Οι ανθρώπινες απώλειες της ναζιστικής Γερμανίας με βάση τον Όβερμανς
Ο Γερμανός στρατιωτικός ιστορικός Rüdiger Overmans παρουσιάζει την πληρέστερη μέχρι σήμερα μελέτη για τις γερμανικές στρατιωτικές απώλειες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Όβερμανς εξηγεί αναλυτικά τη μεθοδολογία του στη διδακτορική του διατριβή και μονογραφία «Γερμανικές στρατιωτικές απώλειες στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»1. Η προσέγγισή του αποτελεί μια καινοτομία στην πολεμική ιστοριογραφία, καθώς συνδυάζει την κλασική αξιολόγηση αρχειακών εγγράφων με τις μεθόδους της εφαρμοσμένης εμπειρικής κοινωνικής έρευνας.
Ο Όβερμανς εξηγεί ότι οι επίσημες πολεμικές στατιστικές απωλειών της Βέρμαχτ (όπως αυτές των Percy Schramm και Burkhart Müller-Hillebrand) ήταν εγγενώς ατελείς, περιείχαν σοβαρά σφάλματα μεταγραφής και ερμηνείας και σταματούσαν στα τέλη Ιανουαρίου / αρχές Φεβρουαρίου 1945. Κατά συνέπεια, δεν αποτύπωναν τις εξαιρετικά πολύνεκρες τελικές μάχες κατάρρευσης του 1945 ούτε τους μεταπολεμικούς θανάτους στην αιχμαλωσία. Παράλληλα, η απευθείας καταμέτρηση από πολεμικά ημερολόγια ήταν αδύνατη λόγω της καταστροφής τεράστιου όγκου αρχείων στο τέλος του πολέμου2.
Για να υπερβεί τα αδιέξοδα των αριθμητικών αναφορών, ο Όβερμανς αποφάσισε να βασιστεί στις ατομικές ονομαστικές καρτέλες των στρατιωτών. Ως αντιπροσωπευτική βάση δεδομένων επέλεξε το Κεντρικό Αρχείο Καρτελών της Γερμανικής Υπηρεσίας για την Ειδοποίηση των Εγγύτερων Συγγενών των Πεσόντων της πρώην Γερμανικής Βέρμαχτ (Deutsche Dienststelle / WASt) στο Βερολίνο. Το αρχείο αυτό δημιουργήθηκε με την έναρξη του πολέμου το 1939 και περιέχει ατομική καρτέλα για κάθε στρατιωτικό. Περιλαμβάνει συνολικά 18,3 εκατομμύρια ατομικές καρτέλες (εκ των οποίων περίπου 3,1 εκατομμύρια καταχωρισμένοι θάνατοι στο Αρχείο Πεσόντων και 15,2 εκατομμύρια στο Γενικό Αρχείο), αποτελώντας την πληρέστερη ατομική καταγραφή στρατιωτών στον κόσμο3.
Επειδή η πλήρης απογραφή και εξέταση των 18,3 εκατομμυρίων καρτελών ήταν οικονομικά και πρακτικά αδύνατη, ο Όβερμανς εφάρμοσε μέθοδο αντιπροσωπευτικής δειγματοληψίας. Καθόρισε το μέγεθος του δείγματος σε περίπου 4.300 περιπτώσεις, μέγεθος που εξασφαλίζει επίπεδο εμπιστοσύνης 99% δηλαδή με ελάχιστο στατιστικό σφάλμα. Από το Κεντρικό Αρχείο Καρτελών άντλησε συστηματικά βάσει αλγορίθμου 4.219 στρατιωτικές περιπτώσεις θανάτων (3.109 από το Αρχείο Πεσόντων και 1.110 θανάτους που εντοπίστηκαν μέσα από δείγμα 7.619 καρτελών του Γενικού Αρχείου).
Για κάθε ατομικό φάκελο που περιελήφθη στο δείγμα, καταγράφηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι εξής 8 βασικές μεταβλητές: έτος γέννησης, γεωγραφική καταγωγή, στρατιωτικός οργανισμός, ημερομηνία κατάταξης, θέατρο επιχειρήσεων / τόπος θανάτου, χρόνος θανάτου, αιτία/είδος θανάτου, νομικό καθεστώς βεβαίωσης4. Αφού μέτρησε με ακρίβεια το συνολικό μέγεθος των καρτελοθηκών της Deutsche Dienststelle, ο Όβερμανς εφάρμοσε μαθηματικούς αλγόριθμους αναγωγής των ποσοστιαίων κατανομών του αντιπροσωπευτικού δείγματος στο συνολικό μέγεθος του πληθυσμού. Με τη μέθοδο αυτή υπολόγισε5 το συνολικό μέγεθος των γερμανικών στρατιωτικών θανάτων σε 5.318.531.
Ο Όβερμανς ορίζει αυστηρά ποιοι περιλαμβάνονται και ποιοι εξαιρούνται από τον υπολογισμό του.
Περιλαμβάνονται οι Γερμανικές ένοπλες δυνάμεις (Βέρμαχτ – Στρατό Ξηράς, Αεροπορία, Ναυτικό), Waffen-SS, Volkssturm, Γερμανοί της διασποράς (Volksdeutsche), βίαια επιστρατευμένοι Αλσατοί και Λοραίνοι, καθώς και τα μέλη παραστρατιωτικών οργανώσεων (Organisation Todt, NSKK κ.λπ.) που έχασαν τη ζωή τους σε πολεμική υπηρεσία ή αιχμαλωσία. Εξαιρούνται οι μη Γερμανοί εθελοντές/σύμμαχοι που πολεμούσαν παράλληλα με τη Βέρμαχτ (Hilfswillige, ξένες λεγεώνες), εκτοπισμένοι άμαχοι και τα θύματα του άμαχου πληθυσμού (από βομβαρδισμούς, προσφυγιά). Σχετικά με τους μη Γερμανούς συμμάχους (Ιταλούς, Ρουμάνους, Ούγγρους, Βούλγαρους, Κροάτες, Σλοβάκους, Φινλανδούς), ο Όβερμανς σημειώνει ότι οι δυνάμεις αυτές δεν καταγράφονταν διοικητικά με τον ίδιο τρόπο στα αρχεία της Γερμανικής Υπηρεσίας (WASt), καθιστώντας αδύνατη την εξαγωγή αξιόπιστων στοιχείων για αυτές μέσω της δικής του δειγματοληπτικής μεθόδου6.

Στον Πίνακα 1, ο Όβερμανς δίνει μια συγκεντρωτική μηνιαία και ετήσια κατανομή των ανεπανόρθωτων απωλειών (νεκρών) των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων κατά την περίοδο του Β’ΠΠ και της μεταπολεμικής αιχμαλωσίας (1939-1947+). Αναλύοντας τα ευρήματα του πίνακα, χωρίζει την περίοδο σε πέντε φάσεις και διατυπώνει ορισμένες πολύ σημαντικές και ανατρεπτικές παρατηρήσεις στη μελέτη του. Στο διάγραμμα 1 η χρωματική κωδικοποίηση των ραβδογραμμάτων έχει σχεδιαστεί ώστε να αναδεικνύει αμέσως τις διαφορετικές φάσεις της σύγκρουσης και την έκρηξη της θνησιμότητας στο τέλος του πολέμου.
Διάγραμμα 1

Πρώτη Φάση (Σεπτέμβριος 1939 – Ιούνιος 1941): Περίοδος Χαμηλής Έντασης Απωλειών.
Κατά τους πρώτους 21 μήνες του πολέμου, οι απώλειες των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων διατηρήθηκαν σε συγκριτικά πολύ χαμηλά επίπεδα, με τον συνολικό αριθμό των νεκρών να ανέρχεται σε περίπου 130.000 άτομα. Σε αυτή τη φάση δεν παρατηρούνται γενικευμένες εξάρσεις των απωλειών, αλλά παροδικές τοπικές αυξήσεις που συνδέονται με συγκεκριμένες εκστρατείες:
Εκστρατεία της Πολωνίας (Σεπτέμβριος 1939): Καταγράφεται μια πρώτη τοπική αύξηση της τάξεως των 15.000 θανάτων.
Εκστρατεία της Γαλλίας (Μάιος – Ιούνιος 1940): Σημειώνονται προσωρινές αυξήσεις με 21.000 και 29.000 θανάτους αντίστοιχα.
Δεύτερη Φάση (Ιούνιος 1941 – αρχές 1943): Επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» και Στάλινγκραντ.
Με την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1941, ο ρυθμός των θανάτων κλιμακώνεται απότομα.
Το έτος 1941 κλείνει με 356.528 θανάτους (6,7%). Το έτος 1942 οι απώλειες ανέρχονται σε 571.980 θανάτους (10,8%). Κατά τη φάση της μάχης του Στάλινγκραντ και των παρακείμενων μετώπων (Δεκέμβριος 1942 – Φεβρουάριος 1943), οι απώλειες αγγίζουν τους 330.000 στρατιώτες. Τον Ιανουάριο του 1943 εμφανίζεται η πρώτη εξαιρετικά υψηλή έξαρση με 185.376 θανάτους, μέγεθος που για τα δεδομένα εκείνης της περιόδου αποτελούσε ακόμη την εξαίρεση.
Τρίτη Φάση (1944): Η Κατάρρευση των Μετώπων.
Το έτος 1944 οι απώλειες εκτοξεύονται στο πρωτοφανές μέγεθος των 1.801.586 θανάτων (33,9%). Ο Όβερμανς καταρρίπτει την καθιερωμένη ιστορική αντίληψη που ήθελε το Στάλινγκραντ (Ιανουάριος 1943) να θεωρείται το αποκορύφωμα της καταστροφής. Ο Overmans αποδεικνύει ότι το καλοκαίρι του 1944, με την κατάρρευση των Ομάδων Στρατιών «Κέντρο» και «Νότια Ουκρανία», οι γερμανικές απώλειες ήταν διπλάσιες7. Κατά το τρίτο τρίμηνο του 1944, ο μέσος ημερήσιος ρυθμός θανάτων έφτασε τους 5.750 άνδρες8.
Ένα από τα πιο κρίσιμα συμπεράσματα του Όβερμανς αφορά την ελλιπή πληροφόρηση της γερμανικής ανώτατης διοίκησης. Τον Ιούνιο του 1944, λίγο πριν από τη μεγάλη σοβιετική θερινή επίθεση, η γερμανική ηγεσία πίστευε εσφαλμένα ότι διέθετε 500.000 περισσότερους στρατιώτες από όσους είχε πραγματικά στο μέτωπο9. Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1944, η διαφορά μεταξύ των πραγματικών και των αναφερόμενων απωλειών έφτασε το 1 εκατομμύριο άνδρες, αριθμός που πρακτικά ισοδυναμούσε με περίπου 100 «εξαφανισμένες» μεραρχίες που υπήρχαν πλέον μόνο στα χαρτιά του επιτελείου. Αυτή η κολοσσιαία πλάνη ως προς τις πραγματικές δυνάμεις ίσως αποτελεί, σύμφωνα με τον Όβερμανς, τη βασικότερη εξήγηση για την ολοκληρωτική στρατιωτική κατάρρευση της Ομάδας Στρατιών «Κέντρο» και των υπολοίπων γερμανικών δυνάμεων το 194410.
Τέταρτη Φάση (Ιανουάριος – Μάιος 1945): Οι «Τελικές Μάχες».
Η περίοδος των Τελικών Μαχών στο έδαφος του Ράιχ αποτελεί την πλέον πολύνεκρη φάση ολόκληρου του πολέμου, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους 1.539.728 στρατιώτες (29%), δηλαδή πάνω από 10 φορές περισσότεροι από όσους είχαν πεθάνει στα πρώτα 1,5 χρόνια του πολέμου συνολικά.
Τον Ιανουάριο του 1945, σημειώνεται το απόλυτο ιστορικό μέγιστο των απωλειών με 451.742 θανάτους μέσα σε έναν μόνο μήνα. Οι παλαιότερες εκτιμήσεις και οι επίσημες στατιστικές της Βέρμαχτ (όπως του Schramm και του Müller-Hillebrand) υπολόγιζαν τις απώλειες της περιόδου Φεβρουαρίου – Μαΐου 1945 σε μόλις 150.000–250.000 άνδρες. Ο Όβερμανς αποδεικνύει ότι οι πραγματικοί θάνατοι της περιόδου αυτής ξεπέρασαν τους 955.000, δηλαδή ήταν τετραπλάσιοι από ό,τι πιστευόταν. Αυτές οι μαζικές απώλειες των πρώτων μηνών του 1945 δεν έγιναν ποτέ πλήρως αντιληπτές από τον γερμανικό πληθυσμό της εποχής λόγω της κατάρρευσης των επικοινωνιών, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να ελπίζουν για χρόνια ότι οι στρατιώτες βρίσκονταν ζωντανοί σε αιχμαλωσία, ενώ είχαν ήδη σκοτωθεί. Μέχρι την επίσημη συνθηκολόγηση τον Μάιο του 1945, οι απώλειες αγγίζουν κατά μέσο όρο τους 10.000 θανάτους ημερησίως.
Μεταπολεμική Φάση (1946 – μετά το 1947): Θάνατοι στην Αιχμαλωσία.
Μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, οι απώλειες μειώνονται δραστικά και αφορούν πλέον αποκλειστικά θανάτους σε καθεστώς αιχμαλωσίας, κυρίως λόγω σωματικής εξάντλησης, υποσιτισμού, ασθενειών ή επιπλοκών παλαιών τραυμάτων, ενώ οι αυτοκτονίες και οι θανατικές εκτελέσεις αποτελούσαν ελάχιστες μεμονωμένες περιπτώσεις: 1946: 76.000 θάνατοι. 1947: 33.000 θάνατοι. Μετά το 1947: 25.000 θάνατοι.


Βασιζόμενος στην εκτενή ανάλυση του, ο Όβερμανς αναδεικνύει το Ανατολικό Μέτωπο ως το κρισιμότερο, μακροβιότερο και μακράν πιο πολύνεκρο θέατρο επιχειρήσεων για τη ναζιστική Γερμανία. Σύμφωνα με τον Γερμανό ερευνητή, περισσότερο από το 50% των συνολικών γερμανικών απωλειών (περίπου 2,74 εκατομμύρια απώλειες) σημειώθηκε αποκλειστικά στο Ανατολικό Μέτωπο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1944 (βλ. Πίνακες 2 και 3)11. Από αυτές, μόνο το 1944 οι απώλειες άγγιξαν το 1.233.000, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 45% του συνόλου (βλ. Πιν. 3)12.
Ο Όβερμανς σημειώνει13 ότι στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία, δεν διασώζονται έγγραφα που να περιέχουν συστηματικές στατιστικές πληροφορίες για τις ανθρώπινες απώλειες στο Ανατολικό Μέτωπο μετά τον Ιανουάριο του 1945. Έχουν εντοπιστεί μόνο ορισμένες αναφορές του επικεφαλής της υγειονομικής υπηρεσίας των γερμανικών χερσαίων δυνάμεων, οι οποίες όμως παρέχουν ελλιπή και ιδιαίτερα αντιφατικά στοιχεία. Στην τελευταία φάση του πολέμου, καθώς τα στρατεύματα της ναζιστικής Γερμανίας υφίσταντο συντριπτικές ήττες, το επιτελείο της Βέρμαχτ έπαυσε να συγκεντρώνει τα δεκαήμερα στατιστικά στοιχεία απωλειών, με αποτέλεσμα η συστηματική καταγραφή και τεκμηρίωση να διακοπεί απότομα.
Στην προσπάθειά του να προσδιορίσει τον αριθμό των Γερμανών νεκρών κατά το 1945, ο Γερμανός ερευνητής συνυπολογίζει τα δεδομένα από το Ανατολικό και το Δυτικό Μέτωπο, εκτιμώντας ότι κατά το έτος αυτό έχασαν τη ζωή τους 1.230.000 στρατιωτικοί (βλ. πιν. 2). Από αυτούς, σύμφωνα με τις αναλύσεις του, το 65-70% του προσωπικού (δηλαδή 800.000 έως 860.000 άτομα) κατέληξε στο σοβιετογερμανικό μέτωπο. Κατά συνέπεια, οι συνολικές γερμανικές στρατιωτικές απώλειες στο Ανατολικό Μέτωπο εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 3.543.000 έως 3.603.000 άτομα14.
Αν προσθέσουμε, σύμφωνα με τον Όβερμανς σε αυτόν τον αριθμό τους στρατιώτες που πέθαναν στη σοβιετική αιχμαλωσία, το συνολικό ανθρώπινο κόστος της ανατολικής εκστρατείας εκτινάσσεται σχεδόν στα 4 εκατομμύρια νεκρούς. Για λόγους σύγκρισης, την ίδια ώρα στο Δυτικό Μέτωπο σκοτώθηκαν λιγότεροι από 1 εκατομμύριο στρατιώτες15.
Ο Όβερμανς τονίζει16 ότι, αν αναγάγουμε τις απώλειες στη χρονική διάρκεια του κάθε μετώπου, προκύπτει ότι στην Ανατολή σκοτώνονταν σχεδόν 1,2 εκατομμύρια στρατιώτες ετησίως, σε αντίθεση με 200.000 στη Δύση, εκτοξεύοντας την ετήσια αναλογία θνησιμότητας στο 6:1. Ο ημερήσιος μέσος όρος θανάτων στο Ανατολικό Μέτωπο ξεπερνούσε τους 2.000 άνδρες την ημέρα – πρακτικά, εξαλειφόταν η δύναμη ενός ολόκληρου συντάγματος ημερησίως, ενώ μέσα σε μία εβδομάδα χανόταν ανθρώπινο δυναμικό ίσο με μία μεραρχία σε πλήρη σύνθεση, σε περίοδο ειρήνης. Σε σχέση μάλιστα με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ημερήσιος ρυθμός νεκρών μόνο στην Ανατολή ήταν διπλάσιος από τον συνολικό ημερήσιο μέσο όρο όλων των μετώπων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου17.
Οι ανθρώπινες απώλειες της ναζιστικής Γερμανίας με βάση τον Κριβοσέεφ
Ο Κριβοσέεφ και η σοβιετική στρατιωτική επιτροπή του Γενικού Επιτελείου ανέπτυξαν μια σύνθετη και συστηματική μεθοδολογία για να υπολογίσουν τις ανθρώπινες απώλειες του Άξονα στο Σοβιετο-Γερμανικό Μέτωπο (1941–1945), συνδυάζοντας σοβιετικά αρχεία, τροπαιούχα γερμανικά έγγραφα και μεταπολεμικές στατιστικές.
Για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις και οι ασυνέπειες των γερμανικών αρχειακών πηγών (ιδίως για το τελευταίο έτος 1945), χρησιμοποιήθηκαν οι εξής τρεις άξονες δεδομένων:
Σοβιετικά Επιχειρησιακά Αρχεία: Αναφορές των σοβιετικών Μετώπων και Στρατιών προς το Γενικό Επιτελείο, καθώς και οι ειδικές αναφορές «περί αιχμαλώτων και λαφύρων» κατά τις μεγάλες επιχειρήσεις και την τελική φάση του 1945.
Αρχεία της ΕνΚαΒεΝτε: Αναλυτικά στοιχεία από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου της ΗΚВД, τα οποία κατέγραφαν με ακρίβεια τον αριθμό των αιχμαλώτων του Άξονα, όσων απελευθερώθηκαν απευθείας στο μέτωπο και όσων απεβίωσαν στην αιχμαλωσία.
Γερμανικά Έγγραφα (OKW, Υγειονομική Υπηρεσία και WASt): Οι μηνιαίες εκθέσεις του Γραφείου Απωλειών του OKW (μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1945). Επειδή οι γερμανικές αναφορές του OKW αφορούσαν κυρίως τον Στρατό Ξηράς, ο Κριβοσέεφ πρόσθεσε στο σύνολο το 75% των συνολικών απωλειών της Luftwaffe, εκτιμώντας ότι αυτό το ποσοστό των αεροπορικών δυνάμεων έδρασε στην Ανατολή. Αντίστοιχα, προσέθεσε το 32% των συνολικών απωλειών του γερμανικού ναυτικού18.
Για την περίοδος 1 Φεβρουαρίου – 9 Μαΐου 1945, λόγω της κατάρρευσης της γερμανικής διοίκησης, ο Κριβοσέεφ χρησιμοποίησε τις επιχειρησιακές αναφορές των σοβιετικών Μετώπων για τους Γερμανούς στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν στις τελικές μάχες, τα γερμανικά στοιχεία για τη δύναμη των μονάδων (ισοζύγιο προσωπικού) και τις δεκαήμερες αναφορές της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Βέρμαχτ (Φεβρουάριος–Απρίλιος 1945) και τα στοιχεία της «Υπηρεσίας Στρατιωτικών Κοιμητηρίων και Καταγραφής Πεσόντων» της Δυτικής Γερμανίας για τους ενταφιασμένους στρατιώτες στην ΕΣΣΔ και την Ανατολική Ευρώπη19.
Επιπλέον, λόγω της απουσίας αξιόπιστων δεδομένων δεν περιλαμβάνονται οι απώλειες της στρατιωτικής αστυνομίας πεδίου, των υπηρεσιών ασφαλείας (SD) και της στρατιωτικής διοίκησης στις κατεχόμενες περιοχές (συνολική δύναμη περίπου 600 χιλιάδες άτομα), των μελών των γενικών δυνάμεων του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας (Γκεστάπο), που δεν ανήκαν στα στρατεύματα SS (πάνω από 250 χιλιάδες άτομα), καθώς και των μονάδων φύλαξης και καταστολής – λεγεώνων, ταγμάτων, λόχων (περίπου 250 χιλιάδες άτομα)20.
Ενώ ο Κριβοσέεφ επισημαίνει την αδυναμία ενσωμάτωσης αυτών των ομάδων λόγω έλλειψης συγκεντρωτικών επιχειρησιακών αναφορών, ο Όβερμανς παρέκαμψε αυτό το εμπόδιο χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της ατομικής δειγματοληψίας. Έτσι, κατάφερε να καταγράψει με ακρίβεια τις απώλειες των Γερμανών που υπηρετούσαν σε αυτές τις υπηρεσίες (Αστυνομία, Γκεστάπο, SD, βοηθητικές υπηρεσίες), αποκλείοντας όμως συστηματικά τους μη Γερμανούς αλλοδαπούς και τις τοπικές κατοχικές λεγεώνες, για τις οποίες η WASt δεν διέθετε στατιστικά αξιοποιήσιμα αρχεία.
Ο υπολογισμός των απωλειών για τους συμμάχους του Άξονα (Ρουμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Φινλανδία, Σλοβακία) στο Ανατολικό Μέτωπο, που ο Όβερμανς δεν είχε πάρει υπόψιν του, αποτέλεσε μια ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία για τη σοβιετική στρατιωτική επιτροπή υπό τον Γ. Φ. Κριβοσέεφ.
Για τη συμπλήρωση των πινάκων απωλειών των συμμαχικών κρατών η σοβιετική πλευρά χρησιμοποίησε έγγραφα της περιόδου του πολέμου που φυλάσσονταν τόσο στα σοβιετικά όσο και στα γερμανικά αρχεία, ανακοινώσεις και επίσημες εκθέσεις που δημοσιεύτηκαν μεταπολεμικά από τις ίδιες τις ενδιαφερόμενες χώρες (Ιταλία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Φινλανδία, Σλοβακία) σχετικά με τη δύναμη των στρατευμάτων τους και τις απώλειές τους. Ειδικότερα για τις περιπτώσεις της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας (που υπέστησαν και τις βαρύτερες απώλειες), τα στοιχεία αποσαφηνίστηκαν και αναθεωρήθηκαν με βάση επίσημα στοιχεία που εστάλησαν απευθείας από τα Γενικά Επιτελεία αυτών των δύο κρατών προς τη σοβιετική επιτροπή το 198821.
Ένα κρίσιμο κομμάτι των ανεπανόρθωτων απωλειών αφορούσε τους αιχμαλώτους πολέμου, οι οποίοι υπολογίστηκαν μέσω δύο οδών:
Αρχεία της ΕνΚαΒεΝτε: Μεταπολεμικά, χρησιμοποιήθηκαν τα αναλυτικά αρχεία των σοβιετικών στρατοπέδων της ΗΚВД, όπου οι αιχμάλωτοι καταγράφονταν αυστηρά ανά εθνικότητα. Βάσει αυτών, υπολογίστηκαν οι επιζήσαντες που επαναπατρίστηκαν (π.χ. 132.755 Ρουμάνοι και 21.274 Ιταλοί) και όσοι απεβίωσαν στην αιχμαλωσία (π.χ. 54.612 Ρουμάνοι και 27.683 Ιταλοί).
Απελευθερώσεις απευθείας στο Μέτωπο: Συνυπολογίστηκαν οι αιχμάλωτοι που αφέθηκαν ελεύθεροι από τις σοβιετικές δυνάμεις απευθείας στο μέτωπο κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων χωρίς να σταλούν στα στρατόπεδα της ΗΚВД. Στην περίπτωση της Ρουμανίας, για παράδειγμα, αυτό αφορούσε 27.800 Ρουμάνους και 14.515 Μολδαβούς.

Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του δημογραφικού ισοζυγίου για τη Γερμανία (με τα σύνορα του 1937), ο Κριβοσέεφ22 εξετάζει το συνολικό στρατιωτικό ισοζύγιο της Βέρμαχτ σε όλα τα μέτωπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Δυτικό Μέτωπο, Ανατολικό Μέτωπο, Βόρεια Αφρική, Ιταλία, Βαλκάνια κ.λπ.) για ολόκληρη την περίοδο 1939-1945 (βλ. Πίνακα 4). Πριν από την επίσημη έναρξη του πολέμου, στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις υπηρετούσαν ήδη 3.214.000 άνδρες. Κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών, επιστρατεύθηκαν το πρωτοφανές μέγεθος των 17.893.000 ανδρών. Έτσι κατά τη διάρκεια ολόκληρου του πολέμου, η Γερμανία έθεσε υπό τα όπλα (συμπεριλαμβανομένων όσων υπηρετούσαν ήδη το 1939) 21.107.000 στρατιώτες.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ισοζυγίου, τη στιγμή της κατάρρευσης και της έναρξης της συνθηκολόγησης, από το συνολικό δυναμικό των 21,1 εκατομμυρίων ανδρών:
Παρέμεναν στο στράτευμα (εν ενεργεία): 4.100.000 άτομα.
Νοσηλεύονταν σε στρατιωτικά νοσοκομεία: 700.000 άτομα βρίσκονταν υπό νοσηλεία λόγω τραυμάτων ή ασθενειών σε νοσοκομεία εντός της Γερμανίας.
Συνολική εναπομείνασα δύναμη: 4.800.000 άνδρες βρίσκονταν ακόμη υπό τον έλεγχο των γερμανικών αρχών κατά το τέλος των μαχών.
Η διαφορά ανάμεσα στο συνολικό δυναμικό (21.107.000) και όσους επέζησαν ενεργοί στο τέλος (4.800.000) ορίζει τη συνολική εκροή προσωπικού, η οποία ανήλθε σε 16.307.000 άτομα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η μάζα αυτή κατηγοριοποιείται αυστηρά σε δύο κύριες ομάδες:
Α. Ανεπανόρθωτες Ανθρώπινες Απώλειες: 11.844.000 άτομα (72,6% των εκροών). Αποτελεί το βαρύ τίμημα των γερμανικών δυνάμεων και αναλύεται ως εξής:
Νεκροί, πεσόντες, αγνοούμενοι και θάνατοι από ασθένειες: 4.457.000 άτομα. Στο συνοδευτικό κείμενο της μελέτης, ο Κριβοσέεφ προχωρά σε μια κρίσιμη δημογραφική ανάλυση αυτών των θανάτων, αποκαλύπτοντας την εθνική τους σύνθεση:
- 3.600.000 ήταν Γερμανοί (από το έδαφος της Γερμανίας).
- 270.000 ήταν Αυστριακοί.
- 230.000 ήταν Σουδήτες Γερμανοί και Αλσατοί.
- 357.000 ήταν πολίτες άλλων κρατών, στους οποίους περιλαμβάνονταν εθνικά Γερμανοί εκτός συνόρων (Volksdeutsche) καθώς και Σοβιετικοί πολίτες που είχαν ενταχθεί ως βοηθητικό προσωπικό στη Βέρμαχτ.
Αιχμάλωτοι Πολέμου (συνολικά): 7.387.000 άτομα. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει το σύνολο των Γερμανών στρατιωτών που πιάστηκαν αιχμάλωτοι σε όλα τα μέτωπα από όλους τους Συμμάχους (ΕΣΣΔ, ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία κ.λπ.) καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά τις μαζικές παραδόσεις του 1945.
Β. Λοιπές Εκροές: 4.463.000 άτομα (27,4% των εκροών). Αφορά το προσωπικό που αποχώρησε από τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά επέζησε εκτός στρατεύματος:
Απολύθηκαν οριστικά ως ακατάλληλοι για στρατιωτική υπηρεσία λόγω τραυμάτων/ασθενειών, αναπηρίας ή λιποτάκτησαν: 2.463.000 άτομα.
Αποστρατεύτηκαν για εργασία στη βιομηχανία: 2.000.000 άτομα αποδεσμεύτηκαν από το μέτωπο και στάλθηκαν πίσω στα εργοστάσια για να στηρίξουν την πολεμική παραγωγή της χώρας.

Ο πίνακας 5 απομονώνει το μερίδιο των απωλειών που αναλογεί ειδικά στο Ανατολικό Μέτωπο, διαχωρίζοντάς τες σε δύο πολύ διαφορετικές περιόδους και τις γερμανικές δυνάμεις σε δύο κύριες ομάδες:
Βέρμαχτ και Στρατεύματα SS (Waffen-SS): Ο τακτικός γερμανικός στρατός.
Στρατιωτικοί σχηματισμοί και υπηρεσίες εκτός Βέρμαχτ και Waffen-SS: Περιλαμβάνει τη γερμανική αστυνομία πεδίου, τις υπηρεσίες ασφαλείας (SD), τη Γκεστάπο (εκτός SS), τη στρατιωτική κατοχική διοίκηση (συνολικής δύναμης περίπου 600.000 ανδρών), καθώς και 800.000 σοβιετικούς πολίτες που πολέμησαν στο πλευρό των Γερμανών (Ρωσικός Απελευθερωτικός Στρατός του Βλάσοφ, το 15ο Κοζάκικο Σώμα του φον Πάνβιτς, το Ρωσικό Σώμα Φύλαξης του Στέιφον, βοηθητικά τάγματα και οι «εθελοντές βοηθοί» (Hilfswillige)23.
Από τον πίνακα προκύπτει ότι οι ανεπανόρθωτες ανθρώπινες απώλειες της Βέρμαχτ, των στρατευμάτων SS και όλων των άλλων στρατιωτικών σχηματισμών της Γερμανίας που δρούσαν στο σοβιετο‑γερμανικό μέτωπο ανήλθαν σε 7.181,1 χιλιάδες άτομα.
Το πλέον εντυπωσιακό εύρημα του Πίνακα 5 είναι η σύγκριση των δύο περιόδων. Μέσα σε μόλις 3,5 μήνες του 1945 (Φεβρουάριος – Μάιος), οι γερμανικές απώλειες (3.275,4 χιλιάδες) ήταν σχεδόν ίσες με εκείνες ολόκληρης της προηγούμενης περιόδου των 43 μηνών πολέμου (3.905,7 χιλιάδες). Αυτό αποδεικνύει τη μαζικότητα της γερμανικής κατάρρευσης και τις συντριπτικές απώλειες που προκάλεσαν οι τελικές σοβιετικές επιθέσεις.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οι σχηματισμοί εκτός Βέρμαχτ και SS (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι σοβιετικοί δωσίλογοι/βοηθοί) υπέστησαν τεράστιες απώλειες, που ανήλθαν συνολικά σε 777,8 χιλιάδες άνδρες (316,5 χιλ. + 461,3 χιλ.), επιβεβαιώνοντας ότι η κατοχική και κατασταλτική μηχανή της Γερμανίας συμμετείχε ενεργά και αιματηρά στις επιχειρήσεις.
Στο τελικό σύνολο, η αναλογία μεταξύ απωλειών στο πεδίο (3.604,8 χιλ.) και αιχμαλώτων (3.576,3 χιλ.) είναι σχεδόν 1:1. Αυτή η ισορροπία οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι κατά τους τελευταίους μήνες του 1945, ολόκληρες γερμανικές στρατιές παραδίδονταν μαζικά στους Σοβιετικούς, εξισώνοντας τον αριθμό των αιχμαλώτων με τις απώλειες πεδίου των προηγούμενων ετών.

Στον Πίνακα 6 η ομάδα του Κριβοσέεφ υπολόγισε τις ανεπανόρθωτες απώλειες των ενόπλων δυνάμεων των συμμαχικών κρατών της Γερμανίας στο Ανατολικό Μέτωπο24.
Από το σύνολο των 1.468.145 ανεπανόρθωτων απωλειών των συμμάχων του Άξονα, οι 668.163 σκοτώθηκαν στο πεδίο, υπέκυψαν στα τραύματά τους κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, απεβίωσαν στα νοσοκομεία ή στις μονάδες τους από παθολογικά αίτια (π.χ. τύφος, δυσεντερία, πνευμονία), από ατυχήματα, αυτοκτονίες, από εκτελέσεις για λιποταξία, ανυπακοή ή εγκληματικές πράξεις. Στον πίνακα καταγράφεται ότι από τους 799.982 συνολικούς αιχμαλώτους των συμμαχικών στρατών, οι 137.753 απεβίωσαν στην αιχμαλωσία, ενώ οι 662.229 επέστρεψαν μεταπολεμικά στις πατρίδες τους.
Από το σύνολο των απωλειών η Ουγγαρία (809.066) και η Ρουμανία (475.070) υπέστησαν το συντριπτικό μερίδιο (συνολικά το 87,5%), επιβεβαιώνοντας ότι αυτές οι δύο χώρες σήκωσαν σχεδόν εξ ολοκλήρου το βάρος των συμμαχικών επιχειρήσεων της Γερμανίας στην Ανατολή.
Η Ουγγαρία συγκεντρώνει από μόνη της ποσοστό 55,1% επί του συμμαχικού συνόλου.
Σε αντίθεση με τη Γερμανία (όπου η αναλογία νεκρών πεδίου προς αιχμαλώτους στον Πίνακα 5 ήταν σχεδόν 1:1), στην Ουγγαρία παρατηρείται μια τεράστια δυσαναλογία υπέρ των αιχμαλώτων. Σχεδόν τα δύο τρίτα των Ούγγρων στρατιωτών που χάθηκαν για τις ένοπλες δυνάμεις τους κατέληξαν σε σοβιετικά χέρια. Αυτό εξηγείται ιστορικά από δύο καθοριστικούς παράγοντες:
Την καταστροφή της 2ης Ουγγρικής Στρατιάς στον Ντον (Ιανουάριος 1943): Κατά τη σοβιετική αντεπίθεση μετά το Στάλινγκραντ, οι ουγγρικές γραμμές κατέρρευσαν με αποτέλεσμα τη μαζική παράδοση δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών.
Την πολιορκία και άλωση της Βουδαπέστης (1944–1945): Κατά τον εγκλωβισμό και την τελική εξόντωση της γερμανό-ουγγρικής φρουράς στην ουγγρική πρωτεύουσα, ο Κόκκινος Στρατός συνέλαβε εκατοντάδες χιλιάδες αιχμαλώτους (συμπεριλαμβανομένων μονάδων που παραδίδονταν ομαδικά λόγω της πολιτικής μεταστροφής της χώρας και της δημιουργίας της προσωρινής αντιφασιστικής κυβέρνησης του Ντέμπρετσεν).
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα είναι το ποσοστό αυτών που απεβίωσαν στην αιχμαλωσία. Οι Ούγγροι κατέγραψαν το χαμηλό 10,7% (54.755 θάνατοι σε 513.766 αιχμαλώτους). Αυτό οφείλεται στο ότι η πλειονότητά τους αιχμαλωτίστηκε κατά το τελευταίο έτος του πολέμου (1944–1945), όταν οι σοβιετικές υποδομές στα στρατόπεδα της НКВД είχαν σταθεροποιηθεί και οι συνθήκες διαβίωσης και σίτισης ήταν σημαντικά καλύτερες.
Όπως ρητά επισημαίνει ο Κριβοσέεφ, στον αριθμό των ανεπανόρθωτων απωλειών της Ουγγαρίας περιλαμβάνονται και άτομα που επιστρατεύτηκαν αναγκαστικά στον Ουγγρικό Στρατό από εδάφη που είχε προσαρτήσει η Ουγγαρία κατά την περίοδο 1938–1941. Αυτά περιλάμβαναν τη Βόρεια Τρανσυλβανία (από τη Ρουμανία), τη Νότια Σλοβακία (από την Τσεχοσλοβακία), την Υπερκαρπαθιακή Ουκρανία (Ζακαρπάτια). Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των καταγεγραμμένων «ουγγρικών» απωλειών αφορούσε στην πραγματικότητα εθνοτικές μειονότητες (Ρουμάνους, Σλοβάκους, Ουκρανούς) που κατοικούσαν σε αυτές τις βίαια προσαρτημένες περιοχές και οδηγήθηκαν στο μέτωπο υπό ουγγρική διοίκηση.
Διάγραμμα 2

Η Ρουμανία αποτέλεσε έναν από τους κυριότερους συμμάχους της Γερμανίας στην Ανατολή, επωμιζόμενη τεράστιο βάρος των επιχειρήσεων (ιδιαίτερα στον νότιο τομέα, στην Κριμαία, τη Μολδαβία και το Στάλινγκραντ).
Κατά την περίοδο 1941–1944, οι ρουμανικές κατοχικές αρχές επιστράτευσαν βίαια δεκάδες χιλιάδες Μολδαβούς από την προσαρτημένη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα, οι οποίοι πολέμησαν και έχασαν τη ζωή τους φορώντας ρουμανικές στολές. Για να αποδοθεί η σωστή επιχειρησιακή εικόνα των δυνάμεων που αντιμετώπισε ο Κόκκινος Στρατός, αυτοί οι Μολδαβοί προσμετρώνται στρατιωτικά στις 475.070 ανεπανόρθωτες απώλειες της Ρουμανίας. Όταν όμως η συζήτηση μεταφέρεται στο γενικό δημογραφικό ισοζύγιο του πολέμου (στις συνολικές απώλειες των 26,6 εκατομμυρίων της ΕΣΣΔ), τα κριτήρια αλλάζουν από στρατιωτικά σε γεωπολιτικά και νομικά. Για τη Σοβιετική Ένωση, η Βεσσαραβία (Μολδαβία) είχε ενσωματωθεί νομικά στην ΕΣΣΔ το 1940. Συνεπώς, όλοι οι κάτοικοί της θεωρούνταν Σοβιετικοί πολίτες κατά την έναρξη του πολέμου στις 22 Ιουνίου 1941. Κάθε Μολδαβός που έχασε τη ζωή του (ακόμη κι αν σκοτώθηκε πολεμώντας στις τάξεις του εχθρικού Ρουμανικού Στρατού) αποτελεί μείωση του μόνιμου πληθυσμού της Μολδαβικής ΣΣΡ. Κατά τη μεταπολεμική απογραφή και τη σύγκριση με τα προπολεμικά δημογραφικά δεδομένα, αυτοί οι θάνατοι εμφανίζονται αναγκαστικά ως δημογραφικές απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης. Όπως σημειώνει ο Κριβοσέεφ, τα επίσημα στοιχεία που δημοσίευσε μεταπολεμικά το Ρουμανικό Κράτος (τα οποία στηρίζονταν στα στενά εθνικά όρια της Ρουμανίας) απέκλεισαν τις απώλειες των Μολδαβών επιστρατευμένων, θεωρώντας τους ξένο πληθυσμό. Έτσι, αν ο Κριβοσέεφ δεν τους ενσωμάτωνε «διορθωτικά» στον Πίνακα 6, οι απώλειες αυτές θα έμεναν στατιστικά ορφανές στο στρατιωτικό σκέλος. Για αυτό από τους Μολδαβούς που πιάστηκαν αιχμάλωτοι σε ρουμανικές στολές, 14.515 άνδρες απελευθερώθηκαν αμέσως στο μέτωπο από τους Σοβιετικούς διοικητές (δεν στάλθηκαν στα στρατόπεδα της НКВД), καθώς αναγνωρίστηκαν ως Σοβιετικοί πολίτες που επιστρατεύτηκαν εξαναγκαστικά.
Επίσης μετά την απελευθέρωση της Μολδαβίας το 1944, η ΕΣΣΔ επιστράτευσε αμέσως 240.000 Μολδαβούς. Πολλοί από αυτούς είχαν υπηρετήσει προηγουμένως στον Ρουμανικό Στρατό, πιάστηκαν αιχμάλωτοι ή λιποτάκτησαν, και κατέληξαν να ολοκληρώσουν τον πόλεμο πολεμώντας με τη σοβιετική στολή.
Οι ρουμανικές απώλειες (475.070) ήταν σχεδόν 5 φορές μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες ιταλικές (92.867). Αυτό οφείλεται τόσο στη μαζικότερη συμμετοχή της Ρουμανίας (έθεσε υπό τα όπλα πολύ μεγαλύτερο αριθμό μεραρχιών) όσο και στη μεγαλύτερη διάρκεια της εμπλοκής της (3 χρόνια έναντι 1,5 έτους της Ιταλίας). Η Ιταλία συμμετείχε στο Ανατολικό Μέτωπο αρχικά με το Ιταλικό Εκστρατευτικό Σώμα (CSIR) και αργότερα με την 8η Ιταλική Στρατιά (ARMIR). Η ιταλική παρουσία στην Ανατολή ουσιαστικά τερματίστηκε στις αρχές του 1943, μετά τη συντριπτική ήττα της ARMIR κατά τη διάρκεια της σοβιετικής αντεπίθεσης στο Στάλινγκραντ. Αν και οι θάνατοι του μετώπου και οι αιχμάλωτοι παρουσιάζονται σχετικά ισορροπημένοι (47% έναντι 53%), η ιστορική έρευνα δείχνει ότι η πλειονότητα (56,5%) των 49.000 Ιταλών αιχμαλώτων αφέθηκε να υποκύψει από το κρύο και την εξάντληση κατά τη διάρκεια του παγερού χειμώνα του 1942–1943.
Βάσει των στοιχείων του Πίνακα 6 της μελέτης του Γ. Φ. Κριβοσέεφ, οι απώλειες της Φινλανδίας και της Σλοβακίας παρουσιάζουν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιθέσεις σε ολόκληρο το συμμαχικό μπλοκ του Άξονα. Αν και πρόκειται για δύο χώρες με συγκριτικά μικρότερη εμπλοκή σε σχέση με την Ουγγαρία και τη Ρουμανία, η φύση και η διάρθρωση των απωλειών τους ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες.
Η Φινλανδία συμμετείχε στον πόλεμο (1941-1944) με σκοπό να ανακτήσει τα εδάφη που είχε χάσει από την ΕΣΣΔ κατά τον Χειμερινό Πόλεμο (1939-1940). Η σκανδιναβική χώρα παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό θανάτων στο πεδίο μάχης (97,2%) και το χαμηλότερο ποσοστό αιχμαλώτων (2,8%) μεταξύ όλων των συμμάχων της Γερμανίας. Αυτό οφείλεται στη φύση των επιχειρήσεων: ο φινλανδικός στρατός διεξήγαγε κυρίως έναν αμυντικό πόλεμο θέσεων σε οχυρωμένες γραμμές και εξαιρετικά δύσβατα δασώδη εδάφη (όπως στην Καρελία). Οι φινλανδικές μονάδες σπάνια κυκλώθηκαν μαζικά από τον Κόκκινο Στρατό (με εξαίρεση τη μεγάλη σοβιετική επίθεση το καλοκαίρι του 1944), ενώ το υψηλό ηθικό και η πειθαρχία των στρατευμάτων απέτρεψαν τις ομαδικές παραδόσεις.
Η Σλοβακία, ως δορυφορικό κράτος της Γερμανίας, έστειλε δυνάμεις στην Ανατολή (συμπεριλαμβανομένης της «Ταχείας Μεραρχίας»). Οι Σλοβάκοι αποτελούν την ακριβώς αντίθετη περίπτωση από τους Φινλανδούς, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό αιχμαλώτων (76,9%) επί των συνολικών της απωλειών. Μόνο ένας στους τέσσερις Σλοβάκους στρατιώτες που χάθηκαν για τις δυνάμεις του Άξονα σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης. Η στατιστική αυτή αντικατοπτρίζει τις μαζικές λιποταξίες και εκούσιες παραδόσεις των Σλοβάκων στρατιωτών προς τη σοβιετική πλευρά λόγω της απροθυμίας τους να πολεμήσουν κατά των Σοβιετικών, καθώς και τη μεταγενέστερη κατάρρευση της σλοβακικής στρατιωτικής δομής κατά τη Σλοβακική Εθνική Εξέγερση του 1944.

Η μεθοδολογική αποτίμηση των στρατιωτικών απωλειών στο Σοβιετο-Γερμανικό Μέτωπο αποκτά την τελική της σύνθεση στον Πίνακα 7, ο οποίος αποτελεί το επιστέγασμα της στατιστικής προσπάθειας της ομάδας του Γ. Φ. Κριβοσέεφ να συγκρίνει τις ανεπανόρθωτες απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της με τις αντίστοιχες ανεπανόρθωτες απώλειες της Γερμανίας και των δικών της συμμάχων στο Ανατολικό Μέτωπο, ενσωματώνοντας και τα πορίσματα του Ρ. Όβερμανς, όπως ο ίδιος ο Κριβοσέεφ αναφέρει: «Μετά το 2000, Γερμανοί επιστήμονες, με επικεφαλής τον ιστορικό καθηγητή Ρ. Όβερμανς, πραγματοποίησαν πολυετείς εργασίες για την ενδελεχή ανάλυση των αναφορών και στατιστικών εγγράφων που φυλάσσονται στα αρχεία της Γερμανίας.
Ως αποτέλεσμα της έρευνας διαπιστώθηκε ότι οι συνολικές ανεπανόρθωτες απώλειες της Βέρμαχτ ανήλθαν σε 5.300 χιλιάδες στρατιώτες και αξιωματικούς. Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο «Οι γερμανικές στρατιωτικές απώλειες στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», Μόναχο.
Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της έρευνας των Γερμανών επιστημόνων, οι συγγραφείς του παρόντος έργου προέβησαν στις αντίστοιχες διορθώσεις των προηγουμένως διαθέσιμων στοιχείων για τις ανεπανόρθωτες απώλειες των χωρών του φασιστικού μπλοκ στο σοβιετο‑γερμανικό μέτωπο. Αυτές αντανακλώνται στον πίνακα 94. (πίνακα 7 με βάση τη δική μας αρίθμηση, σ.σ.)»25.
Βάσει της παραπάνω μεθοδολογίας, ο Κριβοσέεφ υπολόγισε τις συνολικές ανεπανόρθωτες απώλειες της Γερμανίας (8.876.300 άνδρες) και των συμμάχων της από Ουγγαρία, Ρουμανία, Ιταλία, Φινλανδία και Σλοβακία (1.468.200 άνδρες) στο Ανατολικό Μέτωπο σε 10.344.500 άνδρες.
Οι συνολικές ανεπανόρθωτες ανθρώπινες απώλειες των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο ανήλθαν σε 11.444,1 χιλιάδες άτομα και μαζί με τις απώλειες (76,1 χιλιάδες άτομα) των στρατευμάτων των συμμάχων της, κυρίως Πολωνοί και Τσεχοσλοβάκοι, ανέρχονται σε 11.520,2 χιλιάδες άτομα. Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, η σοβιετική πλευρά αφαιρεί ορθά 939.700 στρατιώτες που είχαν αρχικά θεωρηθεί απολεσθέντες αλλά επιστρατεύτηκαν εκ νέου στα απελευθερωμένα εδάφη, αποφεύγοντας έτσι τη διπλή καταγραφή.
Συνεπώς, η αναλογία των ανεπανόρθωτων απωλειών μεταξύ των δυνάμεων του Άξονα και της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της, είναι 1 : 1,11 (βλ. Πίνακα 7). Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 χαμένους στρατιώτες του Άξονα, η ΕΣΣΔ και οι σύμμαχοί της έχαναν 111.
Η ανάλυση εστιάζει στο δεύτερο μέρος του Πίνακα 7, στις Καθαρές Απώλειες, δηλαδή στο ανθρώπινο έλλειμμα που προέκυψε από τους θανάτους στο πεδίο της μάχης και στα στρατόπεδα αιχμαλώτων.
Στα στοιχεία του Κριβοσέεφ, οι συνολικοί θάνατοι του Άξονα καταγράφονται σε 6.771.900 έναντι 8.744.500 της σοβιετικής πλευράς και των συμμάχων της, παράγοντας μια σχέση 1 : 1,29. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 νεκρούς στρατιώτες του Άξονα, η ΕΣΣΔ και οι σύμμαχοί της έχαναν 129.
Ο τρόπος με τον οποίο προκύπτει αυτό το άθροισμα των 6.771.900 θανάτων του Άξονα αποκαλύπτει τη σύνθετη μεθοδολογική επεξεργασία των γερμανικών αρχείων από τη σοβιετική επιτροπή. Ξεκινώντας από το γενικό επιχειρησιακό σύνολο των 8.876.300 Γερμανών, ο Κριβοσέεφ αφαιρεί τους 2.910.400 Γερμανούς αιχμαλώτους που επέστρεψαν ζωντανοί μετά τον πόλεμο, καταλήγοντας σε 5.965.900 θανάτους (βλ. Πίνακα 7). Το νούμερο αυτό ενσωματώνει τους 5.300.000 Γερμανούς νεκρούς στο πεδίο και μια συνολική διαφορά 665.900 αιχμαλώτων που δεν επέστρεψαν ποτέ. Η διαφορά αυτή αναλύεται περαιτέρω στους 442.100 Γερμανούς των οποίων ο θάνατος καταγράφηκε επίσημα στα σοβιετικά στρατόπεδα και σε μια «γκρίζα» διαφορά 223.800 ανδρών, οι οποίοι απεβίωσαν κατά τη μεταφορά, πριν από την επίσημη καταγραφή τους από τη НКВД ή παρέμειναν αγνοούμενοι και προσμετρήθηκαν τελικά ως απώλειες. Προσθέτοντας σε αυτούς τους 5.965.900 Γερμανούς τους 806.000 θανάτους των συμμάχων του Άξονα, στα πεδία των μαχών και στην αιχμαλωσία, προκύπτει το σύνολο των 6.771.900 θανάτων.
Κριτική ανάλυση των υπολογισμών της ομάδας Κριβοσέεφ
Ο Κριβοσέεφ στον Πίνακα 7 δίνει τα δύο υποσύνολα των συνολικών ανεπανόρθωτων απωλειών. Στο πρώτο περιλαμβάνονται τα άτομα που σκοτώθηκαν στο πεδίο, υπέκυψαν στα τραύματά τους κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, απεβίωσαν στα νοσοκομεία ή στις μονάδες τους από παθολογικά αίτια, από ατυχήματα, αυτοκτονίες, από εκτελέσεις για λιποταξία, ανυπακοή ή εγκληματικές πράξεις και αυτοί που χαρακτηρίστηκαν αγνοούμενοι. Στο δεύτερο περιλαμβάνονται οι αιχμάλωτοι.
Στο πρώτο υποσύνολο η ομάδα του Κριβοσέεφ παίρνει το μέγεθος που δίνει ο Όβερμανς (5,3 εκατομμύρια άνδρες), αλλά ενώ σημειώνει ότι το μέγεθος αυτό αναφέρεται στις «συνολικές ανεπανόρθωτες απώλειες της Βέρμαχτ», το συγκρίνει με τις συνολικές σοβιετικές απώλειες (6.885,1 χιλιάδες άνδρες) στο πλαίσιο του Ανατολικού Μετώπου. Η συμπερίληψη των γερμανικών απωλειών, σε όλα τα μέτωπα, νοθεύει τη σύγκριση.
Για να καταστεί η σύγκριση γεωγραφικά και επιχειρησιακά συνεπής, στον Πίνακα 8, αντικαθιστούμε τις συνολικές γερμανικές ανεπανόρθωτες απώλειες των 5,3 εκατομμυρίων ατόμων, με τα στοιχεία που ο ίδιος ο Κριβοσέεφ στον Πίνακα 5 τεκμηριώνει αποκλειστικά για το Σοβιετο-Γερμανικό Μέτωπο:
1. Γερμανοί νεκροί/αγνοούμενοι στο Ανατολικό Μέτωπο: 3.604.800
2. Γερμανοί αιχμάλωτοι στο Ανατολικό Μέτωπο: 3.576.300.
Σύνολο Γερμανικών Απωλειών στο Ανατολικό Μέτωπο: 3.604.800 + 3.576.300 = 7.181.100.
3. Απώλειες Συμμάχων του Άξονα (Ουγγαρία, Ρουμανία, Ιταλία, Φινλανδία, Σλοβακία): 1.468.145 (βλ. Πίνακα 6).
Διορθωμένο Σύνολο Απωλειών Άξονα στο Ανατολικό Μέτωπο: 7.181.100 + 1.468.145 = 8.649.245 (βλ. Πίνακα 8)
Διαιρώντας το σταθερό σύνολο της σοβιετικής πλευράς και των συμμάχων της (βλ. Πίνακα 7) με το διορθωμένο σύνολο του Άξονα στο Ανατολικό Μέτωπο: 11.520.200 / 8.649.245 = 1,3319, προκύπτει η διορθωμένη αναλογία 1 : 1,33, η οποία αποδεικνύει ότι για κάθε 100 στρατιώτες που τέθηκαν εκτός μάχης από τις δυνάμεις του Άξονα στο Ανατολικό Μέτωπο, η σοβιετική πλευρά έχανε 133 στρατιώτες (βλ. Πίνακα 8 και Διάγραμμα 3).

Διάγραμμα 3

Η συγκεκριμένη μεταβολή, η οποία αντιπροσωπεύει μια διεύρυνση της ψαλίδας κατά +20%, (βλ. Διάγραμμα 3) αποδεικνύει ότι η φθορά που υπέστη ο Κόκκινος Στρατός σε επιχειρησιακό επίπεδο ήταν πολύ πιο έντονη από αυτήν που υποστήριζε η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία.
Ας πάμε όμως και στο δεύτερο μέρος του Πίνακα 7, στις Καθαρές Απώλειες. Αν αντικαταστήσουμε τον συνολικό αριθμό των 5,3 εκατομμυρίων γερμανικών θανάτων με τους 3.604.800 θανάτους που ο ίδιος ο Κριβοσέεφ τεκμηριώνει αποκλειστικά για το Ανατολικό Μέτωπο, οι πραγματικοί θάνατοι του Άξονα στο Ανατολικό Μέτωπο περιορίζονται σε 4.852.816 (δηλαδή 3.604.800 Γερμανοί νεκροί πεδίου, 442.100 Γερμανοί καταγεγραμμένοι θάνατοι στην αιχμαλωσία, 223.800 Γερμανοί μη καταγεγραμμένοι θάνατοι στην αιχμαλωσία και 805.916 θάνατοι των συμμάχων της Γερμανίας). Ως εκ τούτου, η πραγματική αναλογία των θανάτων εκτινάσσεται στο 1 : 1,80. Αυτή η διεύρυνση της ψαλίδας κατά +40% (βλ. Διάγραμμα 3) αποκαλύπτει ότι για κάθε εκατό στρατιώτες του Άξονα που έχαναν τη ζωή τους στο Ανατολικό Μέτωπο, η Σοβιετική Ένωση και οι σύμμαχοί της θυσίαζαν ογδόντα επιπλέον άνδρες, καταδεικνύοντας ένα ακόμη υψηλότερο κόστος που έπρεπε να καταβάλουν οι Σοβιετικοί για τη Νίκη, από αυτό που αποκάλυπτε η ομάδα Κριβοσέεφ.
Όταν εξετάζονται οι απόλυτοι αριθμοί των στρατιωτικών απωλειών, η επιφανειακή ανάγνωση τείνει να αποδίδει το σοβιετικό έλλειμμα των 8,6 εκατομμυρίων νεκρών σε επιχειρησιακή ανωτερότητα της Βέρμαχτ. Αυτό ήταν ένα από τα πιο ισχυρά και ανθεκτικά ιστοριογραφικά στερεότυπα του Ψυχρού Πολέμου. Το αφήγημα αυτό κατασκευάστηκε και συστηματικά καλλιεργήθηκε αμέσως μετά το 1945, κυρίως από τους ηττημένους Γερμανούς στρατηγούς, με πρωτεργάτες τον Έριχ φον Μανστάιν στα απομνημονεύματά του «Χαμένες Νίκες», και τον Φραντς Χάλντερ στα πολεμικά του ημερολόγια, στην προσπάθειά τους να διασώσουν την επαγγελματική φήμη της Βέρμαχτ και να δικαιολογήσουν την ολοκληρωτική τους ήττα στο Ανατολικό Μέτωπο.
Σύμφωνα με αυτή τη γερμανική θεωρία, η οποία υιοθετήθηκε άκριτα από μεγάλο μέρος της πρώιμης δυτικής ιστοριογραφίας, η Βέρμαχτ διέθετε μια απόλυτη τακτική, τεχνολογική και επαγγελματική υπεροχή, διατηρώντας μια σχεδόν «απροσπέλαστη» αμυντική γραμμή. Το αφήγημα ισχυριζόταν ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε να κάμψει αυτή την άμυνα δεν ήταν η στρατιωτική του ικανότητα, η στρατηγική του σκέψη ή η επιχειρησιακή του τέχνη, αλλά η πλήρης αδιαφορία της σοβιετικής ηγεσίας για την ανθρώπινη ζωή. Υποστηριζόταν, δηλαδή, ότι οι Σοβιετικοί διοικητές απλώς «έστελναν στον θάνατο» ατελείωτες, πρωτόγονες μάζες στρατιωτών σε τυφλές μετωπικές επιθέσεις «ανθρώπινα κύματα», εξαναγκάζοντας τους Γερμανούς να υποχωρήσουν επειδή κυριολεκτικά ξέμεναν από πυρομαχικά ή επειδή κάμπτονταν από το καθαρά μαθηματικό βάρος των αριθμών.
Η στρέβλωση αυτή, σύμφωνα με τον κορυφαίο Βρετανό στρατιωτικό ιστορικό και καθηγητή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, Τζον Έρικσον έφτανε στο σημείο να παρουσιάζει αναλογίες απωλειών της τάξης του 10 : 1 εις βάρος της ΕΣΣΔ26. Ο Έρικσον στο Εισαγωγικό Σημείωμα / Πρόλογο της αγγλικής έκδοσης της μελέτης, του Κριβοσέεφ, το 1997, τόνισε ότι η αυθαίρετη «αριθμητική» του 10 : 1 δεν ήταν προϊόν επιστημονικής έρευνας, αλλά ένα πολιτικό εργαλείο. Χρησιμοποιήθηκε συστηματικά για δύο λόγους:
1. Απαξίωση της Σοβιετικής Νίκης: Για να στηριχθεί το αφήγημα ότι ο Κόκκινος Στρατός δεν επικράτησε χάρη στην επιχειρησιακή του τέχνη, αλλά επειδή η σοβιετική ηγεσία (με πρώτο τον Στάλιν) και οι διοικητές του μετώπου επέδειξαν «εγκληματική αμέλεια και τερατώδη ανικανότητα», θυσιάζοντας άσκοπα εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές.
2. Πολιτική Εκμετάλλευση: Το μέγεθος των απωλειών χρησιμοποιήθηκε ως προπαγανδιστικό όπλο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και από τις δύο πλευρές, προκειμένου είτε να υποτιμηθεί είτε να διογκωθεί η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων, υπονομεύοντας κάθε προσπάθεια αντικειμενικής προσέγγισης.
Η ερευνητική ομάδα του Κριβοσέεφ είχε ως στόχο να συντρίψει επιστημονικά αυτές τις αυθαίρετες ψυχροπολεμικές εικασίες και να αποκαταστήσει την επιχειρησιακή αξιοπιστία του Κόκκινου Στρατού.
Η συστηματική υποτίμηση των γερμανικών απωλειών, καταγράφεται ρητά σε δύο συγκεκριμένα σημεία της μελέτης της ομάδας Κριβοσέεφ. Η πρώτη αναλυτική αναφορά εντοπίζεται στη σελίδα 364, στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην εξέταση των «Ανθρωπίνων απωλειών του εχθρού». Εκεί ο Κριβοσέεφ θέτει το ζήτημα των μεταβαλλόμενων κρατικών συνόρων, επισημαίνοντας ότι οι απώλειες της Γερμανίας εντός των συνόρων του 1937 διαφέρουν ριζικά από εκείνες που προκύπτουν αν συνυπολογιστούν τα εδάφη που προσαρτήθηκαν κατά την περίοδο 1938–1939. Η δεύτερη, πιο επιθετική και συμπερασματική διατύπωση, βρίσκεται στη σελίδα 377, στον επίλογο της μελέτης, όπου ο Κριβοσέεφ κατηγορεί ευθέως τις επίσημες πηγές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και άλλων δυτικών κρατών ότι περιορίζουν τον υπολογισμό των απωλειών αποκλειστικά στους Γερμανούς πολίτες εντός των συνόρων του 1937, υποτιμώντας έτσι το πραγματικό μέγεθος της γερμανικής φθοράς.
Τα επίσημα γερμανικά μητρώα, όπως αυτά της WASt, αλλά και οι κλασικές μεταπολεμικές μελέτες (όπως του Μπούρκχαρτ Μιούλερ-Χίλεμπραντ), έτειναν να ταξινομούν ως «γερμανικές στρατιωτικές απώλειες» μόνο τους στρατιώτες που διέθεταν τη γερμανική υπηκοότητα εντός των προπολεμικών ορίων της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αυτό σήμαινε ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες που επιστρατεύτηκαν και έχασαν τη ζωή τους υπηρετώντας στη Βέρμαχτ και στα Όπλα SS (Waffen-SS) αποκλείονταν συστηματικά από τις γερμανικές απώλειες. Στην κατηγορία αυτή υπάγονταν οι Αυστριακοί (οι οποίοι μετά το 1945 επαναπέκτησαν τη δική τους ανεξάρτητη κρατική οντότητα και οι απώλειές τους διαχωρίστηκαν), οι Σουδητοί Γερμανοί, οι επιστρατευμένοι κάτοικοι της Αλσατίας και της Λωρραίνης (που λογίστηκαν ως Γάλλοι πολίτες), καθώς και οι εκατοντάδες χιλιάδες Volksdeutsche (εθνικά Γερμανοί της Ανατολικής Ευρώπης) και ξένοι εθελοντές.
Αυτή η μεθοδολογική επιλογή των δυτικών ιστοριογράφων επέτρεπε τη μετατόπιση ενός τεράστιου όγκου στρατιωτικών θανάτων στην κατηγορία των απωλειών του άμαχου πληθυσμού άλλων κρατών, μειώνοντας τεχνητά το επιχειρησιακό κόστος της Βέρμαχτ. Ο Κριβοσέεφ επισημαίνει ότι παρόμοια στρέβλωση παρατηρείται και στις περιπτώσεις της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας. Για παράδειγμα, δεκάδες χιλιάδες Μολδαβοί που είχαν επιστρατευθεί αναγκαστικά στον Ρουμανικό Στρατό επειδή η Μολδαβία βρισκόταν υπό ρουμανική διοίκηση (1941–1944) σκοτώθηκαν στο μέτωπο, όμως τα επίσημα μεταπολεμικά στοιχεία του ρουμανικού κράτους τους απέκλεισαν πλήρως από τις εθνικές τους απώλειες, με αποτέλεσμα οι θάνατοί αυτοί να καταγραφούν τελικά μόνο στο γενικό δημογραφικό έλλειμμα της Σοβιετικής Ένωσης.
Ακριβώς για να ξεπεραστούν αυτά τα κενά και οι σκόπιμες υποτιμήσεις της παραδοσιακής δυτικής ιστοριογραφίας, η σοβιετική ομάδα στράφηκε προς τη μνημειώδη δειγματοληπτική έρευνα του Ρούντιγκερ Όβερμανς.
Η ειρωνεία και το μεγάλο σφάλμα της ομάδας Κριβοσέεφ έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ χρησιμοποίησε τα ευρήματα του Όβερμανς για να τεκμηριώσει τη δική της θεωρία περί υποτίμησης των γερμανικών απωλειών, στη συνέχεια προχώρησε στο αντίθετο άκρο, συγκρίνοντας τις σοβιετικές απώλειες του Ανατολικού Μετώπου με τις γερμανικές απώλειες σε παγκόσμια κλίμακα, συμπεριλαμβανομένων των μετώπων της Δύσης και της Βόρειας Αφρικής, αλλοιώνοντας την πραγματική επιχειρησιακή εικόνα της σύγκρουσης.
Αυτή η στρεβλή χρήση των στατιστικών αποκαλύπτει μια βαθύτερη ιστοριογραφική ανάγκη να «εξισορροπηθεί» το σοβιετικό στρατιωτικό έλλειμμα των 8,6 εκατομμυρίων νεκρών, ακόμη και αν αυτό απαιτούσε τη θυσία της μεθοδολογικής συνέπειας. Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο κατανοητή αν αναλογιστεί κανείς ότι η σοβιετική πλευρά έπρεπε να δικαιολογήσει τη νίκη της χωρίς να αμαυρώσει τη μνήμη της στρατιωτικής της ηγεσίας, αποδίδοντας το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς των απωλειών όχι σε τακτική υστέρηση, αλλά στη ναζιστική γενοκτονική πολιτική κατά των αιχμαλώτων πολέμου και του άμαχου πληθυσμού και αυτό είναι όντως έτσι.
Η αυστηρή ιστορική έρευνα επιβάλλει τον διαχωρισμό των απωλειών σε μάχιμες (πεσόντες στο πεδίο) και μη μάχιμες (θάνατοι στην αιχμαλωσία). Η μοίρα των αιχμαλώτων πολέμου στις δύο πλευρές αποκαλύπτει μια πρωτοφανή στατιστική και ηθική ασυμμετρία, η οποία δεν αντανακλά τη στρατιωτική δεξιοτεχνία των αντιμαχομένων, αλλά τη συνειδητή εφαρμογή μιας πολιτικής συστηματικής εξόντωσης από τη ναζιστική Γερμανία, σε αντίθεση με τη γραφειοκρατική και χρησιμοθηρική διαχείριση των αιχμαλώτων από τη Σοβιετική Ένωση.
Στην πλευρά των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου, τα αποχαρακτηρισμένα στοιχεία και οι γερμανικές αρχειακές πηγές αποτυπώνουν μια τραγωδία μοναδική στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία. Από τους 4.559.000 Σοβιετικούς στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν από τις δυνάμεις του Άξονα, 2.722.400 (59,7%) έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της κράτησής τους (βλ. Πίνακα 7). Όπως τεκμηριώνεται από τη μελέτη του Κρίστιαν Στράιτ, την οποία επικαλείται η ομάδα του Κριβοσέεφ, η μαζική εξόντωση ξεκίνησε αμέσως με την εισβολή του 1941, όταν μέσα σε ελάχιστους μήνες, από τα 3,4 εκατομμύρια των Σοβιετικών αιχμαλώτων, επιβίωσαν μόνο 1,4 εκατομμύρια, με τα υπόλοιπα 2 εκατομμύρια να πεθαίνουν από οργανωμένο λιμό, ψύχος και επιδημίες. Τα επίσημα αρχεία της γερμανικής διοίκησης (OKW) από τα μέσα του 1944 επιβεβαιώνουν ότι ο αριθμός των εξοντωμένων Σοβιετικών αιχμαλώτων είχε ήδη ανέλθει σε 3,3 εκατομμύρια. Αυτή η υψηλή θνησιμότητα δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιας απρόβλεπτης εφοδιαστικής αποτυχίας της Βέρμαχτ, αλλά η άμεση εφαρμογή της ναζιστικής φυλετικής θεωρίας, η οποία αντιμετώπιζε τους Σοβιετικούς στρατιώτες ως «υπανθρώπους» και είχε σχεδιάσει τη λιμοκτονία τους στο πλαίσιο του Γενικού Σχεδίου για την Ανατολή (Generalplan Ost). Η συστηματική άρνηση παροχής τροφής, στέγης και ιατρικής περίθαλψης στα ανοιχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης (Russenlager), σε συνδυασμό με τις μαζικές εκτελέσεις από τα τάγματα ασφαλείας (SD) βάσει εγκληματικών διαταγών όπως η «Διαταγή περί Κομισαρίων», μετέτρεψαν την αιχμαλωσία σε ένα αποτελεσματικό εργαλείο γενοκτονίας.
Αντίθετα, η μεταχείριση των αιχμαλώτων του Άξονα στη σοβιετική αιχμαλωσία, παρά τις εξαιρετικά σκληρές συνθήκες που επικρατούσαν στο σοβιετικό εσωτερικό λόγω του πολέμου, ακολούθησε μια ριζικά διαφορετική λογική. Από τους 4.376.300 στρατιώτες του Άξονα που πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τον Κόκκινο Στρατό, οι 579.900 απεβίωσαν στην αιχμαλωσία, διαμορφώνοντας ένα συνολικό ποσοστό θνησιμότητας 13,2%. Πιο αναλυτικά στον Πίνακα 7 στην κατηγορία των αιχμαλώτων πολέμου, καταγράφονται 3.576.300 Γερμανοί και 800.000 σύμμαχοί τους, ενώ στην κατηγορία θανάτων στην αιχμαλωσία καταγράφονται 442.100 Γερμανοί και 137.800 σύμμαχοί τους. Έτσι το ποσοστό θνησιμότητας των Γερμανών αιχμαλώτων ανέρχεται σε 12,3%, ενώ των συμμάχων τους σε 17,2%27.

Όταν η ανάλυση περιορίζεται αυστηρά στους αιχμαλώτους εκείνους που επιβίωσαν της πρώτης φάσης της σύλληψης, καταγράφηκαν επίσημα και οδηγήθηκαν στα μόνιμα στρατόπεδα που βρίσκονταν στα μετόπισθεν (тыловые лагеря) υπό τη δικαιοδοσία της НКВД, τότε τα στοιχεία μαρτυρούν ότι για τους Γερμανούς στρατιώτες της Βέρμαχτ, οι θάνατοι στα στρατόπεδα της НКВД ανήλθαν σε 356.700 επί συνόλου 2.388.443 καταγεγραμμένων αιχμαλώτων, (ποσοστό θνησιμότητας 14,93%), για τους Αυστριακούς 156.681 καταγεγραμμένοι αιχμάλωτοι, με 10.891 θανάτους (ποσοστό θνησιμότητας 7,0%), για τους Τσέχους και Σλοβάκους τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν 5,75%, για τους Πολωνούς 5,19%, κλπ. Η συνολική θνησιμότητα των δυνάμεων της Βέρμαχτ ανήλθε σε 13,94%, ενώ των στρατευμάτων συμμάχων της Βέρμαχτ ήταν 18,31% (137.753 θάνατοι). Για τους τελευταίους βλέπε και την ανάλυση του Πίνακα 6.
Οι συνολικά καταγεγραμμένοι αιχμάλωτοι (Βέρμαχτ και Σύμμαχοι) στα στρατόπεδα της НКВД ανήλθαν σε 3.486.206, εκ των οποίων 2.967.686 επαναπατρίστηκαν ζωντανοί και 518.520 απεβίωσαν (γενικό ποσοστό θνησιμότητας 14,9%) (βλ. Πίνακα 9).
Τελικά εάν αφαιρέσουμε τους θανάτους των Σοβιετικών στην αιχμαλωσία (που ήταν προϊόν της ναζιστικής γενοκτονικής πολιτικής και όχι των μαχών), η σοβιετική πλευρά έχασε στο πεδίο της μάχης 6.961.200 άνδρες (συμπεριλαμβανομένων των συμμάχων της).
Από την άλλη πλευρά, εάν εφαρμόσουμε τη μεθοδολογική διόρθωση του Πίνακα 8, απομονώνοντας τις γερμανικές απώλειες αποκλειστικά στο Ανατολικό Μέτωπο βάσει των στοιχείων του Κριβοσέεφ και της δειγματοληψίας του Όβερμανς και αφαιρέσουμε τους θανάτους των δυνάμεων του Άξονα στην αιχμαλωσία, οι μάχιμοι θάνατοι του Άξονα (Γερμανοί και σύμμαχοι) ανέρχονται σε 4.272.963 άνδρες. Συγκεκριμένα οι μάχιμες απώλειες των Γερμανών (Βέρμαχτ και Όπλα SS) που έδρασαν στο Σοβιετο-Γερμανικό Μέτωπο, όπως καταγράφεται στον Πίνακα 5, ήταν 3.604,8 χιλιάδες και οι μάχιμες απώλειες των συμμάχων των Γερμανών όπως καταγράφεται στον Πίνακα 6 ήταν 668.163 άνδρες.
Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική επιχειρησιακή σχέση των μάχιμων θανάτων στο πεδίο ήταν περίπου 1 : 1,63 (6.961.200 / 4.273.000). Η υψηλότερη «ψαλίδα» των θανάτων (1:1,8) οφείλεται αποκλειστικά στη μονομερή εξόντωση των Σοβιετικών στρατιωτών αφότου είχαν ήδη αιχμαλωτιστεί.
Στη στρατιωτική επιστήμη, μια αναλογία 1,6 προς 1 εις βάρος του επιτιθέμενου θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή και υποδηλώνει υψηλή επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Ιστορικά, για να διασπάσει κανείς μια οργανωμένη, βαθιά εμπεδωμένη αμυντική γραμμή (όπως αυτές που έστηνε η Βέρμαχτ), απαιτείται τοπική αριθμητική υπεροχή τουλάχιστον 3 προς 1, και ο επιτιθέμενος νομοτελειακά υφίσταται μεγαλύτερες απώλειες.
Το 1 : 1,6 αποδεικνύει ότι ο Κόκκινος Στρατός δεν νίκησε με «τυφλά κύματα», αλλά επειδή ανέπτυξε και εφάρμοσε υποδειγματικά το δόγμα του «Βαθέως Πολέμου» (Deep Battle), πραγματοποιώντας τεράστιες, αριστοτεχνικές κυκλωτικές επιχειρήσεις (όπως η Επιχείρηση Μπαγκρατιόν το καλοκαίρι του 1944, η οποία προκάλεσε στη Βέρμαχτ απώλειες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του Στάλινγκραντ). Η σοβιετική στρατιωτική μηχανή ξεπέρασε τη γερμανική στο επιχειρησιακό και στρατηγικό επίπεδο, εγκλωβίζοντας και καταστρέφοντας ολόκληρες γερμανικές στρατιές, τις οποίες η γερμανική ηγεσία αδυνατούσε πλέον να αντικαταστήσει.
Επομένως η μεθοδολογική αποκατάσταση των αριθμών μετατρέπει τη σύγκριση από μια «βάρβαρη και άτεχνη σοβιετική αριθμητική επικράτηση» (όπως ήθελαν να την παρουσιάσουν οι Γερμανοί στρατηγοί για να δικαιολογήσουν την αποτυχία τους) σε μια πραγματική αναμέτρηση στρατιωτικών δογμάτων, όπου ο Κόκκινος Στρατός κέρδισε με την αξία του στο πεδίο της μάχης, πληρώνοντας μεν το βαρύ τίμημα του επιτιθέμενου, αλλά χωρίς τις εξωπραγματικές και μυθικές απώλειες που του καταλόγιζε η μεταπολεμική προπαγάνδα.
Σημειώσεις
1. Overmans R., 2004. Deutsche militärische Verluste im Zweiten Weltkrieg. München: De Gruyter Oldenbourg
2. Πάλι εκεί, σσ. 1-6, 144-148
3. Πάλι εκεί, σσ. 6, 91, 151-155, 196
4. Πάλι εκεί, σσ. 170-182, 203, 316
5. Πάλι εκεί, σσ. 190–196, 204, 228–230, 316, 334
6. Πάλι εκεί, σσ. 7, 161–163, 320
7. Πάλι εκεί, σ. 279
8. Πάλι εκεί
9. Πάλι εκεί, σ. 309
10. Πάλι εκεί, σ. 281
11. Η διαφορά ανάμεσα στο 5.318.220 του Πίνακα 1 και στο 5.318.531 του Πίνακα 2 είναι μόλις 311 άτομα. Αυτή η ελάχιστη απόκλιση προκύπτει επειδή στον Πίνακα 1 ο Όβερμανς στρογγυλοποίησε ελαφρώς ορισμένα μηνιαία μεγέθη (π.χ. σε ορισμένους μήνες με στρογγυλούς αριθμούς όπως 15.000 ή 30.000), ενώ στον Πίνακα 11 διατήρησε την πλήρη αναγωγή του δείγματος.
12. Overmans R., 2004, σ. 275
13. Πάλι εκεί, σ. 360
14. Πάλι εκεί, σ. 279
15. Πάλι εκεί, σ. 275
16. Πάλι εκεί, σ. 266
17. Πάλι εκεί, σ. 279
18. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σσ. 360-361
19. Πάλι εκεί, σ. 370
20. Πάλι εκεί, σ. 367
21. Πάλι εκεί, σσ. 371-372
22. Πάλι εκεί, σ. 364
23. Πάλι εκεί, σ. 371
24. Πάλι εκεί, σσ. 371-372
25. Πάλι εκεί, σ. 372
26. Krivosheev, G. F., ed. 1997, σ. 8
27. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 373
Βιβλιογραφία
Кривошеев Г. Ф. и др., 1993. Гриф секретности снят. Потери Вооружённых сил СССР в войнах, боевых действиях и военных конфликтах. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. Москва: Воениздат
Кривошеев Г. Ф. и др., 2001. Россия и СССР в войнах XX века. Потери вооружённых сил: Статистическое исследование. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. Россия и СССР в войнах XX века. Потери вооружённых сил: Статистическое исследование. Под ред. Г. Ф. Кривошеева. Москва: Олма-Пресс
Krivosheev, G. F., ed. 1997. Soviet Casualties and Combat Losses in the Twentieth Century. Mechanicsburg, PA: Stackpole Books
Кривошеев Г. Ф. и др., 2009. Великая Отечественная без грифа секретности. Книга потерь. Москва: Вече
НИИ (военной истории) Военной академии Генерального штаба ВС РФ. 2025. Великая Отечественная война 1941–1945 годов: энциклопедическое издание. Москва.
Overmans R., 2004. Deutsche militärische Verluste im Zweiten Weltkrieg. München: De Gruyter Oldenbourg

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .