Βουλγαρία – Προϋπολογισμός 2026 και Επικαιροποιημένη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Πρόγνωση περιόδου 2026 – 2028

Η διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού για το 2026 καθυστέρησε σημαντικά, κυρίως λόγω της μη έγκαιρης έγκρισης του Προϋπολογισμού του 2025. Αρχικά, τα προσχέδια των νόμων εγκρίθηκαν και κατατέθηκαν τον Νοέμβριο του 2025, ωστόσο αποσύρθηκαν τον Δεκέμβριο λόγω έλλειψης συναίνεσης με τους κοινωνικούς εταίρους. Ακολούθησε παραίτηση της κυβέρνησης και, ως εκ τούτου, εφαρμόστηκε νόμος παράτασης του προϋπολογισμού του 2025.

Μετά τις βουλευτικές εκλογές της 19ης Απριλίου 2026 και τον σχηματισμό νέας τακτικής κυβέρνησης στις 8 Μαΐου 2026, εκπονήθηκε το νέο σχέδιο νόμου για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2026 και η Επικαιροποιημένη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Πρόγνωση (ΜΔΠ) 2026-2028.

Λόγω της ανεξέλεγκτης αύξησης των δαπανών τα προηγούμενα έτη και της πρόβλεψης ότι το έλλειμμα θα ξεπεράσει κατά πολύ το όριο του 3% του ΑΕΠ το 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε την έναρξη Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος για τη Βουλγαρία. Συνεπώς, η εκπόνηση της ΜΔΠ αποτελεί μια άμεση απάντηση της νέας κυβέρνησης στην απαίτηση της ΕΕ για «αυστηρές προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης».

1. Γεωπολιτικό περιβάλλον και Παγκόσμια Οικονομία (2025)

Παρά τις αρχικές προσδοκίες για σταδιακή επιτάχυνση της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας το 2025, η χρονιά χαρακτηρίστηκε για άλλη μια φορά από γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, αυξανόμενους κινδύνους, αστάθεια στις διεθνείς τιμές και προβλήματα στις αλυσίδες εφοδιασμού. Η αβεβαιότητα που πηγάζει από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη σύγκρουση στη Λωρίδα της Γάζας επιδεινώθηκε περαιτέρω από την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ μετά την ανάληψη των καθηκόντων της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Η αρχική ανακοίνωση για σημαντική αύξηση των δασμών εισαγωγής στις ΗΠΑ ακολουθήθηκε από μήνες αστάθειας. Αν και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων επιτεύχθηκαν κάποιες «δασμολογικές ανακωχές», δεν επήλθε πλήρης ομαλοποίηση της κατάστασης. Οι συνεχείς αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο αύξησαν την αβεβαιότητα και τον κατακερματισμό του διεθνούς εμπορίου.

Κατά το 2025, η αύξηση του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνθηκε ελαφρώς. Η κύρια θετική συμβολή προήλθε από την κατανάλωση των νοικοκυριών -η οποία οδηγήθηκε από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και τη σταθερότητα στην αγορά εργασίας- καθώς και από τις επενδύσεις. Ωστόσο, η ανάπτυξη στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, τη Γερμανία, παρέμεινε σε ελάχιστα επίπεδα (0,2%).

Στις ΗΠΑ, η ισχυρή κατανάλωση των νοικοκυριών, με φόντο την πραγματική αύξηση των εισοδημάτων και τη μείωση του πληθωρισμού, συνέχισε να στηρίζει την ανάπτυξη της χώρας, παρά την καταγεγραμμένη επιβράδυνση του ρυθμού της.

Το τρέχον έτος (2026) ξεκίνησε με ελαφρώς αυξημένες προσδοκίες για την πραγματική ανάπτυξη στην ΕΕ, υποστηριζόμενες από την επιτάχυνση που καταγράφηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και τη βελτίωση ορισμένων βραχυπρόθεσμων δεικτών. Παρ’ όλα αυτά, οι πολεμικές ενέργειες στη Μέση Ανατολή άρχισαν γρήγορα να αντανακλώνται στις οικονομικές διαδικασίες. Ως αποτέλεσμα, οι προσδοκίες για την οικονομική δραστηριότητα κατά το 2026 επιδεινώθηκαν αισθητά σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.

2. Το εσωτερικό μακροοικονομικό περιβάλλον

2.1. Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ)

 Το 2025, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ της Βουλγαρίας επιβραδύνθηκε στο 3,1% σε σύγκριση με 3,4% το 2024. Ο κύριος παράγοντας για αυτήν την επιβράδυνση ήταν η επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου και η αρνητική συμβολή της μεταβολής των αποθεμάτων. Η εγχώρια ζήτηση, ωστόσο, σημείωσε σημαντική αύξηση:

  • Η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 7,8%, υποστηριζόμενη από την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και των καταναλωτικών δανείων.
  • Η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκε κατά 7,0%, κυρίως λόγω της αύξησης των αποδοχών των μισθωτών του δημοσίου.
  • Οι επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) επιταχύνθηκαν εντυπωσιακά στο 11,4%, με ισχυρή συμβολή τόσο από τις δημόσιες κεφαλαιουχικές δαπάνες (π.χ. άμυνα και Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας) όσο και από τις ιδιωτικές επενδύσεις.
  • Αντίθετα, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 2,1%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,9%, οδηγώντας σε αρνητική συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη.

Το πρώτο τρίμηνο του 2026, η αύξηση του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2,9%, συνεχίζοντας να καθοδηγείται από την εγχώρια ζήτηση (η κατανάλωση των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 10,5% και οι επενδύσεις κατά 7,6%). Οι εξαγωγές μειώθηκαν περαιτέρω κατά 8,8%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8,5%.

Συνολικά για το 2026 αναμένεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,6%. Η αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών θα επιβραδυνθεί στο 3,5%, ακολουθώντας την πιο συγκρατημένη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Οι επενδύσεις αναμένεται επίσης να επιβραδυνθούν (στο 3,3%). Η εξέλιξη αυτή υπαγορεύεται από τη δυναμική των δημόσιων επενδύσεων (λόγω του φαινομένου βάσης από τις υψηλές αμυντικές δαπάνες του 2025), αλλά και από το πάγωμα των ιδιωτικών επενδύσεων εξαιτίας της αυξημένης αβεβαιότητας και της αναμενόμενης «ψύξης» στην αγορά ακινήτων.

Όσον αφορά τις εξαγωγές αγαθών, αναμένεται ανάκαμψη με ανάπτυξη 2,9%, καθώς εξαντλούνται οι αρνητικές επιπτώσεις του 2025, παρότι η αδύναμη οικονομική δραστηριότητα στην ΕΕ και η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα συνεχίσουν να τις περιορίζουν. Οι εισαγωγές θα αυξηθούν κατά 4,5% και η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στο ΑΕΠ θα παραμείνει αρνητική, αν και ελαφρώς βελτιωμένη.

Το 2027, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,5%. Με την εξομάλυνση του διεθνούς περιβάλλοντος (αυτό αποτελεί απλώς έναν ευσεβή πόθο, σ.σ.), οι εξαγωγές θα επιταχυνθούν στο 3,5%. Η ανάπτυξη της κατανάλωσης θα επιβραδυνθεί ελαφρώς στο 3,3%. Παράλληλα, προβλέπεται αισθητή επιβράδυνση της αύξησης των επενδύσεων στο 1,0%, καθώς η βελτίωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και η ώθηση στις ιδιωτικές επενδύσεις δεν θα μπορέσουν να αντισταθμίσουν πλήρως την πτώση των δημόσιων επενδύσεων, η οποία οφείλεται στην ολοκλήρωση της εφαρμογής του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Για το 2028, προβλέπεται διατήρηση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ στο 2,5%. Η κατανάλωση θα διατηρήσει σταθερή ανάπτυξη (3,0%), στηριζόμενη στην αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Η μείωση της αβεβαιότητας θα συμβάλει στη θετική δυναμική των ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ οι συνολικές επενδύσεις θα ανακάμψουν στο 5,3%, καθοδηγούμενες από τις αναμενόμενες παραδόσεις στρατιωτικού εξοπλισμού και την αύξηση της απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων (προγραμματική περίοδος 2021-2027)1.

Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών θα επιβραδυνθεί ελαφρώς στο 3,1%, ενώ οι εισαγωγές θα κινηθούν υψηλότερα (4,9%), επηρεασμένες και από τις παραδόσεις του στρατιωτικού εξοπλισμού. Ως αποτέλεσμα, η συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην ανάπτυξη του ΑΕΠ θα παραμείνει αρνητική.

2.2. Αγορά εργασίας και εισοδήματα

Το 2025, ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε σημαντικά, με τον ρυθμό να φτάνει το 2,2%. Οι τομείς που συνέβαλαν περισσότερο ήταν οι κατασκευές (+5,5%) και οι υπηρεσίες (+3,9%), ενώ η απασχόληση σε βιομηχανία και γεωργία μειώθηκε. Το ποσοστό ανεργίας έπεσε στο 3,5%, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο στην ιστορία των ερευνών εργατικού δυναμικού. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,2% σε ετήσια βάση, αλλά άρχισαν να διαφαίνονται σημάδια επιβράδυνσης, ενώ η ανεργία για το τρίμηνο διαμορφώθηκε στο 3,2%.

Ο ρυθμός αύξησης των αποδοχών ανά μισθωτό επιβραδύνθηκε στο 10,4% το 2025 (από 14,1% το 2024), παραμένοντας ωστόσο υψηλός. Ο μέσος ονομαστικός μισθός αυξήθηκε κατά 11,6%, ενώ σε πραγματικούς όρους η αύξηση ήταν 7,7%. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 12,7%, με τις αυξήσεις στον δημόσιο τομέα (15,3%) να υπερβαίνουν σημαντικά αυτές του ιδιωτικού τομέα (11,8%). Η πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε κατά 1,6% την ίδια περίοδο.

Οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις αναμένεται να περιορίσουν περαιτέρω την προσφορά εργασίας τα επόμενα χρόνια. Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης θα επιβραδυνθεί αισθητά στο 0,6% το 2026, στο 0,4% το 2027 και θα αγγίξει σχεδόν τη στασιμότητα με 0,1% το 2028. Καθώς οι δυνατότητες μετάβασης από την ανεργία στην απασχόληση είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένες, η όποια αύξηση της απασχόλησης θα προέλθει κυρίως από την προσέλκυση οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού (επιστροφή στο εργατικό δυναμικό) ή από την εισαγωγή εργατικού δυναμικού από τρίτες χώρες.

Παρά τη συνεχή αύξηση της απασχόλησης, οι μεταβολές στο ποσοστό της ανεργίας θα είναι ελάχιστες. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί οριακά στο 3,4% το 2026 και να σταθεροποιηθεί γύρω από αυτό το ιστορικά χαμηλό επίπεδο τόσο το 2027 όσο και το 2028.

Το 2026 προβλέπεται επιβράδυνση της αύξησης των εισοδημάτων από εργασία, με τον ονομαστικό ρυθμό αύξησης (αποδοχές ανά μισθωτό) να εκτιμάται στο 8,0%. Σε αυτό το επίπεδο θα συμβάλει καθοριστικά η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 12,6% (στα 620,20 ευρώ) από την αρχή του έτους, καθώς και η εφάπαξ αύξηση των μισθών στο δημόσιο τομέα κατά 5%. Η αύξηση των αποδοχών θα συνεχίσει να επιβραδύνεται τα επόμενα έτη, διαμορφούμενη στο 6,4% το 2027 και στο 5,7% το 2028. Παράλληλα, η επιβράδυνση της απασχόλησης αναμένεται να οδηγήσει σε επιτάχυνση της παραγωγικότητας της εργασίας. Ο συνδυασμός αυξημένης παραγωγικότητας και χαμηλότερου ρυθμού αύξησης των μισθών θα περιορίσει την αύξηση του ονομαστικού μοναδιαίου κόστους εργασίας, το οποίο θα διαμορφωθεί στο 5,9% το 2026 και θα επιβραδυνθεί περαιτέρω κατά τη διετία 2027-2028.

2.3. Πληθωρισμός

Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) για το 2025 διαμορφώθηκε στο 3,5%. Οι κύριοι παράγοντες ήταν τα τρόφιμα (+6,0% τον Δεκέμβριο) και οι υπηρεσίες (+4,0%). Αυτό οφειλόταν κυρίως σε εγχώριους παράγοντες, όπως η επαναφορά του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ (20%) στο ψωμί και την εστίαση από τις αρχές του έτους, καθώς και η αύξηση των ΕΦΚ στα προϊόντα καπνού.

Το πρώτο εξάμηνο του 2026, ωστόσο, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε απότομα φτάνοντας το 6,3% τον Μάιο. Η κύρια αιτία ήταν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ο αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ, που οδήγησαν σε άλμα των τιμών του πετρελαίου (+14,7% τον Απρίλιο σε ετήσια βάση).

Σε ό,τι αφορά την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη την 1η Ιανουαρίου 2026, η άμεση τεχνική επίδραση της αλλαγής νομίσματος στο επίπεδο των τιμών σύμφωνα με αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Βουλγαρικής Λαϊκής Τράπεζας, ήταν περιορισμένο. Το εφάπαξ φαινόμενο της μαθηματικής στρογγυλοποίησης των τιμών προσέθεσε μόλις 0,3 έως 0,4 της εκατοστιαίας μονάδας στον μηνιαίο πληθωρισμό του Ιανουαρίου. Μάλιστα, ο συνολικός ετήσιος πληθωρισμός τον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του νέου νομίσματος επιβραδύνθηκε στο 2,3% (από 3,5% τον Δεκέμβριο), εναρμονιζόμενος πλήρως με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Οι ίδιες αναλύσεις όμως δεν λένε τίποτα για την απόκλιση των τιμών τους μήνες που ακολούθησαν (βλ. διάγραμμα).

Πηγή: Eurostat: Harmonised index of consumer prices (HICP) – ECOICOP ver.2 – indices and rates of change, monthly data [prc_hicp_minr__custom_22252390], Last updated: 17/07/2026, Data extracted on 29/07/2026

Μακροπρόθεσμα, η άνοδος των τιμών συνδέεται άρρηκτα με τη διαδικασία της πραγματικής σύγκλισης της βουλγαρικής οικονομίας (φαινόμενο Balassa-Samuelson). Καθώς το βιοτικό επίπεδο και τα εισοδήματα στη Βουλγαρία προσεγγίζουν τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, οι μισθοί και οι τιμές -ειδικά στον τομέα των υπηρεσιών- θα αυξάνονται νομοτελειακά με ταχύτερο ρυθμό (π.χ. 2,5% – 3% ετησίως) σε σχέση με τις πιο ανεπτυγμένες χώρες της νομισματικής ένωσης. Αυτό φέρνει την οικονομία μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: Είτε θα εγκλωβιστεί σε ένα περιβάλλον υψηλότερων τιμών χωρίς βελτίωση της παραγωγικότητας, είτε θα αναβαθμίσει το παραγωγικό της μοντέλο. Το παλαιό μοντέλο που βασιζόταν στη «φθηνή εργασία» (όπως οι υπηρεσίες outsourcing και τα call centers) δέχεται πλέον τεράστιες πιέσεις από τα αυξανόμενα κόστη και την αυτοματοποίηση, και η χώρα οφείλει να στραφεί σε βιομηχανίες και υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

2.4. Ισοζύγιο Πληρωμών

Το 2025, ο λογαριασμός τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαίου κατέγραψε έλλειμμα 3,8 δισ. ευρώ (3,3% του ΑΕΠ), έναντι πλεονάσματος 1,2 δισ. ευρώ το 2024.

  • Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ.
  • Το εμπορικό έλλειμμα έφτασε το 8,0% του ΑΕΠ, καθώς οι εξαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 3,0%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 6,0%.
  • Το πλεόνασμα στον τομέα των υπηρεσιών παρέμεινε ισχυρό, στο 7,0% του ΑΕΠ, χάρη στον τουρισμό, τις υπηρεσίες πληροφορικής και τις μεταφορές.

Το 2026 αναμένεται περαιτέρω επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με το έλλειμμα να διευρύνεται στο 6,2% του ΑΕΠ, εξέλιξη που καθοδηγείται και πάλι από το εμπόριο αγαθών. Η αύξηση των διεθνών τιμών, ως συνέπεια της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, θα είναι πιο έντονη στις ενεργειακές πρώτες ύλες και, κατ’ επέκταση, στον αποπληθωριστή των εισαγωγών αγαθών. Το αποτέλεσμα θα είναι η διαμόρφωση αρνητικών όρων εμπορίου στο σκέλος των αγαθών.

Η εγχώρια ζήτηση θα συνεχίσει να αυξάνεται, παράλληλα με μια μέτρια ανάκαμψη των εξαγωγών. Η ονομαστική αύξηση των εισαγωγών αγαθών αναμένεται να διαμορφωθεί στο 8,7%, ξεπερνώντας αισθητά την αντίστοιχη των εξαγωγών, η οποία εκτιμάται περίπου στο 6,5%. Αντίθετα, το πλεόνασμα στο δευτερογενές εισόδημα θα αυξηθεί στο 1,4% του ΑΕΠ, αντανακλώντας τις εισροές κονδυλίων από την ΕΕ κατά την ολοκλήρωση των έργων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (NRRP). Για τα ισοζύγια πρωτογενούς εισοδήματος και υπηρεσιών δεν αναμένονται σημαντικές μεταβολές ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σύγκριση με το 2025.

Για τα έτη 2027 και 2028 προβλέπεται σταδιακή συρρίκνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στο 5,3% και 5,0% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Αναμένονται θετικοί όροι εμπορίου, αν και η ονομαστική αύξηση των εισαγωγών αγαθών θα συνεχίσει να υπερβαίνει την αύξηση των εξαγωγών. Το εμπορικό έλλειμμα θα διατηρηθεί σε σχετικά υψηλά επίπεδα, περίπου στο 8,5% με 8,8% του ΑΕΠ

Το πλεόνασμα στον τομέα των υπηρεσιών θα διαμορφωθεί περίπου στο 7,1% του ΑΕΠ, υποστηριζόμενο από τη σταθερή ανάπτυξη των εξαγωγών τουριστικών και άλλων υπηρεσιών. Το έλλειμμα στο πρωτογενές εισόδημα θα μειωθεί σταδιακά από 5,1% του ΑΕΠ το 2027 σε 4,7% του ΑΕΠ το 2028, πλησιάζοντας έτσι τους μέσους όρους της τελευταίας δεκαετίας.

Η προσέγγιση της προθεσμίας για τις πληρωμές των έργων του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2021-2027 και η συνεπακόλουθη επιτάχυνση της απορρόφησης των κονδυλίων θα συμβάλουν στη διατήρηση ενός πλεονάσματος στο δευτερογενές εισόδημα γύρω στο 1,3% με 1,4% του ΑΕΠ. Τέλος, οι εισερχόμενες άμεσες ξένες επενδύσεις θα παραμείνουν σταθερές, ανερχόμενες στο 3,7% με 3,8% του ΑΕΠ.

2.5. Νομισματικός τομέας

Το τραπεζικό σύστημα το 2025 διατήρησε τη σταθερότητά του, με υψηλά επίπεδα ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας.

Τα δάνεια προς τα νοικοκυριά σημείωσαν άλμα 21,1% το 2025. Ειδικά τα στεγαστικά δάνεια αυξήθηκαν κατά το εντυπωσιακό 28,2%, τροφοδοτούμενα από τα χαμηλά επιτόκια, την αύξηση των εισοδημάτων και τη διψήφια άνοδο των τιμών των ακινήτων.

Οι πιστώσεις προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διατήρησαν σταθερό ρυθμό αύξησης στο 10,9%.

Οι απαιτήσεις από τον ιδιωτικό τομέα (πιστωτική επέκταση) θα επιβραδύνουν την ανάπτυξή τους το 2026 στο 12,6%. Η επιβράδυνση αυτή θα προέλθει σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα δάνεια προς τα νοικοκυριά, των οποίων ο ρυθμός αύξησης θα μειωθεί σημαντικά στο 14,5%, παράλληλα με την ασθενέστερη αύξηση της κατανάλωσης, της απασχόλησης και των εισοδημάτων.

Σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αναμένεται να επιβραδυνθούν τα στεγαστικά δάνεια, εξαιτίας της αναμενόμενης «ψύξης» στην αγορά των ακινήτων. Αντίθετα, οι πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται κατά 10,7%, διατηρώντας ρυθμό σχεδόν παρόμοιο με αυτόν του 2025. Ειδικά στα δάνεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, τα τακτικά δάνεια θα διατηρήσουν διψήφιο ρυθμό αύξησης, ενώ οι υπεραναλήψεις (overdrafts) θα επιβραδυνθούν.

Το 2027, οι πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις θα αρχίσουν επίσης να επιβραδύνονται, σε πλήρη συγχρονισμό με την αναμενόμενη επιβράδυνση της αύξησης των επενδύσεων, με τον ρυθμό αύξησής τους να διαμορφώνεται στο 8,7% στο τέλος του έτους. Τα δάνεια προς τα νοικοκυριά θα συνεχίσουν να ακολουθούν την εξέλιξη της αγοράς εργασίας και των εισοδημάτων, με τον ρυθμό αύξησής τους να υποχωρεί περαιτέρω στο 11,8%. Συνολικά, οι απαιτήσεις από τον ιδιωτικό τομέα αναμένεται να καταγράψουν συνολική αύξηση 10,1% για το 2027.

Το 2028, ο δανεισμός και, αντίστοιχα, οι συνολικές απαιτήσεις από τον ιδιωτικό τομέα θα συνεχίσουν την ομαλή τους επιβράδυνση. Η μεγαλύτερη συμβολή σε αυτή την τάση θα προέλθει ξανά από τα δάνεια προς τα νοικοκυριά, των οποίων ο ρυθμός αύξησης στο τέλος του 2028 θα περιοριστεί σε μονοψήφιο νούμερο, φτάνοντας το 9,9%. Ωστόσο, η αναμενόμενη υψηλότερη αύξηση των επενδύσεων, καθώς η χώρα θα πλησιάζει στο τέλος της προγραμματικής περιόδου για την απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, θα συμβάλει στη διατήρηση μιας σχετικά σταθερής ανάπτυξης των δανείων προς τις επιχειρήσεις, με τον ρυθμό τους να διαμορφώνεται στο 8,6% το 2028.

3. Κίνδυνοι της επικαιροποιημένης Μεσοπρόθεσμης Δημοσιονομικής Πρόγνωσης

Οι κίνδυνοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποκλίσεις από το βασικό μακροοικονομικό σενάριο για την περίοδο 2026-2028, κατηγοριοποιούνται σε εξωγενείς (διεθνές περιβάλλον) και ενδογενείς (εγχώρια αγορά).

α). Διεθνές Οικονομικό Περιβάλλον και Γεωπολιτική Αβεβαιότητα. Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον παραμένει ο βασικός παράγοντας κινδύνου για την υλοποίηση της πρόγνωσης. Συγκεκριμένα, υπάρχει το ενδεχόμενο ο αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ να διαρκέσει περισσότερο από το αναμενόμενο ή/και η ανάκαμψη της παραγωγής και των προμηθειών ορισμένων αγαθών –μετά το τέλος της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή– να πραγματοποιηθεί με πιο αργούς ρυθμούς. Παράλληλα, οι παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν περαιτέρω αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, μειώνοντας την επιχειρηματική εμπιστοσύνη και αυξάνοντας την επιφυλακτικότητα των εταιρειών ως προς τις επενδυτικές τους δαπάνες. Επίσης, διακυβεύεται ο κίνδυνος η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και της ΕΕ να είναι τελικά χαμηλότερη από αυτή του βασικού σεναρίου, γεγονός που θα μεταφραζόταν σε ασθενέστερες βουλγαρικές εξαγωγές λόγω της περιορισμένης εξωτερικής ζήτησης.

β). Νομισματική Πολιτική, Πληθωρισμός και Κόστος Δανεισμού. Επιπρόσθετα, λόγω του αυξημένου πληθωρισμού, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ενδέχεται να προχωρήσει σε πιο επιθετικές αυξήσεις των βασικών επιτοκίων. Μια τέτοια κίνηση θα περιόριζε περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη και, κατ’ επέκταση, θα συμπίεζε την εξωτερική ζήτηση για βουλγαρικά αγαθά και υπηρεσίες. Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό που πηγάζουν από το διεθνές περιβάλλον είναι κυρίως ανοδικοί (αυξητικοί) και συνδέονται άμεσα με την υψηλή αβεβαιότητα και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω ανατιμήσεις βασικών πρώτων υλών και μεταφορικών εξόδων, προκαλώντας υψηλότερο πληθωρισμό από τον αναμενόμενο. Στο ίδιο πλαίσιο, οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να αυξήσουν τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων (ДЦК), γεγονός που θα μεταφραζόταν σε υψηλότερο κόστος χρέους (δανειακής χρηματοδότησης) για τον κρατικό προϋπολογισμό.

γ). Εγχώριοι Κίνδυνοι (Επενδύσεις). Στο εσωτερικό μέτωπο, ένας πολύ σημαντικός κίνδυνος αφορά τις προσδοκίες για την πλήρη υλοποίηση των έργων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας το 2026. Ενδεχόμενη αδυναμία πλήρους εκτέλεσής τους (μη απορρόφηση) θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την ασθενέστερη αύξηση των επενδύσεων κατά τη διάρκεια του έτους.

4. Μεσοπρόθεσμοι στόχοι της δημοσιονομικής πολιτικής

Οι στόχοι δημοσιονομικής πολιτικής και οι παράμετροι του δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2026-2028 αντικατοπτρίζουν την κληρονομημένη κατάσταση των δημόσιων οικονομικών και τις συσσωρευμένες ανισορροπίες, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες εφαρμογής βραχυπρόθεσμων μέτρων εντός του 2026 και τους προσδιορισμένους στόχους και προτεραιότητες πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της δημοσιονομικής βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα.

Οι παράμετροι του δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2026-2028, σε μεγάλο βαθμό, έχουν προσαρμοστεί ώστε να λαμβάνουν υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ενεργοποίηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, υπογραμμίζοντας την επιτακτική ανάγκη για σταθεροποίηση των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Οι προβλέψεις βασίζονται στις εαρινές μακροοικονομικές προβλέψεις, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο των νέων διακριτικών μέτρων (discretionary measures) σε έσοδα και δαπάνες. Βασίζονται επίσης στα προσωρινά απολογιστικά στοιχεία του 2025, στην τρέχουσα εκτέλεση του προϋπολογισμού και στα βραχυπρόθεσμα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης για το 2026.

Βασικές δημοσιονομικές παράμετροι για την περίοδο 2026-2028

Οι υπολογισμοί που περιλαμβάνονται στην επικαιροποιημένη Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Πρόγνωση για τα έσοδα, τις ενισχύσεις (βοήθεια) και τις δωρεές των Ενοποιημένων Δημοσιονομικών Προγραμμάτων (ΕΔΠ) για την περίοδο 2026-2028 κυμαίνονται από 39,6% έως 37,3% του ΑΕΠ. Με γνώμονα την ανάγκη οικονομικής εξασφάλισης των πολιτικών και των μέτρων της κυβέρνησης –ειδικά σε ό,τι αφορά τις δαπάνες προτεραιότητας– η χρηματοδότηση των δημόσιων δαπανών θα κυμανθεί στο εύρος από 45,4% έως 40,3% του ΑΕΠ. Μεσοπρόθεσμα, προβλέπεται ότι το έλλειμμα των ΕΔΠ θα μειωθεί σταδιακά ώστε να χωρέσει εντός του επιτρεπτού ορίου του 3% του ΑΕΠ που ορίζει ο Νόμος περί Δημοσίων Οικονομικών έως το 2028.

Έσοδα 2026

Τα συνολικά κρατικά έσοδα, εισροές από την ΕΕ και δωρεές για το 2026 προβλέπεται να ανέλθουν στα 49.615,3 εκατ. ευρώ (39,6% του ΑΕΠ). Η αναλυτική διάρθρωση των πηγών εσόδων του κράτους για το 2026 έχει ως εξής:

1. Φορολογικά και Ασφαλιστικά Έσοδα: 38.440,1 εκατ. ευρώ (30,7% του ΑΕΠ).

 Αποτελούν τον κύριο πυλώνα εσόδων του κράτους και αναλύονται περαιτέρω σε:

Έμμεσοι Φόροι (17.030,7 εκατ. ευρώ, 13,6% του ΑΕΠ):

  • Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ): 12.803,8 εκατ. ευρώ.
  • Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΦΚ): 3.963,5 εκατ. ευρώ.
  • Δασμοί και τελωνειακά τέλη: 220,0 εκατ. ευρώ.
  • Φόρος επί των ασφαλίστρων: 43,4 εκατ. ευρώ.

Άμεσοι Φόροι (8.262,4 εκατ. ευρώ, 6,6% του ΑΕΠ ):

  • Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων: 4.764,0 εκατ. ευρώ.
  • Εταιρικοί Φόροι (Φόρος νομικών προσώπων, μερίσματα κ.λπ.): 3.498,5 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων τα 3.153,7 εκατ. προέρχονται από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και τα 344,8 εκατ. από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα).

Έσοδα Κοινωνικής και Υγειονομικής Ασφάλισης (11.617,1 εκατ. ευρώ, 9,3% του ΑΕΠ):

  • Ασφαλιστικές εισφορές για την κρατική κοινωνική ασφάλιση: 8.429,5 εκατ. ευρώ.
  • Υγειονομικές ασφαλιστικές εισφορές: 3.187,5 εκατ. ευρώ.

Άλλοι Φόροι (1.529,9 εκατ. ευρώ, 1,2% του ΑΕΠ):

  • Φόροι περιουσίας: 1.009,1 εκατ. ευρώ.
  • Λοιποί φόροι βάσει του νόμου περί φορολογίας εταιρειών: 128,3 εκατ. ευρώ.
  • Διάφοροι άλλοι φόροι: 392,5 εκατ. ευρώ.

2. Μη Φορολογικά Έσοδα: 5.784,1 εκατ. ευρώ, (4,6% του ΑΕΠ).

 Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει έσοδα από την εκμετάλλευση κρατικής περιουσίας, παροχή υπηρεσιών και επιβολή κυρώσεων:

  • Κρατικά τέλη: 2.263,5 εκατ. ευρώ (εδώ περιλαμβάνονται π.χ. διόδια, βινιέτες, δικαστικά τέλη κ.ά.).
  • Έσοδα και εισοδήματα από ιδιοκτησία: 1.170,1 εκατ. ευρώ (π.χ. μερίσματα από κρατικές επιχειρήσεις, ενοίκια).
  • Έσοδα από την πώληση μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων: 977,3 εκατ. ευρώ (στα οποία εντάσσεται κυρίως η πώληση δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων CO2).
  • Πρόστιμα, κυρώσεις και τόκοι υπερημερίας: 329,2 εκατ. ευρώ.
  • Μεταβίβαση Κερδών της Κεντρικής Τράπεζας (πλεόνασμα εσόδων έναντι δαπανών): 281,0 εκατ. ευρώ.
  • Έσοδα από παραχωρήσεις: 184,1 εκατ. ευρώ.
  • Άλλα μη φορολογικά έσοδα: 578,9 εκατ. ευρώ.

3. Βοήθεια και Δωρεές: 5.391,1 εκατ. ευρώ, (4,3% του ΑΕΠ).

 Αφορούν εισροές κεφαλαίων που δεν παράγονται από την εγχώρια φορολογική ή επιχειρηματική δραστηριότητα της κυβέρνησης:

  • Βοήθεια από το εξωτερικό: 5.370,7 εκατ. ευρώ. Εδώ αντικατοπτρίζονται κατά 99,6% τα κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία παρουσιάζουν τεράστια αύξηση το 2026 λόγω της προθεσμίας ολοκλήρωσης μεγάλων έργων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
  • Εγχώρια βοήθεια και δωρεές: 20,4 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για χρηματικές δωρεές ή χορηγίες από ιδιώτες, ιδιωτικές επιχειρήσεις, ιδρύματα ή Μη Κυβερνητικούς Οργανισμούς της Βουλγαρίας προς τον κρατικό μηχανισμό (π.χ. δωρεές προς κρατικά νοσοκομεία, σχολεία, επιμέρους υπουργεία ή οργανισμούς).

Δαπάνες 2026

Οι συνολικές δαπάνες και η εισφορά στην ΕΕ που προβλέπει ο προϋπολογισμός (ΕΔΠ) για το 2026 προβλέπεται να ανέλθουν σε 56,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι δαπάνες χωρίζονται σε τρεις μεγάλους πυλώνες:

1. Τρέχουσες Δαπάνες: 45.881,1 εκατ. ευρώ. Εδώ βρίσκεται ο «σκληρός πυρήνας» του κράτους, δηλαδή τα χρήματα που απαιτούνται για τη λειτουργία του και την κοινωνική προστασία.

Κοινωνικές και Υγειονομικές Πληρωμές (22.402,0 εκατ. ευρώ): Είναι με διαφορά η μεγαλύτερη δαπάνη του κράτους.

  • Συντάξεις (13.577,8 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 1.179,9 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2025. Από την 1η Ιουλίου 2026, όλες οι συντάξεις που έχουν απονεμηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, καθώς και η ελάχιστη σύνταξη γήρατος και η κοινωνική σύνταξη, αναπροσαρμόζονται/αυξάνονται βάσει του άρθρου 100 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης (50% αύξηση του ασφαλιστέου εισοδήματος + 50% του πληθωρισμού του 2025), δηλαδή με βάσει τον «Ελβετικό Κανόνα», κατά  7,8%.
  • Υγεία (4.933,1 εκατ. ευρώ): Αφορά τις πληρωμές των ασφαλιστικών ταμείων για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και νοσοκομεία.
  • Επιδόματα και βοηθήματα προς νοικοκυριά (3.891,1 εκατ. ευρώ). Περιλαμβάνει τα επιδόματα μητρότητας (όπως η άδεια 410 ημερών), τα επιδόματα ανεργίας και τα οικογενειακά βοηθήματα.
  • Επίσης, για το 2026 εισάγεται επίσημα ως νέα παροχή το σταθερό βοήθημα για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, με επιπλέον κόστος 30 εκατ. ευρώ.

Δαπάνες Προσωπικού (12.397,9 εκατ. ευρώ): Αφορά τους μισθούς (8.575,7 εκατ. ευρώ) και τις ασφαλιστικές εισφορές (2.845,8 εκατ. ευρώ) του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το ποσό αυτό ενσωματώνει από τη μία την εφάπαξ οριζόντια αύξηση (τιμαριθμική αναπροσαρμογή) κατά 5% στους μισθούς (κόστος 439 εκατ. ευρώ), αλλά από την άλλη συγκρατείται μέσω του σκληρού μέτρου της οριζόντιας περικοπής προσωπικού κατά 10% από τον Σεπτέμβριο του 2026, που θα εξοικονομήσει 85 εκατ. ευρώ.

Λειτουργικές Δαπάνες (5.784,8 εκατ. ευρώ): Τα πάγια έξοδα (ρεύμα, θέρμανση, αναλώσιμα) για να παραμένουν ανοιχτά τα υπουργεία, τα σχολεία, τα νοσοκομεία και οι κρατικές υπηρεσίες.

Επιδοτήσεις και Τρέχουσες Μεταβιβάσεις (4.130,1 εκατ. ευρώ): Εδώ κρύβονται οι κρατικές ενισχύσεις προς τον ιδιωτικό τομέα και τις ΔΕΚΟ. Για παράδειγμα, το 2026 περιλαμβάνονται επιπλέον 225,4 εκατ. ευρώ για αποζημιώσεις προς τις επιχειρήσεις λόγω των υψηλών τιμών στο ηλεκτρικό ρεύμα. Επίσης, από εδώ αντλούν τις επιδοτήσεις τους ζημιογόνες εταιρείες όπως οι Βουλγαρικοί Σιδηρόδρομοι και τα Βουλγαρικά Ταχυδρομεία.

2. Κεφαλαιουχικές Δαπάνες (Επενδύσεις): 9.360,6 εκατ. ευρώ Αυτή η κατηγορία παρουσιάζει τεράστια εκτόξευση το 2026 (από 5,87 δισ. ευρώ το 2025). Πίσω από αυτό το ποσό κρύβονται τρεις παράγοντες:

α). Το «Τέλος» του Ταμείου Ανάκαμψης: Το 2026 είναι η τελευταία χρονιά (deadline) για την υλοποίηση των έργων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (НПВУ), γεγονός που αναγκάζει το κράτος να πραγματοποιήσει μαζικές εκταμιεύσεις που φτάνουν τα 3,96 δισ. ευρώ, μέσα σε ένα έτος για να μην χάσει τα κονδύλια.

β). Τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα: Εδώ εντοπίζονται οι τεράστιες παραδόσεις του υπουργείου Άμυνας. Μόνο για το 2026 προβλέπονται πληρωμές 374,9 εκατ. ευρώ για τα μαχητικά F-16 (Στάδιο ΙΙ), 70,8 εκατ. ευρώ για τα F-16 (Στάδιο Ι), 161,7 εκατ. ευρώ για τα τεθωρακισμένα Stryker, 125,7 εκατ. ευρώ για τρισδιάστατα (3D) ραντάρ και 40,1 εκατ. ευρώ για περιπολικά πλοία (MMPV).

γ). Μεγάλα Δημόσια Έργα: Χρηματοδοτούνται μεγάλα έργα υποδομής, όπως ο αυτοκινητόδρομος Στρούμα (45,1 εκατ. ευρώ) και η σήραγγα κάτω από την κορυφή Σίπκα (18,4 εκατ. ευρώ).

3). Ανελαστικές Υποχρεώσεις και Αποθεματικά

  • Εισφορά στον Προϋπολογισμό της ΕΕ (1.282,2 εκατ. ευρώ): Πρόκειται για την υποχρεωτική εθνική συνεισφορά της Βουλγαρίας στον κοινό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Τόκοι Δημόσιου Χρέους (1.059,2 εκατ. ευρώ): Το κόστος δανεισμού της χώρας. Το ποσό αυτό αυξάνεται σταθερά (ήταν 515,9 εκατ. το 2024) λόγω των υψηλότερων επιτοκίων διεθνώς αλλά και της ανάγκης έκδοσης νέου χρέους για να καλυφθούν τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα.
  • Αποθεματικό για απρόβλεπτες δαπάνες (221,3 εκατ. ευρώ): Ένα «μαξιλάρι» ασφαλείας του κράτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα σημαντικό μέρος του (66,5 εκατ. ευρώ) προορίζεται ρητά για την πρόληψη και αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.

Συνοψίζοντας, ο προϋπολογισμός δαπανών του 2026 αναδεικνύει τις πιέσεις που υφίσταται η Βουλγαρία: από τη μία έχει να σηκώσει ένα βαρύτατο (και κληρονομημένο) συνταξιοδοτικό και μισθολογικό κόστος, και από την άλλη καλείται να διαχειριστεί ένα ιστορικό ρεκόρ πληρωμών για αμυντικούς εξοπλισμούς και έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, που πρέπει να κλείσουν την ίδια χρονιά.

Δημοσιονομική πολιτική διακριτικής ευχέρειας (discretionary fiscal policy)

Τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας είναι όλα τα νέα μέτρα και πολιτικές της κυβέρνησης, που έχουν υιοθετηθεί ή σχεδιάζονται, τα οποία έχουν άμεσο αντίκτυπο στις παραμέτρους του προϋπολογισμού και στους κύριους δημοσιονομικούς δείκτες. Είναι μέτρα που λαμβάνονται κατά την κρίση και απόφαση της κυβέρνησης, προκειμένου να επιτευχθούν ορισμένες προτεραιότητες (π.χ. αύξηση της είσπραξης εσόδων). Αναφέρονται σε αλλαγή στην πολιτική εσόδων (φορολογική βάση ή/και συντελεστής) ή σε αλλαγή στις πολιτικές δαπανών και στις μεταβιβάσεις από την κυβέρνηση, με σκοπό την τόνωση της οικονομίας και την αύξηση του εισοδήματος.

Μέτρα διακριτικής ευχέρειας για τα έσοδα

Η αύξηση των συνολικών εσόδων το 2026 (από τα 44.014,7 εκατ. ευρώ του 2025) ενισχύεται από μια σειρά νέων διακριτικών μέτρων συνολικού καθαρού δημοσιονομικού οφέλους ύψους 482,0 εκατ. ευρώ (0,38% του ΑΕΠ):

Μέτρα που αυξάνουν τα Έσοδα:

  • Προϊόντα καπνού (+197,8 εκατ. ευρώ συνολικά): Επιτάχυνση της αύξησης των συντελεστών ΕΦΚ στα τσιγάρα και τον καπνό.
  • Ρύθμιση Τυχερών Παιγνίων (+100,0 εκατ. ευρώ): Αυστηρότερο πλαίσιο και αυξημένη φορολόγηση στον τζόγο.
  • Αύξηση Ανώτατου Ασφαλιστικού Εισοδήματος (+90,8 εκατ. ευρώ): Αύξηση του πλαφόν στα 2.300 ευρώ από την 1η Αυγούστου 2026.
  • Διόδια και βινιέτες (+117,1 εκατ. ευρώ συνολικά): Αύξηση 30% στις τιμές των βινιετών (53,3 εκατ. ευρώ) και διαφοροποίηση των διοδίων βάσει εκπομπών ρύπων CO2 (63,8 εκατ. ευρώ).
  • Εισφορές παραγωγών/εμπόρων ηλεκτρικής ενέργειας: +73,0 εκατ. ευρώ.
  • Αναπροσαρμογή ελάχιστων ασφαλιστικών ορίων: +50,9 εκατ. ευρώ
  • Βελτίωση φορολογικής εισπραξιμότητας (σε λογιστική βάση): +17,0 εκατ. ευρώ.

Μέτρα που μειώνουν τα Έσοδα:

  • Αλλαγή πολιτικής μερισμάτων: Μείωση του ποσοστού απόδοσης κερδών/μερισμάτων των κρατικών επιχειρήσεων από 100% σε 70%: -123,0 εκατ. ευρώ.
  • Ειδική έκπτωση ΕΦΚ πετρελαίου για αγρότες: -21,5 εκατ. ευρώ.
  • Φορολογική ελάφρυνση για Έρευνα & Ανάπτυξη (R&D): -12,0 εκατ. ευρώ.
  • Αυξημένος συντελεστής απόσβεσης ηλεκτρικών οχημάτων: -8,1 εκατ. ευρώ.

Μαθηματικός Υπολογισμός:

Σύνολο θετικών μέτρων: +646,6 εκατ. ευρώ

Σύνολο αρνητικών μέτρων (ελαφρύνσεις/μειώσεις): -164,6 εκατ. ευρώ

Τελικό Καθαρό Αποτέλεσμα: +482,0 εκατ. ευρώ.

Μέτρα διακριτικής ευχέρειας δαπανών

Όπως στο σκέλος των εσόδων, έτσι και στο σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού για το 2026, η κυβέρνηση εφαρμόζει ένα πακέτο μέτρων διακριτικής ευχέρειας που θα οδηγήσει σε συνολική καθαρή αύξηση των δαπανών κατά 604,4 εκατ. ευρώ (ή 0,48% του ΑΕΠ).

Μέτρα που Αυξάνουν τις Δαπάνες:

  • Εφάπαξ Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή Μισθών Δημοσίου (+439,0 εκατ. ευρώ). Εφαρμόζεται μια εφάπαξ αύξηση 5% στους βασικούς μηνιαίους μισθούς των υπαλλήλων του Δημοσίου (με βάση τον πληθωρισμό του 2025). Παράλληλα, «παγώνουν» οι αυτόματοι μηχανισμοί αναπροσαρμογής που συνδέονταν με την αύξηση του μέσου ή του κατώτατου μισθού, αποτρέποντας επιπλέον επιβάρυνση.
  • Προγράμματα Επιδοτήσεων Ενέργειας (+225,4 εκατ. ευρώ). Αφορά την επέκταση και ενίσχυση των μέτρων αντιμετώπισης των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου για μη οικιακούς καταναλωτές, διαχειριστές δικτύων, ενεργοβόρες επιχειρήσεις και κάλυψη τμήματος του κόστους για οικιακούς καταναλωτές.
  • Έκτακτη Στοχευμένη Κοινωνική Βοήθεια Εορτών (+30,0 εκατ. ευρώ). Θεσμοθετείται νέα κοινωνική παροχή σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, βάσει του άρθρου 12α του Νόμου περί Κοινωνικής Πρόνοιας, ύψους 50 ευρώ, η οποία καταβάλλεται σε δύο δόσεις (τον Μάρτιο για το Πάσχα και τον Νοέμβριο για τα Χριστούγεννα).

Μέτρα Περιστολής & Εξοικονόμησης Δαπανών:

  • Οριζόντια μείωση 10% (-85,0 εκατ. ευρώ) στις δαπάνες μισθοδοσίας και εργοδοτικών εισφορών του προσωπικού στο Δημόσιο, από την 1η Σεπτεμβρίου 2026. Από το μέτρο αυτό εξαιρούνται οι δημοτικοί υπάλληλοι, το στρατιωτικό και αστυνομικό προσωπικό, οι εκπαιδευτικοί, οι υπάλληλοι πολιτιστικών ιδρυμάτων και εξειδικευμένων δομών στους τομείς περιβάλλοντος, αθλητισμού και κοινωνικών υπηρεσιών.
  • Κατάργηση της «COVID Προσθήκης» στις νέες συντάξεις (-2,9 εκατ. ευρώ),  που θα εκδοθούν μετά από την 1η Ιουλίου 2026.
  • Μείωση Κρατικής Επιχορήγησης Πολιτικών Κομμάτων (-2,1 εκατ. ευρώ). Από τις 30 Απριλίου 2026, η κρατική επιχορήγηση ανά έγκυρη ψήφο μειώνεται από 4,09 ευρώ σε 3,00 ευρώ. (Σημειώνεται ότι από την 1η Οκτωβρίου 2026 μειώνεται αντίστοιχα και η επιχορήγηση των θρησκευμάτων από 10,2 ευρώ σε 7,7 ευρώ ανά ψήφο/κεφαλή, αποφέροντας επιπλέον 5,0 εκατ. ευρώ εξοικονόμηση)2.

Μαθηματικός Υπολογισμός:

Σύνολο μέτρων που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό: +694,4 εκατ. ευρώ

Σύνολο μέτρων περιστολής/εξυγίανσης που επιφέρουν εξοικονόμηση: -90,0 εκατ. ευρώ.

Τελικό Καθαρό Αποτέλεσμα: +604,4 εκατ. ευρώ.

5. Βασικές παραδοχές της επικαιροποιημένης ΜΔΠ για την περίοδο 2026-2028

Η επικαιροποιημένη ΜΔΠ για την περίοδο 2026-2028 βασίστηκε σε μια σειρά από παραδοχές όπως:

1. Διατήρηση του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ στο 20%, και του μειωμένου συντελεστή στο 9% που εφαρμόζεται επίσης περιπτώσεις: α) παροχής υπηρεσιών τουριστικών καταλυμάτων σε ξενοδοχεία και παρόμοιες εγκαταστάσεις, β) σε πωλήσεις βιβλίων (έντυπων και ηλεκτρονικών), καθώς και έντυπων εφημερίδων και περιοδικών, γ) παράδοση βρεφικής και παιδικής τροφής, βρεφικών πανών και αντίστοιχων βρεφικών ειδών υγιεινής, σύμφωνα με το Παράρτημα 4 του Νόμου περί ΦΠΑ. Ο μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ που ίσχυε παλαιότερα για το ψωμί και το αλεύρι παραμένει καταργημένος. Επίσης παραμένει καταργημένος ο προσωρινός μειωμένος συντελεστής 9% για υπηρεσίες εστίασης και catering.

2. Διατήρηση του βασικού συντελεστή φορολόγησης νομικών προσώπων στο 10% και του συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων και εκκαθαριστικών μεριδίων στο 5%. Δεν παρακρατείτε φόρος επί των εισοδημάτων από μερίσματα και εκκαθαριστικών μεριδίων, διανεμημένων προς όφελος ξένου νομικού προσώπου που θεωρείται τοπικό για φορολογικούς σκοπούς σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Εφαρμογή «εθνικού συμπληρωματικού φόρου» (domestic top-up tax) με συντελεστή 15%, με βάση την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523 του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την εξασφάλιση παγκόσμιου ελάχιστου επιπέδου φορολογίας των ομίλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας στην Ένωση.

4. Διατήρηση του βασικού συντελεστή φορολόγησης φυσικών προσώπων στο 10%, των μονοπρόσωπων εμπόρων (για τα εισοδήματα που απόκτησαν από την οικονομική τους δραστηριότητα) στο 15%.

5. Διατήρηση του συντελεστή φορολόγησης δαπανών στο 10%.

6. Αύξηση του κατώτατου μισθού από 550,66 ευρώ το 2025, σε 620,20 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2026. Η αύξηση κατά 69,54 ευρώ ακολουθεί τον αναθεωρημένο σχεδιασμό της κυβέρνησης. Με βάση την παράγραφο 1, στοιχείο 1 του άρθρου 244 του Κώδικα Εργασίας (Κ.Ε.), το υπουργικό Συμβούλιο καθορίζει για κάθε ημερολογιακό έτος τον κατώτατο μισθό για τη χώρα. Σημειώνεται πως για το 2027 και το 2028, θα τεθεί σε εφαρμογή ένας νέος μηχανισμός, ενώ για το 2026 αναστέλλεται η αυτόματη αναπροσαρμογή στο 50% του μέσου μισθού.

7. Αύξηση των ελάχιστων ασφαλιστέων αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται ανάλογα με τη βασική οικονομική δραστηριότητα και την επαγγελματική κατηγορία. Η αύξηση γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις που οι ελάχιστες ασφαλιστέες αποδοχές είναι κατώτερες από τον κατώτατο μισθό. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις παραμένουν στα ίδια επίπεδα. Επιπλέον, προβλέπεται αύξηση των ελάχιστων ασφαλιστικών ορίων ανά οικονομική δραστηριότητα πάνω από τον κατώτατο μισθό, με ισχύ από την 1η Αυγούστου 2026.

8. Διατήρηση των ελάχιστων μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών των αυτοαπασχολούμενων, των αγροτών και των καπνοπαραγωγών στα επίπεδα του ελάχιστου μισθού για το 2025, δηλαδή στα 550,66 ευρώ μέχρι τις 31.7.2026 και αύξησή τους στα νέα επίπεδα του κατώτατου μισθού για το 2026, δηλαδή στα 620,20 ευρώ από 1η Αυγούστου 2026. Για τα επόμενα τρία χρόνια οι ελάχιστες μηνιαίες ασφαλιστέες αποδοχές των παραπάνω ομάδων θα είναι ίσες με τον προβλεπόμενο κατώτατο μισθό των αντίστοιχων ετών βάσει του νέου μηχανισμού.

9. Διατήρηση του μέγιστου μηνιαίου ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών στα 2.111,64 ευρώ μέχρι τις 31.7.2026 και αύξησή του στα 2.300 ευρώ από 1η Αυγούστου 2026. Για τα επόμενα δύο χρόνια (2027-2028) το μέγιστο μηνιαίο ποσό των ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών ορίζεται σταθερά σε 2.300 ευρώ.

10. Διατήρηση της ισχύουσας κατανομής (60:40) μεταξύ εργοδότη και ασφαλιζόμενου, των ασφαλιστικών εισφορών και του ύψους τους στα Ταμεία: «Υγείας» (8%), «Γενικής ασθένειας και μητρότητας» (3,5%) και «Ανεργίας» (1%). Εξαίρεση αποτελεί η ιστορική αλλαγή που εφαρμόζεται από την 1η Αυγούστου 2026, κατά την οποία σταδιακά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι λειτουργοί της δικαιοσύνης θα αρχίσουν να καταβάλουν προσωπικές εισφορές με αναλογία που σταδιακά θα φτάσει το 60:40.

11. Διατήρηση της καταβολής από τον εργοδότη στο Ταμείο «Εργατικό ατύχημα και επαγγελματική ασθένεια» ποσοστού που κυμαίνεται από 0,4% έως 1,1%, (ανάλογα με την κατηγορία οικονομικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου) των μηνιαίων ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου για την περίοδο 2026 – 2028.

12. Τα ποσοστά των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται στο Ταμείο «Συντάξεις» για όλη την τριετία (2026 – 2028) παραμένουν στα επίπεδα του 2025. Πιο συγκεκριμένα: α) Για τους ασφαλισμένους που έχουν γεννηθεί πριν από την 1.1.1960, τα ποσοστά των εισφορών είναι 19,8% (11,02% για τον εργοδότη και 8,78% για τον ασφαλιζόμενο). Β) Για τους ασφαλισμένους που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1959, τα ποσοστά των εισφορών είναι 14,8% (8,22% για τον εργοδότη και 6,58% για τον ασφαλιζόμενο).

13. Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται στο Ταμείο «Συντάξεις για άτομα που υπόκεινται στο άρθρο 69», δηλαδή για τους ασφαλισμένους που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, στα σώματα ασφαλείας και στο πυροσβεστικό σώμα και έχουν γεννηθεί πριν από την 1.1.1960, το ποσοστό των εισφορών παραμένει την περίοδο 2026-2028 στο 60,8%, ενώ για τους γεννηθείς μετά την 31.12.1959 το ποσοστό είναι 55,8%. Οι εισφορές αυτές καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ωστόσο το 2027 σχεδιάζεται μηχανισμός για προσωπικές εισφορές και σε αυτές τις κατηγορίες.

14. Οι ασφαλισμένοι στο ταμείο «Συντάξεις», που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1959, υποχρεωτικά συνεχίζουν να ασφαλίζονται και την περίοδο 2026 – 2028, για επικουρική σύνταξη σε γενικό συνταξιοδοτικό ταμείο. Εξαίρεση αποτελούν οι ασφαλισμένοι στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, στην Υπηρεσία πληροφοριών του υπουργείου Άμυνας και στην Κρατική υπηρεσία Εθνικής ασφάλειας. Το ποσοστό των εισφορών είναι 5%.

15. Οι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, που βρίσκονται σε καθεστώς πρώτης και δεύτερης κατηγορίας εργασία υποχρεωτικά συνεχίζουν να ασφαλίζονται και την περίοδο 2026 – 2028, για επικουρική σύνταξη σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό ταμείο για παροχή πρόωρης σύνταξης. Το ποσό της εισφοράς για την πρώτη κατηγορία εργαζομένων είναι 12% και για τη δεύτερη 7%. Οι εισφορές καλύπτονται πλήρως από τον εργοδότη.

16. Για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος παροχής σύνταξης γήρατος, τα ελάχιστα απαιτούμενα έτη ασφάλισης, για τους εργαζόμενους της τρίτης κατηγορίας αυξάνονται κατά δύο μήνες και για τις γυναίκες και για τους άνδρες, μέχρι την συμπλήρωση 37 ετών ασφάλισης για τις γυναίκες και 40 ετών ασφάλισης για τους άνδρες το 2027. Παράλληλα το ελάχιστο απαιτούμενο ηλικιακό όριο για το 2026 ανέρχεται σε 62 έτη και 6 μήνες ηλικίας με 36 έτη και 10 μήνες ασφάλισης για τις γυναίκες, και 64 έτη και 9 μήνες ηλικίας με 39 έτη και 10 μήνες ασφάλισης για τους άνδρες.

17. Στις περιπτώσεις των ατόμων που δεν έχουν θεμελιώσει το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 3, μπορούν να το κάνουν όταν συμπληρώσουν το 67ο έτος της ηλικίας τους (γυναίκες και άνδρες) και ταυτόχρονα έχουν το λιγότερο 15 έτη πραγματικής ασφάλισης.

18. Το μέγιστο ποσό σύνταξης (ισχύει για όλες τις συντάξεις) για την περίοδο 2026 – 2028 παραμένει στα 1.738,40 ευρώ.

19. Το όριο φτώχειας καθορίζεται από 1.1.2026 σε 390,63 ευρώ, από 326,20 ευρώ το 2025.

20. Από 1.7.2026 (και κάθε έτος), οι συντάξεις γήρατος θα επικαιροποιούνται σύμφωνα με τον «Ελβετικό κανόνα» του άρθρου 100 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο κανόνας αυτός προβλέπει την ετήσια αναπροσαρμογή των συντάξεων την 1η Ιουλίου κάθε έτους. Το ποσοστό της αύξησης καθορίζεται από το άθροισμα δύο παραγόντων: κατά 50% από την αύξηση του μέσου ασφαλιστικού εισοδήματος και κατά 50% από τον δείκτη τιμών καταναλωτή (πληθωρισμό) του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Σε περίπτωση που το παραπάνω άθροισμα αποδώσει αρνητικό ποσοστό, οι συντάξεις δεν αναπροσαρμόζονται (δηλαδή δεν μειώνονται). Η αναπροσαρμογή αυτή εφαρμόζεται στις συντάξεις εργασίας που έχουν απονεμηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Με βάση το ίδιο ακριβώς ποσοστό που προκύπτει από το άρθρο 100 του Κ.Κ.Α., αυξάνονται από 1η Ιουλίου 2026 τόσο το ελάχιστο ποσό της σύνταξης γήρατος και χρόνου ασφάλισης, όσο και η κοινωνική σύνταξη γήρατος, μαζί με τα σχετικά επιδόματα και προσαυξήσεις. Η ετήσια αυτή αναπροσαρμογή αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα για την αύξηση των συνολικών δαπανών για συντάξεις της Γενικής Κυβέρνησης.

21. Διατήρηση στα επίπεδα του 2025 του ελάχιστου ημερήσιου ποσού του επιδόματος ανεργίας σε 9,21 ευρώ και του αντίστοιχου μέγιστου ποσού στα 54,78 ευρώ, για την περίοδο 2026 – 2028.

22. Τα επιδόματα ανεργίας, σύμφωνα με το άρθρο 54γ του «Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης» καταβάλλονται για διάστημα 4 έως 12 μηνών, ανάλογα με τη συνολική περίοδο ασφάλισης του ενδιαφερόμενου, ως εξής: για ασφαλιστέες αποδοχές έως και 3 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 4 μήνες, για ασφαλιστέες αποδοχές 3 ετών και μίας μέρας, έως 7 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 6 μήνες, για ασφαλιστέες αποδοχές 7 ετών και μίας μέρας, έως 11 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 8 μήνες, για ασφαλιστέες αποδοχές 11 ετών και μίας μέρας, έως 15 ετών τα επιδόματα καταβάλλονται για 10 μήνες, για ασφαλιστέες αποδοχές άνω των 15 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 12 μήνες.

23. Οι μητέρες που έχουν ασφάλιση «Γενικής ασθένειας και μητρότητας» δικαιούνται χρηματική αποζημίωση κύησης και τοκετού για περίοδο 410 ημερολογιακών ημερών η οποία ξεκινά 45 ημέρες πριν από την καθορισμένη ημερομηνία τοκετού.

24. Το ύψος του ποσού της εφάπαξ αποζημίωσης για τη γέννηση ενός ζωντανού τέκνου, για την περίοδο 2026 – 2028, διατηρείται στα ίδια επίπεδα με το 2025, προσαρμοσμένη στην επίσημη ισοτιμία του ευρώ και καθορίζεται ως εξής: πρώτο παιδί 191,74 ευρώ, δεύτερο παιδί 460,17 ευρώ, τρίτο παιδί 230,09 ευρώ, τέταρτο και κάθε επόμενο παιδί 153,39 ευρώ.

25. Μετά τη λήξη της άδειας κύησης και τοκετού, οι μητέρες που έχουν ασφάλιση στο ταμείο «Γενικής ασθένειας και μητρότητας» για τουλάχιστον 12 μήνες διατηρούν το δικαίωμα να λάβουν παροχή για τη φροντίδα τέκνων μικρής ηλικίας, ήτοι ηλικίας κάτω των 2 ετών. Την περίοδο 2026 – 2028, το ποσό του μηνιαίου επιδόματος για τη φροντίδα παιδιού μικρής ηλικίας ανέρχεται σε 398,81 ευρώ.

26. Δικαίωμα οικογενειακού εφάπαξ βοηθήματος κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς και μηνιαίου επιδόματος για την φροντίδα τέκνου μέχρι την ολοκλήρωση του πρώτου του έτους έχουν οι οικογένειες των οποίων το ανά μέλος, μέσο μηνιαίο εισόδημα για τους προηγούμενους 12 μήνες είναι: την περίοδο 1.1.2026 – 31.7.2026, κατώτερο ή ίσο των 439,71 ευρώ και για την περίοδο 1.8.2026 – 2028, κατώτερο ή ίσο των 466 ευρώ.

27. Δικαίωμα οικογενειακού μηνιαίου επιδόματος για την φροντίδα τέκνου μέχρι την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του και σε κάθε περίπτωση μέχρι την συμπλήρωση του 20ού έτους της ηλικίας του, έχουν οι οικογένειες των οποίων το ανά μέλος, μέσο μηνιαίο εισόδημα, για τους προηγούμενους 12 μήνες, είναι: την περίοδο 1.1.2026 – 31.7.2026, κατώτερο ή ίσο των 388,58 ευρώ και για την περίοδο 1.8.2026 – 2028, κατώτερο ή ίσο των 415 ευρώ. Το ποσό του πλήρους μηνιαίου επιδόματος ανέρχεται σε: 25,57 ευρώ για τις οικογένειες με ένα παιδί, 56,25 ευρώ για τις οικογένειες με δύο παιδιά, 84,37 ευρώ για τις οικογένειες με τρία παιδιά, 89,48 ευρώ για τις οικογένειες με τέσσερα παιδιά, για κάθε επόμενο παιδί της οικογένειας το επίδομα αυξάνεται αντίστοιχα.

28. Δικαίωμα οικογενειακού μηνιαίου επιδόματος για την φροντίδα τέκνου μέχρι την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του και σε κάθε περίπτωση μέχρι την συμπλήρωση του 20ού έτους της ηλικίας του, έχουν και οι οικογένειες των οποίων το ανά μέλος, μέσο μηνιαίο εισόδημα, για τους προηγούμενους 12 μήνες είναι: την περίοδο 1.1.2026 – 31.7.2026 από 388,59 μέχρι 439,71 ευρώ και για την περίοδο 1.8.2026 – 2028 από 415,01 μέχρι 466 ευρώ. Τότε το μηνιαίο επίδομα ανέρχεται στο 80% του πλήρους επιδόματος.

29. Οι έγκυες γυναίκες στην οικογένεια των οποίων το μέσο μηνιαίο εισόδημα ανά μέλος είναι κατώτερο ή ίσο των 466 ευρώ (ανάλογα με την αντίστοιχη περίοδο) δικαιούνται εφάπαξ επίδομα 115,04 ευρώ κατά τη διάρκεια της κύησης, εφόσον δεν δικαιούνται παροχή κύησης και τοκετού, σύμφωνα με τον Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης και εφόσον διαμένουν μόνιμα στη χώρα.

30. Δικαίωμα οικογενειακού εφάπαξ βοηθήματος 153,39 ευρώ για τα τέκνα τους που ξεκινούν την πρώτη και την όγδοη τάξη του σχολείου.

6. Δημόσιο Χρέος

Η στρατηγική διαχείρισης του δημόσιου χρέους της Βουλγαρίας για την περίοδο 2026–2028 επικεντρώνεται στην εξασφάλιση των αναγκαίων χρηματοδοτικών πόρων για την αναχρηματοδότηση του υφιστάμενου χρέους, τη κάλυψη των σχεδιαζόμενων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, τη χρηματοδότηση της εθνικής συμμετοχής σε συγχρηματοδοτούμενα έργα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διατήρηση επαρκούς ρευστότητας. Η υλοποίηση αυτών των στόχων πραγματοποιείται σε ένα εξωτερικό περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, επιβράδυνσης της οικονομικής μεγέθυνσης και μεταβλητότητας στη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών. Η δανειακή πολιτική βασίζεται στον προσανατολισμό προς τις αγορές, συνδυάζοντας εκδόσεις στην εγχώρια και τη διεθνή κεφαλαιαγορά με τη σύναψη διακρατικών και διακυβερνητικών δανείων από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Κατά το οικονομικό έτος 2024, το ονομαστικό δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στα 24.227,0 εκατ. ευρώ (23,1% του ΑΕΠ), παραμένοντας χαμηλότερα από το θεσμοθετημένο ανώτατο όριο των 24,5 δισ. ευρώ. Ο νέος δανεισμός της χρονιάς ανήλθε σε 5,2 δισ. ευρώ (έναντι ορίου 6,0 δισ. ευρώ), εκ των οποίων τα 0,9 δισ. ευρώ αντλήθηκαν από την εγχώρια αγορά μέσω κρατικών χρεογράφων και τα 4,3 δισ. ευρώ από τις διεθνείς αγορές μέσω του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Έκδοσης Χρέους (GMTN) σε τρεις δόσεις (1,75 δισ. ευρώ σε 8ετή ευρώ-ομόλογα, 1,25 δισ. ευρώ σε 20ετή ευρώ-ομόλογα, 1,5 δισ. δολάρια ΗΠΑ (USD) σε 12,5ετή ομόλογα. Οι αποπληρωμές χρεολυσίων το 2024 ανήλθαν σε 1,8 δισ. ευρώ3.

Το έτος 2025 ξεκίνησε χωρίς εγκεκριμένο τακτικό προϋπολογισμό, γεγονός που περιόρισε αρχικά τις δανειακές πράξεις στην αναχρηματοδότηση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 87 παρ. 2 του Νόμου περί Δημόσιων Οικονομικών. Στο πλαίσιο αυτό, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025 εκδόθηκαν εγχώρια κρατικά χρεόγραφα ύψους 511,3 εκατ. ευρώ. Με τη μεταγενέστερη ψήφιση του Νόμου για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2025, εγκρίθηκε νέος δανεισμός έως 9,7 δισ. ευρώ. Συνολικά εντός του 2025, ο νέος δανεισμός ανήλθε σε 9.637,3 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 7,2 δισ. ευρώ αφορούσαν ομόλογα στις διεθνείς αγορές (διπλές εκδόσεις Απριλίου συνολικά για 4 εκατ. ευρώ και Ιουλίου συνολικά για 3,2 εκατ. ευρώ), τα 1.687,3 εκατ. ευρώ εγχώριες εκδόσεις και τα 750,0 εκατ. ευρώ δομικά προγραμματικά δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Με αποπληρωμές ύψους 1,8 δισ. ευρώ, το δημόσιο χρέος στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε στα 31.428,9 εκατ. ευρώ ή 27,1% του ΑΕΠ.

Η έναρξη του 2026 διήλθε ομοίως υπό προσωρινό καθεστώς εκτέλεσης προϋπολογισμού, κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν εγχώριες εκδόσεις κρατικών χρεογράφων σε ευρώ ύψους 1.410,0 εκατ. ευρώ για την αναχρηματοδότηση υφιστάμενων λήξεων. Παράλληλα, οι τροποποιήσεις του ισχύοντος νομικού πλαισίου αύξησαν το ανώτατο όριο του προγράμματος GMTN από τα 27,0 δισ. ευρώ στα 30,8 δισ. ευρώ, προκειμένου να διασφαλιστεί η ευελιξία άντλησης κεφαλαίων.

Στο νομοσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2026, το ανώτατο όριο του νέου δημόσιου χρέους που μπορεί να αναληφθεί εντός του έτους ορίζεται σε 10,1 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό κατανέμεται ως εξής:

1. Έως 6,8 δισ. ευρώ μέσω έκδοσης κρατικών χρεογράφων στην εγχώρια και τις διεθνείς κεφαλαιαγορές (συμπεριλαμβανομένων των 1.410,0 εκατ. ευρώ που εκδόθηκαν κατά το πρώτο πεντάμηνο).

2. Έως 3,2617 δισ. ευρώ (3.261,7 εκατ. ευρώ) μέσω της συνομολόγησης δανειακής σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού αμυντικού μηχανισμού SAFE. Επισημαίνεται ότι εντός του 2026 αναμένεται μόνο η εκταμίευση της προκαταβολής ύψους 15% (489,3 εκατ. ευρώ), η οποία θα επηρεάσει το τελικό ύψος του χρέους στο τέλος του έτους4.

3. Υστέρηση και αναλήψεις από ήδη υπογεγραμμένα διακρατικά δάνεια ύψους 400,0 εκατ. ευρώ.

Βάσει αυτών των δανειακών πράξεων, το ονομαστικό δημόσιο χρέος στο τέλος του 2026 προβλέπεται να ανέλθει στα 37.691,8 εκατ. ευρώ (30,1% του ΑΕΠ), με το νόμιμο ανώτατο όριο να καθορίζεται στα 37,7 δισ. ευρώ.

Για τη διετία 2027–2028, ο προγραμματισμός προβλέπει την ανάληψη νέου δανεισμού ύψους 8,8 δισ. ευρώ το 2027 και 8,0 δισ. ευρώ το 2028, ενώ οι αντίστοιχες αποπληρωμές χρεολυσίων ανέρχονται σε 1,8 δισ. ευρώ και 2,6 δισ. ευρώ. Ως εκ τούτου, το δημόσιο χρέος αναμένεται να ανέλθει στα 44.698,9 εκατ. ευρώ (33,2% του ΑΕΠ) το 2027 και στα 50.468,3 εκατ. ευρώ (35,2% του ΑΕΠ) το 2028.

Η διάρθρωση του δημόσιου χρέους κατά την περίοδο 2024–2028 διέπεται από συγκεκριμένες ποιοτικές τάσεις:

Εξωτερικό έναντι Εσωτερικού Χρέους: Το εξωτερικό χρέος αυξάνεται από 18,12 δισ. ευρώ (17,3% του ΑΕΠ) το 2024 σε 25,37 δισ. (21,9%) το 2025, 31,04 δισ. (24,8%) το 2026, 36,82 δισ. (27,4%) το 2027 και 43,36 δισ. ευρώ (30,3% του ΑΕΠ) το 2028. Αντίστοιχα, το εσωτερικό χρέος διαμορφώνεται από 6,10 δισ. ευρώ (5,8%) το 2024 σε 6,06 δισ. (5,2%) το 2025, 6,66 δισ. (5,3%) το 2026, 7,88 δισ. (5,9%) το 2027 και υποχωρεί στα 7,11 δισ. ευρώ (5,0% του ΑΕΠ) το 2028.

Διάρθρωση Ληκτότητας: Παρατηρείται σταθερή κυριαρχία των μεσομακροπρόθεσμων τίτλων. Το μερίδιο του χρέους με εναπομένουσα ληκτότητα 5 έως 10 ετών και άνω των 10 ετών αντιπροσωπεύει τη συντριπτική πλειοψηφία του χαρτοφυλακίου. Ως αποτέλεσμα, η μέση εναπομείνουσα διάρκεια του χρέους σε κυκλοφορία διευρύνεται σταδιακά από 8 έτη και 3 μήνες το 2024 σε 10 έτη και 3 μήνες το 2028, περιορίζοντας τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους αναχρηματοδότησης.

Μέσα και Επιτόκια: Τα ομόλογα διεθνών αγορών (GMTN) και τα εγχώρια κρατικά χρεόγραφα αποτελούν τη δεσπόζουσα κατηγορία, φτάνοντας το 93,3% του συνολικού χρέους το 2028. Έως το τέλος της περιόδου, το 100,0% του χρέους αποτελείται από υποχρεώσεις σταθερού επιτοκίου.

Νομισματική Σύνθεση και Πιστωτές: Με την εισαγωγή του ευρώ, το 97,4% του χρέους είναι εκπεφρασμένο σε ευρώ το 2028 (με το μερίδιο σε δολάρια ΗΠΑ να υποχωρεί στο 2,6%). Στο σκέλος των δανείων, οι θεσμικοί πιστωτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΥΒ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και η Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης (CEB) καλύπτουν τη συντριπτική πλειοψηφία.

Δαπάνες Εξυπηρέτησης του Χρέους (Τόκοι)

Οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (δαπάνες για τόκους) παρουσιάζουν αισθητή ανοδική τροχιά, η οποία οφείλεται στη συσσώρευση μεγαλύτερου συνολικού όγκου χρέους σε συνδυασμό με τα διατηρούμενα υψηλά επιτόκια στις διεθνείς αγορές. Ειδικότερα, οι καταβολές τόκων αυξάνονται από 487,4 εκατ. ευρώ (0,5% του ΑΕΠ) το 2024 και 708,9 εκατ. ευρώ (0,6% του ΑΕΠ) το 2025, σε 1.059,2 εκατ. ευρώ (0,8% του ΑΕΠ) το 2026 (894,2 εκατ. ευρώ για το εξωτερικό χρέος και 165,0 εκατ. ευρώ για το εσωτερικό). Στη συνέχεια, οι δαπάνες τόκων προβλέπεται να ανέλθουν στα 1.429,2 εκατ. ευρώ (1,0% του ΑΕΠ) το 2027 και στα 1.785,1 εκατ. ευρώ (1,2% του ΑΕΠ) το 2028, υπογραμμίζοντας την αυξανόμενη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από το κόστος δανεισμού.

Σημειώσεις

1. Η εντυπωσιακή αύξηση των επενδύσεων (σχηματισμός παγίου κεφαλαίου) κατά 11,4% και η ταυτόχρονη αύξηση των εισαγωγών κατά 5,9%, το 2025, οφείλονταν σε πολύ μεγάλο βαθμό στις δημόσιες κεφαλαιουχικές δαπάνες για την άμυνα και στην προμήθεια του στρατιωτικού εξοπλισμού. Ο σχεδιασμός αυτός όχι απλώς συνεχίζεται, αλλά κλιμακώνεται σημαντικά την τριετία 2026-2028. Πιο συγκεκριμένα: Το 2025, η Βουλγαρία εφάρμοζε το προηγούμενο Εθνικό Σχέδιο, έχοντας ήδη επιτύχει τον στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες, οι οποίες διαμορφώθηκαν στο 2,09% του ΑΕΠ (περίπου 2,3 δισ. ευρώ). Από το 2026 και μετά, τίθεται σε εφαρμογή ένας νέος, πολύ πιο φιλόδοξος Εθνικός Σχεδιασμός (ο οποίος εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2026), ο οποίος στοχεύει στην αύξηση των αμυντικών επενδύσεων στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Βάσει αυτού του νέου σχεδίου, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες προγραμματίζεται να αυξηθούν σταδιακά σε 2,15% του ΑΕΠ το 2026, 2,33% το 2027 και 2,55% το 2028. Αυτά τα αυξανόμενα ποσά αφορούν την αποπληρωμή και παραλαβή των επόμενων –πιο δαπανηρών– σταδίων του εξοπλισμού, όπως τα μαχητικά F-16 Block 70 (Στάδιο ΙΙ), τα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης Stryker, τα περιπολικά πλοία και τα αντιαεροπορικά συστήματα. Όλος αυτός ο εξοπλισμός εντάσσεται στις ευρύτερες υποχρεώσεις της Βουλγαρίας στο ΝΑΤΟ.

2. Στο άρθρο 6, παρ. 4 του νομοσχεδίου του προϋπολογισμού, το συνολικό ποσό της κρατικής επιχορήγησης προς τα εγγεγραμμένα θρησκεύματα εγκρίνεται στα 36.549,8 χιλ. ευρώ (36,55 εκατ. ευρώ). Η αναλυτική κατανομή του ποσού αυτού ανά θρησκευτική κοινότητα διαμορφώνεται ως εξής:

Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία – Βουλγαρικό Πατριαρχείο: 28.406,6 χιλ. ευρώ. (Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και ειδικές επιχορηγήσεις για τα μεγάλα μοναστήρια: Ιερά Μονή Ρίλας: 306,8 χιλ. ευρώ, Ιερά Μονή Τρογιάν: 102,3 χιλ. ευρώ, Ιερά Μονή Μπάτσκοβο: 102,3 χιλ. ευρώ).

Μουσουλμανική Κοινότητα (Μουσουλμανική Μουφτεία): 6.115,6 χιλ. ευρώ.

Προτεσταντικά Θρησκεύματα στη Βουλγαρία: 668,8 χιλ. ευρώ.

Βουλγαρική Ορθόδοξη Επαρχία Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης (για τις επαρχίες εξωτερικού): 454,3 χιλ. ευρώ.

Βουλγαρικές Ορθόδοξες Εκκλησιαστικές Κοινότητες στο Εξωτερικό: 413,2 χιλ. ευρώ.

Καθολική Εκκλησία στη Βουλγαρία: 395,8 χιλ. ευρώ.

Αρμενική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία: 47,9 χιλ. ευρώ.

Εβραϊκή Θρησκευτική Κοινότητα στη Βουλγαρία: 47,6 χιλ. ευρώ.

3. Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Έκδοσης Χρέους στις Διεθνείς Κεφαλαιαγορές (GMTN – Global Medium Term Note Programme) αποτελεί το κύριο χρηματοδοτικό εργαλείο της Βουλγαρίας για την άντληση μακροπρόθεσμου δανεισμού από τις διεθνείς αγορές. Το πρόγραμμα συστάθηκε επίσημα με την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων στις 6 Φεβρουαρίου 2015 (και επικυρώθηκε με νόμο, ΦΕΚ/ΔΕ τ. 16/2015). Διοργανωτές και μεσίτες: Citigroup Global Markets Limited, HSBC Bank plc, Société Générale και UniCredit Bank AG. Το ανώτατο συνολικό ονομαστικό όριο των ομολόγων που μπορούν να εκδοθούν/βρίσκονται σε κυκλοφορία στο πλαίσιο του GMTN αυξήθηκε σταδιακά για να καλύψει τις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας: Αρχικό όριο (2015): 8,0 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρώτη αύξηση (2020): 10,0 δισεκατομμύρια ευρώ. Δεύτερη αύξηση: 27,0 δισεκατομμύρια ευρώ. Νέο όριο (2026): Αυξήθηκε στα 30,8 δισεκατομμύρια ευρώ, προκειμένου να διασφαλιστεί η απαραίτητη ευελιξία και η διαφοροποίηση των πηγών δανεισμού για την πλήρη κάλυψη του απαιτούμενου όγκου χρέους.

4. Πρόκειται για τον ευρωπαϊκό μηχανισμό «Μέτρα για την ασφάλεια της Ευρώπης μέσω της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας» (Security Actions for Europe – SAFE). Ο μηχανισμός θεσπίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2025/1106 του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2025 με σκοπό την παροχή χρηματοδοτικής συνδρομής στα κράτη μέλη για επείγουσες και ευρείας κλίμακας δημόσιες αμυντικές επενδύσεις. Η Βουλγαρία έχει προγραμματίσει τη σύναψη δανειακής σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για ποσό έως 3.261,7 εκατ. ευρώ. Για τη σύναψη της συμφωνίας παρέχεται εξουσιοδότηση στο Υπουργικό Συμβούλιο να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις, υπό τον όρο μεταγενέστερης κύρωσης από τη Βουλγαρική Βουλή. Παρόλο που το δάνειο συνυπολογίζεται στο ανώτατο όριο του νέου δημόσιου χρέους για το 2026 στο πλήρες ποσό των 3.261,7 εκατ. ευρώ, εντός του 2026 προβλέπεται να εισπραχθεί μόνο η προκαταβολή. Η προκαταβολή ορίζεται στο 15% του συνολικού ποσού, δηλαδή 489,3 εκατ. ευρώ, και μόνο αυτό το ποσό θα επιβαρύνει το υπόλοιπο του δημόσιου χρέους στο τέλος του 2026. Η συνολική απορρόφηση των κονδυλίων θα γίνει σταδιακά βάσει εθνικού σχεδίου που θα εγκριθεί από τη Βουλή για αμυντικά έργα εγκεκριμένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η αύξηση των επενδύσεων στην άμυνα διατηρεί το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης στο 5,4% του ΑΕΠ το 2026. Ωστόσο, η υπέρβαση αυτή καλύπτεται από την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας παρέκκλισης (дерогация) βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263, η οποία παρέχει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο έως 1,5% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες σε τετραετή ορίζοντα, διασφαλίζοντας ότι η παρέκκλιση είναι προσωρινή και δεν θέτει σε κίνδυνο τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.

Βιβλιογραφία

Решение № 484 на Министерския съвет от 1 юли 2026 г. за одобряване на законопроект за държавния бюджет на Република България за 2026 г. и материалите към него. https://www.minfin.bg/bg/1770

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Uncategorized. Αποθήκευσε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε