Το Ανθρώπινο Κόστος της ΕΣΣΔ στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο (1941-1945): Από τις Συνολικές Δημογραφικές Απώλειες στις Επιχειρησιακές Απώλειες των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων (Τρίτο Μέρος)

1. Άρση απορρήτου

Στο δεύτερο μέρος αυτού του αφιερώματος είδαμε το ανθρώπινο κόστος της ΕΣΣΔ στη μεγαλύτερή του κλίμακα, τα σχεδόν είκοσι επτά εκατομμύρια ψυχές που χάθηκαν συνολικά, στρατιώτες και άμαχοι μαζί. Τώρα ήρθε η ώρα να στρέψουμε το βλέμμα στην αιχμή του δόρατος, στο στράτευμα, και να μετρήσουμε τις απώλειές του.

Το 1966 μια ειδική ομάδα στρατιωτικών, υπό τον στρατηγό Σεργκέι Στεμένκο, ανέλαβε να συγκεντρώσει και να επεξεργαστεί όλα τα στοιχεία για τους νεκρούς του στρατού, από τον Εμφύλιο ως το τέλος του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Δούλεψαν ως το 1968 και παρέδωσαν μια λεπτομερή έκθεση. Το πόρισμα όμως δεν είδε ποτέ το φως. Σφραγίστηκε ως άκρως απόρρητο και έμεινε στα συρτάρια του Γενικού Επιτελείου, ενώ ο κόσμος αρκούνταν σε στρογγυλεμένους αριθμούς και σε επετειακούς λόγους.

Το κλίμα άλλαξε στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Με την περεστρόικα και τη γκλάσνοστ, η χώρα άρχισε να μιλά ανοιχτά για το παρελθόν της, αλλά το κενό της επίσημης σιωπής γέμισε με σύγχυση. Στις εφημερίδες κυκλοφορούσαν αριθμοί που πηδούσαν αυθαίρετα από τα δεκατέσσερα ως τα είκοσι δύο εκατομμύρια, ο καθένας με τη δική του σκοπιμότητα. Μπροστά σε αυτή την παραζάλη, ο υπουργός Άμυνας Ντμίτρι Γιάζοφ ζήτησε το 1988 από την ηγεσία του κόμματος να δημοσιευτούν επιτέλους τα αληθινά στοιχεία.

Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε νέα επιτροπή, υπό την προεδρία του αναπληρωτή αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Μ. Α. Γκαρέεφ. Ανάμεσα στα μέλη της βρισκόταν και ένας αξιωματικός που θα έδενε αργότερα το όνομά του με όλο αυτό το ζήτημα, ο Γκριγκόρι Κριβοσέεφ. Η επιτροπή δεν ξεκίνησε από το μηδέν. Πάτησε πάνω στην παλιά, απόρρητη έρευνα του Στεμένκο, ξαναδούλεψε τα πρωτογενή αρχεία, διασταύρωσε ακόμη και με γερμανικές πηγές, και κατέληξε στον πραγματικό αριθμό των στρατιωτών που δεν γύρισαν ποτέ.

Οι πραγματικές στρατιωτικές απώλειες της ΕΣΣΔ (νεκροί στο πεδίο της μάχης, θανόντες από τραύματα, οριστικά αγνοούμενοι και μη επιστρέψαντες από την αιχμαλωσία) ανέρχονταν σε 8.668.400 άτομα1.

Το πόρισμα στάλθηκε στα τέλη του 1988 στην ηγεσία, όμως κρίθηκε ότι δεν ήταν σωστό να ανακοινωθούν μόνο οι στρατιωτικές απώλειες, χωρίς να έχει μετρηθεί και το κόστος σε αμάχους. Έτσι το θέμα πάγωσε προσωρινά. Το Γενικό Επιτελείο πήρε τότε την πρωτοβουλία, ενόψει των εορτασμών για τα σαράντα πέντε χρόνια από τη Νίκη, και τα στοιχεία βγήκαν σταδιακά στο φως, πρώτα μέσα από συνέντευξη του αρχηγού του, στρατηγού Μιχαήλ Μοϊσέγιεφ, τον Μάρτιο του 1990, και λίγο αργότερα σε μια μεγάλη επιστημονική διάσκεψη αφιερωμένη στην ίδια επέτειο.

Το επόμενο και αποφασιστικό βήμα ήταν να πάψουν αυτοί οι αριθμοί να βρίσκονται σε διάσπαρτες ανακοινώσεις και να γίνουν ολοκληρωμένο βιβλίο προς το ευρύ κοινό. Την ευθύνη αυτή ανέλαβε ομάδα στρατιωτικών ιστορικών υπό τον Κριβοσέεφ, η οποία μέχρι τα τέλη του 1991 είχε ετοιμάσει προς εκτύπωση τη θεμελιώδη αυτή έρευνα. Τελικά το βιβλίο εκδόθηκε το 1993 με τίτλο: «Η διαβάθμιση απορρήτου έχει αρθεί. Απώλειες των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ στους πολέμους, στις πολεμικές επιχειρήσεις και στις στρατιωτικές συγκρούσεις» (Гриф секретности снят. Потери Вооружённых сил СССР в войнах, боевых действиях и военных конфликтах). Αν και στις 406 σελίδες του βιβλίου εξετάζονται οι στρατιωτικές απώλειες από τον Εμφύλιο Πόλεμο μέχρι τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, το μεγαλύτερο μέρος του πονήματος (257 σελίδες)  καλύπτει το τρίτο κεφάλαιο όπου αναλύονται οι απώλειες κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο.

Με την πάροδο του χρόνου, η μελέτη εμπλουτίστηκε και επανεκδόθηκε αρκετές φορές με νέα κεφάλαια. Ενδεικτικά, το 2001 κυκλοφόρησε μια αναθεωρημένη έκδοση που ενσωμάτωσε στοιχεία για τις απώλειες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στον Ρωσο-Ιαπωνικό και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και δεδομένα για μετασοβιετικές τοπικές συγκρούσεις, ενώ το 2009 εκδόθηκε μια εξειδικευμένη μελέτη που εστίαζε αποκλειστικά στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, διευκρινίζοντας περαιτέρω τις απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και στρατιωτικό εξοπλισμό, παρέχοντας επιπλέον δεδομένα και για τις δυνάμεις της Ναζιστικής Γερμανίας και τις συμμαχικές της δυνάμεις, όπως η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Ρουμανία και η Φινλανδία. Ακριβώς σε αυτή την έκδοση του 2009, με τίτλο «Ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος. Μητρώο απωλειών χωρίς διαβάθμιση απορρήτου» (Великая Отечественная без грифа секретности. Книга потерь), θα στηριχθεί κατά κύριο λόγο η ανάλυση που ακολουθεί.

Η υποδοχή της μονογραφίας από τη διεθνή και εγχώρια ακαδημαϊκή κοινότητα υπήρξε ενθουσιώδης, με πολλούς κορυφαίους ιστορικούς να την αναγνωρίζουν ως ένα επαναστατικό έργο αναφοράς. Ο στρατιωτικός ιστορικός Ντέιβιντ Γκλαντς χαρακτήρισε τη μελέτη ως ένα κβαντικό άλμα στις γνώσεις της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με τις απώλειες της σοβιετικής περιόδου, τονίζοντας ότι τα ευρήματά της ευθυγραμμίζονται εντυπωσιακά με τα κατακερματισμένα στοιχεία των αποχαρακτηρισμένων αρχείων2. Αντίστοιχα, διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί όπως ο Κρις Μπέλαμι, ο Ουίλιαμ Νταν και ο Ρίτσαρντ Όβερι υπογράμμισαν την ανεκτίμητη αξία των λεπτομερών στατιστικών πινάκων, θεωρώντας το έργο απολύτως απαραίτητο θεμέλιο για οποιαδήποτε σοβαρή μελέτη της σοβιετικής στρατιωτικής ιστορίας. Σε εθνικό επίπεδο, δημογράφοι και ιστορικοί όπως ο Λεονίντ Ριμπακόφσκι και η Ν. Γιακοβένκο εξήραν τη μεθοδική προσέγγιση των υπολογισμών, θεωρώντας ότι οι συγγραφείς, έχοντας άμεση επαφή με τον υπολογισμό των απωλειών, προσφέρουν τα πλέον αξιόπιστα δεδομένα, χωρίς να υπάρχουν ανάλογα έργα στη σύγχρονη στρατιωτική βιβλιογραφία.

Το βιβλίο «Ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος. Μητρώο απωλειών χωρίς διαβάθμιση απορρήτου», του Γ. Φ. Κριβοσέεφ και της ερευνητικής του ομάδας, δομείται με τρόπο που ακολουθεί τη χρονολογική και θεματική εξέλιξη της σύγκρουσης, αναλύοντας διεξοδικά το ανθρώπινο και υλικό κόστος του πολέμου. Το έργο ξεκινά με μια εισαγωγική ενότητα που εξετάζει το προπολεμικό σκηνικό, αναλύοντας τον σχεδιασμό της φασιστικής επιθετικότητας και την ετοιμότητα της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στην επερχόμενη απειλή, περνώντας κατόπιν στην περιγραφή της εισβολής, της γενικής επιστράτευσης και του τεράστιου όγκου των κληρωτών που κλήθηκαν στα όπλα.

Οι ερευνητές, πριν προχωρήσουν στην αμιγώς στρατιωτική στατιστική, εξετάζουν, ορίζουν ρητά και διαχωρίζουν τις συνολικές απώλειες ολόκληρου του πληθυσμού της χώρας (άμαχου και στρατιωτικού) προκειμένου να θέσουν το συνολικό δημογραφικό πλαίσιο του πολέμου. Οι συγγραφείς εξηγούν ότι οι γενικές ανθρώπινες απώλειες της χώρας (τα 26,6 εκατομμύρια) υπολογίστηκαν από μια ειδική κρατική επιτροπή με τη μέθοδο του δημογραφικού ισοζυγίου για την περίοδο από τις 22 Ιουνίου 1941 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1945. Διευκρινίζουν ότι σε αυτόν τον αριθμό συμπεριλαμβάνονται Σοβιετικοί πολίτες που πέθαναν από πείνα και ασθένειες λόγω της αυξημένης θνησιμότητας στα κατεχόμενα και στα μετόπισθεν, άμαχοι που εξοντώθηκαν σε βομβαρδισμούς, καθώς και όσοι μετανάστευσαν και δεν επέστρεψαν ποτέ.

Ακριβώς επειδή το κεντρικό τους μέλημα ήταν ο στρατός, οι συγγραφείς έπρεπε να ξεκαθαρίσουν ποιο κομμάτι από αυτά τα 26,6 εκατομμύρια αφορούσε τον στρατό και ποιο τους αμάχους. Αναφέρουν λοιπόν ρητά ότι από τις συνολικές άμεσες ανθρώπινες απώλειες της χώρας (σχεδόν 27 εκατομμύρια), οι καθαρές αμετάκλητες απώλειες των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων, των συνοριακών και των εσωτερικών στρατευμάτων ανήλθαν αυστηρά σε 8.668.400 άτομα.

Στη συνέχεια, οι συγγραφείς καταγράφουν την εξέλιξη της δύναμης των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Ο κύριος κορμός της στατιστικής έρευνας επικεντρώνεται στην εν ενεργεία στρατιά και στόλο, παρουσιάζοντας αναλυτικά τη δύναμή τους και τις απώλειες ανά περίοδο και πολεμική εκστρατεία3.

 Αυτή η ανάλυση εξειδικεύεται σε εκτενή κεφάλαια που πραγματεύονται τις απώλειες στις μεγάλες στρατηγικές επιχειρήσεις, καθώς και στις ανεξάρτητες επιχειρήσεις των μετώπων. Το βιβλίο εμβαθύνει παρέχοντας εξαντλητικά δεδομένα για τις απώλειες των επιμέρους μετώπων, των ανεξάρτητων στρατιών, αλλά και του πολεμικού ναυτικού, καταγράφοντας ξεχωριστά τα θύματα των στόλων και των επιμέρους στολίσκων. Επιπρόσθετα, η μελέτη εξετάζει τις απώλειες ανά είδος ενόπλων δυνάμεων και βασικό όπλο του στρατού, συμπεριλαμβάνοντας κρίσιμα στοιχεία για τους αιχμαλώτους πολέμου, τους αγνοούμενους, καθώς και τους στρατιώτες των τιμωρητικών ταγμάτων και των αποσπασμάτων αναχαίτισης.

Πέρα από το ανθρώπινο δυναμικό, ένα ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο αφιερώνεται στην παραγωγή και την απώλεια οπλισμού και πολεμικού εξοπλισμού, αναλύοντας τις υλικές καταστροφές σε άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπορία, ενώ γίνεται μνεία και στη συμμαχική υλικοτεχνική βοήθεια μέσω του προγράμματος Lend-Lease. Για να προσφέρουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του μετώπου, οι ερευνητές παραθέτουν στη συνέχεια μια αναλυτική καταγραφή των ανθρώπινων απωλειών του εχθρού, εξετάζοντας τα θύματα της ναζιστικής Γερμανίας και των συμμαχικών της κρατών. Το έργο ολοκληρώνεται με μια γενική ανακεφαλαίωση και συγκριτική ανάλυση του συνόλου των ανθρώπινων απωλειών, και κλείνει με έναν επίλογο αφιερωμένο στη λαϊκή μνήμη, υπογραμμίζοντας το βαρύ τίμημα που κατέβαλε ο σοβιετικός λαός για την επίτευξη της νίκης.

2. Η μέθοδος της άμεσης καταμέτρησης (επιχειρησιακή προσέγγιση)

Η μεθοδολογία που ακολούθησε η ερευνητική ομάδα του στρατηγού Γ. Φ. Κριβοσέεφ για τον υπολογισμό των στρατιωτικών απωλειών βασίστηκε αυστηρά στη μέθοδο της άμεσης καταμέτρησης (ή λογιστική-στατιστική μέθοδο), χρησιμοποιώντας τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία του κράτους και των ενόπλων δυνάμεων.

Σε αντίθεση με τη μέθοδο του δημογραφικού ισοζυγίου που χρησιμοποιήθηκε για τον άμαχο πληθυσμό, η ομάδα του Κριβοσέεφ επιδίωξε να μετρήσει τις απώλειες με βάση τα στρατιωτικά έγγραφα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της μεθοδολογίας τους ήταν τα εξής:

1. Χρήση πρωτογενών στρατιωτικών αρχείων και αναφορών: Η έρευνα στηρίχθηκε στην ανάλυση και γενίκευση του τεράστιου όγκου των αναφορών που έστελναν τα μέτωπα, οι στόλοι, οι στρατιές και οι στρατιωτικές περιφέρειες προς το Γενικό Επιτελείο, σύμφωνα με τον κανονισμό επειγουσών αναφορών. Επιπλέον, εξετάστηκαν τα αρχεία της Κεντρικής Στρατιωτικής Ιατρικής Διεύθυνσης, ενώ για τις απώλειες των συνοριακών και εσωτερικών στρατευμάτων (ΕνΚαΒεΝτε) αντλήθηκαν στοιχεία απευθείας από την ΚαΓκεΜπε και το Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων.

2. Αυστηρός διαχωρισμός των απωλειών σε «Ανεπανόρθωτες» και «Υγειονομικές»: Οι ερευνητές ταξινόμησαν τις απώλειες σε δύο ξεκάθαρες κατηγορίες, στις ανεπανόρθωτες και στις υγειονομικές.

Οι ανεπανόρθωτες απώλειες στρατιωτικού προσωπικού συνιστούν το σύνολο του έμψυχου δυναμικού που βγαίνει οριστικά εκτός μάχης, υπό την έννοια της μόνιμης του απομάκρυνσης (ζωντανού ή νεκρού) από τις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων την περίοδο του πολέμου. Περιλαμβάνει το στρατιωτικό προσωπικό το οποίο έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων ή υπέκυψε στα τραύματά του κατά τα στάδια της υγειονομικής εκκένωσης και στα στρατιωτικά νοσοκομεία. Στην αυστηρή επιχειρησιακή καταγραφή, σε αυτές περιλαμβάνονται όλοι όσοι αιχμαλωτίστηκαν ή αγνοούνται, ανεξάρτητα από το εάν επιβίωσαν και επέστρεψαν μετά τη λήξη του πολέμου. Επίσης εδώ εντάσσονται και οι μη μάχιμες ανεπανόρθωτες απώλειες που αφορούν περιπτώσεις που δεν συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση πολεμικής αποστολής, ακόμη και όταν σημειώνονται εντός της εμπόλεμης ζώνης. Σε αυτές περιλαμβάνονται θάνατοι από ατυχήματα, απρόσεκτο χειρισμό οπλισμού, παραβιάσεις των κανονισμών ασφαλείας, φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές, λοιπά έκτακτα περιστατικά, θάνατοι από ασθένειες (τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και κατά τη νοσηλεία σε υγειονομικά ιδρύματα), αυτοκτονίες, καθώς και εκτελέσεις κατόπιν αποφάσεων στρατοδικείων για στρατιωτικά ή ποινικά αδικήματα4.

Οι υγειονομικές απώλειες περιλαμβάνουν όσους απώλεσαν προσωρινά τη μαχητική τους ικανότητα και διακομίστηκαν από το θέατρο των επιχειρήσεων σε ιατρικές μονάδες για διάστημα τουλάχιστον μίας ημέρας. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι τραυματίες από σφαίρες, θραύσματα πυροβολικού, όσοι υπέστησαν διάσειση από το ωστικό κύμα των εκρήξεων, όσοι υπέστησαν εγκαύματα και κρυοπαγήματα και οι ασθενείς που νόσησαν από παθολογικά ή επιδημιολογικά αίτια, τα οποία συχνά προκαλούνταν από τις εξαιρετικά κακές συνθήκες διαβίωσης, την έλλειψη καθαρού νερού ή τις καιρικές συνθήκες. Κακώσεις ή βραχείες ασθένειες που δεν απαιτούσαν την απομάκρυνση από τη μονάδα τους, δεν συμπεριλαμβάνονταν στις υγειονομικές απώλειες. Ενώ στις ανεπανόρθωτες απώλειες το κάθε άτομο καταγράφεται (ιδανικά) μόνο μία φορά επειδή βγαίνει οριστικά εκτός μάχης, στις υγειονομικές απώλειες υπάρχει εκτεταμένη πολλαπλή καταμέτρηση του ίδιου ατόμου5.

3. Εφαρμογή του «κατ’ εκτίμηση υπολογισμού» (расчетный способ) για τα κενά στα δεδομένα: Το μεγαλύτερο μεθοδολογικό πρόβλημα του Κριβοσέεφ ήταν η απουσία αναφορών κατά τους πρώτους τραγικούς μήνες του 1941 (ή σε άλλες μεγάλες ήττες όπως στο Κίεβο και το Χάρκοβο), όταν ολόκληρες σοβιετικές στρατιές περικυκλώνονταν και καταστρέφονταν, με αποτέλεσμα τα επιτελεία τους να μην μπορούν να στείλουν καμία αναφορά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιτροπή καθόρισε τις απώλειες κατ’ αναλογία: έλαβαν υπόψη την τελευταία καταγεγραμμένη δύναμη (λίστα) αυτών των μονάδων πριν την εξόντωσή τους, διασταύρωσαν τα στοιχεία με γερμανικά στρατιωτικά αρχεία, και κατέταξαν συλλήβδην αυτό τον αριθμό στην κατηγορία των «αγνοουμένων»6

4. Αφαίρεση όσων επέστρεψαν για την αποφυγή λαθών: Για να καταλήξουν στον καθαρό αριθμό των οριστικών απωλειών του στρατού, οι ερευνητές αφαίρεσαν από το σύνολο των ανεπανόρθωτων απωλειών τους στρατιώτες που είχαν θεωρηθεί αγνοούμενοι ή περικυκλωμένοι αλλά στρατολογήθηκαν εκ νέου όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη, και πρώην αιχμαλώτους που επέστρεψαν ζωντανοί από τα γερμανικά στρατόπεδα μετά τη λήξη του πολέμου.

5. Συνειδητή απόρριψη των στοιχείων των τοπικών στρατολογικών γραφείων: Μετά τη συνέντευξη του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Μιχαήλ Μοϊσέγιεφ, τον Μάρτιο του 1990, όπου για πρώτη φορά ανακοινώθηκε δημόσια ο αριθμός των 8,6 εκατομμυρίων απωλειών με βάση το πόρισμα της επιτροπής Γκαρέεφ, πρώτος ο στρατηγός Ι. Γερασίμοφ αμφισβήτησε την «επίσημη» κρατική γραμμή, με άρθρο του στο  «Ουκρανικό Ιστορικό Περιοδικό». Ο Γερασίμοφ υποστήριξε ότι, στο Κεντρικό Αρχείο του υπουργείου Άμυνας φυλασσόταν ένα καρτοθηκάριο ονομαστικών καρτελών πεσόντων και αγνοουμένων, από τα τοπικά στρατολογικά γραφεία, το οποίο ανερχόταν σε 17,4 εκατομμύρια (για την ακρίβεια 16,2 εκατομμύρια στρατιώτες και υπαξιωματικοί, συν 1,2 εκατομμύρια αξιωματικοί). Ως υπάλληλος του ίδιου του Κεντρικού Αρχείου του υπουργείου Άμυνας της Ρωσίας, ο αντισυνταγματάρχης Σ.Α. Ιλιένκοφ παρενέβη άμεσα στη συζήτηση. Αν και διαφώνησε με τον Γερασίμοφ ως προς την τελική ερμηνεία των 17,4 εκατομμυρίων, αντιτάχθηκε κατηγορηματικά και στην «επίσημη» εκτίμηση των 8,6 εκατομμυρίων νεκρών.

Η ομάδα του Κριβοσέεφ μελέτησε τα βιβλία των τοπικών στρατολογικών γραφείων, τα οποία κατέγραφαν τις ειδοποιήσεις θανάτου που στέλνονταν στις οικογένειες. Απέρριψαν αυτά τα αρχεία ως επιστημονικά αναξιόπιστα, καθώς διαπίστωσαν τεράστιο όγκο διπλοεγγραφών (π.χ. αποστολή ειδοποιήσεων σε πολλαπλά γραφεία επειδή οι οικογένειες είχαν μετακινηθεί ως πρόσφυγες). Επίσης, τα τοπικά γραφεία περιελάμβαναν στις στρατιωτικές απώλειες άτομα που στην πραγματικότητα δεν ανήκαν στον τακτικό στρατό, αλλά στην πολιτοφυλακή, σε παρτιζάνικες ομάδες ή σε ειδικούς σχηματισμούς πολιτικών υπουργείων.

 3. Οι δυνάμεις των δύο αντιπάλων πριν την έναρξη του πολέμου

Το σχέδιο με την κωδική ονομασία «Μπαρμπαρόσα» αποτέλεσε τον κεντρικό στρατηγικό σχεδιασμό της επιθετικής εκστρατείας της ναζιστικής Γερμανίας ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ο οποίος αποσκοπούσε στην ταχεία και ολοκληρωτική συντριβή του σοβιετικού κράτους.

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης ξεκίνησε με εντολή του Χίτλερ στις 21 Ιουλίου 1940 και διήρκεσε έως τον Ιανουάριο του 1941, με την τελική μορφή του σχεδίου να αποτυπώνεται στην Οδηγία Νο. 21 της Ανώτατης Διοίκησης της Βέρμαχτ (OKW) της 18ης Δεκεμβρίου 1940 και στην αντίστοιχη οδηγία της Ανώτατης Διοίκησης Στρατού Ξηράς (OKH) της 31ης Ιανουαρίου 19417.

Στον πυρήνα αυτού του πολεμικού σχεδίου βρισκόταν η ιδέα του «κεραυνοβόλου πολέμου», καθώς η γερμανική ανώτατη διοίκηση προσδοκούσε να καταστρέψει τις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις μέσα σε ένα εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, το οποίο υπολόγιζαν ότι δεν θα ξεπερνούσε τους πέντε με έξι μήνες, επιχειρώντας συντριπτικά χτυπήματα σε τεράστιο βάθος και σε ιδιαίτερα ευρύ μέτωπο8.

Για την επίτευξη αυτού του κολοσσιαίου στρατιωτικού στόχου, το σχέδιο προέβλεπε τη συγκέντρωση τεράστιων δυνάμεων στα ανατολικά σύνορα, οι οποίες αναπτύχθηκαν και οργανώθηκαν σε τρεις κύριες Ομάδες Στρατιών9.

Σύμφωνα με τη στατιστική ανάλυση του Γ. Φ. Κριβοσέεφ, η συνολική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων της ναζιστικής Γερμανίας,  λίγο πριν από την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση ανερχόταν σε 8,5 εκατομμύρια άνδρες. Ειδικότερα, η δύναμη που παρατάχθηκε απέναντι από την ΕΣΣΔ (η ανατολική ομάδα στρατιών της Γερμανίας και των συμμάχων της) αριθμούσε 5,5 εκατομμύρια στρατιώτες (εκ των οποίων 4,6 εκατομμύρια ήταν Γερμανοί και 900.000 ανήκαν στις συμμαχικές δυνάμεις).

Στο έδαφος της Ανατολικής Πρωσίας αναπτυσσόταν η Ομάδα Στρατιών «Βορράς» (διοικητής ο Στρατάρχης Β. Ρ. φον Λέεμπ), που είχε λάβει διαταγή να κατευθυνθεί και να κυριεύσει το Λένινγκραντ και την Κρονστάνδη και να αναγκάσει σε συνθηκολόγηση τον στόλο της Βαλτικής. Περιλάμβανε τη 18η και τη 16η Στρατιά και την 4η Ομάδα Αρμάτων Μάχης (Πάντσερ). Κατά την εισβολή στη Βαλτική, οι επιθετικές της δυνάμεις ανέρχονταν σε 655.000 άνδρες, 7.673 πυροβόλα και όλμους, και 1.389 άρματα μάχης. Τα επίγεια στρατεύματα υποστηρίζονταν από τον 1ο Αεροπορικό Στόλο (1.070 αεροσκάφη)10.

Στη Φινλανδία επιχειρούσε η γερμανική Στρατιά «Νορβηγία» και δύο φινλανδικές στρατιές – η «Νοτιοανατολική Στρατιά» και η «Στρατιά της Καρελίας». Οι δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί αποτελούνταν συνολικά από 407.500 άνδρες, 3.084 πυροβόλα, 192 άρματα μάχης. Οι τρεις στρατιές υποστηρίζονταν από το γερμανικό 5ο Αεροπορικό Στόλο (400 αεροσκάφη) και τη φινλανδική αεροπορία (500 αεροσκάφη)11. Στόχοι ήταν η κατάληψη του Μουρμάνσκ, η απομόνωση του σιδηροδρόμου προς Λένινγκραντ, η ανάκτηση εδαφών που είχε χάσει ο φινλανδικός στρατός στον Χειμερινό Πόλεμο (1939–1940).

Στο μέτωπο από το Γκολντάπ ως τη Βλοντάβα είχε αναπτυχθεί η Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» (διοικητής ο Στρατάρχης Φ. φον Μποκ), η οποία είχε λάβει διαταγή να σπάσει την άμυνα των σοβιετικών στρατευμάτων στο Μπρεστ και το Σουβάλκι, να καταστρέψει τις κύριες δυνάμεις της Δυτικής Ειδικής Στρατιωτικής Περιφέρειας κοντά στο Μινσκ, να καταλάβει το Σμολένσκ και να ανοίξει τον δρόμο προς τη Μόσχα. Περιλάμβανε την 9η και την 4η Στρατιά, την 2η και τη 3η Ομάδα Πάντσερ. Η συνολική δύναμη εισβολής της Ομάδας για το πρώτο χτύπημα ανερχόταν σε 634.900 άνδρες, 12.500 πυροβόλα (άνω των 50 mm) και 810 άρματα μάχης, ενώ την υποστήριζε ο 2ος Αεροπορικός Στόλος (1.680 αεροσκάφη)12.

Στο μέτωπο από το Λούμπλιν ως τις ακτές της Μαύρης θάλασσας επιχειρούσε η Ομάδα Στρατιών «Νότος» (διοικητής ο Στρατάρχης Γ. φον Ρούντστεντ), η οποία είχε λάβει διαταγή να συντρίψει τις σοβιετικές δυνάμεις στην Ουκρανία, στη Δυτική όχθη του Δνείπερου13, να κυριεύσει το Κίεβο και να εξασφαλίσει την κατοχή του Ντονμπάς και των βάσεων του στόλου της Μαύρης θάλασσας. Περιλάμβανε τις γερμανικές 6η, 17η, 11η Στρατιά, την 1η Ομάδα Πάντσερ, τις ρουμανικές 3η και 4η Στρατιά, και το ουγγρικό Καταδρομικό Σώμα Στρατού. Οι δυνάμεις της Ομάδας που είχαν εισβάλει στις 22 Ιουνίου στο έδαφος της Ουκρανίας (χωρίς να υπολογίζεται η 11η Στρατιά που παρέμενε στη Ρουμανία) ανέρχονταν σε 730.000 άνδρες, 9.700 πυροβόλα και όλμους, και 799 άρματα μάχης. Υποστηριζόταν από τον 4ο Αεροπορικό Στόλο με περίπου 800 αεροσκάφη, καθώς και από 500 αεροσκάφη της ρουμανικής αεροπορίας14 (772 αεροσκάφη είχαν μπει αμέσως στη μάχη την 22α Ιουνίου15).

Συνολικά περίπου 2,4 εκατομμύρια στρατιώτες του Άξονα διέσχισαν τα σύνορα τις πρώτες ώρες της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Πίσω από τις δυνάμεις του πρώτου κλιμακίου κρούσης (τις εμπροσθοφυλακές), η διοίκηση των χερσαίων δυνάμεων της Βέρμαχτ (OKH) διατηρούσε ισχυρές εφεδρείες, στις οποίες βρίσκονταν 24 ολόκληρες μεραρχίες (εκ των οποίων οι 3 ήταν τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες). Επίσης δεκάδες μεραρχίες πεζικού, όπως αυτές της 11ης Στρατιάς στη Ρουμανία, ακολουθούσαν πίσω από τα τεθωρακισμένα άρματα ή περίμεναν την εντολή για να διασχίσουν τα σύνορα τις επόμενες ημέρες. Εδώ θα πρέπει να προστεθούν μονάδες ανεφοδιασμού, μεταφορών, ιατρικό προσωπικό, μηχανικό, τμήματα κατασκευών και ασφάλειας μετόπισθεν. Επίσης τα 5.000 πολεμικά αεροσκάφη που παρατάχθηκαν απαιτούσαν χιλιάδες άτομα προσωπικό εδάφους, μηχανικούς, μονάδες επιμελητείας αεροδρομίων και τμήματα αντιαεροπορικής άμυνας, τα οποία λογίζονταν στη συνολική δύναμη αλλά δεν έκαναν έφοδο με το πεζικό.

Στον Πίνακα 2 με τίτλο  «Αναλογία των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ σε ποσοστά επί της αντίστοιχης συνολικής δύναμης προσωπικού παραμονές του πολέμου», η ερευνητική ομάδα διαχωρίζει την κατανομή του συνολικού προσωπικού για τη γερμανική πλευρά (τα 5,5 εκατομμύρια) ως εξής:

Στον Πίνακα 2 του έργου του Γ. Φ. Κριβοσέεφ, η αναλογία του προσωπικού της Πολεμικής Αεροπορίας μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ καταγράφεται ως 2 : 1 (1.54 : 1). Αυτοί οι αριθμοί προκύπτουν από τη διαφορά στην οργανωτική δομή των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών. Η γερμανική Πολεμική Αεροπορία (Luftwaffe) απασχολούσε το 23% του συνολικού προσωπικού των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ η αντίστοιχη σοβιετική Πολεμική Αεροπορία απασχολούσε μόλις το 11,5%. Δηλαδή σε επίπεδο αυστηρά αεροπορικού κλάδου, η Γερμανία διέθετε αναλογικά διπλάσιο προσωπικό (2 : 1)  σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Η αναλογία εντός παρένθεσης (1.54 : 1) προκύπτει όταν γίνει η αναγωγή για να συνυπολογιστούν οι Δυνάμεις Αντιαεροπορικής Άμυνας (ΠΒΟ). Όπως διευκρινίζουν οι συγγραφείς, στη γερμανική δομή τα αντιαεροπορικά στρατεύματα ανήκαν οργανικά στους αεροπορικούς στόλους, επομένως συμπεριλαμβάνονταν ήδη μέσα στο 23%. Στην ΕΣΣΔ, ωστόσο, οι αντιαεροπορικές δυνάμεις αποτελούσαν έναν εντελώς ξεχωριστό κλάδο, ο οποίος απασχολούσε το 3,4% του σοβιετικού στρατού. Εάν αθροίσουμε τη σοβιετική Αεροπορία (11,5%) και τη σοβιετική Αντιαεροπορική Άμυνα (3,4%), προκύπτει ένα συνολικό ποσοστό 14,9%. Συγκρίνοντας πλέον τις συνολικές αεροπορικές/αντιαεροπορικές δυνάμεις (το γερμανικό 23% με το σοβιετικό 14,9%), η πραγματική αναλογία διαμορφώνεται στο 1.54 : 1.

Ο Κριβοσέεφ παραθέτει αυτή την ανάλυση για να αναδείξει μια κρίσιμη ποιοτική διαφορά στην υποστήριξη των στρατευμάτων. Όπως σημειώνει, τα ποσοστά αυτά αποδεικνύουν ότι οι χερσαίες δυνάμεις της Γερμανίας στα θέατρα των επιχειρήσεων μπορούσαν να καλυφθούν από αέρος και να υποστηριχθούν από την αεροπορία μιάμιση φορά πιο αξιόπιστα σε σχέση με τα αντίστοιχα στρατεύματα του Κόκκινου Στρατού κατά τις παραμονές του πολέμου16.

Τις παραμονές της γερμανικής εισβολής, στις 22 Ιουνίου 1941, η συνολική δύναμη του Κόκκινου Στρατού και του Πολεμικού Ναυτικού ανερχόταν σε 4.826.907 στρατιωτικούς. Επιπλέον, 74.940 άτομα ανήκαν σε σχηματισμούς άλλων υπηρεσιών που υπάγονταν επιμελητειακά στο Λαϊκό Κομισαριάτο Άμυνας. Οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις διέθεταν συνολικά 303 μεραρχίες και 22 ταξιαρχίες, εκ των οποίων οι 198 ήταν μεραρχίες πεζικού, 13 ιππικού, 31 μηχανοκίνητες και 61 τεθωρακισμένες, με τις τελευταίες να εντάσσονται σε 29 μηχανοκίνητα σώματα17. Η στρατηγική κατανομή αυτού του τεράστιου στρατιωτικού μηχανισμού αντικατόπτριζε την αχανή έκταση της χώρας και τις πολλαπλές γεωπολιτικές απειλές.

 Στις εσωτερικές στρατιωτικές περιφέρειες (Καύκασος, Κεντρική Ασία) και στην Εφεδρεία της Ανώτατης Διοίκησης (ΡΒΓΚ) διατηρούνταν 105 μεραρχίες και 8 ταξιαρχίες, αποτελώντας περισσότερο από το 35% της συνολικής δύναμης. Στην Άπω Ανατολή και την Υπερβαϊκάλη είχαν αναπτυχθεί 32 μεραρχίες και 5 ταξιαρχίες (άνω του 10%) για τη διασφάλιση των συνόρων με την Ιαπωνία. 

Το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι από τις δυνάμεις του Άξονα έφεραν τα στρατεύματα πέντε δυτικών συνοριακών Στρατιωτικών Περιφερειών οι οποίες, με την έναρξη του πολέμου, μετασχηματίστηκαν σε  αντίστοιχα πολεμικά Μέτωπα. Στη διάθεσή τους βρισκόταν η μερίδα του λέοντος της ειρηνικής περιόδου, δηλαδή 166 μεραρχίες και 9 ταξιαρχίες, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε πάνω από το 54% του συνόλου18. Πιο αναλυτικά η κατανομή των σοβιετικών δυνάμεων τις παραμονές της 22ας Ιουνίου 1941 στις πέντε στρατιωτικές περιφέρειες είχε ως εξής:

1. Στρατιωτική Περιφέρεια Λένινγκραντ (Βόρειο Μέτωπο) με διοικητή τον αντιστράτηγο  Μ. Μ. Ποπόφ. Προσωπικό 426.000 άνδρες, πυροβόλα και όλμοι 9.589, άρματα μάχης 1.857 και 2.104 αεροσκάφη.

2. Ειδική Στρατιωτική Περιφέρεια Βαλτικής (Βορειοδυτικό Μέτωπο) με διοικητή τον στρατηγό Φ. Ι. Κουζνετσόφ. Προσωπικό 440.000 άνδρες (χωρίς να συνυπολογίζεται ο Στόλος της Βαλτικής), πυροβόλα και όλμοι περίπου 5.000, άρματα μάχης 1.274 και 1.078 αεροσκάφη.

3. Ειδική Δυτική (Λευκορωσική) Στρατιωτική Περιφέρεια (Δυτικό Μέτωπο) με διοικητή τον στρατηγό στρατιάς (Генерал армии) Ντ. Γκ. Παβλόφ. Προσωπικό 625.000 άνδρες, πυροβόλα και όλμοι 10.296, άρματα μάχης 2.189 και 1.539 αεροσκάφη.

4. Ειδική Στρατιωτική Περιφέρεια Κιέβου (Δυτικό Μέτωπο) με διοικητή τον στρατηγό Μ. Π. Κιρπονός. Προσωπικό 975.000 άνδρες, πυροβόλα και όλμοι 12.064, άρματα μάχης 4.783 και 1.759 αεροσκάφη.

5. Στρατιωτική Περιφέρεια Οδησσού (Νότιο Μέτωπο) με 364.700 άνδρες, 4.097 άρματα μάχης και 2.720 αεροσκάφη, μαζί με αυτά των τριών δυτικών πολεμικών Στόλων (Βαλτικής, Βόρειος, Μαύρης Θάλασσας). 

Το ανθρώπινο δυναμικό στο Δυτικό Θέατρο Επιχειρήσεων συνολικά, μαζί με τους τρεις δυτικούς στόλους, ανερχόταν σε 2.900.000 άνδρες. Διέθεταν 32.900 πυροβόλα και όλμους (χωρίς τους όλμους 50 χιλιοστών), 14.200 άρματα μάχης και 9.200 πολεμικά αεροσκάφη19. Αν και οι Σοβιετικοί υπερτερούσαν συντριπτικά σε απόλυτους αριθμούς τεθωρακισμένων (14.200 έναντι 4.300) και αεροσκαφών (9.200 έναντι 5.000) έναντι του Άξονα, μειονεκτούσαν σοβαρά σε ανθρώπινο δυναμικό κρούσης: ο Άξονας είχε συγκεντρώσει 5,5 εκατομμύρια άνδρες, αποκτώντας αναλογία 1,9:1 υπέρ του στους άνδρες.

Πέραν των εντυπωσιακών αριθμών, ο Κριβοσέεφ εξηγεί αναλυτικά τα μειονεκτήματα του Κόκκινου Στρατού απέναντι στη Βέρμαχτ την παραμονή της εισβολής:

  • Κατακερματισμένη διάταξη: Τα σοβιετικά στρατεύματα δεν ήταν συμπαγώς συγκεντρωμένα στη μεθόριο, αλλά κατανεμημένα σε υπερβολικά μεγάλο βάθος. Πάνω στην ίδια τη γραμμή των συνόρων υπήρχαν μόνο μεμονωμένα φυλάκια με ελαφρύ οπλισμό και ελάχιστες μικρές μονάδες επιφορτισμένες με την κατασκευή οχυρωματικών έργων. Την τεράστια μεθοριακή γραμμή από το Μούρμανσκ έως τη Μαύρη Θάλασσα φρουρούσαν αποκλειστικά 47 χερσαία και 6 ναυτικά συνοριακά αποσπάσματα των δυνάμεων της ΕνΚαΒεΝτε, συνεπικουρούμενα από 11 συντάγματα εσωτερικών στρατευμάτων. Το πρώτο κλιμάκιο των στρατιών προκάλυψης βρισκόταν ανεπτυγμένο στα μετόπισθεν σε απόσταση 5 έως 50 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Ακόμη πιο μακριά, οι εφεδρείες των περιφερειών (το δεύτερο κλιμάκιο) βρίσκονταν διασκορπισμένες σε απόσταση 100 έως 400 χιλιομέτρων από την οριογραμμή.
  • Λειψανδρία μονάδων: Ενώ οι γερμανικές μεραρχίες πεζικού ήταν πλήρως επανδρωμένες με βάση τα πολεμικά πρότυπα (14.000 έως 16.000 άνδρες), οι σοβιετικές μεραρχίες που τους αντιμετώπιζαν είχαν τεράστιες ελλείψεις. Παρότι η προβλεπόμενη δύναμή τους ήταν 14.500 άτομα, στην πραγματικότητα οι περισσότερες διέθεταν από 5.000 έως 9.000 άνδρες. Είναι ενδεικτικό ότι, σε επίπεδο δυτικών μετώπων, υπήρχαν 20 μεραρχίες που απαιτούσαν άμεση συμπλήρωση προσωπικού σε ποσοστό 25% έως 50%. Παράλληλα με το αριθμητικό έλλειμμα, οι μονάδες αυτές στερούνταν επαρκώς εκπαιδευμένου προσωπικού.
  • Εξοπλισμός: Ένας μεγάλος αριθμός του εξοπλισμού στις δυτικές περιφέρειες ήταν παλαιών προδιαγραφών ή προβληματικός. Στα συγκεντρωτικά νούμερα του εξοπλισμού περιλαμβάνονταν περίπου 2.200 άρματα μάχης και 1.700 αεροσκάφη που απαιτούσαν άμεση επισκευή ή βρίσκονταν ήδη σε επισκευή. Η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω από ένα «Εγχειρίδιο καταγραφής και αναφοράς» που εκδόθηκε το 1940, το οποίο κατέτασσε παλαιά οπλικά συστήματα (π.χ. τα εκτός παραγωγής άρματα ΒΤ-2 και ΒΤ-5) στην κορυφαία κατηγορία μάχιμης ετοιμότητας, δημιουργώντας μια πλασματική εικόνα επιχειρησιακής ισχύος στα χαρτιά. 
  • Αδυναμίες υποστήριξης: Η πιο αδύναμη πλευρά των σοβιετικών δυνάμεων, σύμφωνα με την ανάλυση, ήταν η πολύ κακή τους εξάρτυση σε μέσα επικοινωνίας (διαβιβάσεις), καθώς και οι ελλείψεις στην αντιαρματική και αντιαεροπορική τους άμυνα.

Συμπερασματικά, ο Κριβοσέεφ τονίζει ότι ο αριθμός των σχηματισμών στους Πίνακες 1 και 2 δεν αποτυπώνει πλήρως τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων, καθώς ο Κόκκινος Στρατός μειονεκτούσε σημαντικά στο επίπεδο της πλήρους πολεμικής ετοιμότητας και της τεχνικής αξιοπιστίας έναντι των επιτιθέμενων Γερμανών20.

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 3, εάν διαβάσουμε την γραμμή του συνόλου, περισσότερο από το 55% των διοικητικών στελεχών (διοικητών) πριν από τον πόλεμο βρίσκονταν στις θέσεις τους για λιγότερο από μισό χρόνο (προκύπτει από το άθροισμα: 18,3% έως 3 μήνες + 37,0% από 3 έως 6 μήνες = 55,3%) και μόνο το ένα τέταρτο από αυτούς μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε εμπειρία, καθώς κατείχαν τις θέσεις τους για περισσότερο από ένα χρόνο (16,7% για 1-2 έτη + 8,3% για άνω των 2 ετών = 25%).

Ο Κριβοσέεφ εξηγεί ότι, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται ευρέως, αυτή η χαώδης κατάσταση με τα στελέχη δεν οφειλόταν αποκλειστικά στις σταλινικές εκκαθαρίσεις, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι από το 1939 η δύναμη του Κόκκινου Στρατού είχε σχεδόν διπλασιαστεί. Η μαζική συγκρότηση νέων τεθωρακισμένων, αεροπορικών και πυροβολικών σχηματισμών απαιτούσε τη συνεχή και βεβιασμένη μετακίνηση στελεχών σε ανώτερες θέσεις, με αποτέλεσμα να τις αναλαμβάνουν άπειροι αξιωματικοί που παρέμεναν στο πόστο τους για ελάχιστους μήνες. Μάλιστα, λόγω αυτής της ανάγκης, το 13,6% των διοικητών τοποθετήθηκε σε θέσεις χωρίς να διαθέτει καν στρατιωτική εκπαίδευση21.

Η εγκυκλοπαιδική έκδοση «Великая Отечественная война 1941–1945 годов. Энциклопедическое издание», που εκπονήθηκε από το Επιστημονικό Ερευνητικό Ινστιτούτο Στρατιωτικής Ιστορίας υπό τη συντακτική επιτροπή των Β. Μπ. Ζαρουντνίτσκι, Ι. Ι. Μπάσικ και Α. Ν. Σπίριν, ιεραρχεί τους ίδιους παράγοντες αντίστροφα. Αναγνωρίζει μεν την ταχεία αύξηση της δύναμης, την οποία όμως παρουσιάζει ως θετικό μέτρο ισχυροποίησης, και αποδίδει την ανεπάρκεια των στελεχών κυρίως στις εκκαθαρίσεις, σημειώνοντας ότι την περίοδο 1936 έως 1941 καταδικάστηκαν για πολιτικούς λόγους πάνω από 2.200 άτομα του διοικητικού και επιτελικού προσωπικού, με αποτέλεσμα μόνο το 8,5% των διοικητών μεραρχιών και περίπου το 12% των διοικητών στρατιών να παραμένουν στη θέση τους πάνω από δύο χρόνια22. Ο ίδιος ο στρατάρχης Ζούκοφ, ο οποίος στην αρχή του πολέμου με τον βαθμό του στρατηγού ήταν ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, το 1956 καταγγέλλει ότι «το Γενικό Επιτελείο και το Λαϊκό Κομισαριάτο Άμυνας, από την πρώτη κιόλας στιγμή, είχαν αποδιοργανωθεί από τον Στάλιν»23, ενώ την απειρία της ηγεσίας των μετώπων την ομολογεί έμμεσα και ο ίδιος ο Στάλιν, ο οποίος, κατά την αφήγηση του Ζούκοφ, παραδεχόταν στις 22 Ιουνίου 1941 ότι «οι διοικητές των μετώπων μας δεν έχουν επαρκή πείρα στη διεύθυνση των πολεμικών επιχειρήσεων»24. Η γραμμή της Εγκυκλοπαίδειας και του Ζούκοφ έχει ευρύτερη ιστοριογραφική στήριξη.

Ο Ντ. Βολκογκόνοφ αναλύει διεξοδικά πώς οι μαζικές διώξεις αποδεκάτισαν τον Κόκκινο Στρατό και προκάλεσαν ανεπανόρθωτη ζημιά στην ηγεσία του. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι από τον Μάιο του 1937 έως τον Σεπτέμβριο του 1938, δηλαδή μέσα σε ενάμιση χρόνο, υπέστησαν διώξεις 36.761 άτομα στον στρατό και πάνω από 3.000 άτομα στον στόλο25. Αυτός ο «θανατηφόρος σίφουνας» έπληξε πρωτίστως τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, τους πολιτικούς επιτρόπους και τον κεντρικό μηχανισμό του Λαϊκού Κομισαριάτου Άμυνας. Ως συνέπεια αυτής της αιματηρής εκκαθάρισης, επήλθε ραγδαία πτώση του μορφωτικού δυναμικού στις ένοπλες δυνάμεις. Ο Βολκογκόνοφ παραθέτει αποκαλυπτικά στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, στις αρχές του 1941, μόλις το 7,1% των διοικητών διέθετε ανώτατη στρατιωτική εκπαίδευση, το 55,9% είχε μέση εκπαίδευση, το 24,6% είχε περάσει από ταχύρρυθμα τμήματα, ενώ ένα 12,4% των διοικητών και των πολιτικών καθοδηγητών δεν είχε καμία απολύτως στρατιωτική εκπαίδευση. Ο Βολκογκόνοφ υπογραμμίζει ότι στη στρατιωτική οργάνωση τα στελέχη αποτελούσαν τον πιο αδύναμο κρίκο, διότι ο Στάλιν «είχε εξοντώσει τους καλύτερους ανθρώπους»26. Το τεράστιο έλλειμμα σε στρατιωτικούς ειδικούς που δημιουργήθηκε το 1937-1938 θα απαιτούσε τουλάχιστον 5 έως 7 χρόνια για να καλυφθεί, χρόνο που η ιστορία δεν διέθετε27.

Ο Στάλιν, έχοντας εξοντώσει ολόκληρα στρώματα διοικητικών στελεχών, έφερε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους που προώθησε βιαστικά για να καλύψουν τα κενά. Ο Βολκογκόνοφ τονίζει ότι οι κολοσσιαίες απώλειες που υπέστη ο στρατός σχετίζονταν σε τεράστιο βαθμό με την ανικανότητα πολλών «πρόωρα προαχθέντων» (скороспелые) διοικητών, οι οποίοι αντικατέστησαν εκείνους που είχε εξοντώσει ο «ηγέτης» πριν από τον πόλεμο28. Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η χώρα και ο στρατός τον Ιούνιο του 1941, σημειώνει ο Βολκογκόνοφ, ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των λανθασμένων υπολογισμών, της υπεροψίας, της έλλειψης διορατικότητας και των συνεπειών της αιματηρής τρομοκρατίας.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η θεμελιώδης μονογραφία του Ολέγκ Σουβενίροφ «Η τραγωδία του Κόκκινου Στρατού 1937-1938», που εκδόθηκε το 1998 και θεωρείται σταθμός στη μελέτη της επίδρασης των διώξεων στη μαχητική ικανότητα, καθώς εξετάζει συστηματικά τον ρόλο των διοικητικών, πολιτικών και δικαστικών οργάνων στη διαδικασία της καταστολής. Το έργο του Σουβενίροφ ανοίγει μια νέα περίοδο στην ιστοριογραφία του ζητήματος, παρακολουθώντας ολόκληρη τη διαδρομή, από τη σύλληψη και την ανάκριση ως την εκτέλεση, χιλιάδων στρατιωτικών την περίοδο 1937 έως 1941. Δίπλα του στέκουν και άλλοι ερευνητές που δίνουν παρόμοια ή και υψηλότερα μεγέθη, όπως ο Ντ. Μ. Προέκτορ που επίσης αναφέρει σαράντα χιλιάδες, ο Ν. Γ. Παβλένκο που κάνει λόγο για τριάντα έξι χιλιάδες επτακόσιους εξήντα έναν στρατιωτικούς ηγέτες που υπέστησαν διώξεις από τον Μάιο του 1937 ως τον Σεπτέμβριο του 1938, και ο Β. Γ. Κλέβτσοφ που ανεβάζει τους φυσικά εξοντωμένους αξιωματικούς στις τριάντα πέντε χιλιάδες διακόσιους29.

Ανακεφαλαιώνοντας, ενώ ο Κριβοσέεφ αναζητά την αιτία της υποστελέχωσης σε μια αντικειμενική, θεσμική δυσκολία, η συντριπτική πλειοψηφία της ρωσικής ιστοριογραφίας την τοποθετεί στην πολιτική σφαίρα, στις διώξεις και στην προσωπική ευθύνη του Στάλιν.

Όπως και να έχει, οι δύο εξηγήσεις δεν αλληλοαποκλείονται αναγκαστικά, αφού η βεβιασμένη επέκταση και οι εκκαθαρίσεις λειτούργησαν αθροιστικά, επιδεινώνοντας η μία τα αποτελέσματα της άλλης.

Στην προετοιμασία των στρατιωτικών στελεχών μεγάλη σημασία είχε η κατανόηση από μέρους τους της φύσης του πολέμου, του χαρακτήρα των πιθανών πολεμικών επιχειρήσεων, των τρόπων χρησιμοποίησης των στρατευμάτων σε αυτές. Πριν από τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, στην εκπαίδευση των στρατευμάτων του Κόκκινου Στρατού επικρατούσε η επιθετική θεματολογία, ιδίως η θεωρία των βαθιών επιχειρήσεων και αγώνων.

Στην ουσία, αυτή ήταν μια πρωτοποριακή θεωρία, αλλά είχε «προτρέξει» σημαντικά την πραγματική κατάσταση εκείνων των χρόνων – το επίπεδο τεχνικού εξοπλισμού των στρατευμάτων, την προετοιμασία τους, την ικανότητα των διοικητικών στελεχών να διοικήσουν στρατεύματα σε τέτοιες επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, κατά την εκπαίδευση των επιτελείων, των στρατευμάτων και των στρατιωτικών στελεχών δεν δινόταν επαρκής προσοχή στην οργάνωση και διεξαγωγή άμυνας, στις μάχες περικύκλωσης και κατά την υποχώρηση. Στην πράξη αγνοούνταν μια θεμελιώδης αρχή στον σχεδιασμό και τη διεξαγωγή του πολέμου: προετοιμάζοντας βαθιές και αποφασιστικές επιχειρήσεις για τη συντριβή του αντιπάλου, δεν μπορούσε να αποκλειστεί ότι παρόμοιες ενέργειες θα πραγματοποιούνταν και από την πλευρά του. Στη θεωρία και στην πρακτική του διοικητικού προσωπικού του Κόκκινου Στρατού, όλων των στρατιωτικών στελεχών του, είχε αποδειχθεί λανθασμένη η άποψη για την έναρξη του πολέμου από τη φασιστική Γερμανία. «Η αιφνίδια μετάβαση σε επίθεση σε τέτοια κλίμακα, και μάλιστα αμέσως με όλες τις διαθέσιμες και εκ των προτέρων αναπτυγμένες δυνάμεις στις σημαντικότερες στρατηγικές κατευθύνσεις», έγραφε αργότερα ο Γ. Κ. Ζούκοφ, «δηλαδή ο χαρακτήρας του ίδιου του πλήγματος, στο σύνολό του δεν είχε προβλεφθεί από εμάς. Ούτε ο λαϊκός επίτροπος, ούτε εγώ, ούτε οι προκάτοχοί μου Μ. Μ. Σαπόσνικοφ, Κ. Α. Μερέτσκοφ και η ηγεσία του Γενικού Επιτελείου είχαμε υπολογίσει ότι ο αντίπαλος θα συγκέντρωνε τέτοια μάζα τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων στρατευμάτων και θα τα έριχνε από την πρώτη κιόλας ημέρα σε ισχυρές, συμπαγείς ομάδες σε όλες τις στρατηγικές κατευθύνσεις με σκοπό την πρόκληση συντριπτικών διασπαστικών πληγμάτων»30.

Ο Κριβοσέεφ τονίζει ότι «παρόμοιος τρόπος έναρξης πολέμου η Γερμανία είχε ήδη εφαρμόσει κατά την επίθεση στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και στην Πολωνία. Υπήρχε χρόνος να αναλυθεί, να ληφθεί υπόψη στην προετοιμασία των στρατευμάτων και των στρατιωτικών στελεχών μας. Δυστυχώς, αυτό δεν είχε γίνει πλήρως. Και μέρος των στρατιωτικών στελεχών του Κόκκινου Στρατού είχε βρεθεί απροετοίμαστο για τη διοίκηση στρατευμάτων σε περίπλοκη κατάσταση. Αυτή ήταν μία από τις αιτίες των μεγάλων απωλειών του Κόκκινου Στρατού στους πρώτους μήνες του πολέμου31.

4. Το αρχικό Σοκ  

Η έναρξη της Επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου 1941 αποτελεί ένα από τα πλέον δραματικά και καθοριστικά ορόσημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σηματοδοτώντας την απότομη και βίαιη κατάρρευση των σοβιετικών στρατηγικών ψευδαισθήσεων.

Η ιστορική ανάλυση των πρώτων εικοσιτετραώρων της σύγκρουσης, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη σύνθεση των απομνημονευμάτων της ανώτατης σοβιετικής ηγεσίας και των σύγχρονων ιστορικών και στατιστικών καταγραφών, αποκαλύπτει το μέγεθος του στρατιωτικού αιφνιδιασμού, της πολιτικής διστακτικότητας και της επακόλουθης διοικητικής παράλυσης του Κόκκινου Στρατού. Παρά τις επανειλημμένες και σαφείς προειδοποιήσεις από δίκτυα κατασκόπων, ξένες διπλωματικές αντιπροσωπείες και το ίδιο το Γενικό Επιτελείο, ο Ιωσήφ Στάλιν παρέμενε εγκλωβισμένος στην απόλυτη πεποίθηση ότι οι εκτεταμένες γερμανικές κινήσεις στα σύνορα αποτελούσαν απλές προκλήσεις, αρνούμενος πεισματικά να αποδεχτεί το ενδεχόμενο μιας αιφνίδιας διμέτωπης γερμανικής επίθεσης32.

Το σοβιετικό ηγετικό επιτελείο, στην προσπάθειά του να μην παράσχει στη ναζιστική Γερμανία κανένα απολύτως πρόσχημα που θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια επίθεση και να μην κατηγορηθεί η ΕΣΣΔ ως επιτιθέμενη, καθυστέρησε τραγικά την εντολή για πολεμική ετοιμότητα. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, ο Στάλιν απέρριψε επανειλημμένα, τόσο στις 13 όσο και στις 20 Ιουνίου, τις αγωνιώδεις προτάσεις του Λαϊκού Κομισαριάτου Άμυνας για την πλήρη κινητοποίηση των παραμεθόριων στρατιωτικών περιφερειών, με ολέθριο αποτέλεσμα τα στρατεύματα να παραμένουν σε επισφαλή ειρηνική διάταξη μέχρι την ύστατη ώρα. Ακόμη και οι προσπάθειες μιας συγκεκαλυμμένης, μυστικής επιστράτευσης περίπου 850.000 εφέδρων κατά την άνοιξη, οι οποίοι κλήθηκαν υπό το πρόσχημα εκπαιδευτικών συγκεντρώσεων, δεν στάθηκαν ικανές να ολοκληρώσουν τη στρατηγική ανάπτυξη των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων προτού εκδηλωθεί η γερμανική εισβολή33.

Η δραματική κλιμάκωση της 21ης Ιουνίου κορυφώθηκε όταν Γερμανοί στρατιώτες διέσχισαν τα σύνορα με κίνδυνο της ζωής τους και προειδοποίησαν ρητά τις σοβιετικές προφυλακές για την επικείμενη επίθεση τα ξημερώματα της επομένης. Όταν ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Γ. Κ. Ζούκοφ, και ο λαϊκός κομισάριος Άμυνας, στρατάρχης Σ. Κ. Τιμοσένκο, μετέφεραν την κρίσιμη αυτή πληροφορία στον Στάλιν, ο τελευταίος, αν και εμφανώς ανήσυχος, συνέχισε να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ως μια καλοστημένη προβοκάτσια των Γερμανών στρατηγών που δρούσαν ίσως αυτόβουλα. Αποτέλεσμα αυτής της άρνησης αποδοχής της πραγματικότητας ήταν η συγγραφή και έκδοση της περιβόητης Οδηγίας Νο. 1, η οποία, αν και διέτασσε τα στρατεύματα να λάβουν μυστικά θέσεις μάχης στις οχυρωμένες περιοχές και να καμουφλάρουν την αεροπορία, ταυτόχρονα τους απαγόρευε ρητά να ανταποκριθούν σε οποιαδήποτε πρόκληση που θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπλοκές34. Η οδηγία αυτή εστάλη υπερβολικά καθυστερημένα προς τις στρατιωτικές περιφέρειες, κυριολεκτικά τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Ιουνίου, όταν πλέον τα χιτλερικά στρατεύματα ήταν ήδη έτοιμα να εξαπολύσουν το σφοδρό τους πλήγμα, καθιστώντας την ουσιαστικά ανενεργή και μη εφαρμόσιμη από τις μονάδες πρώτης γραμμής.

Λίγο μετά τις 3:00 τα ξημερώματα, ο απόλυτος στρατηγικός αιφνιδιασμός που επιδίωκε το γερμανικό επιτελείο έγινε σκληρή πραγματικότητα. Μαζικοί και σφοδροί αεροπορικοί βομβαρδισμοί της Luftwaffe έπληξαν ανηλεώς σοβιετικές πόλεις όπως το Μούρμανσκ, το Κάουνας, το Μινσκ, το Κίεβο, την Οδησσό και τη Σεβαστούπολη, καθώς και ναυτικές βάσεις, κρίσιμους συγκοινωνιακούς κόμβους και στρατιωτικά αεροδρόμια κατά μήκος ενός τεράστιου μετώπου από τη Βαλτική Θάλασσα μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Η σοβιετική πολεμική αεροπορία υπέστη ένα συντριπτικό και ανεπανόρθωτο πλήγμα προτού καν προλάβει να αντιδράσει ή να απογειωθεί, χάνοντας περίπου 1.200 αεροσκάφη μόνο κατά την πρώτη ημέρα των επιχειρήσεων, γεγονός που παραχώρησε στη γερμανική πλευρά την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη αεροπορική κυριαρχία35. Ο στρατάρχης Ζούκοφ περιγράφει με συγκλονιστική ιστορική λεπτομέρεια στα απομνημονεύματά του την αρχική αντίδραση του Σοβιετικού ηγέτη, ο οποίος παρέμεινε σιωπηλός στο τηλέφωνο ακούγοντας τις αναφορές για τους μαζικούς βομβαρδισμούς αδυνατώντας να αρθρώσει λόγο, καταδεικνύοντας την ψυχολογική κατάρρευση και το μέγεθος του σοκ μπροστά στη διάψευση των εκτιμήσεών του36. Κατά την έκτακτη σύγκληση του Πολιτικού Γραφείου λίγο αργότερα, εμφανώς σαστισμένος, αναρωτιόταν αν πρόκειται για προβοκάτσια που ίσως αγνοούσε ο ίδιος ο Χίτλερ, διατάσσοντας τον Μόλοτοφ να καλέσει επειγόντως τον Γερμανό πρέσβη Φον Σούλενμπουργκ για εξηγήσεις. Μόνο μετά την επίσημη και τυπική ανακοίνωση της κήρυξης του πολέμου από τον Γερμανό πρέσβη37, ο Στάλιν συνειδητοποίησε το αναπόδραστο της σύγκρουσης, βυθιζόμενος σε μια μακρόσυρτη, καταθλιπτική σιωπή, ενώ η εισβολή αναπτυσσόταν πλέον ραγδαία προς όλες τις στρατηγικές κατευθύνσεις.

 Εν τω μεταξύ, στο θέατρο των επιχειρήσεων επικρατούσε το απόλυτο χάος. Το γερμανικό σχέδιο επίθεσης περιελάμβανε την εκτεταμένη ρίψη δολιοφθορέων στα σοβιετικά μετόπισθεν, οι οποίοι, δρώντας αστραπιαία, κατέστρεψαν τα δίκτυα ενσύρματης τηλεφωνικής και τηλεγραφικής επικοινωνίας38. Καθώς οι περισσότερες μονάδες κάλυψης δεν διέθεταν ασυρμάτους και με τις τηλεφωνικές γραμμές κομμένες, τα σοβιετικά επιτελεία βρέθηκαν κυριολεκτικά «τυφλά» και «κωφά», αδυνατώντας να μεταδώσουν διαταγές ή να λάβουν ακριβείς αναφορές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η σοβιετική κεντρική ηγεσία προχώρησε το πρωί της 22ας Ιουνίου στην έκδοση της Οδηγίας Νο. 2, διατάσσοντας τα στρατεύματα να αναχαιτίσουν και να καταστρέψουν τις εχθρικές δυνάμεις στα σύνορα39. Η διαταγή αυτή, η οποία αγνοούσε πλήρως τη ραγδαία προέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων και την παντελή απώλεια της αεροπορικής κάλυψης, ήταν απολύτως ανεδαφική, ουτοπική και αδύνατον να εφαρμοστεί στην πράξη από μονάδες που τελούσαν ήδη υπό καθεστώς διάλυσης.

 Η επιχειρησιακή κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία και ανεπανόρθωτα το ίδιο βράδυ με την εσπευσμένη έγκριση της διαβόητης Οδηγίας Νο. 3. Με τον Στάλιν να παρακάμπτει τους φυσιολογικούς μηχανισμούς του Γενικού Επιτελείου, στέλνοντας τους ανώτατους επιτελείς απευθείας στα μέτωπα ως εκπροσώπους της Στάβκα, η Ανώτατη Διοίκηση λειτούργησε σπασμωδικά, απαιτώντας άμεση γενική αντεπίθεση και μεταφορά του πολέμου μέσα στο εχθρικό έδαφος. Η εν λόγω Οδηγία προέβλεπε εξαιρετικά φιλόδοξες κυκλωτικές κινήσεις με στόχο την ταχεία κατάληψη περιοχών όπως το Σουβάλκι και το Λούμπλιν, προκαλώντας τις έντονες ενστάσεις έμπειρων αξιωματικών, συμπεριλαμβανομένου του Ζούκοφ, οι οποίοι επισήμαιναν με απόγνωση την παντελή έλλειψη πληροφοριών για τη συγκέντρωση, τις δυνάμεις και τη διάταξη του εχθρού40. Η βεβιασμένη εφαρμογή της Οδηγίας Νο. 3 είχε καταστροφικές συνέπειες για τον ήδη βαριά δοκιμαζόμενο Κόκκινο Στρατό. Τα πολυάριθμα αλλά οργανωτικά ανέτοιμα μηχανοκίνητα σώματα ρίχτηκαν στη μάχη εντελώς τμηματικά, εξουθενωμένα από εξαντλητικές πορείες εκατοντάδων χιλιομέτρων και βαλλόμενα υπό τη συνεχή, θανατηφόρα απειλή της γερμανικής αεροπορίας.

5. Γενική Επιστράτευση

Η γενική επιστράτευση κηρύχθηκε την ημέρα της εισβολής με Διάταγμα του Προεδρείου του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, στις περιοχές των στρατιωτικών περιφερειών Λένινγκραντ, Βαλτικής, Δυτικής, Κιέβου, Οδησσού, Χαρκόβου, Ορέλ, Μόσχας, Αρχάγγελσκ, Ουραλίων, Σιβηρίας, Βόλγα, Βόρειου Καυκάσου και Υπερκαυκάσου. Στην επιστράτευση υπάγονταν οι στρατεύσιμοι των ετών γέννησης 1905–1918 (οι κλάσεις 1919–1922 βρίσκονταν ήδη σε ενεργό στρατιωτική υπηρεσία). Η πρώτη ημέρα προσέλευσης των επιστρατευμένων στα στρατολογικά κέντρα είχε οριστεί για τις 23 Ιουνίου41.

Το 1939 ο Κόκκινος Στρατός εγκατέλειψε το παλιό σύστημα της εδαφικής πολιτοφυλακής και μετατράπηκε σε έναν τεράστιο τακτικό στρατό. Η ηλικία στράτευσης μειώθηκε, η διάρκεια θητείας αυξήθηκε. Παρόλα αυτά η επιστρατευτική ανάπτυξη των Ενόπλων Δυνάμεων είχε δυσχερανθεί από την αβεβαιότητα της προπολεμικής κατάστασης: από τη μία πλευρά, η στρατιωτική απειλή από τη Γερμανία ήταν προφανής και αυξανόταν· από την άλλη, η ηγεσία της ΕΣΣΔ επιδίωκε να καθυστερήσει την έναρξη του πολέμου και δεν επιθυμούσε να οξύνει την κατάσταση με ανοιχτά μέτρα επιστράτευσης. Παραμονές του πολέμου στην ΕΣΣΔ είχαν αρχίσει ωστόσο να υλοποιούνται ορισμένα μέτρα επιστρατευτικής ανάπτυξης των Ενόπλων Δυνάμεων. Για παράδειγμα από 1 έως 10 Ιουνίου 1941 πραγματοποιήθηκε η κλήση 805.000 ανδρών της εφεδρείας για τις λεγόμενες «Μεγάλες εκπαιδευτικές συγκεντρώσεις εφέδρων» που στην ουσία αποτελούσαν συγκεκαλυμμένη επιστράτευση42. Τελικά η ειρηνική (ενεργή) δύναμη του στρατού είχε αυξηθεί ραγδαία, από 1,1 εκατομμύριο άνδρες το 1936, στα 4,8 εκατομμύρια στρατιώτες μέχρι την έναρξη του πολέμου τον Ιούνιο του 1941.

Ο Κόκκινος Στρατός διέθετε στο οργανόγραμμά του τον ασύλληπτο αριθμό των 303 μεραρχιών, αν και περίπου το ένα τέταρτο από αυτές βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο της συγκρότησης. Για να φτάσουν όλες αυτές οι μεραρχίες στην προβλεπόμενη πολεμική τους σύνθεση (π.χ. 14.000+ άνδρες για μια μεραρχία πεζικού), απαιτούνταν εκατομμύρια έφεδροι.

Μόνο για το έτος 1941, το σχέδιο προέβλεπε να δημιουργηθούν από το μηδέν τέσσερις νέες διοικήσεις στρατιών, 19 μεραρχίες πεζικού, 3 σώματα αεροπορίας, 20 μεραρχίες αεροπορίας και αντιαεροπορικής άμυνας, πάνω από 130 αεροπορικά συντάγματα, καθώς και να ολοκληρωθούν 16 από τα νέα μηχανοκίνητα σώματα. Μόνο για τη στελέχωση αυτών των νέων και μόνο μονάδων απαιτούνταν επιπλέον 1,5 εκατομμύριο άνδρες (καθώς και πάνω από 10.000 άρματα μάχης και 10.000 αεροσκάφη).

Το σχέδιο επιστράτευσης του 1941 (το λεγόμενο ΜΠ-41) έπρεπε να υπολογίσει πόσοι ακριβώς άνδρες θα χρειάζονταν για να γεμίσουν όλα αυτά τα άδεια «κουτάκια» του οργανογράμματος των 303 μεραρχιών (να καλυφθούν δηλαδή τα κενά του 40-50% στους άνδρες του πεζικού και οι δραματικές ελλείψεις στα τεθωρακισμένα και τις μεταφορές), και να μετατρέψουν αυτή τη δομή της ειρήνης σε μια πλήρως αναπτυγμένη πολεμική μηχανή. Το άθροισμα αυτών των αναγκών άγγιξε τα 9 εκατομμύρια ανθρώπους, επιβάλλοντας στην κρατική μηχανή μια διαδικασία επιστράτευσης κολοσσιαίων διαστάσεων43.

Το σχέδιο κινητοποίησης (ΜΠ-41) προέβλεπε ότι τα κλιμάκια κάλυψης της πρώτης γραμμής έπρεπε να είναι έτοιμα σε 2-3 ημέρες, ενώ η πλήρης ανάπτυξη των υπολοίπων δυνάμεων μάχης και των μετόπισθεν έπρεπε να ολοκληρωθεί στις 29 Ιουνίου 1941.

Η ραγδαία προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στη νοτιοδυτική Βαλτική, τη Δυτική Λευκορωσία και τη Δυτική Ουκρανία κατέστησε αδύνατη την ολοκλήρωση της επιστράτευσης σε αυτές τις περιοχές. Ως αποτέλεσμα, τα στρατεύματα των δυτικών περιφερειών αναγκάστηκαν να μπουν στη μάχη διαθέτοντας μόνο το 60-70% της δύναμής τους σε προσωπικό, χωρίς ανεπτυγμένα μετόπισθεν και με εξαιρετικά περιορισμένα μεταφορικά μέσα. Επιπλέον, λόγω της ταχείας προώθησης του εχθρού, τεράστιος αριθμός δυνητικών εφέδρων – πάνω από 2 εκατομμύρια άνδρες – εγκλωβίστηκε στα κατεχόμενα εδάφη. Περίπου 500.000 επιστρατευμένοι των παραμεθόριων περιοχών πιάστηκαν αιχμάλωτοι ή σκοτώθηκαν καθ’ οδόν, πριν καν φτάσουν στις μονάδες τους. Στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας, που δεν είχαν πληγεί άμεσα από την εισβολή, η επιστράτευση διεξήχθη με εξαιρετική οργάνωση και ταχύτητα. Μέσα σε μόλις 8 ημέρες πολέμου (μέχρι την 1η Ιουλίου 1941) επιστρατεύθηκαν 5,3 εκατομμύρια άνδρες44.

Τον Αύγουστο του 1941, λόγω της ανάγκης αναπλήρωσης των απωλειών, της επάνδρωσης των νέων σχηματισμών και μονάδων που είχαν αρχίσει να συγκροτούνται, καθώς και της δημιουργίας εφεδρειών, επιστρατεύτηκαν οι γεννηθείς των 1890–1904 και οι κληρωτοί του 1923. Η κλήση των επόμενων ηλικιών διεξαγόταν κατά τον συνήθη τρόπο (σύμφωνα με τον Νόμο περί καθολικής στρατιωτικής υποχρέωσης του 1939). Συνολικά, κατά την περίοδο του πολέμου είχαν κληθεί οι στρατεύσιμοι έως και το έτος γέννησης 192745. Σημαντικό μέρος των μεγαλύτερων σε ηλικία ανδρών εντάχθηκε σε εργατικές φάλαγγες και κατευθύνθηκε για υποστηρικτική εργασία στη βιομηχανία, τις μεταφορές και την κατασκευή οχυρωματικών έργων. Επιπρόσθετα, προκειμένου να βρεθούν νέοι ανθρώπινοι πόροι, τον Ιανουάριο του 1942 το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ αποφάσισε να επιτρέψει τη στράτευση πολιτών που είχαν καταδικαστεί για ελαφρά εγκλήματα (σε ποινές φυλάκισης έως δύο έτη), αναστέλλοντας την ποινή τους. Μέσω αυτής της απόφασης εντάχθηκαν στον Κόκκινο Στρατό και τον Στόλο 233.474 άτομα στο διάστημα 1942-194546.  Μόνο μέσα στους πρώτους 8 μήνες της σύγκρουσης, η Σοβιετική Ένωση κατάφερε να επιστρατεύσει περίπου 11 εκατομμύρια ανθρώπους. Από αυτούς, πάνω από 9 εκατομμύρια κατευθύνθηκαν άμεσα για τη στελέχωση μάχιμων στρατευμάτων, εφεδρικών μονάδων και στρατιωτικών σχολών.

Στον Πίνακα 4, το γενικό σύνολο των επιστρατευμένων και κληρωτών στα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου καταγράφεται ως 31.812.158. Όμως, όπως επισημαίνει η υποσημείωση με τον αστερίσκο (*) κάτω από τον πίνακα, στο νούμερο αυτό περιλαμβάνονται 2.237.300 άτομα που επιστρατεύθηκαν δύο φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου (πρόκειται για αναρρώσαντες τραυματίες, στρατιώτες που θεωρούνταν αγνοούμενοι και ξανακλήθηκαν μετά την απελευθέρωση των εδαφών, και άτομα που είχαν σταλεί προσωρινά στη βιομηχανία). Αν από το συνολικό αριθμό αφαιρέσουμε αυτούς που κλήθηκαν διπλά, έχουμε: 31.812.158 – 2.237.300 = 29.574.858 (αριθμός που στρογγυλοποιείται στα 29.575.000).

Για να βρούμε τον συνολικό αριθμό των ανθρώπων που «φόρεσαν στρατιωτική στολή», πρέπει στους καθαρούς επιστρατευμένους να προσθέσουμε και τη δύναμη του τακτικού προπολεμικού στρατού, ο οποίος βρισκόταν ήδη υπό τα όπλα πριν ξεκινήσει η επιστράτευση. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω στις 22 Ιουνίου υπηρετούσαν 4.826.900 άνδρες στον Στρατό και τον Στόλο και 74.900 άνδρες σε σχηματισμούς άλλων πολιτικών υπηρεσιών που εκτελούσαν κρίσιμες υποστηρικτικές, κατασκευαστικές και συγκοινωνιακές λειτουργίες για λογαριασμό των ενόπλων δυνάμεων και για αυτό τον λόγο  εντάσσονταν στο σύστημα ανεφοδιασμού του Λαϊκού Κομισαριάτου Άμυνας.

Κάνοντας την τελική πρόσθεση έχουμε: 29.574.858 (νέοι μοναδικοί επιστρατευμένοι) + 4.826.900 (προπολεμικός στρατός) + 74.900 (άλλες υπηρεσίες) = 34.476.658 άτομα.

Ο Πίνακας 4 κρύβει αρκετά περισσότερα από το γενικό σύνολο, γιατί αναλύει τους επιστρατευμένους σε δύο άξονες, χρονικά και κατά κατηγορία, και από αυτούς προκύπτουν τρία ουσιαστικά συμπεράσματα.

Το πρώτο και εντυπωσιακότερο είναι η χρονική συγκέντρωση της επιστράτευσης στον πρώτο χρόνο του πολέμου. Από τις 22 Ιουνίου 1941 ως την 1η Μαΐου 1942, δηλαδή σε δέκα μόλις μήνες, κλήθηκαν 15.384.837 άνθρωποι, αριθμός που αντιστοιχεί στο 48,4% ολόκληρης της επιστράτευσης των τεσσάρων ετών, την ώρα ακριβώς της κατάρρευσης και των μεγάλων εγκλωβισμών. Στη συνέχεια ο ετήσιος ρυθμός πέφτει απότομα και σταθερά, σε 5.328.392 για το υπόλοιπο του 1942, 5.901.436 μέσα στο 1943, 4.646.250 μέσα στο 1944 και μόλις 551.243 στο πρώτο τετράμηνο του 1945. Αυτή η φθίνουσα καμπύλη δεν σημαίνει μειωμένη ανάγκη, αλλά εξάντληση της δεξαμενής, αφού η χώρα είχε ήδη αντλήσει το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού της στην αρχή.

Το δεύτερο συμπέρασμα προκύπτει από το υποσύνολο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, που ο πίνακας δίνει χωριστά. Από τους 31.812.158 συνολικά, οι 21.187.617 κλήθηκαν στο έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δηλαδή το 66,6% του συνόλου. Το εύρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν το αντιπαραβάλεις με την εθνοτική κατανομή των απωλειών που θα δούμε παρακάτω, όπου οι Ρώσοι αντιστοιχούσαν στο 66,4% των ανεπανόρθωτων απωλειών. Η σχεδόν απόλυτη ταύτιση των δύο ποσοστών, γύρω στα δύο τρίτα, δείχνει ότι το βάρος τόσο της επιστράτευσης όσο και της θυσίας έπεσε αναλογικά στον ίδιο πληθυσμό, και επιτρέπει το επιχείρημα ότι οι απώλειες κατανεμήθηκαν κατά προσέγγιση σύμφωνα με τη συνεισφορά κάθε περιοχής σε έμψυχο δυναμικό.

Το τρίτο συμπέρασμα αφορά τη διάκριση ανάμεσα στους κληρωτούς νεοσύλλεκτους και τους εφέδρους, που ο πίνακας αποτυπώνει μέσα από τις στήλες κατά έτος γέννησης. Από το σύνολο των 31,8 εκατομμυρίων, μόνο 6.568.059 ήταν κληρωτοί που έφταναν σε στρατεύσιμη ηλικία κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ οι υπόλοιποι, περίπου το 79%, ήταν έφεδροι. Το ακόμη πιο σκληρό στοιχείο βρίσκεται στη σύνθεση αυτών των νέων κληρωτών κατά έτος γέννησης, όπου φαίνεται η βαθμιαία στράτευση ολοένα νεότερων γενεών. Καλούνται 1.168.866 άνδρες γεννημένοι το 1924, 1.164.163 του 1925, 870.183 του 1926 και τελικά, ως το 1945, η σειρά φτάνει και στη γενιά του 1927, δηλαδή σε δεκαεπτάχρονους και δεκαοκτάχρονους. Η προοδευτική κάθοδος στα νεότερα έτη γέννησης είναι το δημογραφικό αποτύπωμα της εξάντλησης, αφού ο στρατός αναγκαζόταν να στραφεί στα παιδιά καθώς στέρευαν οι ενήλικες.

Ένα μοναδικό χαρακτηριστικό της σοβιετικής προσπάθειας ήταν η μαζική στράτευση γυναικών, κυρίως ηλικίας 19-30 ετών για μονάδες της πρώτης γραμμής και έως 45 ετών για τα μετόπισθεν, προκειμένου να αντικαταστήσουν τους άνδρες. Από την κλήση στον στρατό, στον στόλο και στα στρατεύματα του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων (НКВД) είχαν απαλλαγεί οι γυναίκες με οικογενειακά βάρη, οι έγκυες, καθώς και όσες εργάζονταν σε επιχειρήσεις της πολεμικής βιομηχανίας, στα όργανα του НКВД και του Λαϊκού Κομισαριάτου Κρατικής Ασφάλειας, στις σιδηροδρομικές και υδάτινες μεταφορές, καθώς και οι φοιτήτριες ανωτάτων σχολών και τεχνικών σχολών. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες εντάχθηκαν στις ένοπλες δυνάμεις: 177.065 στάλθηκαν στις μονάδες Αντιαεροπορικής Άμυνας, 41.886 υπηρέτησαν στις Επικοινωνίες/Διαβιβάσεις, 41.224 στελέχωσαν τις στρατιωτικές-υγειονομικές μονάδες (ως ιατροί, νοσοκόμες, τραυματιοφορείς), 40.209 γυναίκες εντάχθηκαν στην Πολεμική Αεροπορία (όπου υπήρξαν τρία αποκλειστικά γυναικεία αεροπορικά συντάγματα), 20.889 υπηρέτησαν στο Πολεμικό Ναυτικό, κ.ά47.

Η στράτευση των γυναικών στον Κόκκινο Στρατό, όπως την τεκμηριώνει ο Πίνακας 5, δίνει την εικόνα ενός δυναμικού που όχι μόνο ήταν μαζικό, αλλά και προωθήθηκε βαθιά προς τη μάχιμη ζώνη. Την 1η Ιανουαρίου 1943 υπηρετούσαν κατά δύναμη 348.309 γυναίκες στρατιωτικοί, εκ των οποίων 239.954, δηλαδή πάνω από τα δύο τρίτα, στα ενεργά μέτωπα. Την 1η Ιανουαρίου 1944 ο αριθμός κορυφώνεται στις 473.040, με 308.109 στα μέτωπα, και την 1η Ιανουαρίου 1945 σταθεροποιείται στις 463.503 συνολικά, με 318.980 στα μέτωπα. Το σταθερά υψηλό μερίδιο των γυναικών που βρίσκονταν στα ενεργά μέτωπα, από τα δύο τρίτα προς τα τρία τέταρτα, δείχνει ότι δεν επρόκειτο για συμβολική παρουσία στα μετόπισθεν, αλλά για ουσιαστική ένταξη στον πολεμικό μηχανισμό.

Ο ίδιος πίνακας δίνει και την κατανομή κατά βαθμό, με βάση την κατάσταση της 1ης Ιανουαρίου 1945. Από τις γυναίκες στρατιωτικούς, οι 70.647 ήταν αξιωματικοί, οι 113.990 υπαξιωματικοί, οι 276.809 στρατιώτες και οι 2.057 σπουδάστριες και δόκιμες. Η ύπαρξη πάνω από εβδομήντα χιλιάδων γυναικών αξιωματικών είναι από μόνη της ενδεικτική του βαθμού στον οποίο ο θεσμός ενσωμάτωσε γυναίκες σε θέσεις ευθύνης48.

Επιπλέον, υπήρχε σημαντική συνεισφορά από το «πολιτικό έμμισθο προσωπικό» (вольнонаемный состав),  δηλαδή  άνδρες και γυναίκες που προσλαμβάνονταν με εθελοντική σύμβαση σε θέσεις υποστήριξης (επιτελεία, υγειονομικές, επισιτιστικές, ιματισμού, πλυντηρίων και επισκευαστικές υπηρεσίες). Αποτελεί χωριστή κατηγορία από τις γυναίκες στρατιωτικούς του Πίνακα 5 που καταγράφεται στον Πίνακα 5α. Την 1η Ιανουαρίου 1943 ήταν 369.673 άτομα και έφτασαν τους 512.161 εργαζομένους, με σχεδόν τους μισούς να υπηρετούν απευθείας στα μέτωπα49.

Για τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων, κατά την περίοδο του πολέμου είχαν επιταχθεί και είχαν διατεθεί στα στρατεύματα 335.663 αυτοκίνητα, 39.350 τρακτέρ, 2.579.997 άλογα και 551.864 άμαξες με πλήρη εξάρτυση έλξης.

Η επιστράτευση της οικονομίας διεξαγόταν υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Ως αποτέλεσμα της γερμανικής κατοχής, το 1941, των δυτικών περιοχών της χώρας, όπου βρισκόταν σχεδόν το ήμισυ των παραγωγικών δυνάμεων του κράτους, η επιστράτευση της οικονομίας στην ΕΣΣΔ πραγματοποιούνταν ταυτόχρονα με τη μαζική εκκένωση της βιομηχανίας και του πληθυσμού προς τις ανατολικές περιοχές. Παρά ταύτα, η επιστράτευση της οικονομίας είχε ολοκληρωθεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Ήδη την άνοιξη του 1942 οι εκκενωμένες επιχειρήσεις στην ανατολή είχαν αρχίσει να παράγουν πολεμικό υλικό, και έως τα μέσα του καλοκαιριού εκείνου του έτους είχε εξασφαλιστεί μαζική παραγωγή οπλισμού και διαφόρων ειδών στρατιωτικού εξοπλισμού50.

6. Η αριθμητική δύναμη των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων κατά τη διάρκεια του πολέμου

Μελετώντας τα απολογιστικά στατιστικά στοιχεία για την εξέλιξη της μηνιαίας  αριθμητικής δύναμης του Κόκκινου Στρατού του Πίνακα 6, θα πρέπει καταρχάς να πούμε ότι η πραγματική δύναμη υπό τα όπλα σε κάθε ημερομηνία είναι το άθροισμα του προσωπικού που βρίσκεται σε υπηρεσία και των νοσηλευομένων. Με αυτή τη λογική, η μέγιστη δύναμη κατά την περίοδο του πολέμου σημειώνεται την 1η Ιουλίου 1943, όταν οι 11.449.404 σε υπηρεσία μαζί με τους 731.420 νοσηλευόμενους δίνουν σχεδόν 12,18 εκατομμύρια, ακριβώς στο κατώφλι της Μάχης του Κουρσκ (βλ. Πιν. 6 και Διαγρ. 1). Η πιο προσεκτική εξέταση του Πίνακα 6 επιτρέπει την εξαγωγή ορισμένων ουσιαστικών συμπερασμάτων:

Το πρώτο και ισχυρότερο συμπέρασμα είναι το παράδοξο της σταθερότητας. Παρά τις τεράστιες ανεπανόρθωτες απώλειες όπως θα δούμε παρακάτω, η μηνιαία δύναμη του Κόκκινου Στρατού παρέμεινε επί τρία ολόκληρα χρόνια, από τις αρχές του 1942 ως τις αρχές του 1945, εγκλωβισμένη σε μια στενή ζώνη γύρω στα 10 με 11,5 εκατομμύρια σε υπηρεσία (βλ. Πιν. 6 και Διαγρ. 1). Αυτή η φαινομενική ακινησία δεν σημαίνει απουσία απωλειών, αλλά το αντίθετο. Κρύβει από κάτω της μια τεράστια κυκλοφορία, όπου εκατομμύρια χάνονταν και εκατομμύρια αναπληρώνονταν, με τον μηχανισμό της επιστράτευσης να δουλεύει σαν ιμάντας που ξαναγέμιζε διαρκώς τις τάξεις. Η σταθερότητα του συνόλου είναι, με άλλα λόγια, η μαρτυρία μιας δυναμικής ισορροπίας και όχι μιας ηρεμίας.

Το δεύτερο συμπέρασμα αφορά το 1941 και είναι ορατό με γυμνό μάτι. Από την 1η Ιουνίου ως την 1η Οκτωβρίου 1941 η δύναμη σε υπηρεσία σχεδόν διπλασιάστηκε, από 4.275.713 σε 7.920.081, μια αύξηση πάνω από 3,6 εκατομμύρια μέσα σε τέσσερις μήνες, που αποτυπώνει τη γενική επιστράτευση μετά την εισβολή. Εντυπωσιακό είναι ότι ο στρατός μεγάλωνε ακόμη κι ενώ αιμορραγούσε, επειδή η ροή των νεοσυλλέκτων ξεπερνούσε τον ρυθμό των απωλειών. Η μοναδική εξαίρεση, και το πιο εύγλωττο αριθμητικό ίχνος ολόκληρου του πίνακα, είναι η πτώση του Νοεμβρίου 1941, όταν η δύναμη υποχώρησε από 7.920.081 σε 6.983.814, χάνοντας περίπου 936.000 άνδρες μέσα σε έναν μήνα. Εδώ αποτυπώνεται η καταστροφή των μεγάλων εγκλωβισμών της Βιάζμα και του Μπριάνσκ κατά την Επιχείρηση Τυφώνας, η μοναδική στιγμή στη φάση της ανάπτυξης όπου οι απώλειες ξεπέρασαν προσωρινά τις αναπληρώσεις (βλ. Διάγραμμα 1).

Το τρίτο συμπέρασμα προκύπτει από τη στήλη των νοσηλευομένων, που λειτουργεί σαν βαρόμετρο της έντασης των μαχών. Όσο πιο σφοδρές οι επιχειρήσεις, τόσο γεμίζουν τα νοσοκομεία. Στο πρώτο εξάμηνο του 1941 η στήλη είναι κενή (βλ. Πιν. 6), γιατί η χωριστή καταγραφή των νοσηλευομένων ξεκίνησε αργότερα, αλλά από τον Ιούλιο του 1941 και μετά ο αριθμός εκτοξεύεται, και στα κορυφαία έτη 1943 και 1944 υπερβαίνει σταθερά το ένα εκατομμύριο, με ακραίες τιμές όπως οι 1.320.719 του Νοεμβρίου 1943, στον απόηχο του Κουρσκ και των μαχών του Δνείπερου, ή οι 1.313.700 του Φεβρουαρίου 1944 (βλ. Πιν. 6 και Διαγ.1). Οι μήνες με τους πολλούς νοσηλευόμενους είναι, ουσιαστικά, ο χάρτης των μεγάλων επιθέσεων.

Το τέταρτο συμπέρασμα αφορά τον ρυθμό των επιχειρήσεων και φαίνεται στις εποχικές διακυμάνσεις. Η γερμανική θερινή επίθεση του 1942 προς το Στάλινγκραντ και τον Καύκασο αποτυπώνεται στη μείωση της δύναμης από 10.459.113 τον Ιούνιο σε 9.647.962 τον Σεπτέμβριο του 1942, δηλαδή σε απώλεια περίπου 811.000 ανδρών, ακριβώς την περίοδο που ο στρατός δεχόταν τα βαρύτερα πλήγματα του δεύτερου έτους.

Το πέμπτο και τελευταίο συμπέρασμα είναι η απότομη κατάρρευση των αριθμών στο τέλος του 1945, που δεν είναι πια απώλεια αλλά αποστράτευση. Μετά τη Νίκη, η δύναμη σε υπηρεσία έπεσε από 10.788.153 την 1η Ιουνίου σε μόλις 6.154.743 την 1η Δεκεμβρίου 1945, δηλαδή περισσότερα από 4,6 εκατομμύρια άνδρες αποχώρησαν από τις τάξεις μέσα σε έξι μήνες. Είναι η πιο απότομη και συνεχής πτώση όλου του πίνακα και του διαγράμματος, και σηματοδοτεί τη μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη (βλ. Πιν. 6 και Διαγ. 1).

7. Ισοζύγιο αξιοποίησης των ανθρώπινων πόρων που κλήθηκαν και επιστρατεύθηκαν την περίοδο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Αν υπάρχει ένας πίνακας που συμπυκνώνει τη λογική ολόκληρου του εγχειρήματος της ομάδας του Κριβοσέεφ, αυτός είναι το ισοζύγιο αξιοποίησης του έμψυχου δυναμικού. Η επιλογή της μορφής δεν είναι τυχαία. Ένα ισοζύγιο πόρων οφείλει εξ ορισμού να ισοσκελίζει, δηλαδή το σύνολο των εισροών πρέπει να ισούται με το σύνολο των εκροών και του τελικού υπολοίπου, και ακριβώς αυτή η μορφή το μετατρέπει από απλή απαρίθμηση σε ένα ελέγξιμο, εσωτερικά συνεπές σύστημα, όπου κάθε μέγεθος μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα υπόλοιπα. Το κλείσιμο αυτό, βέβαια, δεν αποδεικνύει από μόνο του την ακρίβεια των αριθμών, αφού ένα ισοζύγιο μπορεί να ισοσκελιστεί και μέσω ενός υπολειμματικού μεγέθους, εξασφαλίζει όμως τη διαφάνεια και τη λογική τους συνέπεια. Στη μία πλευρά τοποθετείται όλο το δυναμικό που πέρασε ποτέ από τις τάξεις, τα 34.476,7 χιλιάδες, και στην άλλη ο τελικός του προορισμός, ο οποίος πρέπει να δίνει το ίδιο ακριβώς άθροισμα. Κάθε άνθρωπος, ζωντανός ή νεκρός, πρέπει να βρεθεί κάπου μέσα στον πίνακα.

Η είσοδος του δυναμικού αναλύεται σε δύο άνισα μέρη. Ο προπολεμικός πυρήνας, δηλαδή όσοι υπηρετούσαν ήδη στις 22 Ιουνίου 1941 στον στρατό, στον στόλο και στους συνδεδεμένους σχηματισμούς, αντιστοιχεί μόλις στο 14,2% του συνόλου, ενώ η συντριπτική πλειονότητα, το 85,8%, κλήθηκε ή επιστρατεύθηκε κατά τη διάρκεια του ίδιου του πολέμου.

Το μέγεθος της επιστράτευσης αποκτά την πραγματική του διάσταση μόνο όταν συγκριθεί με το εργατικό δυναμικό της χώρας, από το οποίο αντλήθηκε. Η ένταση αυτής της απόσπασης δεν ήταν ομοιόμορφη κατά περιοχή. Στη Ρωσία αποσπάστηκε το 19,2% των εργαζομένων πολιτών, ποσοστό που με τους προπολεμικά κληθέντες ανέβαινε στο 22,2%, ενώ σε καθεμία από τις δημοκρατίες του Υπερκαυκάσου, της Κεντρικής Ασίας και στο Καζακστάν το ποσοστό ξεπερνούσε το 18%. Αντίθετα, στην Ουκρανία περιορίστηκε στο 12,2% και στη Λευκορωσία στο 11,7%, γεγονός που δεν αντανακλά μικρότερη συνεισφορά, αλλά κυρίως το ότι μεγάλα τμήματα των δύο αυτών δημοκρατιών τελούσαν υπό κατοχή και επομένως ήταν απρόσιτα για επιστράτευση επί μακρόν. Σε απόλυτους αριθμούς, από το έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας κλήθηκαν συνολικά 21.187.600 στρατεύσιμοι και κληρωτοί, δηλαδή τα δύο τρίτα του συνόλου, επιβεβαιώνοντας ότι το κύριο βάρος της επιστράτευσης το σήκωσε ο ρωσικός πληθυσμός. Το αφαίμαγμα αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στα μετόπισθεν, όπου η παραγωγή αναγκάστηκε πλέον να στηριχθεί σε γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά.

Στην αντίθετη πλευρά, το ισοζύγιο δείχνει ότι στις 1 Ιουλίου 1945 παρέμενε στις τάξεις το 37,2% όσων είχαν ποτέ ενταχθεί, ενώ το 62,8% είχε ήδη εξέλθει από το δυναμικό με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Εδώ κρύβεται ένα από τα δυνατότερα ερμηνευτικά σημεία του πίνακα, γιατί τα ίδια στοιχεία καταρρίπτουν τον μύθο του ανεξάντλητου σοβιετικού στρατού. Από τα 34,5 εκατομμύρια που φόρεσαν συνολικά τη χλαίνη, σε κάθε δεδομένη στιγμή βρισκόταν στις τάξεις μόνο το ένα τρίτο περίπου, δηλαδή μια καταγεγραμμένη δύναμη 10,5 έως 11,5 εκατομμυρίων, και από αυτούς μόλις οι μισοί υπηρετούσαν στην πρώτη γραμμή του σοβιετογερμανικού μετώπου. Το κρίσιμο είναι ότι αυτό το ένα τρίτο δεν ήταν ποτέ οι ίδιοι άνθρωποι, αλλά ένα διαρκώς ανανεούμενο σύνολο, καθώς η δεξαμενή του προσωπικού άδειαζε και ξαναγέμιζε αδιάκοπα. Η εικόνα ενός αστείρευτου, ενιαίου ανθρώπινου κύματος αντικαθίσταται έτσι από την πραγματικότητα μιας δεξαμενής που στράγγιζε με τρομακτική ταχύτητα, αφού συνολικά αποχώρησαν από τις Ένοπλες Δυνάμεις 21,6 εκατομμύρια άνθρωποι.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην ανάλυση αυτής της εξόδου, γιατί εκεί έγκειται ο πραγματικός στόχος του Πίνακα 7. Οι ανεπανόρθωτες επιχειρησιακές απώλειες αντιστοιχούν στο 33,2% του συνολικού δυναμικού, ένα μέγεθος που, αν αφηνόταν μόνο του, θα ταύτιζε την απώλεια με το ένα τρίτο όλων των στρατευμένων.

Χωριστά από τις καθαυτό ανεπανόρθωτες απώλειες, ο πίνακας καταγράφει και 500 χιλιάδες αγνοουμένους καθ’ οδόν, δηλαδή στρατεύσιμους που κλήθηκαν με την επιστράτευση αλλά δεν έφτασαν ποτέ στις μονάδες τους και δεν εγγράφηκαν στα μητρώα, ιδίως μέσα στο χάος των πρώτων ημερών του πολέμου.

Η αξιοπιστία του πίνακα ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη λοιπή εκροή, ένα μέγεθος που αγγίζει το 28,1% του συνόλου. Αντί να το αφήσει ως αδιαφανή μάζα, ο Κριβοσέεφ το τεμαχίζει σε κάθε επιμέρους ροή, στους αποστρατευθέντες λόγω τραύματος και ασθένειας, στους μεταφερθέντες στη βιομηχανία και στα σώματα περιφρούρησης, σε όσους διατέθηκαν στα στρατεύματα του Λαϊκού Κομισαριάτου Άμυνας και στους συμμαχικούς στρατούς, στους καταδικασθέντες και στους λιποτάκτες. Δείχνοντας ότι καθεμία από αυτές τις κατηγορίες κατέληξε κάπου συγκεκριμένα και όχι στον τάφο, αποδεικνύει ότι η διαφορά ανάμεσα στους επιστρατευμένους και στους νεκρούς είναι πλήρως αιτιολογημένη και δεν κρύβει αφανείς απώλειες.

Μέσα στη φαινομενικά ουδέτερη κατηγορία των αποστρατευθέντων για διάφορους λόγους κρύβεται και μια όψη που ο πίνακας δεν αναδεικνύει ρητά. Στις 206 χιλιάδες όσων απομακρύνθηκαν από τον στρατό και τον στόλο ως πολιτικά αναξιόπιστοι δεν περιλαμβάνονται μόνο πρόσωπα που θεωρήθηκαν ύποπτα για προδοσία, κατασκοπεία ή δολιοφθορά, αλλά και στρατιωτικοί ορισμένων εθνοτήτων, των οποίων οι οικογένειες είχαν ήδη εκτοπιστεί βιαίως προς τις ανατολικές περιοχές της χώρας. Ο ίδιος ο Κριβοσέεφ δεν κατονομάζει τους λαούς αυτούς, όμως πρόκειται για τις γνωστές μαζικές εκτοπίσεις εθνοτήτων από το σταλινικό καθεστώς, όπως των Γερμανών του Βόλγα, των Τσετσένων και των Καλμούκων. Η λεπτομέρεια αυτή είναι σημαντική, γιατί δείχνει ότι το ισοζύγιο του ανθρώπινου δυναμικού δεν κατέγραφε μόνο τη ροή προς τη μάχη και τον θάνατο, αλλά αποτύπωνε ταυτόχρονα και τους μηχανισμούς καταστολής του ίδιου του καθεστώτος απέναντι στους δικούς του στρατιώτες.

Πίσω από τη λογιστική αυστηρότητα υπάρχει και ένα σαφές ιστοριογραφικό διακύβευμα. Το ισοζύγιο λειτουργεί ως θωράκιση του τελικού μεγέθους απέναντι στις διογκωμένες εκτιμήσεις, γιατί, εφόσον όλο το δυναμικό αναλύεται και τίποτα δεν μένει αδικαιολόγητο, δεν απομένει χώρος για επιπλέον νεκρούς. Η θωράκιση αυτή, ωστόσο, έχει τα όριά της, τα οποία ο προσεκτικός αναγνώστης οφείλει να κρατά. Η εσωτερική συνέπεια του Πίνακα 7 δεν εγγυάται την ακρίβεια των δεδομένων εξόδου, καθώς μέρος των μεγεθών της χαοτικής πρώτης περιόδου του 1941 προσδιορίστηκε κατ’ εκτίμηση και όχι από άμεση καταγραφή.

Το ισοζύγιο, επομένως, είναι ένα τεκμηριωμένο και εσωτερικά συνεπές μοντέλο, στηριγμένο σε συγκεκριμένες κρίσεις για την αξιοπιστία των πηγών, και όχι μια απλή, άμεση καταμέτρηση, και ακριβώς αυτή τη διάκριση οφείλει να διατηρεί ο αναγνώστης όταν αξιοποιεί τα μεγέθη του.

8. Μεθοδολογία υπολογισμού των ανεπανόρθωτων απωλειών του στρατιωτικού προσωπικού. Ο Πίνακας 8 έχει τον τίτλο «Μεθοδολογία υπολογισμού των ανεπανόρθωτων απωλειών του στρατιωτικού προσωπικού» και κάνει ακριβώς αυτό που ο Πίνακας 7 συνοψίζει σε δύο μόνο γραμμές. Στον Πίνακα 7 οι ανεπανόρθωτες επιχειρησιακές απώλειες των 11.444,1 χιλιάδων αναλύονταν μόνο σε δύο μεγέθη, δηλαδή 6.885,1 για όσους σκοτώθηκαν και απεβίωσαν, και 4.559,0 για τους αγνοουμένους και αιχμαλώτους. Ο Πίνακας 8 ανοίγει αυτά τα δύο μεγέθη και δείχνει από τι αποτελούνται.

Ο Πίνακας 8 αναλύει τις 6.885,1 χιλιάδες των πεσόντων και θανόντων σε τρία διακριτά μέρη. Το πρώτο και μεγαλύτερο, οι 5.226,8 χιλιάδες, περιλαμβάνει όσους σκοτώθηκαν στο πεδίο της μάχης και όσους υπέκυψαν σε τραύματα κατά τα στάδια της υγειονομικής εκκένωσης, δηλαδή καθ’ οδόν προς τα μετόπισθεν, σύμφωνα με τις αναφορές των στρατευμάτων. Το δεύτερο, οι 1.102,8 χιλιάδες, αφορά όσους πέθαναν από τραύματα μέσα στα νοσοκομεία, σύμφωνα με τις αναφορές των θεραπευτικών ιδρυμάτων. Το τρίτο, οι 555,5 χιλιάδες, καλύπτει τις μη μάχιμες απώλειες, δηλαδή όσους πέθαναν από ασθένειες, χάθηκαν σε δυστυχήματα ή εκτελέστηκαν κατόπιν δικαστικών αποφάσεων.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, γιατί αποκαλύπτει ένα ουσιαστικό σημείο επικάλυψης ανάμεσα στις δύο μεγάλες κατηγορίες απωλειών. Οι θανόντες από τραύματα στα νοσοκομεία, οι 1.102,8 χιλιάδες, καθώς και ένα μέρος όσων υπέκυψαν κατά την υγειονομική εκκένωση, ήταν άνθρωποι που αρχικά είχαν καταγραφεί ως τραυματίες, δηλαδή ως υγειονομικές απώλειες, και μόνο με τον θάνατό τους μετατάχθηκαν στις ανεπανόρθωτες απώλειες. Αυτό δείχνει ότι οι δύο κατηγορίες δεν είναι στεγανές, αλλά επικοινωνούν, καθώς ο ίδιος στρατιώτης μπορεί να ξεκίνησε ως τραυματίας και να κατέληξε νεκρός. Αντίθετα, ο θάνατος στο πεδίο και οι μη μάχιμες απώλειες δεν προέρχονται ποτέ από τις υγειονομικές απώλειες, οπότε η ταύτιση των ανεπανόρθωτων με πρώην τραυματίες ισχύει μόνο για το τμήμα των θανόντων από τραύματα και όχι για το σύνολο του μεγέθους.

Το δεύτερο μέγεθος, οι 4.559,0 χιλιάδες, προκύπτει από το άθροισμα των αγνοουμένων και αιχμαλώτων βάσει αναφορών, δηλαδή 3.396,4 χιλιάδες, συν τις μη καταγεγραμμένες απώλειες των πρώτων μηνών, δηλαδή 1.162,6 χιλιάδες. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρώτη μεγάλη προστιθέμενη αξία του Πίνακα 8. Φέρνει στην επιφάνεια, ως ρητό και ξεχωριστό μέγεθος, τις 1.162,6 χιλιάδες μη καταγεγραμμένων απωλειών των πρώτων μηνών, δηλαδή ακριβώς εκείνο το τμήμα που προσδιορίστηκε κατ’ εκτίμηση λόγω της κατάρρευσης των αναφορών, και το οποίο στον Πίνακα 7 ήταν κρυμμένο μέσα στο συνολικό μέγεθος των 4.559,0.

Επιπλέον, ο Πίνακας 8 προσθέτει μια διάσταση που ο Πίνακας 7 δεν έχει, δηλαδή την κατανομή ανά κλάδο, χωρίζοντας τις απώλειες σε Κόκκινο Στρατό με 11.285,0 χιλιάδες, σε συνοριακά και εσωτερικά στρατεύματα με 61,4 χιλιάδες, και σε Πολεμικό Ναυτικό με 97,7 χιλιάδες.

Στο κάτω μέρος, ο Πίνακας 8 επαναλαμβάνει την ίδια αφαίρεση που είδαμε στον Πίνακα 7, δηλαδή τις 500,0 χιλιάδες που χάθηκαν καθ’ οδόν ως χωριστό μέγεθος, και τις 2.775,7 χιλιάδες των εξαιρεθέντων επιζώντων. Αυτοί ήταν: 1.836.000 αιχμάλωτοι που επέστρεψαν ζωντανοί μετά τον πόλεμο και 939.700 στρατιώτες που σε πρότερο στάδιο του πολέμου είχαν εγκλωβιστεί και καταγραφεί ως «αγνοούμενοι στη μάχη», αλλά επιβίωσαν και ξαναστρατεύθηκαν όταν ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε τα εδάφη τους.

Κάνοντας την αφαίρεση (11.944.100 μείον 2.775.700), ο Πίνακας 8 καταλήγει στο οριστικό, «καθαρό» μέγεθος των 8.668.400 νεκρών,  το οποίο αναφερόταν ως απλή υποσημείωση με αστερίσκο (*) στον Πίνακα 7.

9. Ανεπανόρθωτες απώλειες ανά ηλικία

Τα δεδομένα του Πίνακα 9 («Ανεπανόρθωτες απώλειες ανά ηλικία») αποτυπώνουν την πιο τραγική και καθοριστική δημογραφική επίπτωση του πολέμου για τη Σοβιετική Ένωση: την ολοκληρωτική καταστροφή της νεολαίας και του πιο παραγωγικού της πληθυσμού.

Το πιο σοκαριστικό στοιχείο του πίνακα είναι ότι σχεδόν 3 στους 4 στρατιωτικούς που χάθηκαν (το 74%) ήταν ηλικίας έως 35 ετών. Πρόκειται για πάνω από 6,4 εκατομμύρια άνδρες. Η ηλικιακή ομάδα που υπέστη την απόλυτη αιμορραγία ήταν οι νέοι 21 έως 25 ετών, οι οποίοι αποτελούν το 22% του συνόλου (1.907.000 νεκροί). Ήταν η γενιά που γεννήθηκε μεταξύ 1916 και 1920, η οποία βρέθηκε στην ιδανική στρατεύσιμη ηλικία κατά το ξέσπασμα και την κορύφωση του πολέμου, στελεχώνοντας την πρώτη γραμμή του μετώπου και τα τμήματα εφόδου του πεζικού. Εξαιρετικά βαρύς είναι ο φόρος αίματος και για τους στρατιώτες 20 ετών και νεότερους, οι οποίοι άγγιξαν το 1,56 εκατομμύριο (18%).Η θνησιμότητα των νέων είχε καταστροφικές και μακροχρόνιες συνέπειες στη μεταπολεμική δημογραφία και οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης. Η επίδραση αυτή εκφράστηκε κυρίως μέσα από τις λεγόμενες «έμμεσες δημογραφικές απώλειες», οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στις άμεσες απώλειες των 26,6 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Πιο συγκεκριμένα, η εξόντωση της νεολαίας προκάλεσε τα εξής:

1. Δραματική πτώση των γεννήσεων: Η απώλεια εκατομμυρίων νέων ανδρών στην πιο παραγωγική και αναπαραγωγική τους ηλικία (κυρίως 18 έως 35 ετών) στέρησε από τη χώρα τους μελλοντικούς πατέρες. Αυτό οδήγησε σε μια τεράστια έμμεση δημογραφική απώλεια, η οποία εκφράστηκε μέσα από την κατακόρυφη μείωση της γεννητικότητας τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου όσο και στα μεταπολεμικά χρόνια. Μια ολόκληρη γενιά αγέννητων παιδιών δημιούργησε ένα μόνιμο δημογραφικό κενό στις επόμενες δεκαετίες.

2. Αυξημένη μεταπολεμική θνησιμότητα: Οι έμμεσες απώλειες εντάθηκαν και από την αυξημένη θνησιμότητα που παρατηρήθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ακόμη και από τους νέους που επέζησαν, πάρα πολλοί επέστρεψαν με σοβαρά τραύματα, αναπηρίες και κλονισμένη υγεία από τις κακουχίες του μετώπου και των στρατοπέδων, με αποτέλεσμα να πεθάνουν πρόωρα μετά τη λήξη του πολέμου.

3. Τεράστιο κενό στο εργατικό δυναμικό (Οικονομική Διάσταση): Ο πόλεμος αφαίρεσε κυριολεκτικά από την κοινωνία την «πιο ζωτική και ικανή προς εργασία μάζα εκατομμυρίων ανθρώπων». Αυτό το ηλικιακό τμήμα του πληθυσμού ήταν εκείνο που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα σήκωνε το βάρος της οικονομικής παραγωγής. Η έλλειψη αυτών των νέων και ακμαίων ανδρών δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην εξεύρεση εργατικών χεριών κατά τη φάση της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής της χώρας. Εξαιτίας της μαζικής εξόντωσης του ανδρικού πληθυσμού, το βάρος της παραγωγής και της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης έπεσε αναγκαστικά στις γυναίκες, τους εφήβους και τους ηλικιωμένους. Ήδη από τα χρόνια του πολέμου, οι γυναίκες είχαν κληθεί να καλύψουν το κενό, αποτελώντας, για παράδειγμα, το 78% των εργαζομένων στα κολχόζ (αγροτικοί συνεταιρισμοί) το 1943 και καταλαμβάνοντας τεράστια ποσοστά στη βαριά βιομηχανία. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και μεταπολεμικά, καθώς οι νεκροί άνδρες δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν.

Από την ηλικία των 36 ετών και πάνω, ο Πίνακας 9 δείχνει μια σταδιακή, φυσιολογική πτώση των απωλειών (το υποσύνολο είναι 26% ή περίπου 2,25 εκατομμύρια άνδρες). Η μείωση (12% στους 36-40, 8% στους 41-45 κ.ο.κ.)  οφείλεται στο γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες αφενός ήταν λιγότεροι στη συνολική σύνθεση του στρατού, και αφετέρου συχνά στελέχωναν μονάδες υποστήριξης, επιμελητείας, ή υπηρεσίες στα μετόπισθεν, έχοντας μικρότερα ποσοστά θνησιμότητας σε σχέση με το μάχιμο πεζικό της πρώτης γραμμής.

Συμπερασματικά, ο Πίνακας 9 λειτουργεί ως η ανθρώπινη, δημογραφική «ακτινογραφία» του τελικού αριθμού των 8.668.400 νεκρών. Δείχνει ότι ο στρατιωτικός θρίαμβος του Κόκκινου Στρατού πληρώθηκε κυριολεκτικά με το βιολογικό μέλλον της χώρας, σβήνοντας μια ολόκληρη γενιά νέων ανδρών.

10. Ανεπανόρθωτες απώλειες ανά φύλο

Δυστυχώς, δεν υπάρχει ακριβής, ξεχωριστός αριθμός για τις απώλειες των γυναικών στις σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις, παρά την τεράστια συμμετοχή τους στον πόλεμο, όπως φαίνεται στον Πίνακα 5.

Ο λόγος για αυτή την έλλειψη είναι καθαρά γραφειοκρατικός. Όπως εξηγεί η ομάδα του Κριβοσέεφ: 

«Οι απώλειες μεταξύ των γυναικών και των προσώπων του πολιτικού έμμισθου προσωπικού δεν είχαν καταγραφεί χωριστά στις μορφές των απολογιστικών εγγράφων (Έντυπο αρ. 2‑8/ΟΔ, Διαταγή του Λαϊκού Κομισαριάτου Άμυνας αρ. 0023 της 4.02.1944). Γι’ αυτόν τον λόγο ο αριθμός των νεκρών, των θανόντων και των αγνοουμένων γυναικών‑στρατιωτικών εμφανιζόταν στις στήλες που αντιστοιχούσαν στους στρατιωτικούς βαθμούς τους, μαζί με τις απώλειες του συνόλου του προσωπικού των στρατευμάτων, ενώ τα πρόσωπα του πολιτικού έμμισθου προσωπικού εμφανίζονταν στη στήλη «στρατιώτες». Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές – προς μεγάλη τους λύπη – δεν είχαν τη δυνατότητα να προσδιορίσουν τον ακριβή αριθμό των απωλειών αυτής της κατηγορίας προσώπων. Αυτές είχαν συμπεριληφθεί στο συνολικό πλήθος των απωλειών των στρατιωτικών51. Κατά συνέπεια, οι συγγραφείς του βιβλίου δηλώνουν ότι στάθηκε αδύνατο να προσδιοριστεί το ακριβές μέγεθος των γυναικείων απωλειών, οι οποίες απλώς ενσωματώνονται στον συνολικό αριθμό των 8,6 εκατομμυρίων νεκρών στρατιωτικών.

11. Η εθνική σύνθεση των ανεπανόρθωτων απωλειών του στρατιωτικού προσωπικού

Η Σοβιετική Ένωση υπήρξε ένα εξαιρετικά σύνθετο πολυεθνικό κράτος, στο οποίο οι απογραφές αναγνώριζαν περισσότερες από εκατό διακριτές εθνότητες και λαότητες. Η εθνολογική αυτή ποικιλία δεν αποτυπωνόταν πάντοτε με την ίδια λεπτομέρεια στα στρατιωτικά αρχεία, διότι η στατιστική παρακολούθηση των απωλειών κατά εθνότητα απαιτούσε επαρκή αριθμητική βάση, συνεχή ροή δεδομένων και σταθερή ταξινόμηση. Για τον λόγο αυτό, στο έργο του Κριβοσέεφ παρουσιάζονται μόνο οι τριάντα εφτά μεγαλύτερες εθνοτικές ομάδες, δηλαδή όσες διέθεταν επαρκή πληθυσμιακή μάζα και επαρκή αριθμό στρατευμένων ώστε να δικαιολογούν ξεχωριστή γραμμή σε μια μακροστατιστική ανάλυση αυτού του μεγέθους.

Το πλέον ευδιάκριτο στοιχείο από τον Πίνακα 10 είναι ότι οι Ρώσοι σήκωσαν το κύριο βάρος του πολέμου, καταγράφοντας 5.756.000 ανεπανόρθωτες απώλειες (66,402%). Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο κείμενο: «Κάθε έθνος υπέστη μεγάλες ανεπανόρθωτες απώλειες […] ωστόσο τα 2/3 των πεσόντων πολεμιστών ήταν Ρώσοι»52.

Για να τιμήσει αυτή την τεράστια θυσία, κατά τη διάρκεια της νικητήριας δεξίωσης στο Κρεμλίνο στις 24 Μαΐου 1945, ο Ι.Β. Στάλιν έκανε μια ιστορική πρόποση «πρωτίστως για την υγεία του ρωσικού λαού, επειδή είναι το πλέον εξέχον έθνος από όλα τα έθνη που απαρτίζουν τη Σοβιετική Ένωση». «Ο ρωσικός λαός», είπε, «άξιζε σε αυτόν τον πόλεμο την καθολική αναγνώριση ως η καθοδηγητική δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης μεταξύ όλων των λαών της χώρας μας. Διαθέτει καθαρό νου, σταθερό χαρακτήρα και υπομονή…»53.Αμέσως μετά τους Ρώσους, ακολουθούν οι Ουκρανοί με 1.377.400 νεκρούς (15,89%) και οι Λευκορώσοι με 252.900 νεκρούς (2,917%). Το γεγονός ότι αυτοί οι τρεις σλαβικοί λαοί συγκεντρώνουν αθροιστικά πάνω από το 85% των στρατιωτικών απωλειών, εξηγείται γεωγραφικά και στρατηγικά: τα εδάφη της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της ευρωπαϊκής Ρωσίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της γερμανικής εισβολής, υπέστησαν καθολική κατοχή και αποτέλεσαν το κύριο θέατρο των πλέον αιματηρών μαχών.

Ο πίνακας αποδεικνύει την τεράστια κινητοποίηση ολόκληρης της χώρας, καθώς σε αυτόν καταγράφονται θύματα από δεκάδες διαφορετικές εθνικότητες, συμπεριλαμβανομένων λαών του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας και της Σιβηρίας (Τάταροι, Εβραίοι, Καζάκοι, Ουζμπέκοι κ.ά.).

Η γραμμή «Άλλες εθνότητες» λειτουργεί ως ένα αναγκαίο στατιστικό «καλάθι» συγχώνευσης, στο οποίο εντάσσονται δεκάδες μικρές εθνοτικές ομάδες των οποίων οι μεμονωμένες απώλειες ήταν αριθμητικά πολύ περιορισμένες για να αποτυπωθούν χωριστά. Σε αυτές περιλαμβάνονται αυτόχθονες λαοί της Σιβηρίας και της Άπω Ανατολής – όπως οι Γιακούτιοι, οι Τσουκτσόι, οι Νένετς και άλλες μικρές ομάδες – καθώς και λαοί του Καυκάσου που δεν εμφανίζονται στον πίνακα, όπως οι Αμπχάζιοι, οι Καρατσάι, και άλλες μικρές τουρκογενείς κοινότητες. Στο ίδιο σύνολο εντάσσονται επίσης διάφορες ασιατικές και ευρωπαϊκές μειονότητες, των οποίων η παρουσία στον Κόκκινο Στρατό ήταν αριθμητικά μικρή ή η καταγραφή τους ανεπαρκής, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να υπολογιστούν με αξιόπιστο συντελεστή αναλογικότητας.

Μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια για την ανάλυση αυτού του πίνακα είναι η μεθοδολογία του. Όπως αναφέρει η σημείωση 1 του πίνακα, τα επίσημα έντυπα αναφοράς θυμάτων του Κόκκινου Στρατού δεν διέθεταν πεδίο εθνικότητα. Συνεπώς, οι αριθμοί ανά εθνικότητα δεν προέκυψαν από καταμέτρηση ονομάτων, αλλά υπολογίστηκαν με τη βοήθεια συντελεστών αναλογικότητας (σε ποσοστά) βάσει των αναφορών για την καταγεγραμμένη δύναμη των στρατιωτικών του Κόκκινου Στρατού την 1η Ιανουαρίου 1943, 1944 και 1945.

12. Υγειονομικές απώλειες

12.1. Υγειονομικές απώλειες με βάση την καταγραφή στα στρατιωτικά-ιατρικά ιδρύματα

Ο Πίνακας 21 αποτυπώνει το αστρονομικό μέγεθος των «υγειονομικών απωλειών» (νοσηλειών) της Σοβιετικής Ένωσης, καταγράφοντας πάνω από 22,3 εκατομμύρια εισαγωγές σε ιατρικά ιδρύματα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Βέβαια ο πίνακας αυτός ενσωματώνει από τη φύση του τον «επαναλαμβανόμενο υπολογισμό». Δηλαδή, οι αριθμοί δεν αντιστοιχούν σε 22,3 εκατομμύρια διαφορετικούς ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες  τραυματίστηκαν ή αρρώστησαν από δύο έως και επτά φορές, θεραπεύτηκαν, επέστρεψαν στο μέτωπο, ξανατραυματίστηκαν και ξαναμπήκαν στο νοσοκομείο, παράγοντας κάθε φορά μια νέα στατιστική «νοσηλεία» στον συγκεκριμένο πίνακα.

 Οι ερευνητές της ομάδας Κριβοσέεφ διερευνώντας τις υγειονομικές απώλειες, αντιπαραβάλλουν δύο διαφορετικές πηγές καταγραφής. Από τη μία, οι αναφορές των στρατευμάτων στο μέτωπο κατέγραψαν 18.344.148 υγειονομικές απώλειες. Από την άλλη, τα στρατιωτικά-ιατρικά ιδρύματα κατέγραψαν συνολικά 22.326.905 νοσηλευόμενους. Η διαφορά αυτή των 4 περίπου εκατομμυρίων οφείλεται κυρίως στους ασθενείς (όχι τραυματίες μάχης) που εισήχθησαν στα νοσοκομεία από μονάδες μετόπισθεν, πολιτικές υπηρεσίες, παρτιζάνους, εθνοφρουρές και εφεδρείες καθ’ οδόν προς το μέτωπο, οργανισμοί δηλαδή που δεν έδιναν αναφορές απωλειών στο Γενικό Επιτελείο. Αντίθετα, οι μονάδες του μετώπου κατέγραφαν συχνά περισσότερους τραυματίες από τα νοσοκομεία, διότι πολλοί ελαφρά τραυματισμένοι θεραπεύονταν επιτόπου στα ιατρικά κέντρα των συνταγμάτων και των μεραρχιών τους και δεν διαγράφονταν ποτέ από τη δύναμη της μονάδας. Συνεπώς, ενώ καταμετρήθηκαν ως «τραυματίες» 15.296.473 από τους διοικητές τους (στις αναφορές του μετώπου), καταγράφηκαν ως «νοσηλευόμενοι» στη στατιστική των μεγάλων νοσοκομείων 14.685.593 άτομα. Άρα 610.880 περιπτώσεις τραυματιών από πυρά και αυτών που υπέστησαν διάσειση, εγκαύματα και κρυοπαγήματα δεν διακομίστηκαν ποτέ στα νοσοκομεία54

Αν κοιτάξουμε την πρώτη γραμμή του πίνακα (1941), βλέπουμε μόλις 2,1 εκατομμύρια νοσηλείες, το μικρότερο νούμερο όλου του πολέμου. Οι συγγραφείς εξηγούν ότι αυτό δεν οφείλεται στο ότι υπήρξαν λιγότερα θύματα (το αντίθετο μάλιστα). Οφείλεται στο γεγονός ότι, λόγω της σαρωτικής γερμανικής προέλασης και των χαοτικών υποχωρήσεων εκείνου του έτους, τεράστιος αριθμός τραυματιών δεν προλάβαινε να διακομιστεί στα νοσοκομεία. Εγκαταλείπονταν στο πεδίο της μάχης και αιχμαλωτίζονταν ή πέθαιναν, καταλήγοντας να καταγραφούν ως αγνοούμενοι στις «ανεπανόρθωτες απώλειες» αντί για «υγειονομικές». Το 1943 καταγράφεται ως η χρονιά με τον μεγαλύτερο φόρτο για τα σοβιετικά νοσοκομεία, σπάζοντας το φράγμα των 6,29 εκατομμυρίων εισαγωγών (τα 4,1 εκατομμύρια αφορούσαν τραύματα μάχης). Αυτό αντανακλά την τεράστια ένταση και αγριότητα των επιχειρήσεων εκείνης της χρονιάς. Όπως εξηγείται, κατά τη διάρκεια των τιτανομαχιών του θέρους του 1943 (όπως η Μάχη του Κουρσκ), οι υγειονομικές απώλειες εκτοξεύτηκαν, φτάνοντας να αποτελούν το 65% του συνόλου των ημερήσιων απωλειών55.

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο της τελευταίας στήλης είναι ότι από τα 22,3 εκατομμύρια νοσηλείες, τα 7,64 εκατομμύρια (δηλαδή περίπου το 1/3) αφορούσαν ασθένειες και όχι πολεμικά τραύματα. Αυτός ο αριθμός καταδεικνύει τις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, την ακραία φυσική εξάντληση, το κρύο στους χειμερινούς μήνες και τις ενδημικές ασθένειες που ταλαιπωρούσαν τον ανθρώπινο όγκο του Κόκκινου Στρατού.

12.2. Το πρόβλημα της «επαναλαμβανόμενης καταμέτρησης»

Με τον Πίνακα 12 η ομάδα του Κριβοσέεφ δείχνει στην πράξη το μέγεθος και τον στατιστικό αντίκτυπο της «επαναλαμβανόμενης καταμέτρησης» στις σοβιετικές υγειονομικές απώλειες.

Ο πίνακας δεν αποτελεί μια αθροιστική καταγραφή όλου του πολέμου, αλλά μια συγκεκριμένη μεταπολεμική «φωτογραφία» της στιγμής. Τα δεδομένα του αντικατοπτρίζουν την κατάσταση ακριβώς την 1η Οκτωβρίου 1945. Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στους στρατιωτικούς που είχαν παραμείνει στις τάξεις του στρατού (στην ενεργή στρατιωτική υπηρεσία) τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Δεν συμπεριλαμβάνει, δηλαδή, όσους είχαν πολεμήσει αλλά είχαν ήδη αποστρατευτεί, κριθεί ανάπηροι ή σκοτωθεί μέχρι τον Οκτώβριο του 1945.

Μέσα από αυτό το συγκεκριμένο δείγμα των εν ενεργεία στρατιωτικών, ο πίνακας αποκαλύπτει εντυπωσιακά στοιχεία.

Καταγράφει 1.191.298 φυσικά πρόσωπα (αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και στρατιώτες) που είχαν τραυματιστεί από δύο έως και επτά ή περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτοί οι περίπου 1,2 εκατομμύρια άνδρες «παρήγαγαν» στα επίσημα χαρτιά και τις στατιστικές των νοσοκομείων 3.035.936 ξεχωριστές εγγραφές τραυματιών. Αυτό σημαίνει ότι, κατά μέσο όρο, ο καθένας από αυτούς τους στρατιώτες είχε συμπεριληφθεί στις συνολικές λίστες των τραυματιών 2,5 φορές. Εφόσον τα δεδομένα του πίνακα προέρχονται από το νοσοκομειακό σύστημα και ως δείγμα μετράει πολλαπλές νοσηλείες θα έπρεπε να αντιπαραβληθεί άμεσα με τον Πίνακα 11, ο οποίος δείχνει τις 14.685.593 συνολικές νοσηλείες τραυματιών.

Παρόλο αυτά, οι συγγραφείς του βιβλίου επιλέγουν συνειδητά να προεκτείνουν αυτό το συμπέρασμα και να το εφαρμόσουν στον μεγαλύτερο, «επίσημο» αριθμό των 15.205.592 τραυματιών, ο οποίος προέρχεται από τις επιχειρησιακές αναφορές των μάχιμων μονάδων του μετώπου. Ο λόγος που το κάνουν αυτό εξηγείται ξεκάθαρα στις πηγές μέσα από τρία βασικά επιχειρήματα:

1. Οι συγγραφείς τονίζουν ρητά ότι η πολλαπλή καταγραφή δεν συνέβαινε μόνο στα νοσοκομεία, αλλά πρωτίστως στο ίδιο το πεδίο της μάχης. Όπως αναφέρουν: «ένας μεγάλος αριθμός στρατιωτικών κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο μέτωπο τραυματίστηκε (ή υπέστη διάσειση) από δύο έως και επτά φορές και εξαιτίας αυτού εμφανίζονταν επανειλημμένα στις αναφορές απωλειών [του μετώπου]»56. Για παράδειγμα, ένας στρατιώτης που τραυματιζόταν ελαφρά δύο φορές, θεραπευόταν στο πρόχειρο ιατρείο του συντάγματός του και δεν έφευγε ποτέ από τη μονάδα του, δεν έμπαινε ποτέ στο 14,6 εκατ. των νοσοκομείων, αλλά καταμετρούνταν δύο φορές στο 15,2 εκατ. του μετώπου. Άρα, η στρέβλωση του διπλού υπολογισμού επηρέαζε εξίσου (αν όχι περισσότερο) και τα στατιστικά των ίδιων των στρατευμάτων.

2. Οι ερευνητές δεν είχαν στη διάθεσή τους το πλήρες μητρώο όλων όσων πολέμησαν για να βρουν πόσοι χτυπήθηκαν πολλές φορές. Χρησιμοποιούν, λοιπόν, τη μεταπολεμική νοσοκομειακή καταγραφή (τον Πίνακα 12 με τους περίπου 1,2 εκατ. εν ενεργεία στρατιώτες την 1η Οκτ. 1945) ως ένα αδιάσειστο, τεκμηριωμένο στατιστικό δείγμα. Η λογική τους είναι η εξής: Εφόσον αποδεικνύεται ιατρικά ότι αυτό το (μικρό σχετικά) δείγμα ανθρώπων παρήγαγε κατά μέσο όρο 2,5 τραύματα ο καθένας, τότε αυτός ο «πολλαπλασιαστής» ισχύει αναλογικά για το σύνολο του Κόκκινου Στρατού σε όλα τα επίπεδα καταγραφής.

3. Ο τελικός σκοπός του βιβλίου είναι να βρει πόσοι πραγματικοί άνθρωποι (φυσικά πρόσωπα) χτυπήθηκαν στον πόλεμο. Το συνολικό και πιο εξαντλητικό νούμερο τραυματιών δεν ήταν τα 14,6 εκατ. των νοσοκομείων, αλλά τα 15,2 εκατ. του μετώπου (καθώς περιελάμβανε και όσους θεραπεύτηκαν επιτόπου). Εφόσον το φαινόμενο των πολλαπλών τραυματισμών ίσχυε παντού, καταλήγουν στο ρητό συμπέρασμα: «υπάρχει βάσιμος λόγος να υποθέσουμε ότι στην πραγματικότητα κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν τραυματίστηκαν 15.205.592 στρατιωτικοί, αλλά σημαντικά λιγότεροι. Αυτό ισχύει εξίσου και για τους ασθενείς57.  

Γιατί όμως οι ερευνητές δεν έκαναν την απλή διαίρεση (15.205.592 / 2,5) για να βγάλουν ένα τελικό νούμερο κοντά στα 6 εκατομμύρια;

Η απάντηση κρύβεται σε μια στατιστική παγίδα του Πίνακα 12, καθώς και σε έναν περιορισμό του ίδιου του δείγματος:

1. Ο συντελεστής 2,5 που αναφέρεται στο κείμενο αφορά αποκλειστικά και μόνο την υποομάδα των στρατιωτών που είχαν τραυματιστεί πολλαπλές φορές (δύο ή περισσότερες). Προκύπτει αν διαιρέσουμε τις 3.035.936 εγγραφές τραυμάτων με τους 1.191.298 άνδρες που τις υπέστησαν. Υπήρχαν όμως και  1.477.579 στρατιωτικοί που είχαν τραυματιστεί μόνο μία (1) φορά.

Για να βρούμε τον πραγματικό μέσο όρο (πολλαπλασιαστή) ολόκληρου του στρατού, πρέπει να συνυπολογίσουμε μαθηματικά και τις δύο κατηγορίες:

Σύνολο ανθρώπων στο δείγμα: 1.191.298 (πολλαπλά τραυματίες) + 1.477.579 (τραυματίες 1 φοράς) = 2.668.877 άτομα.

Σύνολο τραυμάτων στο δείγμα: 3.035.936 (από τους πολλαπλούς) + 1.477.579 (από τους μονούς) = 4.513.515 τραύματα.

Αν διαιρέσουμε τα συνολικά τραύματα με το σύνολο των ανθρώπων (4.513.515 / 2.668.877), ο πραγματικός μέσος όρος στο δείγμα δεν είναι 2,5, αλλά περίπου 1,69 τραύματα ανά άτομο.

2. Αν εφαρμόζαμε αυτόν τον πιο αντιπροσωπευτικό συντελεστή (1,69) πάνω στο θεωρητικό σύνολο των 15.205.592 επίσημων εγγραφών τραυματιών στα μέτωπα, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι οι φυσικοί άνθρωποι που τραυματίστηκαν στον πόλεμο ήταν περίπου 8.990.000. Αυτό εξηγεί γιατί οι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι πραγματικοί τραυματίες ήταν «σημαντικά λιγότεροι», αλλά απέχει αρκετά από τα 6 εκατομμύρια που θα προέκυπταν αν εφαρμόζαμε το 2,5 σε όλο τον στρατό ανεξαιρέτως.

3. Ο κύριος λόγος που ο Κριβοσέεφ και η ομάδα του απέφυγαν να δώσουν έναν τελικό, απόλυτο αριθμό «πραγματικών ανθρώπων» είναι η φύση του δείγματος. Όπως οι ίδιοι ομολογούν, το δείγμα της 1ης Οκτωβρίου 1945 αφορούσε μόνο όσους παρέμεναν ζωντανοί και ενεργοί στο στράτευμα εκείνη τη στιγμή. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι αυτό το δείγμα ήταν «πιθανότατα μόνο ένα ασήμαντο μέρος» των πραγματικών πολλαπλά τραυματιών του πολέμου. Εκατομμύρια άλλοι τραυματίες (που μπορεί να είχαν και 3 ή 4 τραύματα) είχαν ήδη αποστρατευτεί ως ανάπηροι ή είχαν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης πριν τον Οκτώβριο του 1945, άρα δεν μπήκαν ποτέ στη μεταπολεμική καταμέτρηση του Πίνακα 12.

12.3. Υγειονομικές απώλειες ανά είδη και αποτελέσματα νοσηλείας

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων νοσηλείας (Πίνακας 13) δείχνει ότι από τα 14,6 εκατομμύρια τραυματιών, στρατιωτικών με εγκαύματα και κρυοπαγήματα,  το 71,7% (πάνω από 10,5 εκατομμύρια άνδρες) θεραπεύτηκε και επέστρεψε στις τάξεις του στρατού για να πολεμήσει ξανά. Ένα 20,8% κρίθηκε ακατάλληλο και αποστρατεύτηκε, ενώ ένα 7,5% απεβίωσε. Το ποσοστό ίασης για τους ασθενείς άγγιξε το 86,7% (6,6 εκατομμύρια)58.

Συνολικά, πάνω από 17,1 εκατομμύρια νοσηλευθέντες (το 76,9% του συνόλου) ξαναπήραν τα όπλα. 

Παρά την τεράστια επιτυχία της ιατρικής υπηρεσίας, ο πίνακας αποτυπώνει και το μόνιμο σωματικό κόστος του πολέμου. Το 20,8% των τραυματιών μάχης (πάνω από 3 εκατομμύρια άνθρωποι) έφεραν τόσο βαριά τραύματα που κρίθηκαν ακατάλληλοι για υπηρεσία, διαγράφηκαν από τα στρατιωτικά μητρώα ως ανάπηροι ή στάλθηκαν σε μακροχρόνια αναρρωτική άδεια. Αθροιστικά (μαζί με τους ασθενείς), σχεδόν 3,8 εκατομμύρια σοβιετικοί (το 17% των νοσηλευθέντων) αποστρατεύτηκαν οριστικά για λόγους υγείας.

Τα νοσοκομεία δεν κατάφεραν να σώσουν 1,37 εκατομμύρια ανθρώπους (το 6,1% των εισαγωγών), εκ των οποίων 1,1 εκατομμύριο κατέληξε από τραύματα μάχης (7,5%) και περίπου 267.000 από ασθένειες (3,5%).

Εδώ βρίσκεται το κλειδί της στατιστικής μεθοδολογίας που επεξηγούν οι σημειώσεις (αστερίσκοι) του πίνακα: Αυτοί οι νεκροί των νοσοκομείων δεν προστίθενται αθροιστικά στους νεκρούς του πεδίου της μάχης, διότι έχουν ήδη ενσωματωθεί στις «ανεπανόρθωτες απώλειες». Συγκεκριμένα, οι θανόντες από τραύματα περιλαμβάνονται στις απώλειες μάχης, ενώ οι θανόντες από ασθένειες στις μη πολεμικές ανεπανόρθωτες απώλειες. Αυτή η διευκρίνιση αποτρέπει τη διπλή καταμέτρηση των νεκρών κατά τον υπολογισμό των τελικών στρατιωτικών απωλειών.

Εάν συνδέσουμε αυτόν τον πίνακα με τον Πίνακα 12 που αναλύσαμε προηγουμένως, ο αριθμός των 17,1 εκατομμυρίων που «επέστρεψαν στο μέτωπο» αποκτά μια ακόμη πιο δραματική διάσταση. Δεδομένου ότι πολλοί στρατιώτες τραυματίστηκαν κατά μέσο όρο 2,5 φορές, οι αριθμοί αυτοί καταδεικνύουν έναν αδυσώπητο κύκλο: οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι τραυματίζονταν, διακομίζονταν στα νοσοκομεία, θεραπεύονταν, επέστρεφαν στο μέτωπο, τραυματίζονταν ξανά, και νοσηλεύονταν εκ νέου, παράγοντας εκατομμύρια στατιστικές εγγραφές τόσο στις υγειονομικές απώλειες όσο και στις επιστροφές στην ενεργό δράση.

12.4. Ανατομία των τραυμάτων των νοσηλευθέντων και ο μέσος χρόνος νοσηλείας στα ιατρικά ιδρύματα

Ο Πίνακας 14 δείχνει με εντυπωσιακή στατιστική ακρίβεια ποια μέρη του σώματος των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού έπλητταν συχνότερα τα εχθρικά πυρά, βασισμένος σε ένα τεράστιο δείγμα 14.324.071 καταγεγραμμένων ιατρικών περιπτώσεων.

Το πιο χαρακτηριστικό εύρημα είναι ότι πάνω από 7 στους 10 τραυματίες που έφταναν στα νοσοκομεία έφεραν τραύματα στα χέρια ή τα πόδια. Τα κάτω άκρα συγκεντρώνουν το 35,6% και τα άνω άκρα το 35,2% των περιπτώσεων. Αυτό είναι απολύτως λογικό σε συνθήκες πολέμου: όταν ένας στρατιώτης έχει καλυφθεί σε όρυγμα ή στο έδαφος, τα χέρια του (που χειρίζονται το όπλο) και τα πόδια του (όταν κινείται, τρέχει ή έρπει) είναι τα πιο εκτεθειμένα μέρη στα θραύσματα του πυροβολικού, των ναρκών και στα πυρά των πολυβόλων.

Τα τραύματα στον κορμό του σώματος αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία. Ο θώρακας δέχτηκε το 9% των χτυπημάτων, η λεκάνη το 4,4%, η κοιλιακή χώρα το 3,1% και η σπονδυλική στήλη το 1%.

Οι τραυματισμοί στην περιοχή της κεφαλής ήταν αισθητά λιγότεροι στα νοσοκομεία. Συγκεκριμένα, τραύματα στο κρανίο αφορούσαν το 5,4%, στο πρόσωπο το 3,5%, στα μάτια το 1,5% και στον λαιμό το 1,1%.

Το πιο κρίσιμο στοιχείο για τη σωστή ιστορική και ιατρική ανάγνωση αυτού του πίνακα είναι ότι δεν αποτυπώνει πού χτυπήθηκαν όλοι οι στρατιώτες στη μάχη, αλλά πού χτυπήθηκαν αυτοί που επιβίωσαν. Τα 14,3 εκατομμύρια του δείγματος είναι ιατρικοί φάκελοι ανθρώπων που έφτασαν ζωντανοί στα νοσηλευτικά ιδρύματα.

 Όταν ένας στρατιώτης δεχόταν μια σφαίρα ή ένα θραύσμα στο κρανίο, στην καρδιά (θώρακας) ή υφίστατο βαρύ κοιλιακό τραύμα, οι πιθανότητες να καταλήξει ακαριαία στο πεδίο της μάχης ήταν τεράστιες. Συνεπώς, τα χαμηλά ποσοστά τραυμάτων στο κεφάλι (5,4%) και τον θώρακα (9%) στον Πίνακα 14 δεν σημαίνουν ότι τα εχθρικά πυρά δεν έπλητταν αυτές τις περιοχές, αλλά ότι οι στρατιώτες που χτυπιούνταν εκεί στατιστικά σπάνια προλάβαιναν να νοσηλευτούν σε νοσοκομείο. Καταγράφονταν απευθείας στους νεκρούς των μάχιμων μονάδων.

Αντίθετα, ένας συντριπτικός τραυματισμός στο πόδι ή το χέρι, αν και βαρύς (και συχνά οδηγούσε σε ακρωτηριασμό), επέτρεπε τη διακομιδή και τη διάσωση του στρατιώτη, εξηγώντας γιατί τα άκρα μονοπωλούν σχεδόν τα 3/4 των ιατρικών φακέλων του πίνακα.

Τα δεδομένα του Πίνακα 15 δείχνουν ότι η επιστροφή ενός στρατιώτη στη μάχη (ή η τελική αποστρατεία του) ήταν μια εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία.

Τα κρυοπαγήματα απαιτούσαν τον περισσότερο χρόνο νοσηλείας (89 ημέρες, σχεδόν τρεις μήνες), υποδηλώνοντας τις καταστροφικές συνέπειες του ρωσικού χειμώνα και τη νέκρωση των ιστών, ενώ τα τραύματα από όπλα απαιτούσαν κατά μέσο όρο 76,4 ημέρες (2,5 μήνες).

Ακόμα και οι «απλές» ασθένειες ή οι διασείσεις κρατούσαν τους στρατιώτες στο κρεβάτι για πάνω από ένα μήνα (34,5 και 49,4 ημέρες αντίστοιχα).

Το άθροισμα αυτών των ημερών για εκατομμύρια στρατιώτες μεταφράζεται σε έναν αδιανόητο φόρτο εργασίας για τα νοσοκομεία.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι αυτός ο τεράστιος αριθμός υγειονομικών απωλειών και οι μακρές ημέρες νοσηλείας καταδεικνύουν πόσο σκληρός ήταν ο αγώνας των υγειονομικών στα μετόπισθεν. Μέσα από τα χέρια τους πέρασαν συνολικά πάνω από 22 εκατομμύρια στρατιωτικοί. Για να ανταπεξέλθει το κράτος σε αυτόν τον όγκο, χρειάστηκε να δημιουργηθεί ένα αχανές δίκτυο νοσοκομείων (στρατιάς, μετώπου και μετόπισθεν). Μόνο στα βαθιά μετόπισθεν αναπτύχθηκαν νοσοκομεία με σχεδόν 1 εκατομμύριο κλίνες, τα οποία στελεχώθηκαν από μια ολόκληρη «στρατιά» 700.000 γιατρών, νοσηλευτών, τραυματιοφορέων και εκπαιδευτών.

 Όπως χαρακτηριστικά παραθέτει ο Κριβοσέεφ από το έργο «Фронтовое милосердие» του Αρχίατρου Ε. Ι. Σμιρνόφ, χάρη σε αυτή την τιτάνια προσπάθεια, η στρατιωτική ιατρική μετατράπηκε από μια απλή υπηρεσία περίθαλψης σε «έναν από τους κύριους πόρους αναπλήρωσης του στρατού με εμπειροπόλεμους στρατιώτες και αξιωματικούς»59

Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία ολόκληρου του ιατρικού συστήματος ήταν ακριβώς αυτή: παρά τη βαρύτητα των τραυμάτων και τον μακρύ χρόνο νοσηλείας, οι γιατροί κατάφεραν να θεραπεύσουν και να επιστρέψουν στο μέτωπο πάνω από 17 εκατομμύρια ανθρώπους. Χωρίς αυτή τη συνεχή «ανακύκλωση» και διάσωση των βετεράνων από τα νοσοκομεία, η τελική νίκη του Κόκκινου Στρατού θα ήταν αδύνατη.

13. Γενική εκτίμηση των απωλειών την περίοδο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου

Η ανάλυση του Πίνακα 16 οδηγεί σε εξαιρετικά κρίσιμα συμπεράσματα για τη φύση του πολέμου και την εξέλιξη των επιχειρήσεων:

1. Η καταστροφή του 1941 και το σοκ των αιχμαλώτων. Ο πίνακας αποτυπώνει την εφιαλτική κατάσταση των πρώτων μηνών του πολέμου. Μέσα σε μόλις έξι μήνες και εννέα ημέρες (το 1941), οι συνολικές απώλειες (ανεπανόρθωτες και υγειονομικές) ανήλθαν σε 4.473.820 άνδρες. 

Το πιο σοκαριστικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η σύνθεση αυτών των απωλειών: 2.335.482 στρατιωτικοί (πάνω από 2,3 εκατομμύρια!) καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι ή αιχμάλωτοι. Αυτός ο αριθμός αντιπροσώπευε το 52,2% των συνολικών απωλειών της χρονιάς (και πάνω από το 70% των ανεπανόρθωτων), αποδεικνύοντας το μέγεθος των περικυκλώσεων και της κατάρρευσης του μετώπου.

2. Η σταδιακή αντιστροφή των δεικτών (1942-1945). Ο Πίνακας 16 δείχνει ξεκάθαρα πώς η βελτίωση της στρατιωτικής οργάνωσης και η αλλαγή της τροπής του πολέμου άλλαξαν τη στατιστική των απωλειών:

Το 1942: Παρότι οι ανεπανόρθωτες απώλειες παρέμεναν τεράστιες (λόγω νέων περικυκλώσεων στην αρχή του έτους), οι υγειονομικές απώλειες άρχισαν να αυξάνονται ραγδαία, γεγονός που δείχνει ότι το σύστημα διακομιδής τραυματιών άρχισε να λειτουργεί καλύτερα.

Το 1943: Παρατηρείται μικρή μείωση των ανεπανόρθωτων απωλειών, κυρίως επειδή μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των αγνοουμένων/αιχμαλώτων (έπεσε στο 4,6% των συνολικών απωλειών του έτους). Αντίθετα, οι υγειονομικές απώλειες εκτοξεύτηκαν (αποτελώντας πλέον το μεγαλύτερο ποσοστό), αντανακλώντας τη σφοδρότητα τεράστιων μαχών, όπως αυτή του Κουρσκ, όπου ο στρατός διατηρούσε τις θέσεις του και εκκένωνε οργανωμένα τους τραυματίες του.

Το 1944 και 1945: Στην περίοδο της μεγάλης σοβιετικής αντεπίθεσης, οι ανεπανόρθωτες απώλειες μειώθηκαν περαιτέρω, ενώ οι υγειονομικές (τραυματίες) παρέμειναν σχεδόν διπλάσιες σε αριθμό.

Συνοψίζοντας, ο Κριβοσέεφ και η ομάδα του, χρησιμοποιούν τον Πίνακα 16 ως τον απόλυτο «στατιστικό καθρέφτη» της πορείας του πολέμου: ξεκινώντας από την απόλυτη καταστροφή και τις μαζικές αιχμαλωσίες του 1941, καταλήγει στη μεθοδική, νικηφόρα (αλλά πάντα εξαιρετικά αιματηρή από άποψη τραυματιών) επέλαση του 1944-194560.

14. Συγκριτική ανάλυση της σύνθεσης και των απωλειών του σοβιετικού στρατεύματος ανά κατηγορία προσωπικού (1941-1945)

Η ομάδα του Κριβοσέεφ προχωρά σε μια οπτική σύγκριση μέσω διαγραμμάτων ανάμεσα στη «σύνθεση της εισόδου» (του στρατεύματος) και στη «σύνθεση της εξόδου» (των απωλειών του προσωπικού).

Το πρώτο διάγραμμα (Διαγ.2) μας δίνει τη «σύνθεση της εισόδου», το «απόθεμα» του έμψυχου δυναμικού που βρισκόταν στο μέτωπο.

Πηγή: Κριβοσέεφ Γκ. Φ. κ.ά.,  Μόσχα 2009, σ. 65

Αν αθροίσουμε το 14,32% των αξιωματικών και το 21,13% των υπαξιωματικών, προκύπτει ότι πάνω από το 1/3 του σοβιετικού στρατεύματος (35,45%) ανήκε στα κλιμάκια της διοίκησης. Με μια πρώτη ματιά, το ποσοστό αυτό μοιάζει υπερβολικά υψηλό (αντιστοιχεί σχεδόν σε έναν βαθμοφόρο για κάθε δύο απλούς στρατιώτες).

Ο ίδιος ο Κριβοσέεφ δεν αφιερώνει κάποιο ειδικό σχόλιο αμέσως δίπλα στο γράφημα για να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο. Ωστόσο, η εξήγηση βρίσκεται διάσπαρτη στο βιβλίο, μέσα από τις μεθοδολογικές διευκρινίσεις της στατιστικής του ομάδας και την ανάλυση της οργανωτικής δομής, της ραγδαίας ανάπτυξης και τις πιεστικές ανάγκες του Κόκκινου Στρατού. Συγκεκριμένα, οι κύριοι λόγοι είναι οι εξής:

1. Στον Κόκκινο Στρατό, η κατηγορία των αξιωματικών (βλ. Πιν. 17) δεν περιελάμβανε μόνο τους μάχιμους διοικητές στα πεδία των μαχών όπως διοικητές διμοιριών, λόχων, ταγμάτων, μεραρχιών (βλ. Πιν. 18). Στην πραγματικότητα, το σώμα των αξιωματικών συμπεριελάμβανε και ένα τεράστιο «διευθυντικό προσωπικό» (начальствующий состав). Σε αυτό ανήκαν το πολιτικό προσωπικό (όπως οι κομισάριοι), το τεχνικό, το διοικητικό/οικονομικό, το ιατρικό, το κτηνιατρικό, καθώς και το νομικό προσωπικό. Για παράδειγμα, όλοι οι στρατιωτικοί ιατροί, οι τεχνικοί και οι επιμελητές έφεραν βαθμούς αξιωματικού (ή εξομοιώνονταν με αυτούς), γεγονός που διεύρυνε και «φούσκωνε» στατιστικά το ποσοστό αυτής της κατηγορίας.

2. Λόγω των τεράστιων απωλειών και της έλλειψης εξειδικευμένων στελεχών, ο στρατός αναγκάστηκε να τοποθετήσει χιλιάδες υπαξιωματικούς σε θέσεις αξιωματικών. Η στατιστική μελέτη διευκρινίζει ρητά ότι όλοι αυτοί οι στρατιωτικοί που κατείχαν θέσεις αξιωματικών (αλλά δεν είχαν τον αντίστοιχο βαθμό) καταγράφηκαν στατιστικά στην κατηγορία των υπαξιωματικών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο το 1942, από τους περίπου 125.000 διοικητές διμοιριών που χάθηκαν, περισσότεροι από 30.000 ήταν άνθρωποι που δεν έφεραν βαθμό αξιωματικού.

3. Όπως ήδη αναφέρθηκε, από το 1939, η δύναμη του Κόκκινου Στρατού είχε αυξηθεί σχεδόν στο διπλάσιο. Επιπλέον, λόγω της επικείμενης γερμανικής απειλής και αργότερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, υπήρχε τεράστια ανάγκη συγκρότησης νέων μονάδων (άρματα μάχης, αεροπορία, πυροβολικό). Κάθε νέος σχηματισμός απαιτούσε υποχρεωτικά μεγάλο αριθμό αξιωματικών και υπαξιωματικών για τη διοίκησή του, τα επιτελεία, τις επικοινωνίες και την επιμελητεία, με αποτέλεσμα να απαιτείται διαρκής παραγωγή νέων βαθμοφόρων.

Το δεύτερο διάγραμμα (Διαγ. 3) αποτυπώνει την ποσοστιαία και απόλυτη κατανομή των συνολικών απωλειών ανά κατηγορία προσωπικού (1941-1945). Παρότι που οι στρατιώτες ήταν το 64,5% του στρατού, επωμίστηκαν σχεδόν το 75% του συνόλου των θυμάτων (22.134.250). Αντίθετα, οι αξιωματικοί, αν και αποτελούσαν το 14,3% της δύναμης, είχαν αναλογικά τις μισές απώλειες (7,68% ή 2.274.499 αξιωματικούς). Οι απώλειες των υπαξιωματικών ανέρχονταν σε 5.220.456 άτομα που αποτελούσαν το 17,62% του συνόλου, δηλαδή βρίσκονταν πολύ πιο κοντά στο πραγματικό ποσοστό συμμετοχής τους στον στρατό (21,13%), αντανακλώντας τον πιο άμεσο ρόλο που είχαν στην πρώτη γραμμή του πυρός. Οι υπαξιωματικοί κατέγραψαν υπερδιπλάσιες απώλειες σε σχέση με τους αξιωματικούς. Πιο συγκεκριμένα για κάθε 1 αξιωματικό που έβγαινε εκτός μάχης, χάνονταν περίπου 2,3 υπαξιωματικοί.

Το τρίτο διάγραμμα (Διαγ. 4) εμβαθύνει στο πιο σκληρό κομμάτι του πολέμου (νεκροί αγνοούμενοι και αιχμάλωτοι). Η ομάδα του Κριβοσέεφ το παραθέτει για να δείξει ότι ο «φόρος αίματος» της πρώτης γραμμής δεν αλλάζει. Οι απλοί στρατιώτες, όντας το πεζικό που έκανε τις εφόδους και δεχόταν τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού, παρέμειναν η κατηγορία με τη συντριπτικά υψηλότερη θνησιμότητα και αιχμαλωσία (74,41% ή σε απόλυτα μεγέθη 8.396.698).  Οι αξιωματικοί ανήλθαν σε 900.188 (7,98%), ενώ οι υπαξιωματικοί σε 1.988.171 (17,62%). Για κάθε 1 αξιωματικό που έβγαινε εκτός μάχης, χάνονταν περίπου 2,2 υπαξιωματικοί.

Όπως δείχνει και το τέταρτο διάγραμμα(Διαγ. 5)τα ποσοστά των υγειονομικών απωλειών ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα με τα ποσοστά των νεκρών. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο (που η ομάδα του Κριβοσέεφ αναδεικνύει οπτικά) είναι το ποσοστό των υπαξιωματικών: παραμένει «καρφωμένο» ακριβώς στο 17,62% τόσο στις συνολικές, όσο και στις ανεπανόρθωτες και στις υγειονομικές απώλειες.

Η οπτική αντιπαράθεση του πρώτου διαγράμματος με τα υπόλοιπα τρία, κάνει αμέσως κατανοητό στον αναγνώστη ότι ο κίνδυνος στον πόλεμο δεν κατανέμεται ισομερώς βάσει της δύναμης του στρατού. Η μάζα των απλών στρατιωτών απορρόφησε το μεγαλύτερο σοκ των εχθρικών πληγμάτων.

Συνεχίζεται

Σημειώσεις

  1. Михалев С. Н., 2000, σ. 91–92 και Рыбаковский Л.Л., 2010, σ. 32
  2. David M. Glantz. From the Soviet Secret archives: Newly published Soviet works on the Red Army, 1918–1991: A review essay, The Journal of Slavic Military Studies, Volume 8, 1995,   https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/13518049508430188?journalCode=fslv20
  3. Στο βιβλίο, ο επίσημος ορισμός που δίνεται για την «εν ενεργεία στρατιά» (και στόλο) –στα ρωσικά (Действующая армия) είναι εξαιρετικά συγκεκριμένος, διαχωρίζοντας τις μάχιμες δυνάμεις από τις γενικές εφεδρείες, και βασίζεται στην κρατική νομοθεσία της εποχής. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, εν ενεργεία στρατιά και στόλος ορίζονται αυστηρά ως «το τμήμα εκείνο των Ενόπλων Δυνάμεων του κράτους που χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του πολέμου άμεσα για τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων». Πιο αναλυτικά, βάσει της σχετικής απόφασης του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ για την περίοδο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, στη σύνθεση της «εν ενεργεία στρατιάς» κατατάσσονταν αποκλειστικά τα εξής τμήματα: Οι διοικήσεις: Οι διοικήσεις πεδίου των Μετώπων (Ομάδων Στρατιών) και τα όργανα διοίκησης των στόλων, τα οποία καθοδηγούσαν άμεσα την προετοιμασία και διεξαγωγή των επιχειρήσεων.Οι μάχιμες και υποστηρικτικές μονάδες του Μετώπου: Οι ευρύτεροι στρατιωτικοί σχηματισμοί (ενώσεις), οι μεμονωμένες μονάδες, τα πολεμικά πλοία, καθώς και οι μονάδες των μετόπισθεν (επιμελητείας) και άλλα ιδρύματα, εφόσον ανήκαν οργανικά στη σύνθεση αυτών των μετώπων και στόλων. Προϋπόθεση για να προσμετρώνται ήταν να εκτελούν τα καθήκοντά τους εντός των γεωγραφικών ορίων της ζώνης των μετόπισθεν του εκάστοτε μετώπου ή της επιχειρησιακής ζώνης του στόλου. Μάλιστα, για τον ναυτικό στόλο, η ζώνη αυτή περιλάμβανε και τις χερσαίες δυνάμεις σε απόσταση έως 100 χιλιομέτρων από την ακτογραμμή.Οι ανεξάρτητες δυνάμεις (υπό αυστηρούς όρους): Στρατεύματα όπως η Αντιαεροπορική Άμυνα (ΠΒΟ), οι μονάδες της Αεροπορίας Μεγάλων Αποστάσεων και άλλες δυνάμεις που κανονικά δεν υπάγονταν στη διοίκηση των Μετώπων, λογίζονταν ως μέρος της εν ενεργεία στρατιάς μόνο κατά την περίοδο που συμμετείχαν άμεσα σε εχθροπραξίες και εκτελούσαν καθήκοντα μαχητικής υποστήριξης εντός των γεωγραφικών ορίων των ενεργών μετώπων.Με βάση αυτόν τον νομικό και οργανωτικό ορισμό, η ερευνητική ομάδα του Κριβοσέεφ κατάφερε να απομονώσει στατιστικά τις δυνάμεις που υφίσταντο την πραγματική φθορά του πολέμου στο πεδίο της μάχης, διαχωρίζοντάς τες από τα εκατομμύρια των επιστρατευμένων που βρίσκονταν βαθιά στα μετόπισθεν ή σε εσωτερικές στρατιωτικές περιφέρειες.
  4. Кривошеев Г. Ф. и др., 1993, σ. 5
  5. Πάλι εκεί
  6. Кривошеев Г. Ф. и др., 2001
  7. Великая Отечественная война 1941–1945 годов: энциклопедическое издание, σ. 85, Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σσ. 18–19
  8. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009 σ. 20
  9. Πάλι εκεί, σσ. 20–21
  10. Πάλι εκεί, σ. 21 και σ. 76
  11. Πάλι εκεί σ. 81
  12. Πάλι εκεί σ. 77
  13. Στα ρωσικά αναφέρεται ως «Δεξιά Όχθη της Ουκρανίας» Правобережной Украине
  14. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 22
  15. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 83
  16. Πάλι εκεί, σ. 26
  17. Πάλι εκεί, σ. 24
  18. Πάλι εκεί, σ. 282
  19. Πάλι εκεί, σ. 24
  20. Πάλι εκεί, σσ. 23-25
  21. Πάλι εκεί σ. 28
  22. Энциклопедическое издание, 2025, σ. 7
  23. Жуков Г.К., 1956. Проект выступления Г.К. Жукова на пленуме ЦК КПСС. РГАНИ. Ф. 2. Оп. 1. Д. 188. Лл. 5-30. Подлинник. Машинопись. Опубликовано: Источник, 1995, № 2., https://www.alexanderyakovlev.org/fond/issues-doc/1003143
  24. Жуков Г.К., 2002, σ. 340
  25. Βολκογκόνοφ Ντ., 1990 ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Βιβλίο Δεύτερο, Μέρος Πρώτο σ. 70
  26. Πάλι εκεί, σ. 74
  27. Πάλι εκεί
  28. Πάλι εκεί, σ. 229
  29. https://ru.ruwiki.ru/wiki/%D0%A0%D0%B5%D0%BF%D1%80%D0%B5%D1%81%D1%81%D0%B8%D0%B8_%D0%B2_%D0%A0%D0%9A%D0%9A%D0%90_(1937%E2%80%941938)
  30. Жуков Г.К., 1969, σ. 283
  31. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 28
  32. Αναλυτική παρουσίαση των γεγονότων του πρώτου εικοσιτετράωρού στο άρθρο «22 Ιουνίου 1941», https://petinakis.com/2026/06/22/22-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%af%ce%bf%cf%85-1941/
  33. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 28
  34. Βλ. https://petinakis.com/2026/06/22/22-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%af%ce%bf%cf%85-1941/
  35. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 31
  36. Βλ. https://petinakis.com/2026/06/22/22-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%af%ce%bf%cf%85-1941/
  37. Τον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ θα κηρύξουν και η Ιταλία, η Αλβανία, η Ρουμανία, η Φινλανδία η Ουγγαρία και η Σλοβακία, ενώ η κυβέρνηση του Βισύ θα διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις
  38. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 77
  39. Βλ. https://petinakis.com/2026/06/22/22-%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%af%ce%bf%cf%85-1941/
  40. Πάλι εκεί
  41. Энциклопедическое издание, 2025, σσ. 448-450 και Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σσ. 34-35
  42. Энциклопедическое издание, 2025, σ. 449
  43. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 35
  44. Энциклопедическое издание, 2025, σ. 449
  45. Энциклопедическое издание, 2025, σ. 449 και Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 35
  46. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 36
  47. Πάλι εκεί, σ. 37
  48. Πάλι εκεί, σ. 38
  49. Πάλι εκεί, σ. 39
  50. Энциклопедическое издание, 2025, σ. 449
  51. Кривошеев Г. Ф. и др., 2009, σ. 55
  52. Πάλι εκεί, σ. 52
  53. Πάλι εκεί, σσ. 52-53
  54. Πάλι εκεί, σσ. 55-56
  55. Πάλι εκεί, σ. 56
  56. Πάλι εκεί
  57. Πάλι εκεί
  58. Πάλι εκεί, σ. 57
  59. Πάλι εκεί, σ. 58
  60. Πάλι εκεί, σ. 59

Βιβλιογραφία

Андреев Е.М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993. Население Советского Союза: 1922-1991. Москва: „НАУКА“. https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/naselenie/naselenie_1922-1991.pdf

Золотов Н.П. (рук.), Боевой и численный состав вооруженных сил СССР в период Великой Отечественной Войны (1941-1945 гг.) М.: ИВИМО, http://istmat.info/node/44934

Богоявленский Д., 2012. Как утаивали величину военных потерь. http://demoscope.ru/weekly/2012/0513/arxiv01.php

Βολκογκόνοφ Ντ., 1990 ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Βιβλίο Δεύτερο, Μέρος Πρώτο. Αθήνα: Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ»

Glantz D. M., 1995. From the Soviet Secret archives: Newly published Soviet works on the Red Army, 1918–1991: A review essay, The Journal of Slavic Military Studies, Volume 8, https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/13518049508430188?journalCode=fslv20

Жуков Г.К., 1956. Проект выступления Г.К. Жукова на пленуме ЦК КПСС. РГАНИ. Ф. 2. Оп. 1. Д. 188. Лл. 5-30. Подлинник. Машинопись. Опубликовано: Источник, 1995, № 2., https://www.alexanderyakovlev.org/fond/issues-doc/1003143

Жуков Г.К., 1969. СПОМЕНИ И РАЗМИСЛИ. София: Държавно военно издателство

Кривошеев Г. Ф. и др., 1993. Гриф секретности снят. Потери Вооружённых сил СССР в войнах, боевых действиях и военных конфликтах. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. — М.: Воениздат

Кривошеев Г. Ф. и др., 2001. Россия и СССР в войнах XX века. Потери вооружённых сил: Статистическое исследование. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. — М.: Олма-Пресс

Кривошеев Г. Ф. и др., 2009. Великая Отечественная без грифа секретности. Книга потерь. М.: Вече

Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012. Людские потери СССР в период второй мировой войны: масштабы и формы. Отечественная историография. Москва.: Российская политическая энциклопедия (РОССПЭН).

Кропачев С. А., 2014. Эволюция официальной отечественной историографии о потерях СССР и Германии в Великой Отечественной войне. https://contrlist.ucoz.ru/2014/2014-05/GFLK/o_poterjakh_sssr_i_germanii_v_vojne_1941-1945_gg..pdf

Михалев С. Н., 2000. Людские потери в Великой Отечественной войне 1941-45г. Статистическое исследование. 2-е изд. Красноярск: РИО-КПГУ

Рыбаковский Л. Л. Людские потери СССР и России в Великой Отечественной войне / Гос. учреждение Российской акад. наук, Ин-т социально-политических исследований РАН. — 2-е, испр. и доп. — М.: Экон-Информ, 2010рр https://militera.lib.ru/research/0/pdf/rybakovsky_ll01.pdf

Великая Отечественная война 1941–1945 годов: энциклопедическое издание / НИИ (военной истории) Военной академии Генерального штаба ВС РФ. Москва, 2025.

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Uncategorized. Αποθήκευσε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε