόταν και κοίταζε, καθώς ο ψηλός, γύρω στο 1,83 μ. και περίπου 60 κιλά, σχεδόν «πετσί και κόκαλο» Όπι βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο, όταν δεν έγραφε μαθηματικούς τύπους στον μαυροπίνακα. Χωρίς ποτέ να χρησιμοποιεί σημειώσεις, δεν παρέλειπε να διανθίζει τη διδασκαλία του με αναφορές στη λογοτεχνία και στην ποίηση ειδικότερα. Έλεγε πως τα πιο κρίσιμα επιστημονικά προβλήματα δεν είχαν ακόμη απαντηθεί και προέτρεπε τους φοιτητές του να καταπιαστούν με αυτά. Όπως έλεγε αργότερα ένας συνάδελφός του, ο Οπενχάιμερ «έδωσε στη φυσική μια διανοητική αύρα άγνωστη έως τότε στις Ηνωμένες Πολιτείες».49

Ο Χανς Μπέτε είπε γι’ αυτόν:

«Ίσως το πιο σημαντικό σημείο στη διδασκαλία του ήταν το εξαιρετικό γούστο του. Γνώριζε πάντοτε ποια είναι τα σημαντικά προβλήματα, κι αυτό φαινόταν από την επιλογή των θεμάτων. Ζούσε αληθινά με αυτά τα προβλήματα, αγωνιζόμενος για την επίλυσή τους, και μετέδιδε τους προβληματισμούς στην ομάδα του. Υπήρχαν περίπου οκτώ ή δέκα μεταπτυχιακοί φοιτητές στην ομάδα του και περίπου έξι μεταδιδακτορικοί υπότροφοι. Συναντιόταν με αυτήν την ομάδα μία φορά την ημέρα στο γραφείο του και συζητούσαν με τον έναν μετά τον άλλον την κατάσταση του ερευνητικού προβλήματος του φοιτητή. Ενδιαφερόταν για τα πάντα, και σε ένα απόγευμα μπορεί να συζητούσαν κβαντική ηλεκτροδυναμική, κοσμικές ακτίνες, παραγωγή ζευγών ηλεκτρονίων και πυρηνική φυσική».50

Στην αυτοβιογραφία του, ο Σέρμπερ πρόσθεσε ορισμένες επιπλέον παρατηρήσεις: «Όταν ο Όπι ολοκλήρωνε τη συνομιλία του με κάθε φοιτητή, τον συμβούλευε πώς να συνεχίσει. Μετά έφευγε. Τα περισσότερα από τα μέλη της ομάδας παρέμεναν και τότε ξεκινούσε η δική μου δουλειά: να εξηγήσω στον καθένα τι του είχε ζητήσει ο Όπι. Οι φοιτητές ήταν πολύ πιο πρόθυμοι να εκμυστηρευτούν σε μένα ότι δεν κατάλαβαν κάτι παρά στον Όπι».51

Προσωπογραφία του Οπενχάιμερ με καπέλο και τσιγάρο στο στόμα

Ο Όπι ήξερε πώς να γοητεύει και να εμπνέει. Οι φοιτητές του, τόσο στο Μπέρκλεϊ όσο και στην Πασαντίνα, τον θαύμαζαν για τις γνώσεις του αλλά και για τον τρόπο ζωής του. Ντυνόταν πάντα κομψά, με καλοραμμένο γκρίζο κοστούμι, γαλάζιο πουκάμισο, μπλε γραβάτα, καλογυαλισμένα παπούτσια, καπέλο «καβουράκι». Με ένα τσιγάρο να κρέμεται σχεδόν πάντα από τα χείλη του, με τα γαλανά του μάτια που έλαμπαν, με το διαπεραστικό του βλέμμα, γοήτευε τις γυναίκες και προκαλούσε δέος στους άντρες. Εξαιρετικός στην ιππασία και την ιστιοπλοΐα, φανατικός του ντράι μαρτίνι, ο Όπι ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που έχουν παντού φίλους και μόνο φίλους.52

Ο Οπενχάιμερ δεν αποτελούσε μόνο το κέντρο του πνευματικού κόσμου των φοιτητών του, αλλά ήταν επίσης και το κέντρο της κοινωνικής τους ζωής. Πήγαιναν στο σπίτι του ενός ή του άλλου φοιτητή για πάρτι, για δείπνο ή για να παίξουν μπριτζ. Επίσης πήγαιναν συχνά μαζί στον κινηματογράφο. Έγινε τελικά συνήθεια για όλους να βγαίνουν έξω για δείπνο μετά το σεμινάριο Θεωρητικής Φυσικής κάθε Παρασκευή απόγευμα. Ο Οπενχάιμερ σχεδόν πάντοτε πλήρωνε τον λογαριασμό για το δείπνο.53

Ωστόσο ο Οπενχάιμερ είχε και τη σκοτεινή του πλευρά, αυτήν ενός ανθρώπου μελαγχολικού και ευέξαπτου. Δεν ανεχόταν την ψιλοκουβέντα. Διέκοπτε τον συνομιλητή του ακόμα και στη μέση μιας φράσης αν θεωρούσε πως όσα του έλεγε ήταν αδιάφορα. Μιλούσε απαξιωτικά στους φοιτητές του που έκαναν αφελείς ερωτήσεις. Ένας επί χρόνια συνάδελφός του έλεγε για τον Οπενχάιμερ ότι μπορούσε να γίνεται «ακόμα και αγενής» όταν απαξίωνε κάποιον.54

Στην προσωπική του ζωή, το φθινόπωρο του 1936, ο Ρόμπερτ συνήψε μια θυελλώδη σχέση με την κόρη ενός συναδέλφου του στο Μπέρκλεϊ, την Τζιν Τάτλοκ (Jean Tatlock, 1914–1944), ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και αρθρογράφο σε εφημερίδα φιλική προς το κόμμα. Η σχέση τους μεταμόρφωσε τον Όπι. Οι μαθητές και οι φίλοι του παρατήρησαν την αλλαγή. Οι δεσμοί του μαζί τους έγιναν πιο βαθείς, ο ίδιος πιο συμπονετικός, λιγότερο απότομος και φαντασμένος και περισσότερο σίγουρος για τον εαυτό του. Η Τζιν Τάτλοκ ήταν επίσης αυτή που τον έκανε να συμμετάσχει πιο ενεργά στα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα των ημερών: τον αγώνα των αντιφασιστών στην Ισπανία, την κατάσταση των μεταναστών εργατών, των βοηθών διδασκόντων στο Μπέρκλεϊ και, γενικότερα, τις καταστρεπτικές συνέπειες του Κραχ.55 Κατά τον Οπενχάιμερ, δύο φορές έφτασαν κοντά στον γάμο, αλλά στο τέλος η Τζιν, που έπασχε από μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, υπαναχωρούσε. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες ενός φίλου του Οπενχάιμερ, σε περιόδους που η σχέση τους περνούσε κρίση, η Τζιν εξαφανιζόταν για εβδομάδες και μετά επέστρεφε, καμαρώνοντας για τις ερωτικές της περιπέτειες μέσα στο διάστημα αυτό, με στόχο «να πληγώσει τον Ρόμπερτ που την αγαπούσε», πάντα κατά τον συγκεκριμένο μάρτυρα.56 Τελικά χώρισαν το 1939 και έκτοτε, μέχρι και την αυτοκτονία της Τζιν το 1944, συναντήθηκαν ελάχιστα.

Σύμφωνα με τον Χάκον Σεβαλιέ (Haakon Chevalier, 1901–1985), μετά τον χωρισμό ο Οπενχάιμερ «ερωτοτροπούσε περιστασιακά με διάφορες νεαρές γυναίκες […] ραγίζοντας πολλές καρδιές και τελικά, στα τέλη του 1939, χώρισε και με την τελευταία από αυτές όταν γνώρισε την Κάθριν Πουένιγκ Χάρισον στην Πασαντίνα». Η «Κίτι» (Katherine Puening Harrison, 1910–1972) ήταν σύζυγος ενός συναδέλφου του, του Στιούαρτ Χάρισον, ενός Βρετανού γιατρού που έκανε έρευνα για τον καρκίνο στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας. Προηγουμένως ήταν παντρεμένη με τον Τζο Ντάλετ (Joe Dallet, 1907–1937), στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος πολέμησε με την ταξιαρχία του Λίνκολν στην Ισπανία και σκοτώθηκε εκεί. Ο Οπενχάιμερ την παντρεύτηκε τον Νοέμβριο του 1940, μετά το διαζύγιό της από τον Χάρισον. Τον Μάιο του 1941, στην Πασαντίνα, απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, το οποίο ονόμασαν Πίτερ. Η κόρη τους Κάθριν γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1944 στο Λος Άλαμος.57

Οι έρευνες του Οπενχάιμερ τη δεκαετία του 1930 αφορούσαν κυρίως θέματα στη μεθόριο της φυσικής: κοσμικές ακτίνες, κβαντική ηλεκτροδυναμική, πυρηνική φυσική και αστροφυσική. Οι εργασίες του θεωρούνταν δύσκολες στην κατανόηση ακόμη και με βάση τα πρότυπα των αφηρημένων θεμάτων στα οποία ήταν ειδικός. Του άρεσε να χρησιμοποιεί κομψές, αν και εξαιρετικά πολύπλοκες, μαθηματικές τεχνικές για να επιδεικνύει φυσικές αρχές, αν και μερικές φορές επικρίθηκε για μαθηματικά λάθη, πιθανώς από βιασύνη. «Η φυσική του ήταν καλή», είπε ο μαθητής του Χάρτλαντ Σνάιντερ (Hartland Snyder, 1913–1962), «αλλά η αριθμητική του απαίσια».58

Στον κλάδο της πυρηνικής φυσικής, αυτός και η Μέλμπα Φίλιπς (Melba Phillips, 1907–2004) υπολόγισαν τον αριθμό των παραγόμενων πρωτονίων σε πυρηνικές αντιδράσεις δευτερονίων. Οι φυσικοί σήμερα συμφωνούν ότι η πιο εκπληκτική και πρωτότυπη δουλειά του Οπενχάιμερ έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1930, για τους αστέρες νετρονίων, ένα φαινόμενο το οποίο οι αστρονόμοι δεν είχαν πρακτικά τη δυνατότητα να παρατηρήσουν μέχρι το 1967.

Το 1938, ο Οπενχάιμερ έγραψε μαζί με τον Σέρμπερ μια εργασία με τίτλο «Η ευστάθεια των αστρικών πυρήνων νετρονίων», όπου εξέταζε συγκεκριμένες ιδιότητες των εξαιρετικά συμπιεσμένων αστέρων που ονομάζονται «λευκοί νάνοι». Λίγους μήνες αργότερα, συνεργάστηκε με τον φοιτητή Τζορτζ Βόλκοφ (George Volkoff, 1914–2000) σε μια εργασία με τίτλο «Περί των μεγάλης μάζας πυρήνων νετρονίων». Κάνοντας επίπονους υπολογισμούς με λογαριθμικούς κανόνες, οι Οπενχάιμερ και Βόλκοφ συμπέραναν ότι υπήρχε ένα άνω όριο, σήμερα γνωστό ως «όριο Οπενχάιμερ-Βόλκοφ», στη μάζα αυτών των αστέρων νετρονίων. Αν ξεπερνούσαν αυτό το όριο, οι αστέρες γίνονταν ασταθείς. Εννέα μήνες αργότερα, την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, ο Οπενχάιμερ και ένας διαφορετικός συνεργάτης, ένας ακόμη φοιτητής, ο Σνάιντερ, δημοσίευσαν μια εργασία με τίτλο «Περί της Συνεχούς Βαρυτικής Συστολής». Για τους περισσότερους από εμάς, ασφαλώς, η ιστορία έχει καταχωρίσει στην ημερομηνία αυτή την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία και την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά, με τον δικό της αθόρυβο τρόπο, αυτή η δημοσίευση υπήρξε ένα επίσης βαρυσήμαντο γεγονός. Ο φυσικός και ιστορικός της επιστήμης Τζέρεμι Μπέρνσταϊν (Jeremy Bernstein, γ. 1929) την αποκάλεσε «μια από τις πιο σπουδαίες δημοσιεύσεις στη φυσική του εικοστού αιώνα». Την εποχή εκείνη, η εργασία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Μονάχα δεκαετίες αργότερα συνειδητοποίησαν οι φυσικοί πως, το 1939, οι Οπενχάιμερ και Σνάιντερ είχαν ανοίξει την πόρτα στη φυσική του εικοστού πρώτου αιώνα.59

Χρόνια αργότερα, οι φίλοι και οι συνάδελφοι του Όπι στον κόσμο της φυσικής, οι οποίοι ως επί το πλείστον συμφωνούσαν πως ήταν ένα λαμπρό μυαλό, αναρωτήθηκαν γιατί δεν είχε ποτέ κερδίσει ένα Βραβείο Νόμπελ, αν και είχε προταθεί τέσσερις φορές, το 1946, το 1951, το 1955 και το 1967. «Η γνώση φυσικής του Ρόμπερτ ήταν πολύ βαθιά», θυμόταν ο Λίο Νεντέλσκι (Leo Nedelsky, 1903–1976). «Ίσως μονάχα ο Πάουλι ήξερε περισσότερη φυσική και την κατανοούσε βαθύτερα από τον Ρόμπερτ». Όμως, το να κερδίσει κανείς ένα Νόμπελ, όπως πολλά πράγματα στη ζωή, είναι ζήτημα αφοσίωσης, στρατηγικής, ικανότητας, σωστού συγχρονισμού και, ασφαλώς, τύχης. Δεν είχε όμως τη σωστή στρατηγική, και ο συγχρονισμός του ήταν λάθος. Επιπλέον, το Βραβείο Νόμπελ είναι μια διάκριση με την οποία τιμούνται επιστήμονες που επιτυγχάνουν κάτι συγκεκριμένο. Αντίθετα, η ευφυΐα του Οπενχάιμερ έγκειτο στην ικανότητά του να «συνθέτει» για ολόκληρο τον τομέα μελέτης. «Ο Οπενχάιμερ ήταν άτομο με πολύ ζωηρή φαντασία», θυμόταν ο Έντουιν Ίλινγκ (Edwin Uehling, 1901–1985), ένας μεταδιδακτορικός φοιτητής που σπούδασε υπ’ αυτόν τα έτη 1934–36. «Η γνώση φυσικής που είχε ήταν εξαιρετικά περιεκτική. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα ήταν σωστό να πει κανείς ότι η δουλειά που έκανε δεν ήταν άξια ενός Βραβείου Νόμπελ· απλώς δεν έτυχε να οδηγήσει στο είδος του αποτελέσματος που η επιτροπή των Βραβείων Νόμπελ θεωρούσε συναρπαστικό».60

Παρά ταύτα, παρατηρητές όπως οι φυσικοί Λούις Άλβαρεζ (Luis Alvarez, 1911–1988) και Τζέρεμι Μπέρνσταϊν υποστήριξαν ότι, αν ο Οπενχάιμερ είχε ζήσει αρκετά για να δει τις προβλέψεις του να επιβεβαιώνονται πειραματικά, θα μπορούσε να είχε κερδίσει ένα βραβείο Νόμπελ για το έργο του σχετικά με τη βαρυτική κατάρρευση, τα αστέρια νετρονίων και τις μαύρες τρύπες.61

Η πρόσκληση του Οπενχάιμερ στη συνεδρίαση του Σκενέκταντι δεν ήταν αυτονόητη, αφού εκείνος δεν διέθετε τότε επίσημη διαβάθμιση ασφαλείας. Τόσο ο Οπενχάιμερ όσο και πολλοί άλλοι επιστήμονες σε όλη τη χώρα γνώριζαν ότι μια Επιτροπή Ουρανίου είχε σχηματιστεί τον Οκτώβριο του 1939, κατ’ εντολή του προέδρου Ρούζβελτ, για να συντονίζει τις έρευνες για την πυρηνική σχάση. Όμως όσοι συμμετείχαν δεν έβλεπαν πρόοδο σε ένα πρακτικό πρόγραμμα δημιουργίας της βόμβας και ανησυχούσαν ότι οι Γερμανοί βρίσκονταν σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο. Ο Κόμπτον, γνωρίζοντας τις δυνατότητες του Οπενχάιμερ, τον συμπεριέλαβε στη συνεδρίαση, μια απόφαση που σηματοδότησε την έναρξη της ενεργού ανάμειξής του στα κυβερνητικά σχέδια για την ατομική βόμβα.

Σε αυτή τη συνάντηση, ο Οπενχάιμερ ενημερώθηκε για πρώτη φορά για όλες τις τελευταίες εξελίξεις της αμερικανικής και βρετανικής έρευνας. Η συμβολή του υπήρξε άμεση: υπολόγισε πόσο ουράνιο-235 θα χρειαζόταν για την κατασκευή μιας βόμβας και βοήθησε στην εκτίμηση της καταστρεπτικής ισχύος που θα είχε μια τέτοια έκρηξη.62 Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, ο Οπενχάιμερ εκτίμησε ότι ένα ορισμένο κρίσιμο ποσό εμπλουτισμένου ουρανίου θα προκαλούσε έκρηξη υπερβολικά μεγάλης ισχύος, ικανής να ισοπεδώσει μια πόλη. Η Επιτροπή δυσκολεύτηκε να ποσοτικοποιήσει άλλες παραμέτρους (όπως τον χρόνο και το κόστος παραγωγής του απαιτούμενου υλικού) λόγω ανεπαρκών στοιχείων, όμως ο Κόμπτον υπέβαλε μια πρόχειρη εκτίμηση: θα χρειάζονταν 3–5 χρόνια και μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για να κατασκευαστεί η βόμβα. Στο τελικό της πόρισμα, η Επιτροπή τόνισε πως έπρεπε να καταβληθεί «πλήρης προσπάθεια» για την κατασκευή ατομικών όπλων, κρίνοντας ότι ένα όπλο ασύλληπτης καταστρεπτικής δύναμης θα προέκυπτε αν συγκεντρωνόταν επαρκής μάζα U-235. Το πόρισμα αυτό, που ήταν το τρίτο και τελικό, παραδόθηκε στον Μπους στις 6 Νοεμβρίου 1941 και μέσω αυτού στον Πρόεδρο Ρούζβελτ στις 27 Νοεμβρίου. Λίγες εβδομάδες αργότερα, με την είσοδο των ΗΠΑ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το πρόγραμμα επιταχύνθηκε δραματικά.63 Ο Λόρενς, μέλος της Επιτροπής, συγκρότησε αμέσως μια ομάδα εργασίας στο Μπέρκλεϊ για να ξεκινήσει τη μετατροπή του κύκλοτρου 37 ιντσών που είχε σε έναν ηλεκτρομαγνητικό διαχωριστή ισοτόπων.

Ομάδα φωστήρων

Στις 13 Δεκεμβρίου 1941, λίγες μέρες μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο, το πρόγραμμα της ατομικής βόμβας τέθηκε υπό την άμεση εποπτεία του Μπους. Το Τμήμα για το ουράνιο έγινε το Τμήμα S-1 της OSRD, με τη λέξη «ουράνιο» να αφαιρείται για λόγους ασφαλείας.64

Το ερευνητικό έργο του Τμήματος S-1 κατανεμήθηκε σε τέσσερις «επικεφαλής προγράμματος». Ο Χάρολντ Κ. Γιούρι ανέλαβε τις εργασίες που περιλάμβαναν μεθόδους διάχυσης και φυγοκέντρησης και μελέτες βαρέος ύδατος, ο Έρνεστ Λόρενς την ηλεκτρομαγνητική μέθοδο για τον διαχωρισμό του ουρανίου-235, ο Άρθουρ Χ. Κόμπτον τα προγράμματα αλυσιδωτής αντίδρασης σχάσης και θεωρίας όπλων. Τέλος, ο Μπους έθεσε τον Έγκερ Β. Μέρφρι (Eger V. Murphree, 1898–1962), χημικό μηχανικό της Standard Oil, επικεφαλής μιας ομάδας που θα επέβλεπε τις μηχανικές μελέτες, την κατασκευή πιλοτικών εγκαταστάσεων και τυχόν έρευνες σε εργαστηριακή κλίμακα. Στις 18 Δεκεμβρίου 1941 το Τμήμα S-1 πρότεινε να διατεθούν 400.000 δολάρια για το έργο του Λόρενς σχετικά με τον ηλεκτρομαγνητικό διαχωρισμό ισοτόπων.65

Ο πρόεδρος Ρούσβελτ υπογράφει την κήρυξη πολέμου με την Ιαπωνία, 8 Δεκεμβρίου 1941
Φώτο: Ο πρόεδρος Ρούσβελτ υπογράφει την κήρυξη πολέμου με την Ιαπωνία, 8 Δεκεμβρίου 1941.
Πηγή: https://www.osti.gov/opennet/manhattan-project-history/images/roosevelt_declaration_war_image.htm

Στις 3 Ιανουαρίου 1942, ο Άρθουρ Κόμπτον συγκάλεσε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου σύσκεψη εκπροσώπων από διάφορα ερευνητικά προγράμματα αλυσιδωτής αντίδρασης. Στη συνεδρίαση συμφωνήθηκε ότι ο Φέρμι θα κατασκεύαζε έναν νέο αντιδραστήρα γραφίτη-ουρανίου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ο Σάμιουελ Άλισον έναν νέο αντιδραστήρα με επιβραδυντή βηρυλλίου στο Σικάγο. Ο Βίγκνερ θα ηγούνταν των θεωρητικών υπολογισμών αλυσιδωτών αντιδράσεων στο Πρίνστον και ο Μπράιτ θα συντόνιζε τα λεγόμενα «προγράμματα ταχείας σχάσης», δηλαδή την εποπτεία ερευνητικών προσπαθειών σε πανεπιστήμια με αντικείμενο τη μελέτη της σχάσης. Ο Νόρμαν Χίλμπερι (Norman Hilberry, 1899–1986) και ο Ρίτσαρντ Ντόαν (Richard L. Doan) θα βοηθούσαν τον Κόμπτον στην οργάνωση και στη διοικητική υποστήριξη του προγράμματος.

Στις 19 Ιανουαρίου 1942, ο Μπους έλαβε την έγκριση του Προέδρου για να μεταφέρει το πρόγραμμα από το στάδιο της έρευνας στο στάδιο της ανάπτυξης. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Ρούζβελτ, αφαίρεσε όλες τις εργασίες για το ουράνιο από την Εθνική Επιτροπή Αμυντικής Έρευνας (NDRC). Από τότε, οι ευρείες πολιτικές αποφάσεις που αφορούσαν το ουράνιο ήταν κυρίως ευθύνη της Ανώτατης Ομάδας Πολιτικής (Top Policy Group). Την αποτελούσαν ο αντιπρόεδρος Χένρι Ουάλας (Henry Wallace, 1888–1965), ο υπουργός Πολέμου Χένρι Λ. Στίμσον (Henry L. Stimson, 1867–1950), ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Τζορτζ Μάρσαλ (George C. Marshall, 1880–1959), ο Μπους και ο Κόναντ.66

Ο Κόμπτον αναγνώριζε την αξία της συγκέντρωσης όλης της έρευνας σε ένα μέρος. Έτσι, μετά από οδηγίες του Μπους, στις 24 Ιανουαρίου 1942 άρχισε να φέρνει τις ομάδες του Πρίνστον και του Κολούμπια στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου ο ίδιος ήταν πρόεδρος του Τμήματος Φυσικής. Με τη ρύθμιση αυτή, η κύρια έρευνα για τους αντιδραστήρες έγινε στο Σικάγο. Εκεί οργανώθηκε το λεγόμενο Μεταλλουργικό Εργαστήριο (Met Lab), κωδική ονομασία που προστάτευε το απόρρητο της έρευνας για το ουράνιο. Το Πανεπιστήμιο του Σικάγου είχε προσπαθήσει από το 1936 να ιδρύσει ένα μεταλλουργικό εργαστήριο και, όπως παρατήρησε ο Κόμπτον, «οι συνάδελφοί μας στο Σικάγο δεν είδαν τίποτα το εκπληκτικό σε ένα πρόγραμμα μετάλλων σε καιρό πολέμου». Ο Κόμπτον διόρισε τον Ντόαν διευθυντή του εργαστηρίου.67

Μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου οι επιστήμονες του Met Lab είχαν συναρμολογήσει τον πρώτο πιλοτικό (πειραματικό) αντιδραστήρα. Τότε δεν λεγόταν ακόμη αντιδραστήρας αλλά σωρός (pile), όπως τον ονόμαζε ο Φέρμι. Στις αρχές Απριλίου κατασκευάστηκε ένας δεύτερος πιλοτικός αντιδραστήρας και οι μετρήσεις έγιναν μέσα σε μία εβδομάδα. Σε αυτό το σημείο, ο Κόμπτον κάλεσε στο Met Lab τον Ενρίκο Φέρμι και την ερευνητική του ομάδα από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, η οποία εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα τον Απρίλιο του 1942. Ταυτόχρονα μεταφέρθηκαν στο Σικάγο οι ποσότητες γραφίτη και ουρανίου. Με τα υλικά πλέον διαθέσιμα, ο Φέρμι και η ομάδα του κατασκεύασαν διαδοχικά τους λεγόμενους υποκρίσιμους «εκθετικούς» σωρούς. Το όνομα «σωρός» δεν ήταν κωδική ονομασία. Περιέγραφε την πραγματικότητα: επρόκειτο για έναν τεράστιο σωρό από τούβλα γραφίτη, μέσα στον οποίο ήταν ενσωματωμένα κομμάτια οξειδίου του ουρανίου, καθένα στο μέγεθος μιας μπάλας του τένις.68

Στις 9 Μαρτίου 1942, ο Μπους έγραψε στον Ρούζβελτ ότι το καλοκαίρι του 1942 το πρόγραμμα θα ήταν ώριμο για μεταβίβαση στον Στρατό, για την κατασκευή εργοστασίων παραγωγής. Το Σώμα Μηχανικών του Στρατού, που είχε αναλάβει μόλις πρόσφατα την ευθύνη για όλες τις στρατιωτικές κατασκευαστικές δραστηριότητες, ήταν η λογική επιλογή για τη διαχείριση του έργου, όπως ανέφερε ο Κόναντ σε έκθεσή του στις 23 Μαΐου 1942.

Μέχρι την άνοιξη του 1942, καθώς οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις επιβράδυναν την ιαπωνική προέλαση στον Ειρηνικό, η κατάσταση είχε αλλάξει: από ένα πλαίσιο με πολύ λίγα χρήματα και χωρίς προθεσμίες, σε ένα πλαίσιο με σαφή στόχο, άφθονα χρήματα, αλλά πολύ λίγο χρόνο. Στις 17 Ιουνίου 1942, ο Ρούζβελτ ενέκρινε την πρόταση προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1943, που του παρουσίασαν ο Μπους και ο Κόναντ. Προέβλεπε 54 εκατομμύρια δολάρια για κατασκευές από το Σώμα Μηχανικών, 31 εκατομμύρια για έρευνα και ανάπτυξη από την OSRD και 5 εκατομμύρια για απρόβλεπτα έξοδα. Ο αγώνας για τη βόμβα είχε ξεκινήσει.69 Ένας αξιωματικός του Στρατού θα είχε τη συνολική διοίκηση ολόκληρου του έργου, ενώ η S-1 παρέμενε υπεύθυνη μόνο για την πανεπιστημιακή έρευνα και τις μελέτες πιλοτικών εγκαταστάσεων. Η αναδιοργάνωση δημιούργησε επίσης μια Εκτελεστική Επιτροπή της S-1 με τους Κόναντ, Μπριγκς, Κόμπτον, Λόρενς, Μέρφρι και Γιούρι. Αυτή θα επέβλεπε όλες τις εργασίες της OSRD και θα παρακολουθούσε τις τεχνικές εξελίξεις που μπορούσαν να επηρεάσουν τις μηχανικές λύσεις ή τον σχεδιασμό των εγκαταστάσεων. Έτσι η αμερικανική προσπάθεια άλλαξε φύση: από μια προσπάθεια που κυριαρχούνταν από ερευνητές επιστήμονες, έγινε μια κατασκευαστική επιχείρηση του Σώματος Μηχανικών, στην οποία οι επιστήμονες έπαιζαν υποστηρικτικό ρόλο.70

Τον Μάιο του 1942, ο Μπράιτ, συντονιστής των «προγραμμάτων ταχείας σχάσης», έδωσε την παραίτησή του, συνοδευόμενη από καταγγελίες για παραβιάσεις της ασφάλειας. Το «πρόγραμμα του Κόμπτον», όπως το αποκαλούσε, ήταν κατά τη γνώμη του γεμάτο από επιστήμονες που αγνοούσαν επιδεικτικά την ανάγκη για μυστικότητα. Ανάμεσα στους χειρότερους παραβάτες ανέφερε τον Ενρίκο Φέρμι.71

Η αποχώρηση του Μπράιτ δεν προκάλεσε ιδιαίτερη δυσαρέσκεια στους συναδέλφους του. Ήταν άνθρωπος απότομος, αδύναμος διαχειριστής και είχε αναπτύξει εμμονή με τη μυστικότητα. Ο ίδιος ο Κόμπτον ένιωσε ανακούφιση, αφού είχε διαπιστώσει ήδη την ανάγκη αντικατάστασής του αλλά δίσταζε να τον απομακρύνει. Παράλληλα, είχε σχηματίσει την πεποίθηση πως ο Οπενχάιμερ ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να τον διαδεχθεί. Τον εντυπωσίαζαν ο ευφυής νους του και η ικανότητά του να συνεργάζεται με άλλους. Όσοι τον γνώριζαν προσωπικά επεσήμαιναν την εξαιρετική του ευφυΐα και την ικανότητά του να συνθέτει περίπλοκα ζητήματα. «Ο Οπενχάιμερ θα ήταν τρομερό πλεονέκτημα, από κάθε άποψη», είχε πει ο Λόρενς στον Κόναντ. «Συνδυάζει μια διεισδυτική ενόραση των θεωρητικών πλευρών του όλου προγράμματος με στιβαρή κοινή λογική, η οποία σε ορισμένες κατευθύνσεις φαίνεται κάποτε ότι λείπει…».72 Ένας παλιός του φίλος, ο Ρόμπερτ Έντσαλ (Robert Edsall), εξέφρασε αυτό που ένιωθαν πολλοί: ο Οπενχάιμερ διέθετε έναν «εξαιρετικά λαμπρό, ταχύ και σπινθηροβόλο νου, πέρα από τις δυνατότητες των περισσότερων από εμάς να τον ακολουθήσουμε. Μπορούσε να φτάσει διανοητικά σε ιδέες που οι υπόλοιποι θα κατανοούσαν, αν ποτέ τις κατανοούσαν, μόνο αργά και με δισταγμό».73

Τον Μάιο του 1942, ο Κόμπτον πρότεινε επίσημα στον Οπενχάιμερ τη θέση του διευθυντή της έρευνας ταχέων νετρονίων της S-1, με τον παράξενο τίτλο Συντονιστής Ταχείας Ρήξης. Εκείνος εργαζόταν τότε ως θεωρητικός φυσικός πάνω στη σχάση και είχε περάσει μια δεκαετία χωρίς πρακτική εμπειρία σε εργαστήριο ή τεχνικό περιβάλλον. Δεν ήταν λίγοι όσοι αστειεύονταν λέγοντας πως δεν ήξερε ούτε πώς να ανάψει έναν διακόπτη. Το σχόλιο ήταν άδικο, αντανακλούσε όμως έναν πραγματικό προβληματισμό: ο Οπενχάιμερ χρειαζόταν υποστήριξη για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ θεωρίας και εφαρμοσμένης φυσικής.74

Ως όρο για την αποδοχή της πρότασης, ο Οπενχάιμερ ζήτησε τη συνδρομή κάποιου που να γνωρίζει καλά τις εξελίξεις στην πειραματική φυσική. Ο Κόμπτον συμφώνησε και επέλεξε τον Τζον Χένρι Μάνλεϊ (John Henry Manley, 1907–1990), έναν πειραματιστή που εργαζόταν στο Met Lab. Ο Οπενχάιμερ συγκρότησε μια ομάδα θεωρητικής φυσικής στο Μπέρκλεϊ, η οποία θα σκιαγραφούσε το βασικό σχέδιο μιας ατομικής βόμβας, ενώ ο Μάνλεϊ διηύθυνε τα πειράματα από το Σικάγο. Ο Οπενχάιμερ ήταν αισιόδοξος από νωρίς. Ήδη τον Ιανουάριο του 1942, ύστερα από πρόσκληση του Λόρενς, είχε κάνει με μια μικρή ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών θεωρητικούς υπολογισμούς για τα ταχέα νετρόνια και είχε αναφέρει στον Λόρενς ότι όλα τα θεωρητικά προβλήματα της βόμβας μπορούσαν να λυθούν με «συνολικά τρεις έμπειρους άνδρες και ίσως ίσο αριθμό νεότερων».75 Για να τα λύσει, συγκέντρωσε μερικούς από τους πιο λαμπρούς φυσικούς της εποχής.

Επικεφαλής του καταλόγου των προσκεκλημένων ήταν ο Χανς Μπέτε. Ο γερμανικής καταγωγής Μπέτε, τριάντα έξι ετών τότε, είχε διαφύγει από την Ευρώπη το 1935 και είχε φτάσει στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, όπου έγινε καθηγητής φυσικής το 1937. Τόσο πολύ ήθελε ο Οπενχάιμερ να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του, που επιστράτευσε τον κύριο θεωρητικό φυσικό του Χάρβαρντ, τον Τζον Βαν Βλεκ, για να βοηθήσει στη στρατολόγησή του. Του είπε ότι το «σημείο κλειδί είναι να αιχμαλωτίσουμε το ενδιαφέρον του Μπέτε, να τον καθηλώσουμε με το μεγαλείο του έργου που πρέπει να πραγματοποιήσουμε».76 Ο Μπέτε εργαζόταν εκείνη την εποχή στις στρατιωτικές εφαρμογές του ραντάρ, ένα σχέδιο που θεωρούσε πολύ πιο πρακτικό από οτιδήποτε είχε σχέση με την πυρηνική φυσική. Τελικά πείστηκε να περάσει το καλοκαίρι στο Μπέρκλεϊ. Το ίδιο έκανε και ο Έντουαρντ Τέλλερ, ο οποίος δίδασκε τότε στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσινγκτον, στην Ουάσινγκτον.

Επιστρατεύθηκαν επίσης οι φίλοι του Οπενχάιμερ Φέλιξ Μπλοχ (ελβετικής καταγωγής) από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και ο Αμερικανός Εμίλ Κονοπίνσκι (Emil Konopinski, 1911–1990) από το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνας. Ο Οπενχάιμερ κάλεσε επίσης τον Ρόμπερτ Σέρμπερ και αρκετούς άλλους πρώην φοιτητές του. Τον Σέρμπερ τον είχε ορίσει βοηθό του αμέσως μετά τον διορισμό του ως Συντονιστή Ταχείας Ρήξης. Για τους επόμενους μήνες ο Σέρμπερ έγινε η σκιά του Όπι, ο γραμματέας του και ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. «Ήμασταν μαζί σχεδόν όλη την ώρα», θυμόταν ο ίδιος. «Είχε δύο ανθρώπους για να μιλάει, την Κίτι ή εμένα».77

Ο Οπενχάιμερ αποκαλούσε χαριτολογώντας αυτή την επίλεκτη ομάδα «γαλαξία φωστήρων» (“galaxy of luminaries”).78

Οι εργασίες του σεμιναρίου ξεκίνησαν το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουλίου 1942, στο πανεπιστημιακό κτήριο ΛεΚόντ Χολ, σε δύο απομονωμένες σοφίτες στον τέταρτο όροφο, που εξασφάλιζαν μυστικότητα. Οι δύο αίθουσες είχαν μπαλκονόπορτες που άνοιγαν σε μια βεράντα, οπότε για λόγους ασφαλείας ένα χοντρό συρματόπλεγμα περιτύλιξε ολόκληρο το μπαλκόνι και στην πόρτα τοποθετήθηκε ειδική κλειδαριά, με μοναδικό κλειδί αυτό που κατείχε ο Οπενχάιμερ. Το προσωπικό του γραφείο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο, στο δωμάτιο 219.79 Μια μέρα, ο Τζο Γουάινμπεργκ (Joseph Weinberg, 1917–2007) καθόταν στις σοφίτες με τον Οπενχάιμερ και αρκετούς άλλους φυσικούς. Σε μια παύση της συζήτησης ο Όπι αναφώνησε: «Ω, Θεέ μου, κοιτάξτε», δείχνοντας το φως του ήλιου που έριχνε πάνω στα χαρτιά του τραπεζιού τον ίσκιο του συρματοπλέγματος. «Για μια στιγμή», είπε ο Γουάινμπεργκ, «ήταν σαν όλοι μας να είχαμε σημαδευτεί από τον ίσκιο του συρματοπλέγματος». Σκέφθηκε ότι ήταν απόκοσμο: ήταν παγιδευμένοι σε ένα συμβολικό κελί.80

Σύμφωνα με τον Σέρμπερ, «σκοπός του θερινού σεμιναρίου του 1942 στο Μπέρκλεϊ ήταν να συζητηθεί συνολικά η κατάσταση της θεωρίας, να εκτιμηθεί ανεξάρτητα κατά πόσο η βόμβα ήταν μια ρεαλιστική πιθανότητα και να εξακριβωθεί τι ήταν και τι δεν ήταν καλά γνωστό».81 Ουσιαστικά, αυτή η μικρή σύναξη καθρέφτιζε σε μικρογραφία τη μαζική οργάνωση επιστημόνων που θα ακολουθούσε έναν χρόνο αργότερα στο Λος Άλαμος. Οι συμμετέχοντες ανέλαβαν ο καθένας συγκεκριμένα υποπροβλήματα ή καθήκοντα, αλλά παράλληλα απολάμβαναν ελεύθερη ανταλλαγή ιδεών και ζωηρή συζήτηση, κάτι που ο Οπενχάιμερ και οι σύγχρονοί του θεωρούσαν θεμελιώδες για την πρόοδο της φυσικής. Από την άλλη, η ανάγκη για μυστικότητα επέβαλλε προφυλάξεις: οι συζητήσεις γίνονταν κεκλεισμένων των θυρών και χωρίς επίσημα πρακτικά, αν και ορισμένες σημειώσεις κρατήθηκαν. Ο Σέρμπερ κατέγραψε τα βασικά συμπεράσματα, τα οποία τον επόμενο χρόνο στο Λος Άλαμος αποτέλεσαν τον περίφημο «Εισαγωγικό Εγχειρίδιο» (Los Alamos Primer) για τους νεοεισερχόμενους επιστήμονες.

Καθώς περνούσαν οι εβδομάδες, οι «φωστήρες» του Όπι άρχισαν να εκτιμούν τα προσόντα του ως εμπνευστή και συντονιστή τους. Όπως θυμόταν ο Μπέτε, ο Οπενχάιμερ αναδείχθηκε σε αδιαμφισβήτητο ηγέτη της ομάδας: η ευφυΐα και η διορατικότητά του ενέπνεαν σεβασμό και διηύθυνε τις συζητήσεις με εξαιρετική ικανότητα. «Ως Πρόεδρος», έγραψε αργότερα ο Έντουαρντ Τέλλερ, «ο Οπενχάιμερ επέδειξε ένα εξευγενισμένο, σίγουρο και ανεπίσημο ύφος. Δεν ξέρω πώς είχε αποκτήσει αυτή την ικανότητα να χειρίζεται ανθρώπους. Εκείνοι που τον γνώριζαν καλά είχαν πραγματικά εκπλαγεί». Ο Μπέτε συμφωνούσε: «Η σύλληψη των προβλημάτων εκ μέρους του ήταν άμεση· μπορούσε συχνά να αντιληφθεί ένα ολόκληρο πρόβλημα έχοντας ακούσει μία μόνο πρόταση. Παρεμπιπτόντως, ένα από τα αδύνατα σημεία του στην αντιμετώπιση των ανθρώπων ήταν το ότι περίμενε από αυτούς να έχουν την ίδια ικανότητα».82 Ο Μπέτε θυμόταν και την εμπειρία αυτή: «Τώρα μπορούσα να καταλάβω από πρώτο χέρι την τρομακτική πνευματική δύναμη του Οπενχάιμερ, ο οποίος ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας μας… Η πνευματική εμπειρία υπήρξε αλησμόνητη».83

Ο Τζον Μάνλεϊ συμμετείχε και αυτός στη θερινή ομάδα εργασίας του Μπέρκλεϊ, ως συνδετικός κρίκος μεταξύ θεωρίας και πειράματος. Με εντολή του Οπενχάιμερ, συγκέντρωνε και μετέφερε στους θεωρητικούς όλες τις πληροφορίες για τις ιδιότητες των ταχέων νετρονίων και τα σχετικά πειραματικά αποτελέσματα. Βάση του παρέμενε το εργαστήριο του Σικάγο, όμως κατά τη διάρκεια των συναντήσεων ταξίδευε και παρείχε καθημερινά ενημερώσεις. Ουσιαστικά «συντόνιζε την πανεθνική έρευνα σχάσης», φροντίζοντας ώστε μετρήσεις και δεδομένα (π.χ. διατομές σύλληψης νετρονίων, ρυθμοί παραγωγής νετρονίων ανά σχάση) να φτάνουν εγκαίρως στο Μπέρκλεϊ για να τροφοδοτήσουν τους υπολογισμούς. Παρά τις προσπάθειές του, οι δυσκολίες στην επικοινωνία ανάμεσα σε απομακρυσμένες ομάδες δεν εξέλειπαν. Το έργο του συντονισμού σε συνθήκες απόλυτης μυστικότητας ήταν δύσκολο, και συχνά οι εξελίξεις σε ένα εργαστήριο καθυστερούσαν να γίνουν γνωστές στα υπόλοιπα. Ο Οπενχάιμερ έκανε ό,τι μπορούσε για να γεφυρώσει τα κενά, μοιράζοντας στους συμμετέχοντες όλες τις διαθέσιμες αναφορές από τα διάφορα ερευνητικά προγράμματα, αμερικανικά και βρετανικά. Ήταν η πρώτη φορά που μια τέτοια ολοκληρωμένη επισκόπηση της «συλλογικής σοφίας» του εγχειρήματος γινόταν από ένα σύνολο ειδημόνων, μια κρίσιμη στιγμή κατά την οποία το πρόβλημα της βόμβας άρχισε να γίνεται κατανοητό συνολικά και όχι αποσπασματικά.

Μία από τις κύριες αποστολές του Οπενχάιμερ και της ομάδας του ήταν να καθορίσουν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τις βασικές παραμέτρους της ατομικής βόμβας: την κρίσιμη μάζα του σχάσιμου υλικού που απαιτούνταν για έκρηξη, την αποδοτικότητα της αλυσιδωτής αντίδρασης (δηλαδή ποιο ποσοστό του υλικού θα υφίστατο σχάση προτού η διάσπαση του πυρήνα σταματήσει την αντίδραση) και, συνεπώς, την εκρηκτική ισχύ και την καταστρεπτική εμβέλεια του όπλου.

Για να γίνει κατανοητό τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα μεγέθη, ας ανοίξουμε μια σύντομη παρένθεση για τη λογική της σχάσης. Ο πυρήνας του ουρανίου-235 (92 πρωτόνια και 143 νετρόνια) ή του πλουτωνίου-239 (94 πρωτόνια και 145 νετρόνια) διασπάται σχετικά εύκολα όταν τον χτυπήσει ένα νετρόνιο. Το νετρόνιο ενσωματώνεται στον πυρήνα, τον αποσταθεροποιεί και εκείνος σπάει σε δύο θραύσματα, για παράδειγμα βάριο και κρυπτό, και σε μερικά ελεύθερα νετρόνια. Το σημαντικό είναι ότι η σχάση παράγει περισσότερα από ένα νετρόνια, αφού οι πυρήνες μεσαίου μεγέθους που προκύπτουν χρειάζονται αναλογικά λιγότερα νετρόνια από τον αρχικό για να είναι σταθεροί. Καθένα από αυτά μπορεί να χτυπήσει έναν άλλο πυρήνα και να δημιουργήσει έτσι μια αλυσιδωτή αντίδραση. Η βασική ποσότητα είναι ο μέσος αριθμός νετρονίων (k) που παράγονται από μια σχάση και προκαλούν νέες σχάσεις. Αν το k είναι μεγαλύτερο από ένα, οι σχάσεις πολλαπλασιάζονται με διαρκώς επιταχυνόμενο ρυθμό και η αντίδραση παίρνει εκρηκτικό χαρακτήρα. Αν είναι μικρότερο από ένα, η διαδικασία επιβραδύνεται μέχρι να σταματήσει.84

Στην πράξη το k είναι μικρότερο από τα 2,5 νετρόνια που παράγει κατά μέσο όρο η σχάση του ουρανίου-235, επειδή μέρος τους απορροφάται από άλλους πυρήνες που δεν διασπώνται ή διαφεύγει εντελώς έξω από το υλικό. Όσο μικρότερη είναι η μάζα, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να διαφύγει ένα νετρόνιο χωρίς να συγκρουστεί με κάποιον πυρήνα. Γι’ αυτό, για δεδομένη σύνθεση και σχήμα, υπάρχει μια κρίσιμη μάζα, κάτω από την οποία το k γίνεται μικρότερο από ένα και η αλυσιδωτή διάσπαση σταματά. Η κρίσιμη μάζα εξαρτάται και από την καθαρότητα του υλικού. Μια σφαίρα με 80% ουράνιο-235 και 20% ουράνιο-238 έχει κρίσιμη μάζα περίπου 22 κιλά. Ουράνιο-235 με καθαρότητα κάτω από 40% δεν μπορεί να εκραγεί, ενώ περίπου 4 κιλά πλουτωνίου-239 μεγάλης καθαρότητας αρκούν για πυρηνική έκρηξη.85

Αυτά ακριβώς ήταν τα μεγέθη που οι θεωρητικοί του Μπέρκλεϊ προσπαθούσαν να προσδιορίσουν το καλοκαίρι του 1942, με τα στοιχεία που διέθεταν τότε.

Στις αρχές του 1942 υπήρχαν ήδη κάποιες προκαταρκτικές εκτιμήσεις, αλλά με πολύ μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Χωρίς επαρκείς πειραματικές μετρήσεις σε εμπλουτισμένο ουράνιο, οι επιστήμονες αναγκάζονταν να στηριχθούν σε έμμεσες ενδείξεις. Οι Βρετανοί, με την Έκθεση MAUD, είχαν δώσει μια πρώτη τιμή περίπου 10 κιλών για την κρίσιμη μάζα του ουρανίου-235, ενώ κάποια αμερικανικά πειράματα με φυσικό ουράνιο και επιβραδυντές υπονοούσαν ότι μπορεί να αρκούσαν και μερικά μόνο κιλά. Κατά το θερινό σεμινάριο, με τη συνδρομή νέων υπολογισμών και δεδομένων, ο Οπενχάιμερ και η ομάδα του κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μια σφαίρα ουρανίου-235 μπορούσε θεωρητικά να γίνει κρίσιμη με περίπου 2,5–5 κιλά μάζας.86 Μια τέτοια βόμβα, αν επιτυγχανόταν πλήρης αλυσιδωτή αντίδραση, υπολογίστηκε πως θα απέδιδε ενέργεια ισοδύναμη με περίπου 2.000 τόνους TNT. Η τάξη μεγέθους της καταστροφής που αντιστοιχούσε σε αυτά τα νούμερα ήταν πρωτοφανής. Η ισχυρότερη συμβατική έκρηξη μέχρι τότε ήταν εκείνη στο λιμάνι του Χάλιφαξ της Νέας Σκοτίας, στις 6 Δεκεμβρίου του 1917, όταν το γαλλικό φορτηγό πλοίο SS Mont-Blanc, που μετέφερε 2.653 τόνους ισχυρών εκρηκτικών, κυρίως τρινιτροτολουόλης (TNT), ανατινάχθηκε. Η έκρηξη ισοπέδωσε μια περιοχή 2,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων του κέντρου της πόλης, σκότωσε 1.782 άτομα και τραυμάτισε άλλα 9.000, από τα οποία περισσότερα από 300 πέθαναν αργότερα.87 Οι ερευνητές άρχισαν τις διαβουλεύσεις τους ακριβώς με τη μελέτη αυτής της έκρηξης και υπολόγισαν γρήγορα ότι οποιοδήποτε όπλο πυρηνικής σχάσης θα μπορούσε εύκολα να εκραγεί με δύναμη δύο ή τρεις φορές μεγαλύτερη.88

Ωστόσο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των θεωρητικών, οι αβεβαιότητες σε αυτούς τους υπολογισμούς παρέμεναν μεγάλες. Ο Οπενχάιμερ αντιλήφθηκε σύντομα ότι «το κρίσιμο πρόβλημα δεν βρισκόταν στη θεωρία, αλλά στην έλλειψη αξιόπιστων πειραματικών δεδομένων».89 Οι τιμές-κλειδιά που επηρέαζαν την κρίσιμη μάζα και την απόδοση, όπως ο αριθμός νετρονίων ανά σχάση και ο ρυθμός διαφυγής νετρονίων από τη μάζα, δεν είχαν μετρηθεί με ακρίβεια. Διαφορετικές ομάδες έδιναν διαφορετικά αποτελέσματα, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο καθορισμός μοναδικών τιμών. Ο ίδιος ο Σέρμπερ θυμόταν ότι εκείνο το καλοκαίρι «οι αβεβαιότητες αφορούσαν τους πειραματικούς αριθμούς, τις διατομές, τον αριθμό νετρονίων ανά σχάση και τα σχετικά. Όμως δεν φαίνονταν τόσο μεγάλες ώστε να κάνουν τη διαφορά μεταξύ αποτυχίας και επιτυχίας· θα καθόριζαν απλώς αν η βόμβα θα ήταν λίγο μεγαλύτερη ή μικρότερη».90 Με άλλα λόγια, οι επιστήμονες του Οπενχάιμερ ήταν αισιόδοξοι ότι το όπλο θα λειτουργούσε σε κάθε περίπτωση· τα ερωτήματα ήταν πόσο υλικό χρειαζόταν ακριβώς και πόσο αποτελεσματική θα ήταν η έκρηξη. Το αβέβαιο αυτό πλαίσιο επηρέαζε και τον ρυθμό της δουλειάς. Ο Οπενχάιμερ φοβόταν τόσο πολύ ότι έχαναν ήδη τον αγώνα δρόμου με τους Γερμανούς, ώστε απέρριπτε ανυπόμονα κάθε ερευνητική προσπάθεια που του φαινόταν χρονοβόρα. Όταν ένας επιστήμονας πρότεινε ένα επίπονο σχήμα για τη μέτρηση της σκέδασης των ταχέων νετρονίων, αντέταξε ότι «καλύτερα θα ήταν να έχουμε μια ταχεία και ποιοτική επισκόπηση της σκέδασης… Η μέθοδος του Λάντενμπουργκ [είναι] τόσο δύσβατη και αβέβαιη, που μπορεί κάλλιστα να έχουμε χάσει τον πόλεμο πριν εκείνος βρει την απάντηση».91

Καθώς το 1942 προχωρούσε, νέες μετρήσεις άρχισαν να διορθώνουν τις αρχικές υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις. Έως το φθινόπωρο του 1942, καθώς ολοκληρωνόταν το έργο της ομάδας του Μπέρκλεϊ, είχε προκύψει μια ανησυχητική συναίνεση: η βόμβα θα απαιτούσε σχεδόν διπλάσια ποσότητα σχάσιμου υλικού απ’ όσο πίστευαν έξι μήνες νωρίτερα. Οι θεωρητικοί του Οπενχάιμερ αναθεώρησαν την κρίσιμη μάζα προς τα πάνω, σε περίπου 10–12 κιλά ουρανίου-235 αντί για περίπου 5, κάτι που προκάλεσε προβληματισμό.92 Η μαζική παραγωγή αρκετών κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου ή πλουτωνίου εν μέσω πολέμου θεωρούνταν ήδη γιγάντιο εγχείρημα. Αν απαιτούνταν ακόμη περισσότερο υλικό, το εγχείρημα γινόταν διπλάσια πιο απαιτητικό, τόσο σε χρόνο όσο και σε πόρους. Η διαπίστωση αυτή σήμαινε ότι τα σχάσιμα υλικά δεν μπορούσαν να εμπλουτιστούν σε μικρές ποσότητες σε ένα απλό εργαστήριο, αλλά έπρεπε να παρασκευαστούν σε μεγάλη βιομηχανική εγκατάσταση. Οι στρατιωτικοί ανησυχούσαν ιδιαίτερα, διότι υπολόγιζαν ότι θα χρειάζονταν πιθανότατα περισσότερες από μία βόμβες για να κερδηθεί ο πόλεμος, και κάθε αύξηση στη ζητούμενη ύλη έθετε υπό αμφισβήτηση τη μαζική παραγωγή αρκετών όπλων.93

Παράλληλα με την κρίσιμη μάζα, ο Οπενχάιμερ και η ομάδα του προσπάθησαν να ποσοτικοποιήσουν την απόδοση της αντίδρασης: ποιο ποσοστό του σχάσιμου υλικού θα υπέκυπτε σε σχάση προτού η έκρηξη διασκορπίσει την ύλη και τερματίσει την αλυσιδωτή αντίδραση. Μια βόμβα με απόδοση 100% θα κατανάλωνε όλα τα άτομα ουρανίου, κάτι ανέφικτο στην πράξη· η πραγματική απόδοση θα ήταν μικρότερη, και όσο μικρότερη, τόσο χαμηλότερη η ισχύς της έκρηξης. Οι θεωρητικοί προσπάθησαν να μοντελοποιήσουν αυτή τη δυναμική διαδικασία, έναν αγώνα ταχύτητας μεταξύ της πυρηνικής έκρηξης και της διάλυσης της μάζας. Χωρίς πειραματικά δεδομένα υψηλής πιστότητας, όμως, δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε ακριβή αριθμό. Ο Οπενχάιμερ σημείωσε ότι ο ακριβής υπολογισμός της ποσότητας του υλικού, της αποδοτικότητας της αντίδρασης και του τελικού καταστρεπτικού αποτελέσματος της βόμβας «δεν ήταν καθόλου εύκολος» εκείνη την εποχή. Μπορούσαν μόνο να θέσουν εύλογα όρια, ένα ελάχιστο αναμενόμενο αποτέλεσμα, που να δικαιολογεί τη χρήση της βόμβας, και ένα μέγιστο, που θα μπορούσε να είναι και δεκαπλάσιο. Μέσα σε αυτά τα όρια κινούνταν οι σχεδιασμοί, ώσπου η εμπειρία των δοκιμών να επιτρέψει αργότερα την επαλήθευση.94

Στη διάρκεια του θερινού σεμιναρίου, ο Οπενχάιμερ δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο πρακτικά προβλήματα αλλά και ριζοσπαστικές ιδέες που ξεπήδησαν από τους ίδιους τους συμμετέχοντες. Η πιο χαρακτηριστική προήλθε από τον Έντουαρντ Τέλλερ.

Ο Τέλλερ είχε έρθει στο Μπέρκλεϊ πεπεισμένος ότι η βόμβα σχάσης ήταν μια σίγουρη υπόθεση. Έχοντας βαρεθεί τις συζητήσεις αποκλειστικά για όπλο σχάσης, εξέφρασε έντονα την επιθυμία να εξεταστεί ένα ακόμη ισχυρότερο όπλο: η λεγόμενη βόμβα υδρογόνου ή «Σούπερ» (Super), που θα αξιοποιούσε τη θερμοπυρηνική σύντηξη και όχι μόνο τη σχάση. Η ιδέα του ήταν ότι η τεράστια θερμοκρασία μιας πυρηνικής έκρηξης θα μπορούσε ενδεχομένως να πυροδοτήσει τη σύντηξη πυρήνων δευτερίου, δηλαδή υδρογόνου που περιέχει ένα πρωτόνιο και ένα νετρόνιο, και να προκαλέσει μια πολύ μεγαλύτερη έκρηξη. Για να συντηχθούν πυρήνες υδρογόνου χρειαζόταν θερμοκρασία της τάξης των 100 εκατομμυρίων βαθμών, όπως στο εσωτερικό των άστρων, και στη Γη ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί ήταν να χρησιμοποιηθεί μια βόμβα σχάσης ως «σπίρτο».95 Το αποτέλεσμα αναμενόταν πολύ μεγαλύτερο από εκείνο της σχάσης, αφού η ενέργεια ανά σωματίδιο στη σύντηξη είναι περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη.96

Όλα είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, έναν χρόνο πριν, όταν ο Τέλλερ δούλευε με τον Φέρμι στον νέο αντιδραστήρα γραφίτη-ουρανίου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Σύμφωνα με τον Τέλλερ, όταν αυτός και ο Φέρμι επέστρεφαν μια μέρα στο εργαστήριο μετά το μεσημεριανό γεύμα, «ο Φέρμι έθεσε το ερώτημα: “Τώρα που έχουμε μια καλή προοπτική ανάπτυξης μιας ατομικής βόμβας, δεν θα μπορούσε μια τέτοια έκρηξη να χρησιμοποιηθεί για να ξεκινήσει κάτι παρόμοιο με τις αντιδράσεις στον ήλιο;” Πρώτα θα χώριζαν έναν βαρύτερο πυρήνα, με σχάση, για να δημιουργήσουν μια έκρηξη που θα παρήγαγε αρκετή ενέργεια για να συντήξει ελαφρύτερους πυρήνες σε ένα ακόμα ελαφρύτερο στοιχείο, παράγοντας ένα ακόμη πιο ισχυρό αποτέλεσμα».97

«Το πρόβλημα με ενδιέφερε», είπε ο Τέλλερ. Ακολούθησε τις πρόχειρες σκέψεις του Φέρμι με μια διεξοδική ανάλυση και αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να γίνει. Λίγες εβδομάδες αργότερα άρχισε πάλι να το ερευνά, με τη βοήθεια του θεωρητικού Κονοπίνσκι, στο εργαστήριο του Πανεπιστημίου του Σικάγου, ενώ περίμεναν να συγκεντρωθεί η ομάδα μελέτης του Μπέρκλεϊ. Όπως το έθεσε ο Τέλλερ: «Αποφάσισα ότι η καλύτερη συμβολή μας σε αυτή τη μελέτη θα μπορούσε να είναι μια λεπτομερής ανασκόπηση των λόγων για τους οποίους το δευτέριο, ένα ισότοπο του υδρογόνου, δεν θα μπορούσε να αναφλεγεί από μια ατομική βόμβα. Ο Κονοπίνσκι συμφώνησε και αναλάβαμε να συντάξουμε μια έκθεση για να δείξουμε, μια για πάντα, ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Δεν θέλαμε κανείς άλλος να χάσει πολύτιμο χρόνο ερευνώντας την εικασία του Φέρμι». Το αποτέλεσμα της δουλειάς των δύο ανδρών ήταν το αντίθετο από τις δεδηλωμένες προσδοκίες του Τέλλερ. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «το βαρύ υδρογόνο θα μπορούσε πραγματικά να αναφλεγεί από μια ατομική βόμβα και να παραγάγει μια έκρηξη τεράστιου μεγέθους». Στο Μπέρκλεϊ ο Τέλλερ εντυπωσίασε την ομάδα του Οπενχάιμερ με υπολογισμούς που έδειχναν ότι μόλις δώδεκα κιλά υγρού βαρέος υδρογόνου, πυροδοτούμενα από όπλο σχάσης, θα μπορούσαν να προκαλέσουν έκρηξη ισοδύναμη με ένα εκατομμύριο τόνους TNT.98

Οι δύο επιστήμονες πήραν τους υπολογισμούς τους μαζί τους στο Μπέρκλεϊ. Η ατζέντα εκεί, ωστόσο, καθοριζόταν από την επείγουσα ανάγκη να βρεθεί ένα όπλο που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην πράξη. Όπως έλεγε το σύνθημα εκείνες τις μέρες, «Γίνεται πόλεμος». Σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του, ο Τέλλερ έθεσε το ζήτημα της βόμβας σύντηξης, αν και οι λεπτομέρειες ακόμη και για τη βόμβα σχάσης δεν ήταν σαφείς.99

Ο Οπενχάιμερ, αν και προσηλωμένος πρωτίστως στην ατομική βόμβα, δεν απέρριψε αμέσως τη σκέψη. Επέτρεψε στον Τέλλερ και στους υπόλοιπους να αφιερώσουν χρόνο στη θεωρητική διερεύνηση της «βόμβας υδρογόνου», παρά το γεγονός ότι μερικοί, όπως ο Μπέτε, ανησυχούσαν πως ήταν μια παρέκκλιση που θα αποσπούσε την προσοχή από τον επείγοντα στόχο. Μια μέρα ο Τέλλερ έφτασε καθυστερημένος σε μια συγκέντρωση των «φωστήρων» με υπολογισμούς που υποδήλωναν ότι η αντίδραση σχάσης στην ατομική βόμβα θα μπορούσε να παραγάγει αρκετή θερμότητα όχι μόνο για να ενεργοποιήσει την υπερβόμβα αλλά και για να «βάλει φωτιά στην ατμόσφαιρα της Γης». Η ιδέα μιας ατομικής αλυσιδωτής αντίδρασης που θα γινόταν ανεξέλεγκτη δεν ήταν καινούργια. Ο Έρνεστ Ράδερφορντ, ο οποίος διατύπωσε το πυρηνικό πρότυπο του ατόμου, είχε προτείνει το 1903 ότι ήταν πιθανό να ξεκινήσει «ένα κύμα ατομικής αποσύνθεσης» που θα κατέστρεφε τον πλανήτη. Άλλοι, κυρίως ο Λέο Σίλαρντ και ο Τζορτζ Γκάμοφ, είχαν αναλύσει το πρόβλημα εκτενώς τη δεκαετία του 1930. Κανείς δεν είχε βρει οριστική απάντηση σε αυτό το ανησυχητικό θεωρητικό ερώτημα, τώρα όμως υπήρχαν τα μέσα για να αποδειχθεί ή να διαψευστεί η θεωρία.

Ο Οπενχάιμερ ένιωσε την ανάγκη να ειδοποιήσει τον προϊστάμενό του, τον Άρθουρ Κόμπτον. Αυτό δείχνει πόσο σοβαρά πήρε την κατάσταση, αφού ταξίδεψε με το τρένο από το Μπέρκλεϊ για να τον συναντήσει στο εξοχικό του σε μια λίμνη στο βόρειο Μίσιγκαν. Ο Κόμπτον έγραψε αργότερα: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το πρωινό. Οδήγησα τον Οπενχάιμερ από τον σταθμό του τρένου κάτω στην όχθη, με θέα την ήρεμη λίμνη. Εκεί, άκουσα την ιστορία του… Υπήρχε πραγματικά περίπτωση μια ατομική βόμβα να γίνει ο πυροκροτητής για την έκρηξη του αζώτου στην ατμόσφαιρα ή του υδρογόνου στον ωκεανό; Καλύτερα να αποδεχθούμε την υποδούλωση στους Ναζί παρά να διακινδυνεύσουμε να κατεβάσουμε αυλαία για την ανθρωπότητα».100 Αν υπήρχε έστω και μια απειροελάχιστη πιθανότητα το εφιαλτικό σενάριο να ήταν πραγματικό, η βόμβα δεν έπρεπε να δοκιμαστεί ποτέ. Οι δυο τους συμφώνησαν ότι η θεωρητική ομάδα του Οπενχάιμερ έπρεπε να καταλήξει το συντομότερο σε αξιόπιστη απάντηση.

Ο Οπενχάιμερ ανέθεσε στον Μπέτε να κάνει λεπτομερείς υπολογισμούς. Ο Μπέτε, εξαιρετικός στους υπολογισμούς και γνώστης των αντιδράσεων σύντηξης (είχε μελετήσει τις θερμοπυρηνικές διεργασίες στα άστρα), καθησύχασε γρήγορα την κατάσταση: οι αριθμοί του έδειξαν ότι η πιθανότητα ήταν σχεδόν μηδενική. Η ενέργεια της ατομικής έκρηξης θα διασκορπιζόταν και θα ψυχόταν το μέσο πολύ πριν αναπτυχθεί οποιαδήποτε αυτοσυντηρούμενη αντίδραση σύντηξης στο άζωτο. Οι υπολογισμοί αυτοί έπεισαν τον Τέλλερ και τον Οπενχάιμερ για τη σχεδόν μηδενική πιθανότητα ανάφλεξης της ατμόσφαιρας.101 Ο Κόμπτον έθεσε έναν αυστηρό κανόνα ασφαλείας: η προσπάθεια θα συνεχιζόταν μόνο εφόσον οι πιο ακριβείς υπολογισμοί έδειχναν πιθανότητα μικρότερη από 1 στα 3 εκατομμύρια να «διαλυθεί» ο πλανήτης.102 Ο πήχης αυτός ικανοποιήθηκε από τις εκτιμήσεις του Μπέτε και των άλλων, και το εγχείρημα προχώρησε, αφού όμως έδωσε στους πρωτεργάτες του μια γεύση της αποτρόπαιης ευθύνης που κουβαλούσαν. Ο ίδιος ο Τέλλερ παραδέχθηκε αργότερα ότι το θέμα της ανάφλεξης της ατμόσφαιρας δεν άξιζε τόσο βάρος και ότι δεν συζητήθηκε διεξοδικά στο θερινό σεμινάριο, καθώς υπήρχαν πολύ πιο άμεσα προβλήματα. Για τον Οπενχάιμερ, εκείνες οι μέρες του 1942 ήταν αποκαλυπτικές: κρατούσε στα χέρια του την ισορροπία ανάμεσα σε μια εφεύρεση που θα μπορούσε να τερματίσει τον πόλεμο και σε μια που θα μπορούσε, έστω θεωρητικά, να τερματίσει τον κόσμο.

Στα τέλη Αυγούστου του 1942, ο Κόναντ διάβασε την τελική έκθεση που είχε γράψει ο Οπενχάιμερ και κράτησε πρόχειρες σημειώσεις με τον τίτλο «Κατάσταση της Βόμβας» (Status of the Bomb). Σύμφωνα με τον Οπενχάιμερ και τους συναδέλφους του, μια ατομική βόμβα θα μπορούσε να αποδώσει «150 φορές μεγαλύτερη ενέργεια από εκείνη που έδινε ο προηγούμενος υπολογισμός», αλλά θα χρειαζόταν κρίσιμη μάζα σχάσιμου υλικού έξι φορές μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη. Μια ατομική βόμβα ήταν απολύτως εφικτή, θα απαιτούσε όμως την επιστράτευση τεράστιων τεχνικών, επιστημονικών και βιομηχανικών πόρων.103

Σημειώσεις

1. Atomic Heritage Foundation, «Timeline»· Baggott J., 2011. The First War of Physics: The Secret History of the Atom Bomb, 1939–1949, σ. 52· Gosling F.G., 2010. The Manhattan Project. Making the Atomic Bomb, σ. 58. ↩︎

2. Baggott J., 2011, σ. 42. ↩︎

3. AIP, «Manhattan Project»· Atomic Heritage Foundation, «Timeline». ↩︎

4. Atomic Heritage Foundation, «Timeline». ↩︎

5. Baggott J., 2011, σσ. 52–53· Gosling F.G., 2010, σ. 58. ↩︎

6. AIP, «Manhattan Project»· Baggott J., 2011, σ. 105. ↩︎

7. AIP, «Manhattan Project»· Baggott J., 2011, σσ. 105–106· Gosling F.G., 2010, σ. 60. ↩︎

8. Gosling F.G., 2010, σσ. 60–61. ↩︎

9. AIP, «Manhattan Project»· Gosling F.G., 2010, σ. 60. ↩︎

10. Baggott J., 2011, σ. 59. ↩︎

11. Wikipedia, «MAUD Committee»· Baggott J., 2011, σ. 63. ↩︎

12. Το όνομα MAUD προήλθε από παρανόηση. Ο Μπορ, από την κατεχόμενη Δανία, ζήτησε από τη Μάιτνερ να στείλει από τη Στοκχόλμη τηλεγράφημα στον Βρετανό φυσικό Όουεν Ρίτσαρντσον, με την παράκληση να ειδοποιηθούν «Cockcroft and Maud Ray Kent». Ο Κόκροφτ θεώρησε ότι το «Maud Ray Kent» ήταν κωδικοποιημένος (ατελής) αναγραμματισμός του «radium taken» και ο Τόμσον χρησιμοποίησε το όνομα για την επιτροπή. Η Maud Ray Kent ήταν στην πραγματικότητα η πρώην γκουβερνάντα των παιδιών του Μπορ, κάτι που έγινε γνωστό μόνο μετά τον πόλεμο. Baggott J., 2011, σσ. 68–69· OSTI, «MAUD». ↩︎

13. AIP, «Nuclear Fission»· Baggott J., 2011, σσ. 64–65· Atomic Heritage Foundation, «Timeline»· OSTI, «MAUD». ↩︎

14. Baggott J., 2011, σσ. 73–74. ↩︎

15. Wikipedia, «MAUD Committee»· Baggott J., 2011, σ. 100. ↩︎

16. OSTI, «MAUD»· Wikipedia, «MAUD Committee»· Baggott J., 2011, σσ. 101–102. ↩︎

17. Wikipedia, «MAUD Committee»· Baggott J., 2011, σσ. 108–109. ↩︎

18. Wikipedia, «MAUD Committee». ↩︎

19. Baggott J., 2011, σσ. 108–110· OSTI, «Tentative Decision to Build». ↩︎

20. Baggott J., 2011, σ. 103. ↩︎

21. Baggott J., 2011, σσ. 103–104. ↩︎

22. Kunetka J., 2015. The General and the Genius: Groves and Oppenheimer: The Unlikely Partnership that Built the Atom Bomb, σ. 49. ↩︎

23. Παρατσούκλι του Οπενχάιμερ. Βασική πηγή για τη βιογραφία του Οπενχάιμερ είναι το βιβλίο των Κάι Μπερντ και Μάρτιν Τζ. Σέργουιν, το οποίο κέρδισε πολλά βραβεία, με κορυφαίο το βραβείο Πούλιτζερ για Βιογραφία ή Αυτοβιογραφία το 2006. Το βιβλίο αποτέλεσε έμπνευση για τη βιογραφική ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, «Οπενχάιμερ», του 2023, με πρωταγωνιστή τον Κίλιαν Μέρφι στον ρόλο του θεωρητικού φυσικού. ↩︎

24. Kunetka J., 2015, σ. 42. ↩︎

25. Schweber S.S., 2008. Στη σκιά της βόμβας. Οπενχάιμερ – Μπέτε. Η ηθική του επιστήμονα, σ. 87. ↩︎

26. Lifo.gr, «Ποιος ήταν ο Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ». ↩︎

27. Schweber S.S., 2008, σ. 120. ↩︎

28. Bird K. & Sherwin M.J., 2008. Ο θρίαμβος και η τραγωδία του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, σ. 57. ↩︎

29. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 59. ↩︎

30. Wikipedia, «J. Robert Oppenheimer». ↩︎

31. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 67. ↩︎

32. Lifo.gr, «Ποιος ήταν ο Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ». ↩︎

33. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 75–76. ↩︎

34. Για τους λάτρεις του κουτσομπολιού, ο Μπορν ήταν και παππούς της Ολίβια Νιούτον-Τζον, συμπρωταγωνίστριας του Τζον Τραβόλτα στην κινηματογραφική μεταφορά του μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ, Grease. ↩︎

35. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 76. ↩︎

36. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 79. ↩︎

37. Schweber S.S., 2008, σ. 121. ↩︎

38. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 80. ↩︎

39. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 90–91. ↩︎

40. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 111. ↩︎

41. Schweber S.S., 2008, σ. 123. ↩︎

42. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 101–102. ↩︎

43. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 105. ↩︎

44. Schweber S.S., 2008, σ. 123. ↩︎

45. Schweber S.S., 2008, σ. 123. ↩︎

46. Wikipedia, «J. Robert Oppenheimer». ↩︎

47. Schweber S.S., 2008, σ. 134. ↩︎

48. Schweber S.S., 2008, σ. 134. ↩︎

49. Wallace C. & Weiss M., 2021. Χιροσίμα 1945. Η αντίστροφη μέτρηση. Οι 116 μέρες που άλλαξαν τον κόσμο, σ. 24. ↩︎

50. Wikipedia, «J. Robert Oppenheimer». ↩︎

51. Schweber S.S., 2008, σ. 133. ↩︎

52. Wallace C. & Weiss M., 2021, σσ. 23–24. ↩︎

53. Schweber S.S., 2008, σ. 133. ↩︎

54. Wallace C. & Weiss M., 2021, σσ. 23–24. ↩︎

55. Schweber S.S., 2008, σ. 110. ↩︎

56. Lifo.gr, «Ποιος ήταν ο Τζούλιους Ρόμπερτ Οπενχάιμερ». ↩︎

57. Schweber S.S., 2008, σ. 112. ↩︎

58. Wikipedia, «J. Robert Oppenheimer». ↩︎

59. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 118. ↩︎

60. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 119–120. ↩︎

61. Wikipedia, «J. Robert Oppenheimer». ↩︎

62. New York Almanack, «Oppenheimer in Schenectady». ↩︎

63. New York Almanack, «Oppenheimer in Schenectady». ↩︎

64. OSTI, «Making the Met Lab». ↩︎

65. OSTI, «Making the Met Lab». ↩︎

66. OSTI, «Making the Met Lab». ↩︎

67. OSTI, «Making the Met Lab». ↩︎

68. University of Chicago News, «First nuclear reactor, explained»· Κατσικογιώργος Γ., 2026. ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ ΑΤΟΜΑ. Ο μακρύς δρόμος προς την ατομική βόμβα, σσ. 433–434. ↩︎

69. OSTI, «Tentative Decision to Build». ↩︎

70. OSTI, «Enter the Army». ↩︎

71. Kunetka J., 2015, σ. 49. ↩︎

72. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 226–227. ↩︎

73. Kunetka J., 2015, σσ. 49–50. ↩︎

74. Kunetka J., 2015, σ. 49· Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 227. ↩︎

75. Kunetka J., 2015, σ. 49. ↩︎

76. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 227. ↩︎

77. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 227. ↩︎

78. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 227· historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb». ↩︎

79. Kunetka J., 2015, σ. 52· Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 227–228. ↩︎

80. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 228. ↩︎

81. historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb». ↩︎

82. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 228. ↩︎

83. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 228. ↩︎

84. Οικονόμου Λ., 1991. Συμβίωση χωρίς μέλλον. Πυρηνικά όπλα και ανθρώπινος πολιτισμός, σ. 88. ↩︎

85. Οικονόμου Λ., 1991, σσ. 88–89. ↩︎

86. OSTI, «The Road to Los Alamos». ↩︎

87. historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb». ↩︎

88. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 228. ↩︎

89. OSTI, «Robert Oppenheimer». ↩︎

90. historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb». ↩︎

91. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 229. ↩︎

92. Kunetka J., 2015, σ. 52· Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 229. ↩︎

93. atomicarchive, «Manhattan Project, p3s4»· Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 229. ↩︎

94. OSTI, «Robert Oppenheimer». ↩︎

95. Οικονόμου Λ., 1991, σ. 95. ↩︎

96. Οικονόμου Λ., 1991, σ. 96. ↩︎

97. historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb»· Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 229. ↩︎

98. historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb»· Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 229. ↩︎

99. historynet, «Scientists meet at Berkeley to lay foundation to build an atomic bomb». ↩︎

100. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σσ. 229–230. ↩︎

101. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 230. ↩︎

102. Nautilus, «The day Oppenheimer feared he might blow up the world». ↩︎

103. Bird K. & Sherwin M.J., 2008, σ. 230. ↩︎

Βιβλιογραφία

Al – Khalili J., 2005. ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος ΤΡΑΥΛΟΣ

Αραμπατζής Θ. – Γαβρόγλου Κ. (επιμ.), 2012. Η κρίση στη Φυσική και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης – Η πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

ΑΣΙΜΩΦ Ι., 1982. ΠΩΣ ΒΡΗΚΑΜΕ ΤΗΝ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ Φ. ΚΑΪΑΦΑ & ΣΙΑ Ο.Ε.

ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ Χ., 2009. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ

Baggott J., 2011. The First War of Physics: The Secret History of the Atom Bomb, 1939–1949. Publisher: Pegasus Books

Berend I.T., 2009. Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ου Αιώνα. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg

Bernstein J., 2001. Hitler’s Uranium Club – The Secret Recordings at Farm Hall. Publisher: Copernicus

BIRD K. & SHERWIN M.J., 2008. Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΟΠΕΝΧΑΪΜΕΡ. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος ΤΡΑΥΛΟΣ

BYNUM W., 2014. ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Cassidy D. C., 2000. Historical Perspective on Copenhagen. Physics Today, 53(7), 28–32, https://history.aip.org/exhibits/heisenberg/images/heisenberg_bohr1941.pdf

Cooper D., 1998. Enrico Fermi and the Revolutions of Modern Physics. Published by Oxford University Press, Inc

Davenport K. & Kimball D. G., 2025. Nuclear Weapons: Who Has What at a Glance. Arms Control Association. https://www.armscontrol.org/factsheets/nuclear-weapons-who-has-what-glance

Gosling F.G., 2010. The MANHATTAN PROJECT. Making the Atomic Bomb. UNITED STATES DEPARTMENT OF ENERGY

Gaddis J.L., 2018. Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ, ΟΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ, ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ, ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Groves L. R., 1962. Now It Can Be Told: The Story of the Manhattan Project. Publisher Harper & Row

HEILBRON J. L., 1986. THE DILEMMAS OF AN UPRIGHT MAN. MAX PLANCK AS SPOKESMAN FOR GERMAN SCIENCE. UNIVERSITY OF KALIFORNIA PRESS.

Hewitt P. G., 1997. Οι Έννοιες της Φυσικής Τόμος II. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Hiebert M., 2023. The Uranium Club: Unearthing the Lost Relics of the Nazi Nuclear Program. Publisher: Chicago Review Press

Isaacson W., 8/15/2018. Einstein Helped Invent the A-Bomb, But He Watched Its Deployment in Horror. HISTORYNET. https://www.historynet.com/einstein-and-the-bomb/

Κατσικογιώργος Γ., 2026. ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ ΑΤΟΜΑ. Ο μακρύς δρόμος προς την ατομική βόμβα. Αθήνα: Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗΣ.

Kelly C. C. (Ed), 2006. Oppenheimer and the Manhattan Project: Insights into J. Robert Oppenheimer, Father of the Atomic Bomb. Publisher: World Scientific Publishing Company

KERSHAW I., 2020. Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΕ ΔΙΝΗ 1950 – 2017. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Kragh H., 2004. ΟΙ ΓΕΝΙΕΣ ΤΩΝ ΚΒΑΝΤΩΝ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ. Αθήνα: Εκδότης ΚΑΤΟΠΤΡΟ

Kristensen H.M. & Korda M., 2025. World nuclear forces. SIPRI Yearbook 2025: Armaments, Disarmament and International Security http://www.sipriyearbook.org

Kunetka J., 2015. The general and the genius: Groves and Oppenheimer: the unlikely partnership that built the atom bomb. Washington, DC: Publisher Regnery Publishing

Lanouette W., 2013. Genius in the shadows a biography of Leo Szilard, the man behind the bomb. NY: Publisher Skyhorse

LaRue R., 6/12/2006. J. Robert Oppenheimer and America’s Quest Build an Atomic Bomb. https://www.historynet.com/weaponry-scientists-meet-at-berkeley-to-lay-foundation-to-build-an-atomic-bomb/

Mearsheimer J., 2011. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ

MEDAWAR J. & PYKE D., 2012. HITLER’S GIFT. The True Story of the Scientists Expelled by the Nazi Regime. New York: Publisher Arcade

NORRIS R.S., Racing for the Bomb: General Leslie R. Groves, the Manhattan Project’s indispensable man. Publisher: STEERFORTH PRESS

Οικονόμου Λ., 1991. ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ. ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, τχ. 17, Ιούνιος 2007, «Επιχείρηση GUNNER SIDE: η μάχη για το βαρύ ύδωρ», αναδημοσίευση στο stratistoria.wordpress.com, https://stratistoria.wordpress.com/1901-1950/9-ww2/western-front/19430227-operation-gunnerside/

Powers T., 2000. Heisenberg’s War: The Secret History of the German Bomb. Boston: Da Capo Press

Poolos J., 2008. The Atomic Bombings of Hiroshima and Nagasaki. Publisher: Chelsea House Publications

Popp M., 2021. Why Hitler Did Not Have Atomic Bombs. Journal of Nuclear Engineering. Στο: https://www.mdpi.com/2673–4362/2/1/2

Popp M. & de Klerk P., 2023. The Peculiarities of the German Uranium Project (1939–1945). Journal of Nuclear Engineering. Στο: https://www.mdpi.com/2673–4362/4/3/40

Rhodes R., 1986. The Making of the Atomic Bomb. New York: Publisher Simon & Schuster

Schweber S.S., 2008. ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΒΟΜΒΑΣ. ΟΠΕΝΧΑΪΜΕΡ – ΜΠΕΤΕ. Η ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΥΚΑΜΙΣΑΣ

Sime R. L., 1996. Lise Meitner: A Life in Physics. Publisher: University of California Press

Szanton A., 2003. The Recollections of Eugene P. Wigner: As Told to Andrew Szanton. Publisher: Basic Books

Walker M., 1995. Nazi Science: Myth, Truth, and the German Atomic Bomb. NY: Plenum Press

Σαπουντζής Π., Τραχανάς Σ, Αρχοντής Σ., Βαμβάκος Σ., Ζούρος Λ., Παυλίδου Β., 2023. Ανορθολογισμός και ψευδοεπιστήμη: Ένα μάθημα για τον πολίτη του καιρού μας. Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Τραχανάς Σ., 2008. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Τραχανάς Σ., 2014. Μεγάλη επιστήμη ενδιαφέρουσες ζωές. ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΒΑΝΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ & ΣΤΕΦΑΝΟΣ Λ. ΤΡΑΧΑΝΑΣ

Τραχανάς Σ., 2014. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Τραχανάς Σ., 2025. Ο ΒΟΜΒΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Ιστορώντας την κβαντική επανάσταση, 1900–2025. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ

Wallace C. & Weiss M., 2021. ΧΙΡΟΣΙΜΑ 1945. Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ. Οι 116 μέρες που άλλαξαν τον κόσμο. Αθήνα: Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Young J. W., 2006. Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου. 1945 – 1991: Πολιτική Ιστορία. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη

Veisdal J. 20 Jan 2020. The Great Purge of 1933. How Nazism Destroyed Science in Germany. https://www.cantorsparadise.org/the-great-purge-of-1933–93aa4598eaa9/

«Ρόμπερτ Οπενχάιμερ: Επιστήμη και ηθικά διλήμματα στη δίνη του Πολέμου». Εκδόσεις Τραυλός/IANOS https://www.youtube.com/watch?v=WJMj2-DQXkM

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Γεωπολιτική, Ιστορία. Αποθήκευσε τον μόνιμο σύνδεσμο.