Μέθοδοι υπολογισμού των ανθρώπινων απωλειών της Σοβιετικής Ένωσης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο (1941-1945)
Οι πλέον οδυνηρές συνέπειες κάθε πολεμικής σύγκρουσης, ανεξαρτήτως κλίμακας, αποτυπώνονται στο ανθρώπινο κόστος που αυτή συνεπάγεται. Η αποτίμηση του ανθρώπινου κόστους της Σοβιετικής Ένωσης κατά την περίοδο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου (1941-1945)1 αποτελεί ένα σύνθετο ερευνητικό ζήτημα που απαιτεί αυστηρό μεθοδολογικό διαχωρισμό. Η ταξινόμηση των απωλειών διακρίνεται σε δύο βασικά επίπεδα: την ευρύτερη δημογραφική-κοινωνική προσέγγιση, που αφορά τον συνολικό πληθυσμό, και την αυστηρά στρατιωτική-επιχειρησιακή προσέγγιση, που αφορά αποκλειστικά τις ένοπλες δυνάμεις.
Σε μακρο-ιστορικό/δημογραφικό επίπεδο, η ανάλυση εστιάζει στις συνολικές δημογραφικές απώλειες τόσο των πεσόντων στρατιωτικών στα μέτωπα όσο και των αμάχων πολιτών που χάνουν τη ζωή τους στα μετόπισθεν και στα κατεχόμενα εδάφη εξαιτίας των βομβαρδισμών, της πείνας, των επιδημιών και της κατοχικής βίας. Για τον υπολογισμό των συνολικών ανθρώπινων απωλειών, η επιστημονική έρευνα χρησιμοποιεί κατεξοχήν τη μέθοδο του δημογραφικού ισοζυγίου. Η μέθοδος αυτή βασίζεται στη σύγκριση του συνολικού μεγέθους και της ηλικιακής δομής του πληθυσμού στην αρχή και στο τέλος μιας εξεταζόμενης περιόδου, συνυπολογίζοντας παράλληλα τη φυσική κίνηση του πληθυσμού στο μεσοδιάστημα2.
Όπως εξηγεί ο οικονομολόγος και δημογράφος Λ. Ριμπακόφσκι, η μέθοδος αυτή, προκειμένου να καταλήξει στον τελικό αριθμό των θυμάτων, βασίζεται στον εξής θεμελιώδη μαθηματικό τύπο:
Απώλειες = Μείωση Πληθυσμού + Συνολικές Γεννήσεις – Φυσιολογική Θνησιμότητα ± Εξωτερικοί Παράγοντες
Για την εφαρμογή του δημογραφικού ισοζυγίου στην περίπτωση της ΕΣΣΔ, οι ερευνητές όφειλαν να προσδιορίσουν τέσσερις θεμελιώδεις μεταβλητές, από τις οποίες εξαρτάται η ακρίβεια του υπολογισμού των συνολικών ανθρώπινων απωλειών. Πρώτον, έπρεπε να καθοριστεί ο πληθυσμός στην αρχή και στο τέλος του πολέμου· ως βάση χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις του πληθυσμού στα μέσα του 1941, λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή, και στις αρχές του 1946, μετά την ολοκλήρωση των εχθροπραξιών και την επιστροφή μέρους των εκτοπισμένων. Δεύτερον, ήταν αναγκαίος ο υπολογισμός του αριθμού των γεννήσεων κατά τη διάρκεια των τεσσεράμισι ετών του πολέμου, ώστε να ενσωματωθεί στο ισοζύγιο η φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού. Τρίτον, έπρεπε να εκτιμηθεί η φυσιολογική, δηλαδή η κανονική θνησιμότητα, ο αριθμός δηλαδή των θανάτων που θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως σε συνθήκες ειρήνης, βάσει των προπολεμικών δεικτών θνησιμότητας· η μεταβλητή αυτή είναι κρίσιμη, διότι επιτρέπει τον διαχωρισμό των «κανονικών» θανάτων από εκείνους που οφείλονται άμεσα ή έμμεσα στον πόλεμο. Τέλος, στο ισοζύγιο έπρεπε να ενσωματωθούν οι εξωτερικοί παράγοντες, δηλαδή το μεταναστευτικό και εδαφικό ισοζύγιο: οι πληθυσμιακές μετακινήσεις, οι αιχμάλωτοι και εκτοπισμένοι που δεν επέστρεψαν, καθώς και οι μεταβολές που προέκυψαν από την προσάρτηση ή απώλεια εδαφών3.
Στο πλαίσιο αυτού του ισοζυγίου, οι απώλειες του πληθυσμού διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
Άμεσες απώλειες: Περιλαμβάνουν όλες τις περιπτώσεις θανάτου ανθρώπων, καθώς και την απώλεια της ικανότητας προς εργασία λόγω πολεμικών τραυμάτων ή ασθενειών κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις άμεσες απώλειες συνυπολογίζονται επίσης όσοι αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό ή αγνοούνται.
Έμμεσες απώλειες: Αφορούν κυρίως τη δημογραφική υστέρηση, δηλαδή τα άτομα που δεν γεννήθηκαν εξαιτίας της διαταραχής της φυσιολογικής πορείας των δημογραφικών διαδικασιών (π.χ. πτώση της γεννητικότητας λόγω του πολέμου)4.
Σε αντίθεση με τη μακρο-ιστορική/δημογραφική προσέγγιση, η οποία καταγράφει όλες τις περιπτώσεις θανάτου ή οριστικής εξαφάνισης, ανεξαρτήτως αιτίας, η μικρο-ιστορική/επιχειρησιακή προσέγγιση μετράει αποκλειστικά τη μείωση της μαχητικής ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων κατά τη διάρκεια διεξαγωγής του πολέμου5.
Στη στρατιωτική στατιστική, οι απώλειες στρατιωτικού προσωπικού διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις ανεπανόρθωτες (μη αναστρέψιμες) και τις υγειονομικές6.
Οι ανεπανόρθωτες απώλειες στρατιωτικού προσωπικού συνιστούν το σύνολο του έμψυχου δυναμικού που βγαίνει οριστικά εκτός μάχης, υπό την έννοια της μόνιμης του απομάκρυνσης (ζωντανού ή νεκρού) από τις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων την περίοδο του πολέμου. Περιλαμβάνει το στρατιωτικό προσωπικό το οποίο έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων ή υπέκυψε στα τραύματά του κατά τα στάδια της υγειονομικής εκκένωσης και στα στρατιωτικά νοσοκομεία. Στην αυστηρή επιχειρησιακή καταγραφή, σε αυτές περιλαμβάνονται όλοι όσοι αιχμαλωτίστηκαν ή αγνοούνται, ανεξάρτητα από το εάν επιβίωσαν και επέστρεψαν μετά τη λήξη του πολέμου. Επίσης εδώ εντάσσονται και οι μη μάχιμες ανεπανόρθωτες απώλειες που αφορούν περιπτώσεις που δεν συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση πολεμικής αποστολής, ακόμη και όταν σημειώνονται εντός της εμπόλεμης ζώνης. Σε αυτές περιλαμβάνονται θάνατοι από ατυχήματα, απρόσεκτο χειρισμό οπλισμού, παραβιάσεις των κανονισμών ασφαλείας, φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές, λοιπά έκτακτα περιστατικά, θάνατοι από ασθένειες (τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και κατά τη νοσηλεία σε υγειονομικά ιδρύματα), αυτοκτονίες, καθώς και εκτελέσεις κατόπιν αποφάσεων στρατοδικείων για στρατιωτικά ή ποινικά αδικήματα7.
Οι υγειονομικές απώλειες περιλαμβάνουν όσους απώλεσαν προσωρινά τη μαχητική τους ικανότητα και διακομίστηκαν από το θέατρο των επιχειρήσεων σε ιατρικές μονάδες για διάστημα τουλάχιστον μίας ημέρας. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι τραυματίες από σφαίρες, θραύσματα πυροβολικού, όσοι υπέστησαν διάσειση από το ωστικό κύμα των εκρήξεων, όσοι υπέστησαν εγκαύματα και κρυοπαγήματα και οι ασθενείς που νόσησαν από παθολογικά ή επιδημιολογικά αίτια, τα οποία συχνά προκαλούνταν από τις εξαιρετικά κακές συνθήκες διαβίωσης, την έλλειψη καθαρού νερού ή τις καιρικές συνθήκες. κακώσεις ή βραχείες ασθένειες που δεν απαιτούσαν την απομάκρυνση από τη μονάδα τους, δεν συμπεριλαμβάνονταν στις υγειονομικές απώλειες8. Ενώ στις ανεπανόρθωτες απώλειες το κάθε άτομο καταγράφεται (ιδανικά) μόνο μία φορά επειδή βγαίνει οριστικά εκτός μάχης, στις υγειονομικές απώλειες υπάρχει εκτεταμένη πολλαπλή καταμέτρηση του ίδιου ατόμου.
Κατά την αποτίμηση του συνολικού μεγέθους των υγειονομικών απωλειών, επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη ότι πολλοί στρατιώτες νοσηλεύτηκαν επανειλημμένα κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, είτε λόγω διαδοχικών τραυματισμών είτε λόγω ασθενειών, με αποτέλεσμα κάθε περιστατικό να καταγράφεται εκ νέου. Για τον λόγο αυτό, στα συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία ορισμένοι στρατιωτικοί εμφανίζονται δύο ή περισσότερες φορές.
Η πρακτική της διπλής καταγραφής δεν περιορίζεται στη στατιστική σχέση μεταξύ τραυματιών και ασθενών, αλλά επεκτείνεται και στον ευρύτερο υπολογισμό των ανθρώπινων απωλειών. Αν, για παράδειγμα, ένας στρατιωτικός επέστρεψε στη μονάδα του μετά από νοσηλεία και σκοτώθηκε μεταγενέστερα, καταγραφόταν δύο φορές: μία ως υγειονομική απώλεια και μία ως ανεπανόρθωτη. Το ίδιο ίσχυε για τους αγνοουμένους οι οποίοι επανήλθαν στο στράτευμα και στη συνέχεια έπεσαν μαχόμενοι ή αιχμαλωτίστηκαν. Αν και τέτοιες περιπτώσεις επανακαταγραφής υπήρξαν ιδιαίτερα συχνές, ο ακριβής προσδιορισμός του μεγέθους τους αποβαίνει ουσιαστικά ανέφικτος9.
Οι δημογράφοι συμφωνούν ότι η μικρο-ιστορική/επιχειρησιακή προσέγγιση είναι επαρκώς αποτελεσματική αποκλειστικά και μόνο για την εκτίμηση των απωλειών των ενόπλων δυνάμεων.
Για τον άμαχο πληθυσμό, η εφαρμογή της είναι πρακτικά αδύνατη, διότι είναι αδύνατον να εντοπιστούν και να αθροιστούν όλες οι μεμονωμένες περιπτώσεις θανάτων στις κατεχόμενες περιοχές. Για τον λόγο αυτό το δημογραφικό ισοζύγιο είναι η μόνη επιστημονικά έγκυρη λύση για να υπολογιστεί το συνολικό έλλειμμα (μαζί με τους αμάχους) που άφησε ο πόλεμος στην ΕΣΣΔ10.
Παράγοντες που καθόρισαν την κλίμακα των απωλειών της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο
Σύμφωνα με τον Ριμπακόφσκι, οι τεράστιες ανθρώπινες απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου δεν οφείλονταν μόνο στις άμεσες πολεμικές συγκρούσεις, αλλά σε ένα σύμπλεγμα παραγόντων που μετέτρεψαν τον πόλεμο σε μια άνευ προηγουμένου δημογραφική καταστροφή11.
Ο πρώτος βασικός παράγοντας ήταν το ναζιστικό δόγμα της γενοκτονίας και της «αποπληθυσμοποίησης». Σε αντίθεση με τους πολέμους στη Δυτική Ευρώπη, η εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας στην ΕΣΣΔ δεν είχε ως στόχο μόνο την εδαφική κατάκτηση, αλλά την εσκεμμένη και προγραμματισμένη εξόντωση μεγάλου μέρους των σλαβικών και σοβιετικών λαών. Το δόγμα αυτό βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τις βασικές ιδεολογικές αρχές του καθεστώτος και εκδηλώθηκε με πολλαπλές μορφές. Πρώτον, μέσω της επέκτασης του Ζωτικού Χώρου (Lebensraum): όπως είχε ήδη αναλύσει ο Χίτλερ στο «Ο Αγών μου» (Mein Kampf), η επέκταση του ζωτικού χώρου για το γερμανικό έθνος μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο εις βάρος της Ρωσίας, η οποία αποτελούσε τον μόνιμο και αδιαπραγμάτευτο στόχο των μιλιταριστικών του φιλοδοξιών. Δεύτερον, μέσω του Γενικού Σχεδίου «Οστ» (Generalplan Ost), του οποίου η θεωρία της αποπληθυσμοποίησης αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την εξόντωση 46 έως 51 εκατομμυρίων Ρώσων και άλλων σλαβικών λαών μέσα σε διάστημα λίγων ετών. Ο επικεφαλής των SS, Χάινριχ Χίμλερ, επιβεβαιώνοντας αυτόν τον στόχο στις αρχές του 1941, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Σκοπός της εκστρατείας στη Ρωσία είναι η εξόντωση του σλαβικού πληθυσμού»12. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου, δινόταν ιδιαίτερη σημασία στην καταστροφή τεράστιων αστικών κέντρων, όπως η Μόσχα και το Λένινγκραντ, στα οποία κατοικούσαν 7 με 8 εκατομμύρια άνθρωποι. Για τη Μόσχα το σχέδιο προέβλεπε να περικυκλωθεί και να σβηστεί κυριολεκτικά από το πρόσωπο της γης, ενώ το Λένινγκραντ να εξοντωθεί μέσω λιμοκτονίας, μάλιστα οι Φινλανδοί είχαν προτείνει να πλημμυρίσει η πόλη13. Τρίτον, η οδηγία αυτή άρχισε να εφαρμόζεται απαρέγκλιτα αμέσως μετά την εισβολή, μέσω της συστηματικής εκτέλεσης αμάχων από τη Γκεστάπο και τα υπόλοιπα τιμωρητικά όργανα του ναζιστικού κράτους. Αυτό μεταφράστηκε στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και στην ανάπτυξη μιας βιομηχανίας θανάτου, η οποία δεν στόχευε μόνο στους Εβραίους, αλλά αποτελούσε μέρος της ιδεολογικής επιταγής του καθεστώτος για την καταστροφή και των Σλάβων14.
Συμπερασματικά, η αποπληθυσμοποίηση ήταν η απόλυτη έκφραση του ναζιστικού ρατσισμού: ο πόλεμος στο Ανατολικό Μέτωπο δεν αποσκοπούσε στην απλή πολιτική ή στρατιωτική ήττα της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά στη φυσική εξόντωση τεράστιου μέρους του άμαχου πληθυσμού της, προκειμένου τα εδάφη να «αδειάσουν» για τους Γερμανούς15.
Ένας δεύτερος παράγοντας ήταν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και η ανωτερότητα της Βέρμαχτ. Η Γερμανία εκμεταλλεύτηκε το σύμφωνο μη επίθεσης ως καμουφλάζ, καταφέρνοντας να αιφνιδιάσει τον Κόκκινο Στρατό. Αυτό της επέτρεψε να συγκεντρώσει σε διάφορα σημεία δυνάμεις που υπερτερούσαν 3 έως 4 φορές και να αποκτήσει τις πρώτες δύο μέρες μετά την επίθεση, τον απόλυτο έλεγχο στον αέρα θέτοντας εκτός μάχης, απευθείας στα αεροδρόμια, σύμφωνα με γερμανικές πηγές, αρκετές χιλιάδες αεροσκάφη· σύμφωνα με σοβιετικά δεδομένα – περίπου 900 αεροσκάφη. Επιπρόσθετα, ο γερμανικός στρατός, ήδη από το 1935, ήταν άρτια εξοπλισμένος, διέθετε τεράστια πολεμική εμπειρία από την κατάκτηση της Ευρώπης και είχε ανυψωμένο ηθικό ως νικητής, στοιχεία που του έδωσαν τεράστιο πλεονέκτημα στις αρχές του πολέμου.
Ένας τρίτος παράγοντας ήταν η φονική φύση του σύγχρονου πολέμου και οι μετακινήσεις του μετώπου. Σε αντίθεση με προηγούμενους πολέμους, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένας πόλεμος τεράστιου αριθμού μηχανοκίνητων μέσων που ρίχτηκαν για την εξόντωση του πληθυσμού. Η Γερμανία παρήγαγε και χρησιμοποίησε στο σοβιετικό μέτωπο δεκάδες χιλιάδες αεροπλάνα (περίπου 80.000), τεθωρακισμένα (49.000) και πυροβόλα όπλα (69.600). Η χρήση αυτού του αδιανόητου οπλοστασίου απέναντι σε έναν εχθρό που αρνούνταν να συνθηκολογήσει, οδήγησε σε τρομακτικές απώλειες αμάχων και στρατιωτών. Για παράδειγμα, μόνο τον Αύγουστο του 1942, οι μαζικοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί στο Στάλινγκραντ σκότωσαν πάνω από 40.000 άμαχους16. Επιπλέον, ειδικά στα ρωσικά εδάφη, το μέτωπο και οι μεγάλης κλίμακας μάχες πέρασαν από τις ίδιες περιοχές τέσσερις φορές: δύο φορές κατά τη σοβιετική υποχώρηση το 1941 και το 1942, και δύο φορές κατά την προέλαση και απώθηση των Γερμανών. Οικισμοί άλλαζαν συνεχώς χέρια και καταστρέφονταν ολοσχερώς, παρασύροντας στον θάνατο τον άμαχο πληθυσμό που είχε εγκλωβιστεί σε αυτούς17.
Τέταρτος παράγοντας ήταν το γεγονός ότι απέναντι στην ΕΣΣΔ δεν στάθηκε μόνο η Γερμανία, αλλά και σχεδόν ολόκληρη η ηπειρωτική Ευρώπη. Στο πλευρό των Ναζί πολέμησαν δυνάμεις από την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Φινλανδία και την Ιταλία, ενώ καταγράφηκε τεράστια συμμετοχή εθελοντών από Ισπανία, Γαλλία, Σουηδία και αλλού. Παράλληλα, περίπου 1,8 εκατομμύρια πολίτες άλλων χωρών, καθώς και δωσιλογικές «ανατολικές λεγεώνες» (π.χ. ο στρατός του Βλάσοφ με 800-900 χιλιάδες άνδρες), πήραν τα όπλα εναντίον της ΕΣΣΔ.
Πέμπτος παράγοντας υπήρξε η πεισματική αντίσταση και οι πολιορκίες. Ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες συνθηκολόγησαν γρήγορα (η Δανία σε περίπου 6 ώρες, το Λουξεμβούργο σε μία μέρα, η Ολλανδία σε 5 μέρες, η Γιουγκοσλαβία σε 12 μέρες, το Βέλγιο σε 18 μέρες, η Πολωνία σε 35 μέρες, η Γαλλία σε 46 μέρες), ο σοβιετικός λαός και ο στρατός προέβαλαν σκληρή και απεγνωσμένη αντίσταση, αρνούμενοι να παραδοθούν, όπως χαρακτηριστικά συνέβη στο Φρούριο του Μπρεστ, στη Σεβαστούπολη και στο Στάλινγκραντ. Η επιλογή της άμυνας μέχρις εσχάτων οδήγησε σε τεράστιες θυσίες, με πιο τραγικό παράδειγμα την Πολιορκία του Λένινγκραντ, η οποία από μόνη της στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 1,5 έως 2 εκατομμύρια ανθρώπους, κυρίως λόγω ασιτίας18.
Έκτος παράγοντας ήταν η καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Σημαντικό μέρος του άμαχου πληθυσμού, οι λεγόμενοι Ostarbeiters ή «εργάτες της Ανατολής», απήχθη και μεταφέρθηκε βίαια στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία. Πολλοί από αυτούς πέθαναν εκεί λόγω των εξοντωτικών συνθηκών, προσθέτοντας εκατομμύρια θύματα στις άμεσες απώλειες του άμαχου πληθυσμού19.
Έβδομος παράγοντας ήταν η κατάρρευση των συνθηκών διαβίωσης και ο θανατηφόρος λιμός στα μετόπισθεν. Ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες ήταν η δραματική αύξηση της θνησιμότητας ακόμα και στις περιοχές που δεν βρίσκονταν υπό κατοχή, βαθιά στα σοβιετικά μετόπισθεν. Η παραγωγή κρέατος μειώθηκε κατά 2,5 φορές, της ζάχαρης κατά 8 φορές και του ψωμιού κατά 2 φορές, ενώ οι μερίδες ψωμιού έπεσαν στα 200-400 γραμμάρια την ημέρα, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει μαζικός λιμός βαθιά στο εσωτερικό της χώρας. Η πείνα έπληξε τις στέπες της Δυτικής Σιβηρίας το 1941, την περιοχή της Βόλογκντα το 1942, και την περιοχή της Τσιτά, καθώς και πολλές άλλες, το 1943. Παρόμοιες ακραίες συνθήκες καταγράφηκαν σε περιοχές όπως το Ταταρστάν και η Μορδοβία, όπου τα επίπεδα απόγνωσης οδήγησαν μέχρι και σε περιστατικά κανιβαλισμού20.
Ο αντίκτυπος στους δείκτες θνησιμότητας ήταν άμεσος και συντριπτικός. Ήδη στο δεύτερο εξάμηνο του 1941, η γενική θνησιμότητα στα μετόπισθεν αυξήθηκε κατά 1,2 φορές σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο. Το 1942 αποτέλεσε το χειρότερο και πιο θανατηφόρο έτος, καθώς η θνησιμότητα του αστικού πληθυσμού στα μετόπισθεν της Ρωσίας εκτοξεύτηκε κατά 1,5 φορά σε σύγκριση με το 1941, ενώ η βρεφική θνησιμότητα έφτασε από 196,7 τοις χιλίοις το 1941 στο 313,7 τοις χιλίοις το 1942. Μόνο από το 1943 άρχισε να παρατηρείται μια σταδιακή μείωση της θνησιμότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο θανατηφόρος αντίκτυπος της πείνας πολλαπλασιαζόταν από το γεγονός ότι οι υποσιτισμένοι και εξαντλημένοι πολίτες, κυρίως γυναίκες και παιδιά, αναγκάζονταν να εκτελούν βαριά ανδρική εργασία στη βιομηχανία και τον στρατό, στερούνταν επαρκούς ιατρικής φροντίδας και αναγκάζονταν συχνά να στοιβάζονται σε ανθυγιεινές και παγωμένες συνθήκες στέγασης, όπως σκηνές, βαγόνια και χωμάτινα καταφύγια21.
Όσο βρισκόταν ο Στάλιν στο τιμόνι της χώρας, ποτέ δεν τέθηκε το ζήτημα της ευθύνης του ίδιου για το τίμημα της Νίκης. Ο επιτιθέμενος Χίτλερ αναγνωρίστηκε ως ο μόνος ένοχος για τον τεράστιο αριθμό των θυμάτων22. Όχι ότι δεν ήταν ο κύριος ένοχος, αλλά δεν ήταν ο μόνος.
Έτσι ο όγδοος παράγοντας για τις τεράστιες ανθρώπινες απώλειες οφειλόταν στον ίδιο τον Στάλιν.
Έμμεσα και μόνο μια φορά ο βοζντ προσπάθησε να παραδεχτεί τα λάθη του. Στις 24 Μαΐου 1945, σε μια δεξίωση στο Κρεμλίνο προς τιμήν των διοικητών του Κόκκινου Στρατού, πρότεινε μια πρόποση για την υγεία του ρωσικού λαού, λέγοντας:
«Η κυβέρνησή μας έκανε αρκετά λάθη, είχαμε στιγμές απόγνωσης το 1941-1942, όταν ο στρατός μας υποχώρησε, άφησε τα χωριά και τις πόλεις μας στην Ουκρανία, Λευκορωσία, Μολδαβία, περιοχή Λένινγκραντ, χώρες της Βαλτικής, Καρελο-Φινλανδική Δημοκρατία, έφυγαν επειδή δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Ένας άλλος λαός θα μπορούσε να πει στην κυβέρνηση: δεν ανταποκριθήκατε στις προσδοκίες μας, φύγετε, θα εγκαταστήσουμε μια άλλη κυβέρνηση που θα συνάψει ειρήνη με τη Γερμανία και θα μας προσφέρει ειρήνη. Αλλά ο ρωσικός λαός δεν συμφώνησε σε αυτό, γιατί πίστευε στην ορθότητα της πολιτικής της κυβέρνησής του και έκανε θυσίες για να εξασφαλίσει την ήττα της Γερμανίας. Και αυτή η εμπιστοσύνη του ρωσικού λαού στη σοβιετική κυβέρνηση αποδείχθηκε ότι ήταν η αποφασιστική δύναμη που εξασφάλισε μια ιστορική νίκη επί του εχθρού της ανθρωπότητας – επί του φασισμού. Τον ευχαριστώ, τον ρωσικό λαό, για αυτήν την εμπιστοσύνη!»23.
Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση, ο Στάλιν δεν μίλησε ευθέως για τα δικά του λάθη, «μεταβιβάζοντας» την ευθύνη για τις ήττες της αρχικής περιόδου του πολέμου στην κυβέρνηση συνολικά. Εδώ θα αφήσουμε ασχολίαστη την δυνατότητα που είχε κατά τον Στάλιν ο λαός να διώξει την κυβέρνηση του και αφού δεν το έκανε άρα έδειξε την εμπιστοσύνη του προς αυτήν.
Ο Στάλιν θα κατηγορηθεί, εννοείται μετά θάνατο, από τον Ν. Χρουστσόφ στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Στις 25/2/1956 την τελευταία ημέρα του Συνεδρίου, ο Χρουστσόφ διάβασε μία εισήγηση με τίτλο «Για την προσωπολατρία και τις επιπτώσεις της», κεκλεισμένων των θυρών, για αυτό χαρακτηρίστηκε αρχικώς «μυστική» και χωρίς να επιτραπεί μετέπειτα συζήτηση. Το κύριο μέρος της εισήγησης βασίστηκε στα πορίσματα της Επιτροπής Ποσπέλοφ (από το όνομα του ακαδημαϊκού και εγκεκριμένου από τον ίδιο τον Στάλιν βιογράφου του, Пётр Николаевич Поспелов).
Ένα από τα κεφάλαια της έκθεσης αναφερόταν στον ρόλο του Στάλιν στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Εκεί ο Χρουστσόφ καταλογίζει στον Στάλιν ευθύνες σε δύο βασικά πεδία: για τις στρατιωτικές ήττες και την καταστροφή της ηγεσίας του στρατού, και για τις μαζικές εθνοτικές εκτοπίσεις αμάχων.
Η έκθεση αφιέρωσε μεγάλη προσοχή στα γεγονότα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, επιρρίπτοντας την ευθύνη για τις βαριές ήττες της περιόδου 1941-1942 απευθείας στον Στάλιν:
« Η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια ενός ατόμου, του Στάλιν, οδήγησε σε σοβαρές συνέπειες κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.
[…]Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά απ’ αυτόν ο Στάλιν πρόβαλε τη θέση ότι η τραγωδία που έζησε ο λαός μας στο αρχικό στάδιο του πολέμου είναι, τάχα, το αποτέλεσμα μιας «απροσδόκητης» γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό σύντροφοι κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μόλις ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία στη Γερμανία αμέσως έθεσε στόχο την εξόντωση των κομμουνιστών. Οι φασίστες μιλούσαν ανοιχτά γι αυτό, δίχως να κρύβουν τα σχέδια τους. Για να πετύχουν αυτόν τον επιθετικό στόχο, δημιούργησαν κάθε λογής σύμφωνα και μπλοκ. Για παράδειγμα, ο περιβόητος άξονας Βερολίνο-Ρώμη-Τόκιο. Πολυάριθμα γεγονότα της προπολεμικής περιόδου γλαφυρά αποδεικνύουν ότι ο Χίτλερ θα έστρεφε όλες του τις προσπάθειες στο πόλεμο κατά του Σοβιετικού Κράτους και ότι συγκέντρωνε τεράστιες στρατιωτικές μονάδες, μεταξύ των οποίων και μονάδες τεθωρακισμένων, πολύ κοντά στα σοβιετικά σύνορα.
Τώρα έχουν δημοσιευθεί έγγραφα, από τα οποία είναι σαφές ότι ήδη στις 3 Απριλίου 1941, ο Τσόρτσιλ, μέσω του Βρετανού πρέσβη στην ΕΣΣΔ Κριπς, προειδοποίησε προσωπικά τον Στάλιν ότι οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να ανασυντάσσουν τις ένοπλες δυνάμεις τους με στόχο να επιτεθούν στη Σοβιετική Ένωση. Είναι αυτονόητο ότι ο Τσόρτσιλ δεν το έκανε αυτό λόγω των φιλικών συναισθημάτων προς τον σοβιετικό λαό. Το έκανε για τους ιμπεριαλιστικούς του σκοπούς – για να οδηγήσει τη Γερμανία και την ΕΣΣΔ σε έναν αιματηρό πόλεμο μεταξύ τους και έτσι να ενισχύσει τη θέση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, ο Τσόρτσιλ ισχυρίζεται στα απομνημονεύματά του ότι προσπάθησε να “προειδοποιήσει τον Στάλιν και να του επιστήσει την προσοχή για τον επικείμενο κίνδυνο”. Ο Τσόρτσιλ το τόνισε με έμφαση στα τηλεγραφήματα του της 18ης Απριλίου και των επόμενων ημερών. Ωστόσο, ο Στάλιν δεν έδωσε καμία σημασία σε αυτές τις προειδοποιήσεις. Επιπλέον, ο Στάλιν έδωσε εντολή να μην δίνουν σημασία σε τέτοιες πληροφορίες, ώστε να μην προκληθεί το ξέσπασμα των εχθροπραξιών.
[…]Είχαμε το χρόνο και την ευκαιρία για μια τέτοια προετοιμασία; Ναι, είχαμε. Η βιομηχανία μας αναπτύχθηκε αρκετά ώστε να προμηθεύει τον σοβιετικό στρατό με όλα όσα χρειαζόταν. Αυτό αποδεικνύεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι αν και τα πρώτα χρόνια του πολέμου χάσαμε σχεδόν τη μισή βιομηχανία μας, καθώς και σημαντικές βιομηχανικές και γεωργικές περιοχές ως αποτέλεσμα της εχθρικής κατοχής της Ουκρανίας, του Βόρειου Καυκάσου και άλλων δυτικών περιοχών της χώρας, το σοβιετικό κράτος ήταν ακόμη σε θέση να οργανώσει την παραγωγή όπλων στις ανατολικές περιοχές, εγκαθιστώντας εκεί εξοπλισμό που ελήφθη από τις δυτικές βιομηχανικές περιοχές και προμηθεύοντας τον στρατό μας με όλα τα απαραίτητα για να νικήσει τον εχθρό.
[…]Είναι γνωστό και το εξής γεγονός. Παραμονές της ναζιστικής εισβολής στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης, ένας Γερμανός πολίτης πέρασε τα σύνορα και δήλωσε ότι τα γερμανικά στρατεύματα έλαβαν διαταγές να ξεκινήσουν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Σοβιετικής Ένωσης τη νύχτα της 21ης Ιουνίου, στις 3 η ώρα. Αυτό αναφέρθηκε αμέσως στον Στάλιν, ωστόσο εκείνος, δεν έδωσε καμία σημασία.
Όπως μπορείτε να δείτε, όλες οι προειδοποιήσεις ορισμένων στρατιωτικών διοικητών, οι αναφορές αποστατών από τον εχθρικό στρατό, ακόμη και ανοιχτές εχθρικές ενέργειες του εχθρού, αγνοήθηκαν. Μπορεί αυτό να χρησιμεύσει ως παράδειγμα επαγρύπνησης του αρχηγού του κόμματος και του κράτους σε μια τόσο σημαντική ιστορική στιγμή;
Ποια ήταν τα αποτελέσματα αυτής της απρόσεκτης στάσης, αυτής της άγνοιας των απολύτως ξεκάθαρων γεγονότων; Το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που ήδη από τις πρώτες ώρες και μέρες του πολέμου, ο εχθρός κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της αεροπορικής μας δύναμης, του πυροβολικού και του υπόλοιπου στρατιωτικού εξοπλισμού στις συνοριακές μας περιοχές, εξολόθρευσε σημαντικό αριθμό του στρατιωτικού μας προσωπικού και αποδιοργάνωσε τη στρατιωτική μας ηγεσία. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, δεν μπορέσαμε να εμποδίσουμε τον εχθρό να διεισδύσει βαθύτερα στη χώρα.
Πολύ θλιβερές συνέπειες, ειδικά στην αρχή του πολέμου, προκάλεσε η εξόντωση από τον Στάλιν μεγάλου αριθμού αξιωματικών και πολιτικών στελεχών του στρατεύματος, την περίοδο 1937-1941, εξ αιτίας της καχυποψίας του, με βάσει ψευδείς συκοφαντικές μαρτυρίες.… Εκείνη την εποχή, τα κορυφαία στελέχη του στρατού, που είχαν αποκτήσει στρατιωτική εμπειρία στην Ισπανία και την Άπω Ανατολή, εκκαθαρίστηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά.
[…]Ακόμη και μετά την έναρξη του πολέμου, η νευρικότητα και η υστερία που έδειξε ο Στάλιν και οι παρεμβάσεις στην ηγεσία των στρατιωτικών επιχειρήσεων προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στον στρατό μας.
Ο Στάλιν απείχε πολύ από το να κατανοήσει τα πραγματικά γεγονότα που εξελίσσονταν στο μέτωπο. Και αυτό ήταν κατανοητό, δεδομένου ότι σε ολόκληρο τον Πατριωτικό Πόλεμο δεν επισκέφτηκε ποτέ ούτε ένα τμήμα του μετώπου, ούτε μια απελευθερωμένη πόλη, με εξαίρεση ένα σύντομο ταξίδι κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Μοζάισκ, όταν δημιουργήθηκε μια σταθερή κατάσταση στο μέτωπο. Πολλά λογοτεχνικά έργα, γεμάτα από κάθε είδους εφευρέσεις, και πολλοί πίνακες ήταν αφιερωμένες σε αυτό το περιστατικό.
Ταυτόχρονα, ο Στάλιν παρενέβη στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και εξέδωσε εντολές που δεν λάμβαναν υπόψη την πραγματική κατάσταση σε αυτό το τμήμα του μετώπου και που δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε τίποτα άλλο από τεράστιες ανθρώπινες απώλειες.
[…] Η τακτική στην οποία επέμενε ο Στάλιν, μη γνωρίζοντας τα βασικά για την διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, μας κόστισε πολύ αίμα, μέχρι που, τελικά, καταφέραμε να σταματήσουμε τον εχθρό και να προχωρήσουμε στην επίθεση.
[…] Με διάφορους τρόπους, προσπάθησε να εμφυσήσει στους ανθρώπους την ιδέα ότι όλες οι νίκες που κέρδισε η σοβιετική χώρα κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο κερδήθηκαν χάρη στο θάρρος, τη γενναιότητα και την ιδιοφυΐα του Στάλιν και κανενός άλλου.
[…] Πάρτε, για παράδειγμα, τις ιστορικές και πολεμικές ταινίες μας, καθώς και μερικά λογοτεχνικά έργα – σε αρρωσταίνουν. Ο πραγματικός τους στόχος είναι να επαινέσουν τον Στάλιν ως στρατιωτική ιδιοφυΐα. Ας θυμηθούμε την ταινία «Η πτώση του Βερολίνου». Μόνο ο Στάλιν ενεργεί σε αυτό, δίνει εντολές σε μια αίθουσα όπου υπάρχουν πολλές άδειες καρέκλες και μόνο ένα άτομο έρχεται κοντά του και αναφέρει κάτι – αυτός είναι ο Ποσκρεμπίσεφ, ο πιστός του ακόλουθος. (Γέλια στην αίθουσα)
Πού είναι η στρατιωτική διοίκηση; Πού είναι το Πολιτικό Γραφείο; Πού είναι η κυβέρνηση; Τι κάνουν, με τι ασχολούνται; Δεν υπάρχει τίποτα για αυτούς στην ταινία. Ο Στάλιν ενεργεί για όλους, δεν λαμβάνει υπόψη κανέναν, δεν ζητά συμβουλές από κανέναν. Όλα παρουσιάζονται στον λαό κάτω από αυτό το ψεύτικο φως. Γιατί; Για να περιστοιχίσει τον Στάλιν με δόξα, αντίθετα με τα γεγονότα και την ιστορική αλήθεια. Τίθεται το ερώτημα: Πού ήταν οι στρατιωτικοί, στους ώμους των οποίων ήταν όλο το βάρος του πολέμου; Δεν είναι στην ταινία. Ο Στάλιν δεν τους άφησε χώρο.
Η προσφορά των Σοβιετικών στρατιωτών, των διοικητών μας και των πολιτικών στελεχών όλων των βαθμίδων θα παραμείνει ανεξίτηλη. Μετά τις σημαντικές απώλειες που υπέστη ο στρατός μας τους πρώτους μήνες του πολέμου, δεν έσκυψαν το κεφάλι και κατάφεραν να αναδιοργανωθούν κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων. Δημιούργησαν και σφυρηλάτησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου ισχυρό και ηρωικό στρατό και όχι μόνο απέκρουσαν την πίεση ενός ισχυρού και δόλιου εχθρού, αλλά και τον νίκησαν.
Οι τεράστιες και ηρωικές πράξεις εκατοντάδων εκατομμυρίων λαών της Ανατολής και της Δύσης κατά τη διάρκεια του αγώνα ενάντια στην απειλή της φασιστικής υποδούλωσης που κρεμόταν από πάνω μας θα ζουν για αιώνες και χιλιετίες στη μνήμη της ευγνώμων ανθρωπότητας. (Θυελλώδη χειροκρότημα.)»24.
Ο Χρουστσόφ στην εισήγησή του κατηγόρησε για πρώτη φορά τον Στάλιν και για τις μαζικές εκτοπίσεις ολόκληρων λαών (όπως των Καρατσαϊτών, των Καλμούκων, των Τσετσένων, των Ινγκουσέτιων και των Καμπαρντίνων – Μπαλκάριων το 1943-1944), χαρακτηρίζοντάς τες ως «κατάφωρη παραβίαση των βασικών λενινιστικών αρχών της εθνικής πολιτικής»25. Τόνισε ότι αυτού του είδους οι εκτοπίσεις δεν υπαγορεύονταν σε καμία περίπτωση από στρατιωτικές ανάγκες. Υπερασπιζόμενος τον άμαχο πληθυσμό, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι δεν χωράει στον νου κανενός λογικού ανθρώπου «πώς είναι δυνατόν να επιρρίπτεται η ευθύνη για εχθρικές ενέργειες μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων σε ολόκληρους λαούς, συμπεριλαμβανομένων γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων, κομμουνιστών και κομσομόλων, και να υποβάλλονται σε μαζικές καταστολές, στερήσεις και βάσανα»26.
Επί 4 ώρες άναυδοι οι 1 436 σύνεδροι άκουγαν τον Πρώτο Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ να ασκεί δριμεία κριτική στον Ιωσήφ Στάλιν για τη δράση του, ως αρχηγός του Κράτους και του Kόμματος.
Λίγους μήνες αργότερα, στην Ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε., στις 19 Μαΐου 1956, την επιβεβαίωση των λεγομένων του Χρουστσόφ δίνει ως αυτόπτης μάρτυρας και πρωταγωνιστής των γεγονότων, ο στρατάρχης της Νίκης, Γκεόργκι Ζούκοφ, αναλύοντας από τη δική του σκοπιά το ρόλο του Ι. Στάλιν στην ηγεσία του Κόκκινου στρατού, του προσάπτει μια σειρά από κατηγορίες που συνέβαλαν στον βαρύ φόρο αίματος της πατρίδας27.
Η πρώτη κατηγορία που του προσάπτει αφορά την ανετοιμότητα της χώρας, την οποία ο Ζούκοφ δεν παρουσιάζει ως αντικειμενική αδυναμία αλλά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής. Οι θριαμβολογικές διακηρύξεις περί διαρκούς ετοιμότητας και τριπλού ανταποδοτικού πλήγματος, για τις οποίες υπεύθυνη ήταν η ίδια η ηγεσία, αποκοίμισαν την επαγρύπνηση του λαού και του στρατού. Στο επιχειρησιακό πεδίο, η καθυστερημένη συγκρότηση των μηχανοκίνητων σωμάτων, η συγκέντρωση της αεροπορίας στην παραμεθόριο όπου εξοντώθηκε στο έδαφος, η έλλειψη ρυμουλκών που οδήγησε στην εγκατάλειψη πυροβόλων και η απουσία εγκεκριμένων επιχειρησιακών σχεδίων και σχεδίων επιστράτευσης συνθέτουν μια εικόνα οργανωτικής κατάρρευσης. Καθοριστικό ρόλο αποδίδει στην εκκαθάριση των ανώτερων στελεχών την περίοδο 1937 έως 1939, η οποία αποψίλωσε τον στρατό από έμπειρους διοικητές, και στη διπλή κατάργηση της ενιαίας διοίκησης με την επανεισαγωγή των πολιτικών επιτρόπων, που έσπειρε δυσπιστία και αποδιάρθρωσε την ιεραρχία στις παραμονές του πολέμου. Όλα αυτά τα ζητήματα, σημειώνει, βρίσκονταν αποκλειστικά στα χέρια του Στάλιν, οπότε η ευθύνη για τη μη επίλυσή τους είναι προσωπική και όχι συλλογική.
Η δεύτερη κατηγορία είναι η αγνόηση της επικείμενης επίθεσης, όπου ο Ζούκοφ καταθέτει τεκμήρια από το ίδιο το αρχείο του. Υπογραμμίζει ότι ο Στάλιν και ο Μόλοτοφ γνώριζαν τη συγκέντρωση των γερμανικών στρατευμάτων, καθώς το Γενικό Επιτελείο ανέφερε συστηματικά τις διεισδύσεις σε βάθος έως διακόσια χιλιόμετρα και τις εκατόν πενήντα επτά αναγνωριστικές πτήσεις του πρώτου πενταμήνου του 1941. Παραθέτει αυτούσια τη δική του αναφορά της 11ης Απριλίου 1941 προς τον Μόλοτοφ, η οποία έμεινε χωρίς ουσιαστικό μέτρο, και καταγγέλλει την ανακοίνωση του ΤΑΣΣ της 14ης Ιουνίου, μία εβδομάδα πριν από την εισβολή, ως πράξη αποπροσανατολισμού του λαού και του στρατού. Η ευθύνη εδώ δεν είναι αδυναμία πληροφόρησης αλλά συνειδητή άρνηση να αξιοποιηθεί η διαθέσιμη πληροφορία, και ο Ζούκοφ ρητά χαρακτηρίζει ιστορικά εσφαλμένο τον ισχυρισμό περί αιφνιδιασμού, αποδίδοντάς τον σε μεταγενέστερη επινόηση που σκοπό είχε να συγκαλύψει τα λάθη του ίδιου του Στάλιν.
Η τρίτη κατηγορία αφορά την αμηχανία και την παράλυση της διοίκησης στις πρώτες ώρες, που ο Ζούκοφ περιγράφει με τη βαρύτητα του αυτόπτη μάρτυρα. Η απαγόρευση ανταπόδοσης πυρός μέχρι τις 6:30 το πρωί της 22ας Ιουνίου, υπό τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για προβοκάτσια, παρέδωσε στον εχθρό την πρωτοβουλία σε όλες τις στρατηγικές κατευθύνσεις τις πιο κρίσιμες ώρες. Η διασπορά των επιτελαρχών στα μέτωπα αντί της συγκρότησης ενιαίας καθοδηγητικής ομάδας αποδιοργάνωσε περαιτέρω τη διεύθυνση των επιχειρήσεων, ενώ η ανεπαρκής κατάρτιση του Στάλιν στα επιχειρησιακά ζητήματα, την οποία ο Ζούκοφ καταγράφει χωρίς περιστροφές, οδηγούσε σε μη ρεαλιστικές διαταγές. Η ρήση «τι καταλαβαίνετε εσείς από διοίκηση στρατευμάτων» αποτυπώνει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο η αυθαιρεσία υποκαθιστούσε τη στρατιωτική κρίση. Ο Ζούκοφ διατυπώνει μάλιστα τη θέση ότι, αν τα στρατεύματα της δυτικής ζώνης είχαν τεθεί εγκαίρως σε ετοιμότητα με σαφείς αποστολές, ο χαρακτήρας του αγώνα και επομένως το ύψος των απωλειών θα ήταν διαφορετικά: «Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης του Στάλιν ήταν ότι, μη γνωρίζοντας σε λεπτομέρεια την κατάσταση στα μέτωπα και όντας ανεπαρκώς καταρτισμένος στα επιχειρησιακά ζητήματα, έδινε μη ρεαλιστικές και ανεπαρκείς οδηγίες, για να μην αναφερθούμε στον εσφαλμένο σχεδιασμό μεγάλων αντεπιθετικών επιχειρήσεων, οι οποίες, με βάση τη διαμορφωμένη κατάσταση, έπρεπε να διεξαχθούν. Τα στρατεύματά μας, επειδή δεν είχαν αναπτυχθεί σε ορθές επιχειρησιακές διατάξεις, στην πράξη μάχονταν ως μεμονωμένοι σχηματισμοί, ως μεμονωμένες ομάδες, επιδεικνύοντας ωστόσο εξαιρετική επιμονή και επιφέροντας βαριές απώλειες στον εχθρό. Μη λαμβάνοντας εγκαίρως διαταγές από την ανώτατη διοίκηση, αναγκάζονταν να ενεργούν απομονωμένα και έτσι συχνά βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, ενώ ορισμένες φορές κατέληγαν περικυκλωμένα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε και από το γεγονός ότι από τις πρώτες ημέρες η αεροπορία μας, λόγω της τεχνικής της υστέρησης, καταπνίγηκε από την αεροπορία του εχθρού και δεν μπορούσε να συνεργαστεί με επιτυχία με τα χερσαία στρατεύματα. Τα μέτωπα, μη διαθέτοντας επαρκή αναγνωριστική αεροπορία, δεν γνώριζαν την πραγματική διάταξη των εχθρικών στρατευμάτων ούτε και των δικών τους, πράγμα που είχε καθοριστική σημασία για τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Τα στρατεύματα, μη διαθέτοντας ελκυστήρες πυροβολικού και αυτοκίνητα μεταφοράς, βρέθηκαν αμέσως χωρίς αποθέματα καυσίμων και πυρομαχικών, χωρίς την αναγκαία υποστήριξη πυροβολικού. Στη συνέχεια, όντας σημαντικά αποδυναμωμένα σε οπλισμό, χωρίς υποστήριξη αεροπορίας, χωρίς άρματα και πυροβολικό, συχνά βρέθηκαν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Όλα αυτά οδήγησαν τα στρατεύματά μας σε βαριές απώλειες και αποτυχίες στην πρώτη περίοδο του πολέμου και στην εγκατάλειψη στον εχθρό τεράστιων περιοχών της χώρας μας.»28.
Η τέταρτη κατηγορία αφορά τη μετακύλιση του βάρους της ευθύνης προς τους υφισταμένους. Ο Στάλιν, αντί να αναλάβει το μερίδιό του, οργάνωσε τη δίκη και την εκτέλεση της διοίκησης του Δυτικού Μετώπου με επικεφαλής τον Παβλόφ, κατηγόρησε για προδοσία στρατηγούς, όπως τον διοικητή στρατιάς Κατσάλοφ, που είχαν πέσει στη μάχη ή είχαν αιχμαλωτιστεί, και εξέδωσε διαταγές που συκοφαντούσαν συλλήβδην το στράτευμα. «Ακόμη και όταν τα στρατεύματά μας απέδειξαν ότι είναι ικανά όχι μόνο να αμύνονται, αλλά και να καταφέρουν σοβαρά πλήγματα στον εχθρό, ο Στάλιν θεώρησε αναγκαίο να γράψει σε μία από τις διαταγές του: „Ο πληθυσμός της χώρας μας, που με αγάπη και σεβασμό αντιμετωπίζει τον Κόκκινο Στρατό, αρχίζει να απογοητεύεται από αυτόν, να χάνει την πίστη του στον Κόκκινο Στρατό, ενώ πολλοί τον καταριούνται επειδή παραδίδει τον λαό μας στον ζυγό των Γερμανών κατακτητών και ο ίδιος υποχωρεί προς ανατολάς“. Με αυτή τη διαταγή ο Στάλιν αδίκως συκοφάντησε τις πολεμικές και ηθικές αρετές των στρατιωτών, των αξιωματικών και των στρατηγών μας.»29.
Ο Ζούκοφ αντιπαραθέτει σε αυτή τη συκοφαντία τη μαρτυρία του ίδιου του εχθρού, παραθέτοντας το ημερολόγιο του Χάλντερ και τα γερμανικά στοιχεία απωλειών, επτακόσιες εβδομήντα πέντε χιλιάδες άνδρες έως τις 10 Δεκεμβρίου 1941, ώστε να αποδείξει ότι οι απώλειες δεν οφείλονταν σε δειλία των μαχητών αλλά στις συνθήκες που είχε διαμορφώσει η ίδια η ηγεσία.
Η πέμπτη κατηγορία αφορά τις επιχειρήσεις που στοίχισαν αδικαιολόγητες απώλειες. Ο Ζούκοφ αμφισβητεί τον μύθο των σταλινικών επιχειρήσεων και παραθέτει συγκεκριμένα παραδείγματα σπατάλης ανθρώπινου δυναμικού, τις επανειλημμένες και άκαρπες επιθέσεις στη Λιμπάβα, τις επιχειρήσεις βόρεια της Βαρσοβίας που κόστισαν δεκάδες χιλιάδες νεκρούς παρά τις προειδοποιήσεις για το αδύνατο του εγχειρήματος, και το επεισόδιο στο Ντέντοβο και την Κράσναγια Πολιάνα, όπου η εμμονή του Στάλιν να ανακαταληφθούν ασήμαντα χωριά απομάκρυνε τη διοίκηση τη στιγμή που ο εχθρός διέσπαγε το μέτωπο αλλού. Η συνήθεια να επιβάλλονται βιαστικά οργανωμένες επιχειρήσεις χωρίς υλική υποστήριξη παρουσιάζεται ως διαρθρωτική αιτία υπερβολικών απωλειών σε πολλά μέτωπα.
Η τελευταία κατηγορία που προσάπτει ο στρατάρχης Ζούκοφ στον γκενεραλίσιμο Στάλιν είναι η αυθαιρεσία απέναντι στους αιχμαλώτους πολέμου, που συνδέεται με την ίδια τη λογική της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής. Η αντιμετώπιση χιλιάδων στρατιωτών που αιχμαλωτίστηκαν παρά τη θέλησή τους ως προδοτών, με στερήσεις βαθμών, διώξεις και ποινές, τεκμηριώνεται με τις περιπτώσεις του λοχαγού Φούρσοφ και του υπολοχαγού Ανούχιν, ανθρώπων που επέδειξαν ηρωισμό και παρ’ όλα αυτά καταδικάστηκαν μετά τον πόλεμο.
Συνολικά, η ομιλία του Ζούκοφ οικοδομεί ένα συνεκτικό κατηγορητήριο, όπου η προσωπολατρία δεν είναι απλώς ιδεολογικό σφάλμα αλλά ο μηχανισμός που αφενός επέτρεψε στα λάθη του Στάλιν να εκδηλωθούν ανεξέλεγκτα, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος, και αφετέρου εμπόδισε επί χρόνια τον καταλογισμό τους, καθιστώντας έτσι την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας προϋπόθεση για την ίδια την απόδοση ευθυνών.
Σύμφωνα με τους Кропачев και Кринко: «Οι τεράστιες θυσίες της σοβιετικής κοινωνίας στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο ήταν επιμελώς κρυμμένες. Η δόξα του «μεγάλου στρατηλάτη» βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη σιωπή για τις απώλειες. Η αποκάλυψη του μεγέθους των πραγματικών απωλειών σήμαινε την παραδοχή της αναποτελεσματικότητας της ηγεσίας του στρατού και της χώρας από τον Στάλιν κατά τα χρόνια του πολέμου.»30.
Η ιστοριογραφία των ανθρώπινων απωλειών του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου
Κατά τη διάρκεια του πολέμου δημιουργήθηκαν ειδικά ερευνητικά τμήματα στο Γενικό Επιτελείο του Κόκκινου Στρατού (το 1942) και στο Κύριο Επιτελείο του Ναυτικού (το 1943) για τη γενίκευση της πολεμικής εμπειρίας. Αυτά τα τμήματα, καθώς και η Κύρια Πολιτική Διεύθυνση του Κόκκινου Στρατού, εξέδωσαν δεκάδες συλλογές (όπως η «Συλλογή υλικών για τη μελέτη της εμπειρίας του πολέμου») και δελτία πληροφοριών. Παράλληλα, κυκλοφορούσαν στρατιωτικά περιοδικά όπως η «Στρατιωτική Σκέψη» (Военная мысль), ο «Στρατιωτικός Αγγελιαφόρος» (Военный вестник), η «Ναυτική Συλλογή» (Морской сборник) και το «Στρατιωτικό-Ιστορικό Περιοδικό» (Военно-исторический журнал). Σε όλα αυτά τα επίσημα στρατιωτικά έντυπα, τα λογοκριμένα στοιχεία που περιέχονταν για τις απώλειες των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ (1941-1945) ήταν εξαιρετικά σποραδικά και αποσπασματικά, χωρίς καμία απολύτως συνολική εκτίμηση της καταστροφής.
Για δεκαετίες η αποτίμηση των ανθρώπινων απωλειών της ΕΣΣΔ την περίοδο του πολέμου δεν αποτελούσε αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, αλλά αποκλειστικό προνόμιο της πολιτικής ηγεσίας. Από το 1946 έως το 1990, η εκτίμηση των απωλειών άλλαξε τέσσερις φορές προς τα πάνω, καθώς τα στοιχεία προσαρμόζονταν στις εκάστοτε ιδεολογικές και πολιτικές ανάγκες της κρατικής λογοκρισίας31.

Η πρώτη αυτή εκτίμηση φέρει την υπογραφή του ίδιου του Στάλιν. Τον Φεβρουάριο του 1946 ο Στάλιν παρουσίασε στο περιοδικό «Большевик» μια γενική εκτίμηση του αριθμού των νεκρών σοβιετικών πολιτών, ότι είναι περίπου 7 εκατομμύρια άνθρωποι.32 Στις 15 Μαρτίου του ίδιου έτους, απαντώντας σε ερωτήσεις «ανώνυμου» ανταποκριτή της Πράβντα σχετικά με την ομιλία του Τσώρτσιλ στις 5 Μαρτίου στο Fulton, είπε: «Ως αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής, η Σοβιετική Ένωση έχασε αμετάκλητα στις μάχες με τους Γερμανούς, καθώς και λόγω της γερμανικής κατοχής και εκτόπισης του σοβιετικού λαού στα γερμανικά κάτεργα – περίπου επτά εκατομμύρια ανθρώπους. Με άλλα λόγια, η Σοβιετική Ένωση έχασε πολλές φορές περισσότερους ανθρώπους από ό,τι η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μαζί.»33.
Εδώ ο Στάλιν δεν μίλησε μόνο για τις απώλειες του στρατού. Πήρε τον αριθμό των 7 εκατομμυρίων και τον παρουσίασε ψευδώς ως τις συνολικές (δημογραφικές) απώλειες της ΕΣΣΔ. Το δήλωσε ρητά, λέγοντας ότι ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει όσους χάθηκαν «στις μάχες με τους Γερμανούς, καθώς και λόγω της γερμανικής κατοχής και εκτόπισης του σοβιετικού λαού στα γερμανικά κάτεργα».
Σε μια συνάντηση με εκπροσώπους της διανόησης, ο Στάλιν διευκρίνισε και τον αριθμό των απωλειών μάχης: «Σήμερα ο κόσμος θέλει να μάθει ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που πέτυχαν ένα τόσο μεγάλο κατόρθωμα που έσωσε την ανθρωπότητα. Και η ανθρωπότητα σώθηκε από απλούς σοβιετικούς ανθρώπους που, χωρίς θόρυβο και φανφάρες, στις πιο δύσκολες συνθήκες, πραγματοποίησαν εκβιομηχάνιση, κολεκτιβοποίηση, ενίσχυσαν ριζικά την αμυντική ικανότητα της χώρας και, με τίμημα της ζωής τους, με επικεφαλής τους κομμουνιστές, νίκησαν τον εχθρό. Εξάλλου, μόνο τους πρώτους έξι μήνες του πολέμου, περισσότεροι από 500 χιλιάδες κομμουνιστές πέθαναν στα μέτωπα στη μάχη, και συνολικά κατά τη διάρκεια του πολέμου – περισσότερα από τρία εκατομμύρια. Αυτοί ήταν οι καλύτεροι από εμάς, ευγενείς και πεντακάθαροι, ανιδιοτελείς αγωνιστές για το σοσιαλισμό, για την ευτυχία του λαού. Μας λείπουν τώρα…»34. Μετά από αυτό, ο Στάλιν δεν επέστρεψε ποτέ στην εκτίμηση των σοβιετικών απωλειών κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.
Τη δεκαετία του 1990, ο ιστορικός Сергей Михалев ανέφερε στο βιβλίο του «Ανθρώπινες απώλειες στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο του 1941-45. Στατιστική έρευνα»35 ότι ο Στάλιν ήδη είχε στα χέρια του από τον Ιούνιο του 1945, έκθεση του Γενικού Επιτελείου η οποία είχε συνοψίσει τα μέχρι τότε, ακόμα ελλιπή στοιχεία, για τις απώλειες στον πόλεμο και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο Κόκκινος Στρατός είχε τουλάχιστον 6, 3 εκατομμύρια νεκρούς, περισσότερους από 3 εκατομμύρια αιχμαλώτους και αγνοούμενους και σχεδόν 14 εκατομμύρια τραυματίες, εκ των οποίων τα 2,6 εκατομμύρια ήταν ανάπηροι.
Ο δε Ντ. Βολκογκόνοφ, στη βιογραφία του Στάλιν «Θρίαμβος και τραγωδία», «αναφέρει ότι: «από τα στοιχεία που είχαν ετοιμάσει για τον Στάλιν το Γενάρη του 1946 οι στρατιωτικοί και ο Βοζνεσένσκι (σσ. τότε ο Н. А. Вознесенский ήταν αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου) συμπεραίνεται ότι για τις σοβιετικές απώλειες μονάχα κατά προσέγγιση μπορεί να γίνει λόγος. Ιδιαίτερα στην αρχή του πολέμου ήταν αδύνατη η ακριβής στατιστική καταγραφή των αμέτρητων θυμάτων. Στην προσωπική του έκθεση, ο Βοζνεσένσκι ανέφερε ότι οι απώλειες μπορούσαν να υπολογιστούν κατά προσέγγιση μονάχα ύστερα από μερικούς μήνες, αλλά σύμφωνα με τις υπάρχουσες τότε ενδείξεις τα θύματα ξεπερνούσαν τα 15 εκατομμύρια. Ο Στάλιν προς το παρόν σιωπούσε. Η έκθεση του Γενικού Επιτελείου μιλούσε για 7,5 εκατομμύρια νεκρούς, που πέθαναν από τραύματα ή που χάθηκαν στα πεδία των μαχών. Το 1946 ο Στάλιν είχε αποφασίσει να… συγκρατήσει αυτό τον αριθμό, επιθυμώντας να αποκρύψει το πραγματικό τίμημα της Νίκης, γεγονός που θα του υπονόμευε το κύρος του ως στρατηλάτη.»36.
Η εμμονή στη συγκάλυψη έφτασε στο σημείο να απορριφθεί ακόμη και η μυστική καταμέτρηση των απωλειών. Όπως καταγράφει ο δημογράφος Ανατόλι Βισνέφσκι, ο τότε επικεφαλής της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας της ΕΣΣΔ, Β. Σταρόφσκι, κατανοώντας πλήρως την απροθυμία του Στάλιν να αποκαλύψει τα πραγματικά νούμερα, πρότεινε τη διεξαγωγή μιας απλής «εφάπαξ καταγραφής του πληθυσμού» (και όχι απογραφής), επιχειρηματολογώντας ότι τα στοιχεία ήταν απαραίτητα για πρακτικές, κρατικές ανάγκες. Για να καθησυχάσει τον Στάλιν, ο Σταρόφσκι διευκρίνισε ρητά στην πρότασή του ότι «σε αντίθεση με τα αποτελέσματα μιας απογραφής πληθυσμού, τα αποτελέσματα αυτής της καταγραφής δεν θα υπόκεινται σε δημοσίευση, όπως συνηθίζεται στη διεθνή πρακτική»37. Παρά τις διαβεβαιώσεις για απόλυτη μυστικότητα, ο Στάλιν δεν δέχτηκε ούτε αυτή την κρυφή καταμέτρηση. Στις 29 Αυγούστου 1947 έδωσε εντολή «να αναβληθεί μέχρι το τέλος του πενταετούς πλάνου». Αν και ο Στάλιν έζησε για περισσότερα από πέντε χρόνια μετά από αυτή την εντολή, το ζήτημα της καταμέτρησης -και πολύ περισσότερο μιας κανονικής απογραφής- δεν τέθηκε ποτέ ξανά επί των ημερών του.
Ο Βισνέφσκι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ηγεσία της χώρας αντί να αναζητήσει τα αίτια των πρωτοφανών απωλειών, «επέλεξε ενσυνείδητα τον δρόμο της συγκάλυψης και της μυστικότητας, ελπίζοντας ότι ο χρόνος θα έσβηνε τα ίχνη της καταστροφής και στη μνήμη του λαού θα έμενε αποκλειστικά και μόνο η Νίκη»38.
Ο Στάλιν υποβάθμισε σκόπιμα τα στοιχεία για τις απώλειες, όχι μόνο για να προστατέψει το κύρος του, αλλά και για λόγους εθνικής ασφάλειας. Το κίνητρο του γοήτρου, που ανέδειξε ο Βολκογκόνοφ, συνυπήρχε με έναν ψυχρότερο στρατηγικό υπολογισμό, ο οποίος γίνεται κατανοητός μόνο αν ληφθεί υπόψη η συγκυρία μέσα στην οποία δόθηκε η δημόσια εκτίμηση. Η απάντηση στην Πράβντα ήρθε δέκα μέρες μετά την ομιλία του Τσόρτσιλ στο Fulton, εκεί όπου η ρήξη ανάμεσα στους πρώην συμμάχους έπαιρνε δημόσια και επίσημη μορφή. Σε ένα τέτοιο κλίμα, η παραδοχή ενός διπλάσιου μεγέθους απωλειών που ήδη γνώριζε η ηγεσία θα ισοδυναμούσε με ομολογία της ίδιας της τρωτότητας της χώρας, μια εικόνα εξάντλησης που ο αντίπαλος θα μπορούσε να μεταφράσει σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Ο φόβος αυτός δεν ήταν αφηρημένος. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1945, ενώ ο πόλεμος στην Ευρώπη μόλις είχε τελειώσει, το βρετανικό επιτελείο εκπονούσε κατ’ εντολή του Τσόρτσιλ το σχέδιο Operation Unthinkable, με ημερομηνία 22 Μαΐου 1945, το οποίο προέβλεπε αιφνιδιαστική επίθεση των δυτικών δυνάμεων κατά της ΕΣΣΔ, με πιθανή αξιοποίηση ακόμη και ανασυγκροτημένων γερμανικών μονάδων. Το σχέδιο κρίθηκε τελικά ανέφικτο από τους ίδιους τους σχεδιαστές του, λόγω της υπεροχής του Κόκκινου Στρατού στην ηπειρωτική Ευρώπη, παρέμεινε ωστόσο ενδεικτικό της διάθεσης που επικρατούσε σε τμήμα των δυτικών επιτελείων. Μέσω του δικτύου κατασκόπων του Cambridge Five, εξάλλου, η Μόσχα ενημερωνόταν για την ύπαρξη τέτοιων σχεδίων σχεδόν ταυτόχρονα με τη σύλληψή τους, γεγονός που καθιστούσε την απειλή χειροπιαστή και μετέβαλλε ριζικά τους υπολογισμούς του Κρεμλίνου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η απόκρυψη των απωλειών λειτουργούσε και ως ασπίδα, αφού η άγνοια του πραγματικού τιμήματος εμπόδιζε τον αντίπαλο να υπολογίσει τις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες της ΕΣΣΔ σε μια ενδεχόμενη αναμέτρηση, σε μια στιγμή μάλιστα που το ενδεχόμενο μιας νέας μεγάλης σύγκρουσης δεν φάνταζε απίθανο στη σοβιετική ηγεσία. Η μυστικότητα γύρω από τα θύματα υπηρετούσε έτσι ταυτόχρονα δύο σκοπούς, εσωτερικά την αποσιώπηση των ευθυνών και εξωτερικά τη συγκάλυψη της αδυναμίας της χώρας.
Σε έργα από την δεκαετία του 1940 έως το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950, δεν τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με το ύψος και τη δομή των δημογραφικών απωλειών κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου ή τον αριθμό των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Οι συγγραφείς, είτε απλώς επαναλάμβαναν τα λόγια του Στάλιν, ή γενικά απέφευγαν το θέμα των απωλειών, προτιμώντας να γράφουν για τα κατορθώματα και τη δόξα των Σοβιετικών στρατιωτών και διοικητών. Κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, δημοσιεύθηκαν 43 μονογραφίες, 121 στρατιωτικοϊστορικά δοκίμια, 450 συλλογές άρθρων και φυλλαδίων, 86 συλλογές εγγράφων και 72 απομνημονεύματα και ημερολόγια για τη στρατιωτική ιστορία39. Πάντα, σύμφωνα με τον Ριμπακόφσκι, οι συγγραφείς όταν και εάν ανέφεραν το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών, επιτρεπόταν μόνο να «ερμηνεύουν» το νούμερο που είχε ήδη εξαγγείλει ο Γενικός Γραμματέας (δηλαδή τα 7 εκατομμύρια) και σε καμία περίπτωση να το ερευνήσουν ανεξάρτητα ή να το αμφισβητήσουν40.
Οι δε Кропачев και Кринко, αναφέρουν ότι η θεωρητική βάση για τις ιστορικές έρευνες της σοβιετικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου δεν ήταν τα αρχεία, αλλά αποκλειστικά οι ρήσεις των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και κυρίως του Στάλιν41.
Ένα χαρακτηριστικό, παράδειγμα συγγραφέα και ανώτατου αξιωματούχου εκείνης της περιόδου είναι ο Νικολάι Βοζνεσένσκι, ο οποίος το 1948 εξέδωσε το βιβλίο «Η πολεμική οικονομία της ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Πατριωτικού Πολέμου». Το βιβλίο του μάλιστα διαβάστηκε πριν εκδοθεί από τον ίδιο τον Στάλιν, ο οποίος έκανε διορθώσεις και προσθήκες με το μολύβι του, και τιμήθηκε με το Βραβείο Στάλιν Πρώτου Βαθμού. Παρότι ο ίδιος γνώριζε (και φέρεται να είχε αναφέρει στον Στάλιν) ότι οι απώλειες ξεπερνούσαν τα 15 εκατομμύρια, στο βιβλίο του δεν έδωσε νούμερα απωλειών. Αντίθετα, εξήγησε την έκβαση του πολέμου επικαλούμενος τα «τεράστια πλεονεκτήματα» του συνασπισμού των νικητών. Έγραψε χαρακτηριστικά ότι τα δημοκρατικά κράτη (ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλία) διέθεταν συντριπτική υπεροχή σε οικονομία και τεχνική, κάτι που φαινόταν και από τη σύγκριση του πληθυσμού: τα δημοκρατικά κράτη είχαν συνολικό πληθυσμό 372 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ τα φασιστικά κράτη (Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία) είχαν μόλις 186 εκατομμύρια42. Όπως επισημαίνει ο δημογράφος Α. Βισνέφσκι, αναλύοντας αυτό ακριβώς το απόσπασμα του Βοζνεσένσκι, εστιάζοντας στους αριθμούς πριν τον πόλεμο (στους συντριπτικά υπέρτερους «διαθέσιμους πόρους»), ο συγγραφέας απέφυγε έντεχνα να αναφέρει πόσοι από αυτούς τους ανθρώπινους πόρους εξοντώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια να στραφεί η προσοχή μακριά από τα εκατομμύρια των νεκρών και να παρουσιαστεί η Νίκη ως ένα απλό μαθηματικό και φυσικό επακόλουθο της υπεροχής της συμμαχίας. Σύμφωνα με τον Βισνέφσκι, προκύπτει ένα αμείλικτο ερώτημα: «Πώς συμβιβάζεται μια τέτοια υπεροχή με τέτοιες απώλειες;»43. Η σοβιετική ηγεσία γνώριζε καλά ότι διέθετε τεράστια υπεροχή έναντι του εχθρού, τόσο σε πληθυσμό όσο και σε παραγωγή Αν, όμως, αποκάλυπτε τον πραγματικό αριθμό των νεκρών, θα έπρεπε να λογοδοτήσει για το πώς διαχειρίστηκε αυτό το αρχικό πλεονέκτημα. Θα έπρεπε να εξηγήσει πώς επέτρεψε να χαθούν τόσα εκατομμύρια άνθρωποι εξαιτίας των δικών της λανθασμένων πολιτικών και στρατιωτικών αποφάσεων, ειδικά στο ξεκίνημα του πολέμου. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Στάλιν (που ενέκρινε το βιβλίο) και ο Βοζνεσένσκι προτίμησαν να «δικαιολογήσουν» το αποτέλεσμα του πολέμου συγκρίνοντας απλώς τη δυναμική των δύο στρατοπέδων, κρύβοντας το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπισε τελικά μια δημογραφική αιμορραγία που καμία άλλη χώρα με παρόμοια «πλεονεκτήματα» δεν υπέστη44.
Την ίδια ακριβώς περίοδο που οι Σοβιετικοί συγγραφείς σιωπούσαν ή επαναλάμβαναν τα λόγια του Στάλιν, στη Δύση άρχισαν να δημοσιεύονται έργα τα οποία έσπαγαν αυτή τη σιωπή.
Ο Frank Lorimer στο βιβλίο του «Ο πληθυσμός της Σοβιετικής Ένωσης: ιστορία και προοπτικές» το 1946, υπολογίζει τις συνολικές ανεπανόρθωτες απώλειες σε 16 εκατομμύρια άτομα, από τις οποίες τα 5 εκατομμύρια ήταν ένστολοι και τα 11 εκατομμύρια άμαχοι. Ο Pierre George σε άρθρο του, την ίδια χρονιά, στο περιοδικό «Population» με τίτλο «Περίληψη δημογραφικής μελέτης της Σοβιετικής Ένωσης» ανεβάζει το μέγεθος των θυμάτων στα 17 εκατομμύρια (7 εκατομμύρια στρατιωτικό προσωπικό και 10 εκατομμύρια άμαχοι). Ο Ρώσος εμιγκρέ δημογράφος N. Timasheff το 1948, ανεβάζει ακόμα πιο ψηλά τις απώλειες των αμάχων σε 18,3 εκατομμύρια, διατηρώντας τις στρατιωτικές απώλειες στα 7 εκατομμύρια. Συνολικά υπολογίζει τις ανεπανόρθωτες απώλειες σε 25,3 εκατομμύρια, στο άρθρο του με τίτλο «Ο μεταπολεμικός πληθυσμός της Σοβιετικής Ένωσης», στο περιοδικό «American Journal of Sociology». (βλ. πίνακα 2)
Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος και δημογράφος Λ. Ριμπακόφσκι, αυτές οι δυτικές εκτιμήσεις βρίσκονταν «στα όρια της κοινής λογικής» και αποδείχθηκαν πολύ πιο ρεαλιστικές σε σχέση με την επίσημη σοβιετική θέση της εποχής (τα 7 εκατομμύρια που είχε ανακοινώσει ο Στάλιν)45. Ο Ριμπακόφσκι θα συμπληρώσει: «Από όσο γνωρίζουμε, εκτιμήσεις για τις συνολικές απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης πριν από το τέλος του πολέμου δημοσιεύτηκαν στον Τύπο στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Σημειώνουμε ότι η εκτίμηση των 30 εκατομμυρίων ανθρώπων που έγινε εκείνη την εποχή, δεν διέφερε και τόσο πολύ από τους υπολογισμούς που έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στη Ρωσία»46.

Όσον αφορά τις αμιγώς στρατιωτικές απώλειες, μεγάλη επιρροή στη Δύση το 1950 είχε το βιβλίο «Οι Σοβιετικοί στρατάρχες έχουν τον λόγο τους», το οποίο αποδιδόταν σε έναν πρώην συνταγματάρχη του Σοβιετικού Στρατού ονόματι Κ. Ντ. Καλίνοφ, που διέφυγε στη Δύση. Αυτό το βιβλίο έδινε τον αριθμό των 13,6 εκατομμυρίων νεκρών στρατιωτικών (8,5 εκατ. νεκροί στο μέτωπο, 2,5 εκατ. νεκροί από τραύματα και 2,6 εκατ. νεκροί σε αιχμαλωσία).
Ο ιστορικός Μιχάλεφ θεωρεί προφανές ότι ο Καλίνοφ δεν επινόησε τους αριθμούς από το μηδέν, αλλά χρησιμοποίησε κάποιο έγγραφο, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει ανακαλυφθεί στα αρχεία (πιθανότατα κάποια αναφορά του Γενικού Επιτελείου που περιείχε μια προκαταρκτική μεταπολεμική εκτίμηση των απωλειών)47. Ο Μιχάλεφ όμως εντοπίζει μια «χτυπητή παραμόρφωση» στο άθροισμα του Καλίνοφ, η οποία έγινε είτε σκόπιμα είτε από αμέλεια. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των νεκρών στην αιχμαλωσία (2,6 εκατομμύρια) παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη, ξεχωριστή κατηγορία, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του αριθμού των 8,5 εκατομμυρίων νεκρών και αγνοουμένων (καθώς οι αγνοούμενοι περιλάμβαναν ήδη αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν)48. Επομένως, αυτά τα 2,6 εκατομμύρια θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται στα 8,5 εκατομμύρια και όχι να προστίθενται επιπλέον στο τελικό άθροισμα49. Αναλύοντας περαιτέρω τις επιμέρους κατηγορίες, ο Μιχάλεφ επισημαίνει ότι η εκτίμηση του Καλίνοφ για όσους πέθαναν από τραύματα (2,5 εκατομμύρια) ήταν υπερδιπλάσια από τα σύγχρονα δεδομένα (τα οποία ανέρχονται σε 1.165.000 άτομα, συμπεριλαμβανομένων όσων πέθαναν στα νοσοκομεία μετά τη λήξη του πολέμου)50.
Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα του Μιχάλεφ είναι ότι, αν διορθωθεί το λάθος του Καλίνοφ με τη διπλή καταμέτρηση των αιχμαλώτων (αφαιρώντας τα 2,6 εκατ. από το σύνολο των 13,6 εκατ.), η συνολική εκτίμηση των αμετάκλητων απωλειών πέφτει στα 11 εκατομμύρια. Αυτός ο αριθμός των 11 εκατομμυρίων, όπως τονίζει ο Μιχάλεφ, είναι τελικά πολύ κοντά στον σύγχρονο (όπως θα δούμε παρακάτω) επίσημο αριθμό των 11.444.100 νεκρών ένστολων51.
Οι αλλαγές στην κατανόηση του προβλήματος από τη σοβιετική ιστοριογραφία συνδέθηκαν με την περίοδο της ΕΣΣΔ μετά τον θάνατο του Στάλιν που ανεπίσημα ονομάστηκε «η απόψυξη του Χρουστσόφ»52, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μετά το θάνατο του Στάλιν, οι δημοσιεύσεις που αξιολογούσαν την έκβαση του πολέμου με αποκλειστικά θετικό τρόπο έπαψαν σταδιακά να εμφανίζονται.
Στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), αν και είχε αποκαλυφθεί η προσωπολατρία του Στάλιν, η εξόντωση της στρατιωτικής ηγεσίας την περίοδο 1937-1941, και οι ευθύνες του βοζντ για τις βαριές ήττες της περιόδου 1941-1942, ο Χρουστσόφ δεν τόλμησε αμέσως να αμφισβητήσει το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών της Σοβιετικής Ένωσης, που είχε ανακοινώσει ο Στάλιν.
Όταν τον Νοέμβριο του 1956, ο υπουργός Εξωτερικών Ντ. Σεπίλοφ ζήτησε από τον επικεφαλής της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΚΣΥ) της ΕΣΣΔ, Β. Σταρόφσκι, τα πραγματικά στοιχεία των απωλειών για να δημοσιευτούν53, ο τελευταίος, σε ένα άκρως απόρρητο υπόμνημά του, αν και παραδεχόταν ότι οι απώλειες ξεπερνούσαν τα 20 εκατομμύρια, πρότεινε στην ηγεσία να αποφευχθεί η δημοσίευση συγκεκριμένων αριθμών και να χρησιμοποιηθεί η ασαφής διατύπωση «πολλά εκατομμύρια»54. Όπως αναφέρει ο ιστορικός Β. Ζεμσκόφ, εκείνη την περίοδο (το 1956 και τα αμέσως επόμενα χρόνια) ο Χρουστσόφ δεν βρήκε το θάρρος να αλλάξει τόσο ριζικά το μέγεθος της επίσημης στατιστικής55.
Την ίδια στιγμή, η εκτίμηση των 20 εκατομμυρίων κυκλοφορούσε ήδη στην δυτική ιστοριογραφία. Το 1957, μάλιστα δημοσιεύθηκε στα ρωσικά στην ΕΣΣΔ, βεβαίως με την έγκριση του Κόμματος, το βιβλίο Γερμανών συγγραφέων «Αποτελέσματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». Ανάμεσα στα άρθρα του τόμου υπήρχε και η μελέτη του καθηγητή Γκ. Άρντς, που είχε πρωτοεκδοθεί το 1953 (βλ. πιν. 2), αφιερωμένη στις ανθρώπινες απώλειες του πολέμου. Στο άρθρο του σημείωνε ότι σε διάφορες πηγές αναφέρονται στοιχεία για τις απώλειες της ΕΣΣΔ που κυμαίνονται από 7 έως 40 εκατομμύρια ανθρώπους, και ο ίδιος έδωσε εκτίμηση ίση με 20 εκατομμύρια56. Όπως επισημαίνει ο Ριμπακόφσκι, ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος ο Χρουστσόφ διάβασε το βιβλίο, οι σύμβουλοί του το γνώριζαν και τον ενημέρωσαν. Έτσι ο αριθμός αυτός αποτέλεσε μια έτοιμη και βολική λύση, ώστε να αντικατασταθεί η εκτίμηση του Στάλιν57.
Παρόλα αυτά ένα χρόνο μετά όταν θα εκδοθούν δύο έργα του Στρατιωτικού Εκδοτικού Οίκου του υπουργείου Άμυνας, είτε δεν θα αναφέρουν κανένα αριθμό απωλειών, είτε θα παρουσιάσουν ξανά την εκτίμηση του Στάλιν για «περίπου επτά εκατομμύρια ανθρώπους»58.
Το ογκώδες συλλογικό έργο «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945», υπό τη γενική επιμέλεια του αντιστράτηγου Σ. Π. Πλατόνοφ, στο καταληκτικό 18ο κεφάλαιο του απολογισμού ποσοτικοποιεί με σχολαστική ακρίβεια κάθε υλική ζημιά της ΕΣΣΔ. Πιο συγκεκριμένα οι άμεσες πολεμικές και πρόσθετες δαπάνες, μαζί με την απώλεια εθνικού εισοδήματος του πληθυσμού και των σοσιαλιστικών επιχειρήσεων, υπολογίζονται σε 1.890 δισεκατομμύρια ρούβλια (357 δισεκατομμύρια δολάρια). Οι υλικές καταστροφές μόνο από την άμεση καταστροφή περιουσίας ανέρχονται σε 679 δισεκατομμύρια ρούβλια (128 δισεκατομμύρια δολάρια). Δίνονται επίσης αναλυτικά στοιχεία καταστροφών, 1.710 πόλεις, πάνω από 70.000 χωριά, 32.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις, 98.000 κολχόζ, 1.876 σοβχόζ και 2.890 σταθμοί μηχανημάτων και τρακτέρ59. Σχετικά με τις ανθρώπινες απώλειες παραθέτει ένα συγκριτικό πίνακα του Α΄ και του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, με τον αριθμό των νεκρών να δίνεται μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο: 10 εκατομμύρια νεκροί στον Πρώτο και 32 εκατομμύρια στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με 20 και 35 εκατομμύρια τραυματίες αντίστοιχα, και με υποσημείωση ότι ο αριθμός των τραυματιών του Β΄ Παγκοσμίου είναι σημαντικά υποτιμημένος. Καμία αναφορά ξεχωριστά για τις ανθρώπινες απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης. Το μόνο που αναφέρει είναι ότι: «ο σοβιετικός λαός υπέστη και τις μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπους»60.
Αντίθετα, η μονογραφία του Γκριγκόρι Αμπράμοβιτς Ντεμπόριν «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος» (βλ. πιν. 3) της ίδιας χρονιάς, που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το 1959, στο καταληκτικό κεφάλαιο «Συμπεράσματα», διατηρείται το μέγεθος που είχε αναφέρει ο Στάλιν: «Στις μάχες με τους φασίστες κατακτητές καθώς και στις κατεχόμενες περιοχές, τα χιτλερικά στρατόπεδα και την καταναγκαστική εργασία έπεσαν 7 εκατομμύρια σοβιετικοί πολίτες»61. Έτσι, ακόμη και το 1958, η επίσημη γραμμή ταλαντευόταν ανάμεσα στη σιωπή για το ύψος του ανθρώπινου κόστους και στην επανάληψη του μεγέθους που διατύπωσε το 1946 ο βοζντ.
Ο καθοριστικός παράγοντας που κατέστησε αδύνατη τη διατήρηση του ταμπού των 7 εκατομμυρίων ήταν η διεξαγωγή της πρώτης μεταπολεμικής απογραφής πληθυσμού το 1959. Τα αποτελέσματά της έδειξαν ότι ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ ήταν κατά μόλις 14,7 εκατομμύρια μεγαλύτερος σε σχέση με το προπολεμικό 1940. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία έδειχναν ότι μόνο κατά τα μεταπολεμικά χρόνια (1946-1958), οι γεννήσεις ξεπέρασαν τους θανάτους κατά 38 έως 41 εκατομμύρια. Αν τα χρόνια της ειρήνης ο πληθυσμός αυξήθηκε φυσιολογικά κατά περίπου 40 εκατομμύρια, πώς γίνεται η συνολική αύξηση (από το 1940 έως το 1959) να είναι μόνο 14,7 εκατομμύρια; Κάνοντας την αφαίρεση: (38 έως 41 εκατ. μεταπολεμικής αύξησης) μείον (14,7 εκατ. συνολικής πραγματικής αύξησης) = 23,3 έως 26,3 εκατομμύρια «αγνοούμενοι» άνθρωποι. Αυτοί οι 23,3 με 26,3 εκατομμύρια άνθρωποι αποτελούν το «δημογραφικό έλλειμμα» της περιόδου του πολέμου (1941-1945) Όταν η σοβιετική ηγεσία αναζητούσε έναν νέο αριθμό για να αντικαταστήσει τα κατασκευασμένα 7 εκατομμύρια του Στάλιν, επέλεξε τα 20 εκατομμύρια (που πιθανώς είδε και στο έργο του Άρντς) επειδή «κούμπωνε» τέλεια σε αυτό το μαθηματικό κενό. Αν οι νεκροί του πολέμου ήταν 20 εκατομμύρια, τότε τα υπόλοιπα 3 έως 6 εκατομμύρια (για να καλυφθεί το κενό των 23,3 – 26,3 εκατ.) μπορούσαν πολύ εύκολα και αληθοφανώς να αποδοθούν στο έλλειμμα γεννήσεων – δηλαδή στα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ επειδή οι άνδρες έλειπαν στο μέτωπο ή σκοτώθηκαν. Ο Ριμπακόφσκι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Χρουστσόφ υιοθέτησε αυτόν τον αριθμό ακριβώς επειδή ήταν στρογγυλοποιημένος, φαινόταν λογικός σε όποιον έκανε απλές προσθαφαιρέσεις με τα στοιχεία της απογραφής του 1959, και γλίτωνε το κράτος από την υποχρέωση να αποκαλύψει τα ακριβή και ενοχλητικά στοιχεία των πραγματικών απωλειών
Η εκτίμηση των ανθρώπινων απωλειών επιτέλους άλλαξε. Το νέο μέγεθος ανακοινώθηκε από τον Ν. Χρουστσόφ (βλ. πιν. 1) σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό της Σουηδίας: «Μπορούμε να καθίσουμε άπραγοι και να περιμένουμε μια επανάληψη του 1941, όταν οι Γερμανοί μιλιταριστές εξαπέλυσαν πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος στοίχισε δύο δεκάδες εκατομμύρια ζωές Σοβιετικών πολιτών»63.
Στο στατιστικό ετήσιο δελτίο του 1961 και του 1962 εμφανίζεται όχι μόνο η νέα εκτίμηση, αλλά και απόσπασμα από την επιστολή του Ν. Χρουστσόφ προς τον πρωθυπουργό της Σουηδίας.

Η νέα θέση για 20 εκατομμύρια απώλειες αναφέρεται και στην εξάτομη «Ιστορία του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης 1941–1945» που εκδόθηκε από τον εκδοτικό «Воениздат» μεταξύ 1960 και 196564.
Συγκεκριμένα, στον τελευταίο 6ο τόμο, «Απολογισμός του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου» (βλ. πιν. 3), ο οποίος παραδόθηκε για στοιχειοθεσία τον Αύγουστο του 1964 και κυκλοφόρησε το 1965, στη σελίδα 29, εκεί όπου αναλύεται ο καθοριστικός ρόλος του σοβιετογερμανικού μετώπου, το κείμενο αναφέρει: «Οι νίκες που κερδήθηκαν στον αγώνα κατά της χιτλερικής Γερμανίας δεν ήρθαν εύκολα για τη Σοβιετική Ένωση. Για τον λαό μας ο πόλεμος που μόλις πέρασε υπήρξε ο βαρύτερος από όσους γνώρισε ποτέ η ιστορία. Ο πόλεμος αυτός μάς στοίχισε τεράστιες θυσίες. Η ΕΣΣΔ υπέστη τις μεγαλύτερες ανθρώπινες απώλειες (20 εκατομμύρια άνθρωποι). Σχεδόν οι μισοί από αυτούς είναι άμαχοι και αιχμάλωτοι πολέμου, σκοτωμένοι και βασανισμένοι μέχρι θανάτου από τους χιτλερικούς στο κατεχόμενο σοβιετικό έδαφος. Σοβαρές απώλειες υπέστη και ο πληθυσμός των σοβιετικών μετόπισθεν, εξαιτίας του αποκλεισμού των πόλεων και των αεροπορικών βομβαρδισμών. Εκατοντάδες χιλιάδες δικοί μας άνθρωποι εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο έδαφος της Γερμανίας»65. Ενδιαφέρον είναι ότι για τον αριθμό των 20 εκατομμυρίων απωλειών ως πηγή δίνεται στην υποσημείωση 5, το περιοδικό «Международная жизнь», 1961, τεύχος 12, σ. 8, δηλαδή η «αποκάλυψη» που κάνει ο Ν. Χρουστσόφ στην επιστολή του προς τον πρωθυπουργό της Σουηδίας.
Ο αριθμός 20 εκατομμύρια εμφανίζεται άλλη μια φορά στην σελίδα 365, στην υποσημείωση 3 που συνοδεύει δημογραφικό υπολογισμό βασισμένο στα αποτελέσματα της απογραφής του 1959. Η υποσημείωση αναφέρει: «Ο υπολογισμός έγινε λαμβάνοντας υπόψη τις απώλειες που υπέστη η ΕΣΣΔ κατά τα χρόνια του πολέμου, υπολογιζόμενες σε 20 εκατομμύρια ανθρώπους.»66.
Με αυτό τον τρόπο, χωρίς ανάλυση, χωρίς εξηγήσεις η αναφορά του Πρώτου Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, για τα «20 εκατομμύρια» ενσωματώνεται πλέον σε επίσημο ιστοριογραφικό έργο.
Μετά την απομάκρυνση του Χρουστσόφ από τα κρατικά του αξιώματα, η παράθεση της επιστολής στα στατιστικά ετήσια δελτία σταμάτησε.
Ο Λ. Μπρέζνιεφ, με την ευκαιρία της 20ής επετείου της νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, στις 9 Μαΐου το 1965, δήλωσε ότι «ο πόλεμος στοίχισε πάνω από είκοσι εκατομμύρια ζωές Σοβιετικών πολιτών»67 (βλ. πιν. 1). Ο Ριμπακόφσκι τονίζει ότι ο αριθμός αυτός, αν και ήταν πιο κοντά στην αλήθεια, και πάλι επρόκειτο για μια «βολική», στρογγυλοποιημένη πολιτική εκτίμηση, που υπαγορεύτηκε από τα πάνω.
Το πρώτο έργο στο οποίο αναφέρεται ότι οι ανθρώπινες απώλειες ήταν «πάνω από 20 εκατομμύρια» ήταν στον δέκατο τόμο, της «Παγκόσμιας Ιστορίας» της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, με τίτλο «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», που εκδόθηκε το 1965. Το έργο εκδόθηκε και στα ελληνικά, το 1966, από τον εκδοτικό οίκο «Μέλισσα»68.
Στο καταληκτικό «Κεφάλαιο ΧΧ. Αποτελέσματα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου», στην υποενότητα για τον αποφασιστικό ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης, το έργο υιοθετεί πλέον την επικαιροποιημένη επίσημη εκτίμηση. Όπως σημειώνει: «Η συντριβή της φασιστικής Γερμανίας ήταν έργο της Σοβιετικής Ένωσης και της στοίχισε έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπινων θυμάτων, τέτοιο που ποτέ δεν γνώρισε καμιά από τις εμπόλεμες χώρες. Οι συνολικές απώλειες σε νεκρούς ξεπέρασαν τα 20 εκατομμύρια ανθρώπους, από τους οποίους οι μισοί περίπου ήταν άμαχος πληθυσμός»69. Στην ίδια σελίδα καταγράφονται και πάλι αναλυτικά οι υλικές καταστροφές: «1.710 πόλεις και κωμοπόλεις, έκαψαν και ξεθεμελίωσαν πάνω από 70.000 χωριά, περίπου 32.000 βιομηχανικά εργοστάσια, 65.000 χιλιόμετρα σιδηροδρομικές γραμμές, λήστεψαν 98.000 κολχόζ, 1.876 σοβχόζ 2.890 μηχανοτρακτερικούς σταθμούς. Το συνολικό ύψος των ζημιών από τις καταστροφές στις ευρωπαϊκές χώρες κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου έφτασε τα 260 δισεκατομμύρια δολάρια,128 δισεκατομμύρια από αυτά, δηλ. 679 δισεκατομμύρια ρούβλια, αναλογούν στην ΕΣΣΔ. Οι πολεμικές δαπάνες της Σοβιετικής Ένωσης έφτασαν τα 357 δισεκατομμύρια δολλάρια. Έτσι ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος στοίχισε στην ΕΣΣΔ το κολοσσιαίο ποσό των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή αρκετά μεγαλύτερο από το ποσό των δαπανών των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της Αγγλίας και της Γαλλίας μαζί.»70.
Την ίδια ακριβώς περίοδο που η κομματική ηγεσία επέβαλλε αυτή τη δημόσια γραμμή, στο παρασκήνιο διεξάγονταν μία άκρως απόρρητη στρατιωτική έρευνα. Συγκεκριμένα, το 1966 συγκροτήθηκε μια ειδική επιτροπή στους κόλπους της Κεντρικής Διεύθυνσης Οργάνωσης και Κινητοποίησης του Γενικού Επιτελείου του Υπουργείου Άμυνας της ΕΣΣΔ, με επικεφαλής τον στρατηγό Σ. Μ. Στεμένκο, με αντικείμενο έρευνας τη συγκέντρωση, την επεξεργασία και την σύνοψη όλων των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τις απώλειες μάχης του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ για μια ευρύτατη χρονική περίοδο, από το 1918 έως το 1945, καλύπτοντας δηλαδή με έμφαση και πληρότητα τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο.
Η επιτροπή ολοκλήρωσε τις εργασίες της το 1968. Το κύριο και απτό αποτέλεσμα της λειτουργίας της ήταν η παραγωγή μιας εμπεριστατωμένης στατιστικής συλλογής (έκθεσης) με τον τίτλο «Απώλειες μάχης του Προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ»71. Το έργο αυτό τέθηκε αμέσως σε καθεστώς «ειδικής φύλαξης» (άκρως απόρρητο) και ήταν προσβάσιμο μόνο σε έναν πολύ περιορισμένο κύκλο υψηλόβαθμων στελεχών, με προφανή σκοπό, όπως υποστηρίζουν οι Κροπάτσεφ και Κρίνκο, να κρυφτεί η πραγματική έκταση των βαριών στρατιωτικών απωλειών από το ευρύ κοινό72. Όπως επιβεβαιώνει ο Γ. Φ. Κριβοσέεφ, η πρακτική αυτής της μυστικότητας γύρω από τις απώλειες, αν και χρησιμοποιήθηκε και από τους δυτικούς, τράβηξε αδικαιολόγητα σε μάκρος, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό πληροφόρησης73. Σύμφωνα με τον Κριβοσέεφ, εξαιτίας αυτής της παρατεταμένης απόκρυψης των πραγματικών αρχείων, τα οποία ήταν ήδη ελλιπή λόγω του χάους του 1941, όταν τεράστιος όγκος αναφορών για νεκρούς δεν έφτασε ποτέ στα επιτελεία, πολλοί ερευνητές αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε ερασιτεχνικές μεθόδους, βασιζόμενοι σε ανεπιβεβαίωτα απομνημονεύματα και αμφίβολες ξένες πηγές74. Αυτό οδήγησε σε σοβαρές παραμορφώσεις της ιστορικής αλήθειας και έδωσε πάτημα σε σκόπιμες προσπάθειες απαξίωσης της Νίκης και του άθλου των Σοβιετικών στρατιωτών75. Για το ευρύ κοινό αρκούσε ότι είχε ανακοινώσει ο Μπρέζνιεφ στην ομιλία του της 9ης Μαΐου 1965.
Το δεύτερο έργο από χρονολογικής άποψης, αλλά το κύριο έργο από άποψη σπουδαιότητας, της μπρεζνιεφικής περιόδου, στο οποίο αναφέρεται ότι οι ανθρώπινες απώλειες ήταν «πάνω από 20 εκατομμύρια» ήταν η «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου 1939–1945» σε δώδεκα τόμους76, το οποίο εκδόθηκε από τον Στρατιωτικό Εκδοτικό Οίκο του υπουργείου Άμυνας της ΕΣΣΔ, από το 1973 έως το 1982.
Πιο συγκεκριμένα στον δωδέκατο τόμο, στο έβδομο κεφάλαιο, στην τρίτη ενότητα με τίτλο «Ανθρώπινες απώλειες και δημογραφικές συνέπειες του πολέμου», στη σελίδα 150 αναφέρει: «Οι πλέον έγκυρες έρευνες δείχνουν ότι στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου χάθηκαν πάνω από 50 εκατομμύρια άνθρωποι. Τις μεγαλύτερες άμεσες και έμμεσες απώλειες πληθυσμού τις υπέστησαν τα κράτη της Ευρώπης. Εδώ χάθηκαν περίπου 40 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή σημαντικά περισσότεροι από ό,τι στις υπόλοιπες ηπείρους μαζί.
Το ήμισυ των ανθρώπινων απωλειών της Ευρώπης αναλογεί στην ΕΣΣΔ. Ανήλθαν σε πάνω από 20 εκατομμύρια ανθρώπους, σημαντικό μέρος των οποίων ήταν άμαχοι, οι οποίοι χάθηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα θανάτου, ως αποτέλεσμα των φασιστικών διώξεων, από ασθένειες και πείνα, και από τις αεροπορικές επιδρομές του εχθρού. Οι απώλειες της ΕΣΣΔ υπερβαίνουν κατά πολύ τις ανθρώπινες απώλειες των δυτικών συμμάχων της. Η χώρα στερήθηκε μεγάλο μέρος του πληθυσμού των πλέον παραγωγικών και ικανών προς εργασία ηλικιών, που διέθεταν εργασιακή πείρα και επαγγελματική κατάρτιση. Οι μεγάλες απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης οφείλονταν πρωτίστως στο ότι δέχθηκε το κύριο πλήγμα της χιτλερικής Γερμανίας και για μεγάλο διάστημα αντιστάθηκε μόνη της στον φασιστικό συνασπισμό στην Ευρώπη. Εξηγούνται από την ιδιαίτερα σκληρή πολιτική μαζικής εξόντωσης των σοβιετικών ανθρώπων που εφάρμοζε ο επιτιθέμενος.»77.
Η εξάτομη «Ιστορία του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης 1941–1945» ήταν το συνθετικό έργο του στενού πεδίου, δηλαδή του σοβιετογερμανικού πολέμου. Η δωδεκάτομη «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου 1939–1945» είναι το συνθετικό έργο ενός ευρύτερου πεδίου, του παγκόσμιου πολέμου στο σύνολό του, μέσα στο οποίο ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος είναι ένα, κεντρικό μεν, αλλά υποσύνολο. Τα δύο έργα είναι άλλης κλίμακας, άλλου αντικειμένου και διαφορετικής προσέγγισης, που εκπροσωπούν δύο εντελώς διαφορετικές φάσεις της σοβιετικής ιστοριογραφίας, της χρουστσοφικής και της μπρεζνιεφικής.
Η διαφορά τους δεν είναι μόνο ζήτημα κλίμακας και αντικειμένου, αλλά και ζήτημα του τι επιτρεπόταν να ειπωθεί. Στο μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών, η εξάτομη υιοθετεί τον αριθμό που είχε ανακοινώσει ο Χρουστσόφ το 1961, αναφέροντας ρητά «20 εκατομμύρια ανθρώπους» 78 Η δωδεκάτομη, γραμμένη την περίοδο Μπρέζνιεφ, μετατοπίζει τη διατύπωση στο «πάνω από 20 εκατομμύρια», γράφοντας ότι «το ήμισυ των ανθρώπινων απωλειών της Ευρώπης αναλογεί στην ΕΣΣΔ· ανήλθαν σε πάνω από 20 εκατομμύρια ανθρώπους»79. Η μετάβαση από το «20» στο «πάνω από 20» δεν είναι αναθεώρηση του αριθμού, αλλά ευθυγράμμιση με την επίσημη διατύπωση που είχε καθαγιάσει ο Μπρέζνιεφ στην ομιλία του της 9ης Μαΐου 1965. Ο αριθμός παραμένει σταθερός ακριβώς επειδή ήταν πολιτικά καθαγιασμένος από τα ανώτατα χείλη, και η αλλαγή αφορά τη διατύπωση, όχι την ουσία.
Η πιο εύγλωττη διαφορά βρίσκεται στις σταλινικές διώξεις του στρατού. Η εξάτομη, γραμμένη στο πνεύμα της μυστικής έκθεσης του Χρουστσόφ στο Εικοστό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956), τις αποκαλύπτει με αξιοσημείωτη παρρησία. Αναφέρει ότι «ένα σημαντικό μέρος των στρατιωτικών στελεχών… έπεσε θύμα της σταλινικής αυθαιρεσίας. Από τον Μάιο του 1937 ως τον Σεπτέμβριο του 1938 υπέστησαν διώξεις περίπου οι μισοί διοικητές συνταγμάτων, σχεδόν όλοι οι διοικητές ταξιαρχιών και μεραρχιών, όλοι οι διοικητές σωμάτων στρατού και οι διοικητές των στρατιωτικών περιφερειών»80. Ο τόμος κατονομάζει τους αθώους που χάθηκαν, ανάμεσά τους τους Τουχατσέφσκι, Μπλιούχερ, Εγκόροφ, Γιακίρ και Ουμπορέβιτς, και συνδέει ευθέως αυτή την εκκαθάριση με τις ήττες του 1941, χαρακτηρίζοντάς τη «μία από τις ουσιώδεις αιτίες των αποτυχιών του Κόκκινου Στρατού κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου»81. Η εικόνα είναι αυτή ενός στρατού που, τις παραμονές του πολέμου, είχε ουσιαστικά αποκεφαλιστεί.
Στη δωδεκάτομη, αντίθετα, οι διώξεις αυτές έχουν λογοκριθεί. Κάθε αναφορά στην εξόντωση της ηγεσίας έχει εξαφανιστεί, και στη θέση της απομένει μια εξομαλυντική διατύπωση που αποδίδει την ανεπάρκεια των στελεχών σε απλή έλλειψη εμπειρίας: «Η πλειονότητα των διοικητών μπήκε στον πόλεμο χωρίς να διαθέτει πολεμική εμπειρία διεξαγωγής σύγχρονων επιχειρήσεων»82. Η αιτία μετατρέπεται από εσκεμμένη κρατική εξόντωση σε ουδέτερη απειρία, και το όνομα του Στάλιν, η λέξη «διώξεις» και τα νούμερα απουσιάζουν πλήρως83.
Η ίδια λογική διατρέχει και άλλες πτυχές. Στο ζήτημα του ίδιου του Στάλιν, η εξάτομη τον αντιμετωπίζει μέσα από το πρίσμα της «προσωπολατρίας» και των σφαλμάτων του, ενώ η δωδεκάτομη τον αποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό ως αρχιστράτηγο και μετατοπίζει το βάρος στη συλλογική ηγεσία του Κόμματος.
Στην καταστροφή του 1941, η εξάτομη απέδωσε ρητά την ευθύνη στον ίδιο τον Στάλιν καταλογίζοντας του σοβαρούς λανθασμένους υπολογισμούς στην ανάγνωση της εξωτερικής πολιτικής (καθώς πίστευε εσφαλμένα ότι η Γερμανία δεν είχε τις δυνάμεις και τα μέσα για να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ) γεγονός που οδήγησε σε ουσιαστικά κενά στην αμυντική προετοιμασία της χώρας και τελικά στην καταστροφή του 1941, ενώ η δωδεκάτομη στρέφεται προς τους αντικειμενικούς παράγοντες και τον προσωρινό συσχετισμό δυνάμεων. Χαρακτηριστική είναι και η τύχη του ίδιου του Χρουστσόφ, προβεβλημένου στην εξάτομη όσο ήταν στην εξουσία και ελαχιστοποιημένου ή απαλειμμένου από τη δωδεκάτομη μετά την έξωσή του το 1964. Στον αντίποδα, η μπρεζνιεφική εποχή προσέθεσε τις δικές της εστίες υπερπροβολής, με χαρακτηριστικότερη τις επιχειρήσεις γύρω από το Νοβοροσίσκ και τη Μικρή Γη, όπου είχε υπηρετήσει ο Μπρέζνιεφ ως πολιτικός αξιωματικός.
Συνολικά, το αναλυτικό και ως έναν βαθμό αυτοκριτικό πνεύμα της σοβιετικής ιστοριογραφίας στο εξάτομο έργο δίνει τη θέση του στο μνημειακό και θριαμβικό αφήγημα της δωδεκάτομης.
Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα δύο σοβιετικά θεμελιώδη έργα, δεν είχαν μόνο επιστημονικό χαρακτήρα, αλλά εξυπηρετούσαν έντονα μια ιδεολογική λειτουργία. Σε συνθήκες κλειστών αρχείων και λογοκρισίας, τα έργα αυτά καθόριζαν την επίσημη κρατική «γραμμή» για την ερμηνεία της ιστορίας84.
Κατά τη δεκαετία του 1980, η ιστοριογραφία για τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο πέρασε από τη φάση της αυστηρής κρατικής γραμμής σε μια περίοδο σημαντικών ανακατατάξεων και αποκαλύψεων, ιδιαίτερα προς το τέλος της δεκαετίας.
Το 1985 εκδόθηκε η εγκυκλοπαίδεια «Ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος 1941-1945». Αποτέλεσε μια σημαντική προσπάθεια συγκέντρωσης δεδομένων, καθώς περιλάμβανε 3.300 λήμματα με πληροφορίες για τις πολεμικές επιχειρήσεις, ξεχωριστές στρατιωτικές μονάδες, την πολεμική οικονομία, την επιστήμη και τον πολιτισμό, καθώς και βιογραφικά στοιχεία επιφανών προσωπικοτήτων. Η έκδοση αυτή ήταν επίσης πλούσια σε εικονογράφηση, χάρτες και στατιστικά στοιχεία, κυρίως όσον αφορά τις απώλειες του άμαχου πληθυσμού από τις θηριωδίες των ναζί. Δεν υπήρχε ωστόσο λήμμα σχετικό με τις συνολικές ανθρώπινες απώλειες.
Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, με την έναρξη της «περεστρόικα» και του βασικού της επιτεύγματος, της «γκλάσνοστ», μετά το 1987 σημειώθηκε μια κομβική αλλαγή. Στην ιστοριογραφία εισέβαλε ο πλουραλισμός των απόψεων και δόθηκε ώθηση στη μελέτη ελάχιστα φωτισμένων πτυχών, ενώ η δημόσια απήχηση ανέβασε απότομα το κύρος των ιστορικών και ώθησε ορισμένους στη συγγραφή εκλαϊκευτικών έργων μέσα από το πρίσμα της κριτικής του σταλινισμού. Τα προβλήματα των διώξεων και της προσωπολατρίας, ελάχιστα μελετημένα ως τότε, έγιναν πλέον τα κύρια επιχειρήματα, και η καταδίκη του Στάλιν επισκίασε τις επιτυχίες της ηγεσίας στα χρόνια του πολέμου85.
Ακόμη και το επίσημο δόγμα για ανθρώπινες απώλειες «πάνω από 20 εκατομμύρια», με την γκλάσνοστ, ήρθε η ώρα να αμφισβητηθεί.
Ο ακαδημαϊκός Α. Σαμσόνοφ (А. Самсонов), ήταν αυτός που έκανε την αρχή, δημοσιεύοντας την εκτίμηση των 26-27 εκατομμυρίων απωλειών, στην εβδομαδιαία εφημερίδα «Книжное обозрение» στο φ. Νο. 8 στις 19 Φεβρουαρίου 1988. Από το 1946 ως το 1988, η λογοκρισία φρόντιζε αυστηρά να μην εμφανιστεί στον Τύπο αριθμός απωλειών μεγαλύτερος από τον επίσημο, και γι’ αυτό η εκτίμηση άλλαξε τρεις φορές προς τα πάνω, με συντάκτες των νέων αριθμών πάντοτε τους ίδιους τους ηγέτες, τον Στάλιν, τον Χρουστσόφ, τον Μπρέζνιεφ. Μόνο αφού ένας ηγέτης εκφωνούσε έναν αριθμό, επιτρεπόταν στους επιστήμονες να τον ερμηνεύσουν. Με τον Σαμσόνοφ, ήταν η πρώτη φορά που ένας νέος αριθμός εμφανίστηκε στον Τύπο όχι από τα χείλη ηγέτη αλλά από επιστήμονα.
Θα ακολουθήσει ο δημογράφος Α. Κβάσα (А. Кваша), ο οποίος δημοσίευσε την ίδια εκτίμηση (26-27 εκατομμύρια) στην εφημερίδα «Советская культура» στις 3 Οκτωβρίου 1988.
Την ίδια χρονιά θα εκδοθεί ένα βιβλίο με τίτλο «Ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ στα 70 χρόνια», υπό την επιμέλεια του δημογράφου Λ. Λ. Ριμπακόφσκι86. Ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου, ο δημογράφος – κοινωνιολόγος Α. Μπ. Σινέλνικοφ (А. Б. Синельников) θα ανεβάσει τις απώλειες στα 30 εκατομμύρια. Ο Σινέλνικοφ εφάρμοσε τη συγκριτική μέθοδο (η οποία αναφέρεται από άλλους δημογράφους και ως «μέθοδος των χαμένων ευκαιριών»), η οποία βασίζεται στη σύγκριση της υποθετικής με την πραγματική (εναπομείνασα) συγκέντρωση του πληθυσμού.
Για να καταλήξει στα 30 εκατομμύρια, ο Σινέλνικοφ ακολούθησε τα εξής βήματα:
- Χρήση πινάκων επιβίωσης: Βασίστηκε στα δεδομένα των πινάκων επιβίωσης (ταблицы дожития) των περιόδων 1938-1939 και 1958-195987.
- Μετατόπιση ηλικιών: Χρησιμοποιώντας αυτά τα δεδομένα, πραγματοποίησε τόσο προοπτικούς (από το παρελθόν προς το μέλλον) όσο και αναδρομικούς (από το μέλλον προς το παρελθόν) υπολογισμούς μετατόπισης των ηλικιακών ομάδων.
- Υπολογισμός υποθετικού πληθυσμού: Σκοπός των υπολογισμών του ήταν να προσδιορίσει το μέγεθος και τη δομή του υποθετικού πληθυσμού για το έτος λήξης του πολέμου (δηλαδή πόσος θα ήταν ο πληθυσμός αν δεν είχε συμβεί ο πόλεμος).
- Εξαγωγή του ελλείμματος (διαφοράς): Όταν συνέκρινε τον υποθετικό πληθυσμό με τα πραγματικά δεδομένα, βρήκε ότι το πληθυσμιακό έλλειμμα (η διαφορά) στις δύο παραλλαγές των υπολογισμών του ανερχόταν σε 28 εκατομμύρια και 32 εκατομμύρια ανθρώπους αντίστοιχα.
- Ο μέσος όρος: Το τελικό νούμερο των 30 εκατομμυρίων δεν ήταν τίποτα άλλο από τη μέση τιμή αυτών των δύο άκρων.
Ο ίδιος ο Ριμπακόφσκι παραδέχεται ότι, επειδή η συγκεκριμένη συγκριτική μέθοδος ήταν ατελής, «οι αριθμοί που προέκυψαν (καθώς και η μέση τιμή τους, τα 30 εκατομμύρια) δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν την ακριβή εκτίμηση των ανθρώπινων απωλειών. Ωστόσο, στη μονογραφία που εκδόθηκε το 1988, θέλαμε να δείξουμε ότι το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο από 20 εκατομμύρια ανθρώπους»88. Ο στόχος του Ριμπακόφσκι και της ομάδας του δεν ήταν να προσφέρουν ακρίβεια, αλλά να σπάσουν το ψυχολογικό και πολιτικό «ταβάνι» της κρατικής λογοκρισίας, δείχνοντας στο αναγνωστικό κοινό ότι η πραγματική κλίμακα της καταστροφής ξεπερνούσε κατά πολύ το αόριστο «πάνω από 20 εκατομμύρια», αλλά υποχρεωτικό κρατικό αφήγημα.
Την ίδια περίοδο άρχισαν να δημοσιεύονται ευρέως στον σοβιετικό Τύπο διογκωμένοι και υπερβολικοί αριθμοί για τις απώλειες του Κόκκινου Στρατού, οι οποίοι κυμαίνονταν αυθαίρετα από 14,7 έως 22 εκατομμύρια στρατιωτικούς89 Αυτή η κατάσταση παραπληροφόρησης ώθησε τον υπουργό Άμυνας της ΕΣΣΔ, Ντ. Τ. Γιάζοφ, να απευθυνθεί στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ το 1988, προτείνοντας την άμεση και επίσημη δημοσίευση των πραγματικών στοιχείων90. Έτσι, συστάθηκε μια ειδική επιτροπή στο υπουργείο Άμυνας για την καταμέτρηση των απωλειών υπό την προεδρία του αναπληρωτή αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, στρατηγού Μ. Α. Γκαρέεφ, η οποία αξιοποίησε και τα παλαιότερα, αυστηρά απόρρητα αποτελέσματα της προηγούμενης επιτροπής του Γενικού Επιτελείου (υπό τον Σ. Μ. Στεμένκο, 1966-1968)91.
Η επιτροπή Γκαρέεφ εφάρμοσε τη μέθοδο του άμεσου υπολογισμού, βασιζόμενη σε εκτενή και πρωτογενή έρευνα στα αρχεία του κράτους92. Όπως αναφέρεται ρητά στο μυστικό υπόμνημα που συνέταξε ο υπουργός Άμυνας Ντ. Γιάζοφ στις 16 Δεκεμβρίου 1988 για την Κεντρική Επιτροπή, η επιτροπή μελέτησε ένα τεράστιο όγκο τεκμηριωμένου υλικού: αναφορές απωλειών, την πολεμική και αριθμητική δύναμη των μετώπων, των στόλων και των στρατιών, στατιστικές συλλογές και αναφορές των διευθύνσεων του Γενικού Επιτελείου και της Κεντρικής Στρατιωτικο-Ιατρικής Διοίκησης93. Επιπλέον, για να έχει απολύτως αντικειμενική εικόνα και να διασταυρώσει τα στοιχεία, ανέλυσε επίσημα δεδομένα που είχαν δημοσιευτεί στη Δυτική και Ανατολική Γερμανία (ΟΔΓ και ΛΔΓ), καθώς και γερμανικά έγγραφα που είχαν περιέλθει στα χέρια των Σοβιετικών ως λάφυρα πολέμου94.
Μέσα από την ενδελεχή αυτή ανάλυση, η επιτροπή κατέληξε αρχικά στο συμπέρασμα ότι οι συνολικές αμετάκλητες απώλειες του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ (συμπεριλαμβανομένων των συνοριακών και εσωτερικών στρατευμάτων) ανέρχονταν σε 11.444.100 άτομα95.
Για να εξαχθούν, ωστόσο οι καθαυτό πραγματικές στρατιωτικές απώλειες, η επιτροπή ορθά αφαίρεσε από αυτόν τον αριθμό δύο μεγάλες κατηγορίες ατόμων που τελικά επέζησαν:
Πρώτον, 939.700 στρατιωτικούς οι οποίοι είχαν θεωρηθεί αγνοούμενοι ή περικυκλωμένοι κατά την αρχή του πολέμου, αλλά στην πορεία (κατά την απελευθέρωση των εδαφών το 1943-1944) εντοπίστηκαν και επιστρατεύτηκαν ξανά στον Κόκκινο Στρατό.
Δεύτερον, 1.836.000 πρώην στρατιωτικούς που επέστρεψαν ζωντανοί από την αιχμαλωσία μετά το τέλος του πολέμου.
Αφαιρώντας αυτούς τους συνολικά 2.775.700 επιζώντες από το αρχικό σύνολο, η επιτροπή κατέληξε στον τελικό και πλέον τεκμηριωμένο αριθμό: οι πραγματικές στρατιωτικές απώλειες της ΕΣΣΔ (νεκροί στο πεδίο της μάχης, θανόντες από τραύματα, οριστικά αγνοούμενοι και μη επιστρέψαντες από την αιχμαλωσία) ανήλθαν σε 8.668.400 άτομα96.
Τα πορίσματα αυτής της επιτροπής καταγράφηκαν στο προαναφερθέν υπόμνημα του υπουργείου Άμυνας και στάλθηκαν τον Δεκέμβριο του 1988 στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ, με την πρόταση να δημοσιευτούν ανοιχτά στον Τύπο. Κατά τη συζήτηση στην Κ.Ε., τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 1989, αποφασίστηκε ότι δεν ήταν σωστό να δημοσιευτούν μόνο οι στρατιωτικές απώλειες χωρίς να έχει υπολογιστεί και το μέγεθος των απωλειών του άμαχου πληθυσμού97. Έτσι, η άμεση δημοσίευση της έκθεσης της επιτροπής Γκαρέεφ ανεστάλη προσωρινά. Στη συνέχεια η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ έλαβε μια «άκρως απόρρητη» απόφαση με την οποία δινόταν εντολή στην Κρατική Στατιστική Υπηρεσία (Γκοσκομστάτ), το υπουργείο Άμυνας και την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ να συγκροτήσουν μία «Προσωρινή Επιστημονική Ομάδα», (Временный научный коллектив – ВНК) την άνοιξη του 1989, με σκοπό τον υπολογισμό των συνολικών δημογραφικών απωλειών του κράτους στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο.
Σε αντίθεση με προηγούμενες αυστηρά στρατιωτικές επιτροπές, η ΠΕΟ ήταν μια διυπηρεσιακή επιστημονική ομάδα στην οποία συμμετείχαν συνολικά 11 ειδικοί: 4 εκπρόσωποι από την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, 4 εκπρόσωποι από την Κρατική Στατιστική Υπηρεσία, 1 εκπρόσωπος από το Γενικό Επιτελείο του Στρατού, 1 εκπρόσωπος από το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας και 1 εκπρόσωπος από το Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Εθνικής Οικονομίας.
Η ΠΕΟ συνεδρίαζε σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1989. Οι συναντήσεις χαρακτηρίζονταν από έντονες διαφωνίες τόσο για τους αριθμούς όσο και για τις μεθόδους υπολογισμού98. Οι εκπρόσωποι της Γκοσκομστάτ (της στατιστικής υπηρεσίας) είχαν αρχικά προτείνει μια μέθοδο «άμεσου υπολογισμού» βασισμένη σε παλαιότερες δηλώσεις και πρόχειρους υπολογισμούς (π.χ. προσθέτοντας νεκρούς στρατιώτες και άμαχους ανά κατεχόμενη περιοχή), καταλήγοντας στον στρογγυλό αριθμό των 25 εκατομμυρίων νεκρών. Σύμφωνα με τον Ριμπακόφσκι, οι εκπρόσωποι της Γκοσκομστάτ υπερασπίστηκαν αυτόν τον βολικό αριθμό με πείσμα99.
Τελικά, υπό το βάρος «ανωτέρας βίας», περιστάσεων και επιστημονικών επιχειρημάτων, οι εκπρόσωποι της Γκοσκομστάτ υποχώρησαν και η ομάδα συνέκλινε στην πιο τεκμηριωμένη εκτίμηση των 26,6 εκατομμυρίων, έχοντας αποδεχτεί πλήρως το νούμερο των 8,66 εκατομμυρίων απωλειών για τους ένστολους της έκθεσης Γκαρέεφ.
Με την ολοκλήρωση των εργασιών της ΠΕΟ, θα δημοσιευόταν ένα επίσημο, κοινό ανακοινωθέν, υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη της επιστημονικής κοινοπραξίας, το οποίο θα εξηγούσε επιστημονικά και συντονισμένα στο κοινό το νέο μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών. Αυτό το ανακοινωθέν δεν δημοσιεύτηκε ποτέ100.
Το Γενικό Επιτελείο, έχοντας στα χέρια του τα δικά του, πλήρως τεκμηριωμένα αρχειακά στοιχεία για τον στρατό, πήρε την πρωτοβουλία να τα δώσει στη δημοσιότητα ενόψει των επικείμενων εορτασμών για τα 45 χρόνια από τη λήξη του πολέμου. Η αρχή έγινε όταν τα συνολικά νούμερα και τα γενικά πορίσματα της επιτροπής καταμέτρησης του Γενικού Επιτελείου δημοσιεύτηκαν επίσημα μέσω μιας συνέντευξης που παραχώρησε στον Τύπο ο τότε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Μ. Α. Μοϊσέγιεφ (М. А. Моисеев), τον Μάρτιο του 1990. Λίγο αργότερα, τα ίδια στοιχεία για τις στρατιωτικές απώλειες ανακοινώθηκαν και αναλύθηκαν ανοιχτά κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης επιστημονικής διάσκεψης, η οποία διοργανώθηκε ειδικά για να τιμήσει τα 45 χρόνια από τη λήξη του πολέμου101.
Στις 8 Μαΐου 1990, κατά τη διάρκεια της πανηγυρικής συνεδρίασης του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ που ήταν αφιερωμένη στην 45η επέτειο της Νίκης (ομιλία η οποία δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα, 9 Μαΐου 1990, στην εφημερίδα Πράβντα), ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Μ. Γκορμπατσόφ ανακοίνωσε επίσημα ότι «ο πόλεμος πήρε σχεδόν 27 εκατομμύρια ζωές σοβιετικών ανθρώπων». Ο αριθμός αυτός αποτελούσε τη στρογγυλοποιημένη μορφή του πορίσματος των 26,6 εκατομμυρίων που είχε εξάγει η Προσωρινή Επιστημονική Ομάδα, και από εκείνη τη στιγμή (Μάιος 1990) καθιερώθηκε ως το νέο, επίσημο κρατικό νούμερο για τις απώλειες της ΕΣΣΔ στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, βάζοντας τέλος στο δόγμα «πάνω από 20 εκατομμύρια ανθρώπους». Παράλληλα, ο Γκορμπατσόφ συμπλήρωσε στην ομιλία του ότι, εκτός από τους νεκρούς, υπήρχαν και εκατομμύρια τραυματίες, ανάπηροι και άνθρωποι που υπέστησαν κρυοπαγήματα. Όπως επισημαίνει με έμφαση ο ιστορικός Β. Ζεμσκόφ (В. Земсков), ο Γκορμπατσόφ, αν και άλλαξε δραματικά τον αριθμό, επέλεξε να χρησιμοποιήσει ακριβώς την ίδια διπλωματική διατύπωση που είχαν χρησιμοποιήσει παλαιότερα ο Ν. Χρουστσόφ και ο Λ. Μπρέζνιεφ: «ο πόλεμος πήρε τις ζωές» (унесла жизни) Αυτή η φράση δεν επιλέχθηκε τυχαία. Η διατύπωση υπονοούσε γενικές δημογραφικές απώλειες με μια ευρεία έννοια και απέφευγε ρήματα όπως το «σκοτώθηκαν». Αυτό διατηρούσε μια ασάφεια, καθώς σε αυτά τα σχεδόν 27 εκατομμύρια συμπεριλαμβάνονταν εν δυνάμει, όχι μόνο οι άμεσες απώλειες (νεκροί στρατιώτες και εκτελεσμένοι άμαχοι), αλλά και οι έμμεσες απώλειες, δηλαδή η αυξημένη (υπερβάλλουσα) φυσιολογική θνησιμότητα του πληθυσμού λόγω της πείνας και της κατακόρυφης πτώσης του βιοτικού επιπέδου την περίοδο του πολέμου. Με αυτή του την κίνηση, ο Γκορμπατσόφ αφενός αποδέχτηκε στο ανώτατο κρατικό επίπεδο το πόρισμα των δημογράφων της διυπηρεσιακής ΠΕΟ, αφετέρου διατήρησε την παραδοσιακή σοβιετική ρητορική ως προς την κάπως θολή παρουσίαση του διαχωρισμού μεταξύ άμεσων και έμμεσων απωλειών102.
Η εποχή όμως της μονολιθικότητας και της κομματικής γραμμής είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Σε λίγο το ίδιο το κράτος δε θα υπήρχε103.
Την ίδια περίοδο υπάρχουν ερευνητές να προβάλλουν ακραίες, συχνά αντιεπιστημονικές εκτιμήσεις. Ο Ριμπακόφσκι κατονομάζει τους κυριότερους εκπροσώπους αυτής της τάσης και τους αριθμούς που διακίνησαν:
1. Μπορίς Σοκόλοφ (Б. Соколов) – από τα 29,6 στα 43,3 εκατομμύρια. Ο Μπορίς Σοκολόφ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ερευνητή που άλλαζε συνεχώς τους υπολογισμούς του (βλ. πίνακα 3). Το 1988 προσδιόρισε τις συνολικές απώλειες σε 21,3 εκατομμύρια ανθρώπους. Το 1991, υπολόγισε τις απώλειες των αμάχων σε 14,9 εκατομμύρια και τις απώλειες των ενόπλων δυνάμεων σε 14,7 εκατομμύρια, καταλήγοντας στο γενικό άθροισμα των 29,6 εκατομμυρίων νεκρών. Ο Ριμπακόφσκι τον επικρίνει μάλιστα και για απλά αριθμητικά λάθη στην έκδοσή του (όπου στον πίνακα έγραφε 29,4 εκατ. αντί για 29,6)104. Το 1998, στο βιβλίο του με τίτλο «Η αλήθεια για τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», ο Σοκόλοφ εκτόξευσε αυθαίρετα τις εκτιμήσεις του φτάνοντας τα 43,3 εκατομμύρια νεκρούς. Χωρίζοντας τις απώλειες, υποστήριξε ότι οι καθαρά στρατιωτικές απώλειες ανήλθαν σε 26,4 εκατομμύρια και οι απώλειες των αμάχων σε 16,9 εκατομμύρια. Τον αριθμό αυτό τον εξήγαγε εντελώς αυθαίρετα, απλώς αφαιρώντας έναν υποτιμημένο μεταπολεμικό πληθυσμό (του 1945) από έναν τεχνητά διογκωμένο προπολεμικό πληθυσμό, δείχνοντας περιφρόνηση στην αρχειακή έρευνα. Κατά τον Μπορίς Σοκόλοφ ο άμαχος πληθυσμός έχασε 1,6 φορές λιγότερους ανθρώπους από τις Ένοπλες Δυνάμεις. Σε σχέση με αυτά τα ποσοτικά μεγέθη, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι μέρος της επικράτειας της ΕΣΣΔ βρισκόταν υπό κατοχή επί τρία και περισσότερα χρόνια· ότι διεξαγόταν παντού γενοκτονία, δηλαδή συστηματική εξόντωση αμάχων σύμφωνα με την ιδεολογία του φασισμού έναντι των σλαβικών λαών· ότι ιδιαίτερα σκληρές ήταν οι διώξεις στις περιοχές όπου δρούσαν ενεργά παρτιζάνοι και αντιστασιακές οργανώσεις. Πολλές πόλεις υπέστησαν πολύμηνες πολιορκίες, ενώ οικισμοί σε όλη την επικράτεια ισοπεδώνονταν. Όλα αυτά οδηγούσαν σε τεράστιες απώλειες του άμαχου πληθυσμού. Οι αναλογίες μεταξύ των απωλειών του άμαχου και του στρατιωτικού πληθυσμού στις υποδουλωμένες χώρες της Ευρώπης, όπου ίσχυε αισθητά ηπιότερο καθεστώς κατοχής, επίσης δεν συνηγορούν υπέρ του αριθμού που δίνει ο Μπ. Σοκόλοφ. Έτσι, οι απώλειες του άμαχου πληθυσμού υπερβαίνουν τις απώλειες των στρατιωτικών στη Γαλλία και την Τσεχοσλοβακία κατά 1,4 φορές, στη Γιουγκοσλαβία κατά 4,7 φορές, στο Βέλγιο κατά 6,3 φορές, στην Ελλάδα κατά 7 φορές, στην Ολλανδία κατά 16,5 φορές και στην Πολωνία κατά 42 φορές. Άλλο ζήτημα είναι ότι στην ΕΣΣΔ τεράστιες απώλειες αντιστοιχούν όχι μόνο στους αμάχους, αλλά και στους στρατιωτικούς – ιδίως στο πρώτο στάδιο του πολέμου, στο οποίο αναλογεί το 58% όλων των νεκρών.
2. Αλεξέι Σεβιάκοφ (А. Шевяков) – από τα 27,7 στα 29,5 εκατομμύρια (βλ. πίνακα 3). Το 1991, εκτίμησε τις απώλειες των αμάχων σε περίπου 19 εκατομμύρια, τοποθετώντας το σύνολο (μαζί με τους στρατιωτικούς) στα 27,7 εκατομμύρια. Το 1992, χωρίς καμία νέα τεκμηρίωση, αποφάσισε να αυξήσει τις απώλειες των αμάχων στα 20,8 εκατομμύρια, ανακοινώνοντας νέο γενικό σύνολο 29,5 εκατομμυρίων νεκρών.
3. Σ. Ιβάνοφ (С. Иванов) & Β. Κοντράτιεφ (В. Кондратьев) – τα 46 εκατομμύρια Εκπροσωπώντας τις πιο ακραίες εκτιμήσεις, ο Σ. Ιβάνοφ δημοσίευσε το 1990 τον ισχυρισμό ότι μόνο ο άμαχος πληθυσμός είχε 24 εκατομμύρια θύματα, με τις συνολικές ανθρώπινες απώλειες της χώρας να εκτοξεύονται στα 46 εκατομμύρια ανθρώπους. Τις ίδιες και παρόμοιες αστρονομικές (και στερούμενες μεθοδολογίας) εκτιμήσεις διακίνησε και ο Β. Κοντράτιεφ, ο οποίος (σύμφωνα με τον Ριμπακόφσκι) εκτιμούσε αποκλειστικά τις στρατιωτικές απώλειες στα 22 εκατομμύρια (βλ. πίνακα 3).
4. Ι. Κουργκάνοφ (И. Курганов) και Ο. Λεμπέντεφ (О. Лебедев). Ο Κουργκάνοφ, με μια μεθοδολογικά εσφαλμένη προσέγγιση το 1990, δημοσίευσε τον αριθμό των 44 εκατομμυρίων νεκρών (βλ. πίνακα 3). Ο Λεμπέντεφ το 1991 τοποθέτησε τον αριθμό ανάμεσα στα 35 και 37 εκατομμύρια.
Ο Λ. Ριμπακόφσκι ήταν καταπέλτης απέναντι σε αυτές τις πρακτικές. Συμφωνούσε με τον ακαδημαϊκό ιστορικό Α. Μ. Σαμσόνοφ ότι αυτού του είδους οι εκτιμήσεις άνω των 35, 40 ή και 46 εκατομμυρίων, ήταν στερημένες από κάθε κοινή λογική και τη δημογραφική επιστήμη, είχαν καθαρά «καιροσκοπικό και ιδεολογικό» υπόβαθρο και απλώς εκμεταλλεύτηκαν το «χάος» της περεστρόικα και της πρώιμης ρωσικής μεταπολίτευσης για να δυσφημίσουν περαιτέρω τη σοβιετική ιστορία, αγνοώντας πλήρως τα πρωτογενή αρχεία και τους μαθηματικούς κανόνες της δημογραφίας105.
Σε ολόκληρη τη σοβιετική περίοδο ο αριθμός των απωλειών δεν ήταν επιστημονικό αλλά πολιτικό μέγεθος, που μπορούσε να μεταβληθεί μόνο όταν τον εκφωνούσε ο ίδιος ο ηγέτης, ενώ η λογοκρισία φρόντιζε να μην εμφανιστεί στον Τύπο τίποτα πάνω από το επίσημο όριο. Αυτός ο μηχανισμός προϋπέθετε ένα ισχυρό, ενιαίο κράτος που έλεγχε τον δημόσιο λόγο. Η αποδυνάμωση και η τελική διάλυση αυτού ακριβώς του κράτους είναι που απελευθέρωσε, και μάλιστα ταυτόχρονα, δύο αντίρροπες δυνάμεις.
Η πρώτη ήταν η δυνατότητα της επιστημονικής θεμελίωσης. Μόλις έσπασε το κομματικό μονοπώλιο στον αριθμό, άνοιξαν τα αρχεία, και ό,τι ήταν για δεκαετίες αδύνατο έγινε επιτέλους εφικτό, η αυστηρή δημογραφική ανασυγκρότηση που στήριξε το μέγεθος των 26,6 εκατομμυρίων. Η ίδια η αποσύνθεση του κρατικού ελέγχου ήταν, παραδόξως, η προϋπόθεση για να γίνει η σοβαρή δουλειά. Η δεύτερη δύναμη ήταν η αντίστροφη. Η ίδια κατάρρευση έφερε και την ασυδοσία της αυθαίρετης εκτίμησης, τα διογκωμένα μεγέθη που μόλις παρατέθηκαν, τα οποία κυκλοφορούν όλα ακριβώς στα χρόνια που το κράτος πρώτα παραλύει και ύστερα παύει να υπάρχει. Το «χάος» στο οποίο αναφέρεται ο Ριμπακόφσκι δεν ήταν σχήμα λόγου, ήταν η θεσμική κενότητα που άφηνε πίσω της η διάλυση.
Σε αυτό το πλαίσιο ο αριθμός των απωλειών μεταβλήθηκε σε όπλο. Η διόγκωσή του προς τα σαράντα και πλέον εκατομμύρια εξυπηρετούσε την απαξίωση ολόκληρης της σοβιετικής ιστορίας, παρουσιάζοντας το καθεστώς ως μηχανισμό που σπαταλούσε αδιάφορα τους πολίτες του. Η διαμάχη για το νούμερο ήταν, εν μέρει, διαμάχη για το νόημα της ίδιας της σοβιετικής εμπειρίας τη στιγμή ακριβώς που αυτή τερματιζόταν. Δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία επίσημη, ενιαία, σοβιετική αλήθεια για τον πόλεμο εκφωνήθηκε τη στιγμή που το ίδιο το σοβιετικό κράτος είχε ήδη αρχίσει να αποσυντίθεται.
Το «πάνω από 20 εκατομμύρια» του Μπρέζνιεφ άντεξε ένα τέταρτο του αιώνα χάρη στη σταθερότητα και τον έλεγχο του κράτους. Το σωστότερο μέγεθος των σχεδόν 27 εκατομμυρίων μπόρεσε να ειπωθεί επίσημα μόνο αφού αυτή η σταθερότητα είχε ήδη χαθεί. Η αλήθεια για το ανθρώπινο κόστος του πολέμου δεν ειπώθηκε επειδή το κράτος ωρίμασε, αλλά επειδή έπαυε να υπάρχει το κράτος που την κρατούσε κλειδωμένη. Και η οριστική επιστημονική σφράγισή της, το 1993, που θα παρουσιαστεί στο δεύτερο μέρος, ήρθε ήδη μέσα σε ένα άλλο κράτος, τη μετασοβιετική Ρωσία.
Συνεχίζεται
Σημειώσεις
- Ο όρος «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» (Великая Отечественная война) αφορά αποκλειστικά τη σύγκρουση της Σοβιετικής Ένωσης με τη ναζιστική Γερμανία από τον Ιούνιο του 1941 έως τον Μάιο του 1945 και συνιστά την καθιερωμένη ονομασία στο σοβιετικό και μετασοβιετικό περιβάλλον για το συγκεκριμένο τμήμα του πολέμου. Στη διεθνή ιστοριογραφία, η ίδια πολεμική περίοδος εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του Ανατολικού Μετώπου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον ανατολικοευρωπαϊκό χώρο, με τη συμμετοχή όχι μόνο της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, αλλά και των συμμάχων τους. Συνεπώς, ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος μπορεί να περιγραφεί ως το σοβιετικό τμήμα του Ανατολικού Μετώπου, χωρίς ωστόσο οι δύο όροι να είναι απολύτως ταυτόσημοι, καθώς ο πρώτος φέρει διακριτό ιδεολογικό και μνημονικό φορτίο, ενώ ο δεύτερος αποτελεί έναν ουδέτερο διεθνή όρο. Κράτη που διατηρούν την ορολογία αυτή σε επίσημο επίπεδο έως σήμερα είναι η Ρωσία, η Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν, στα οποία η 9η Μαΐου εορτάζεται ως «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο», παραμένοντας στην επίσημη νομοθεσία και στα σχολικά προγράμματα. Η Γεωργία διατηρεί την 9η Μαΐου ως δημόσια αργία υπό την ονομασία «Ημέρα Νίκης επί του Φασισμού». Η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν τιμούν επίσης την ίδια ημερομηνία, ακολουθώντας ωστόσο μια πορεία σταδιακής αποστασιοποίησης από τη ρωσική αφηγηματική γραμμή. Από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, τον όρο εγκατέλειψαν και μετέφεραν τον εορτασμό στις 8 Μαΐου, εναρμονιζόμενες με τη δυτική παράδοση, η Ουκρανία (επίσημα από το 2015, βάσει του νόμου για την αποκομμουνιστικοποίηση), η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία (οι οποίες δεν τον αποδέχθηκαν ποτέ μετά την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας τους), καθώς και η Μολδαβία από το 2023. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη ορολογική και εορταστική χαρτογράφηση συμπίπτει σχεδόν απόλυτα με τη σύγχρονη γεωπολιτική τοποθέτηση της εκάστοτε χώρας έναντι της Μόσχας.
- Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 15
- Рыбаковский Л., 2010, σ. 59
- Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 12 και 19
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Кривошеев Г. Ф. и др., 1993, σ. 5
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Рыбаковский Л., 2010, σ. 37
- Πάλι εκεί σ.13
- Πάλι εκεί σ. 14
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί σσ. 13-14
- Πάλι εκεί σσ. 12-13
- Πάλι εκεί σσ. 70 και 74
- Πάλι εκεί σ. 16
- Πάλι εκεί σ. 75
- Πάλι εκεί σ. 55
- Πάλι εκεί σ. 97
- Кривошеев Г. Ф., 1993, σ. 224
- Сталин И. В. О Великой Отечественной войне Советского Союза. σσ. 351-352
- Хрущев Н. С., σσ. 145- 151 https://elar.urfu.ru/bitstream/10995/213/2/hruchev.pdf
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Проект выступления Г.К. Жукова на пленуме ЦК КПСС, https://www.alexanderyakovlev.org/fond/issues-doc/1003143
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 224
- Рыбаковский Л., 2010, σ. 27
- Большевик. 1946. № 5. с. 3
- Сталин И. В. Ответ корреспонденту «Правды» // Правда. 14 марта 1946 г. Цит. по: Сталин И. В. Соч. Т. 16. 1946 -1952. М., 1997. σ. 29
- Сталин И. В. Соч. Т. 16. 1946-1952. σ. 50
- Михалев Сергей Николаевич. Людские потери в Великой Отечественной войне 1941-45 г. Статистическое исследование. 2-е изд. Красноярск: РИО КПГУ, 2000. σ. 97
- Βολκογκόνοφ Ντ., 1990 ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Βιβλίο Δεύτερο, Μέρος Δεύτερο, σ. 35
- Вишневский Α., 2016 σ. 37
- Πάλι εκεί σ. 38
- https://ru.wikipedia.org/wiki/%D0%98%D1%81%D1%82%D0%BE%D1%80%D0%B8%D1%8F_%D0%92%D1%82%D0%BE%D1%80%D0%BE%D0%B9_%D0%BC%D0%B8%D1%80%D0%BE%D0%B2%D0%BE%D0%B9_%D0%B2%D0%BE%D0%B9%D0%BD%D1%8B_1939%E2%80%941945
- Рыбаковский Л., 2010, σ. 21
- Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 3
- Вишневский Α., 2016, σσ. 33-34
- Πάλι εκεί σ. 34
- Πάλι εκεί
- Рыбаковский Л., 2010, σ. 23
- Πάλι εκεί σ. 35
- Михалев С. Н., 2000, σ. 35-36
- Михалев С. Н., 2000, σ. 36
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Το ενδιαφέρον είναι ότι σε συνέντευξή του ο ιστορικός Μπορίς Σοκόλοφ υποστηρίζει ότι ο «συνταγματάρχης Καλίνοφ» ήταν ένα εντελώς φανταστικό πρόσωπο (ένας δήθεν Σοβιετικός συνταγματάρχης που διέφυγε από το Βερολίνο στη Δύση) και ότι το βιβλίο «Οι Σοβιετικοί στρατάρχες έχουν τον λόγο τους» ήταν εξ ολοκλήρου κατασκεύασμα δύο Ρώσων εμιγκρέδων: του Γκριγκόρι Μπεσεντόφσκι και του Κιρίλ Πομεράντσεφ. Μάλιστα, το ονοματεπώνυμο του φανταστικού «Κιρίλ Ντμιτρίεβιτς Καλίνοφ» δόθηκε προς τιμήν του συν-δημιουργού του, Κιρίλ Ντμιτρίεβιτς Πομεράντσεφ. (Соколов Б., Новая газета). Οι υπόλοιποι μελετητές δεν συμμερίζονται και δεν αναφέρουν αυτή την εκδοχή.
- Ο όρος γεννήθηκε από τον τίτλο της ομώνυμης νουβέλας του Ιλία Έρενμπουργκ που εκδόθηκε το 1954 («Η Απόψυξη»), αμέσως μετά τον θάνατο του Στάλιν, για να περιγράψει το κλίμα που άρχισε να διαμορφώνεται
- Богоявленский Д., 2012
- Πάλι εκεί
- Земсков В. Н., 2012
- Рыбаковский Л. Л., 2010, σ. 29
- Πάλι εκεί, σ. 30
- Платонов С. П. (отв. ред.), 1958, σ. 828
- Платонов С. П. (отв. ред.), 1958, σσ. 828-829
- Платонов С. П. (отв. ред.), 1958, σσ. 826 – 827
- Ντεμπόριν Γ. Α., 1959, σ. 481
- Рыбаковский Л. Л., 2010, σσ. 29-30
- Международная жизнь, 1961, № 12, с. 8. Письмо Председателя Совета Министров СССР Н.С. Хрущева Премьер-министру Швеции Т. Эрландеру.
- Η απόφαση για τη συγγραφή του έργου πάρθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1957 με ειδική απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, που χαρακτήρισε το εγχείρημα καθήκον κρατικής σημασίας. Πρόεδρος της γενικής συντακτικής επιτροπής ολόκληρου του εξάτομου έργου ήταν ο ακαδημαϊκός Π. Ν. Ποσπέλοφ, ενώ ως μέλη συμμετείχαν κορυφαίοι ιστορικοί και ανώτατοι στρατιωτικοί, μεταξύ άλλων οι Α. Ι. Αντόνοφ, Ι. Χ. Μπαγκραμιάν, Α. Α. Γκρέτσκο, Β. Β. Κουράσοβ, Β. Ντ. Σοκολόφσκι, Α. Α. Επίσεφ, Μ. Β. Ζαχάροφ, ο ιστορικός Ε. Μ. Ζούκοφ και ο ακαδημαϊκός Ι. Ι. Μιντς. Η άμεση συγγραφή και η συγκέντρωση του υλικού ανατέθηκαν στο Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, το οποίο για τον σκοπό αυτόν δημιούργησε ειδικό Τμήμα Ιστορίας του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, με επικεφαλής τον Ε. Α. Μπόλτιν και αναπληρωτή τον Μπ. Σ. Τελπουχόφσκι. Το Τμήμα λειτούργησε από το 1957 και οι εργασίες του ολοκληρώθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Την ευθύνη ειδικά του 6ου τόμου, «Απολογισμός του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου» (Итоги Великой Отечественной войны, Μόσχα, Воениздат, 1965), είχε ο Β. Α. Βασιλένκο, ως επικεφαλής της σύνταξης και της συγγραφικής ομάδας του τόμου.
- Василенко В. А. (авт. кол.), 1965, σ. 29
- Василенко В. А. (авт. кол.), 1965, σ. 365
- Брежнев Л.И. Великая победа Советского народа. М., 1965
- Σε επίπεδο σειράς, αρχισυντάκτης ολόκληρης της δεκάτομης «Παγκόσμιας Ιστορίας» ήταν ο Ε. Μ. Ζούκοφ. Σε επίπεδο τόμου, υπεύθυνος συντάκτης ήταν ο Β. Β. Κουράσοβ, με αναπληρωτή τον Α. Μ. Νέκριτς. Μέλη της επιτροπής του τόμου ήταν οι Β. Α. Μπόλτιν, Α. Για. Γκρουντ, Ν. Γ. Παβλένκο, Σ. Π. Πλατόνοφ (ο ίδιος που επιμελήθηκε το συλλογικό έργο του 1958), Α. Μ. Σαμσόνοφ, Σ. Λ. Τιχβίνσκι, Β. Μ. Χβοστόφ και Ν. Ν. Γιάκοβλεφ. Η ελληνική έκδοση είναι του Εκδοτικού Οίκου «Μέλισσα» (Αθήνα 1966), σε μετάφραση του Αντρέα Σαραντόπουλου, με θεώρηση της μετάφρασης από τον Νίκο Σπ. Αλεξίου και γενική επιμέλεια του Θανάση Δ. Καπνουτζή, από το ρωσικό πρωτότυπο της Μόσχας του 1965.
- В. Курасов (ред. кол.), 1965, σ. 502
- В. Курасов (ред. кол.), 1965, σ. 502
- Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 230
- Πάλι εκεί
- Г.Ф.Кривошеев, Россия и СССР в войнах XX века, 2001, Предисловие
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- (Σύμφωνα με το Ψήφισμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ της 27ης Ιουνίου 1969, το Ινστιτούτο Στρατιωτικής Ιστορίας του υπουργείου Άμυνας της ΕΣΣΔ, υπό την ηγεσία του Αντιστράτηγου Π. Α. Ζίλιν, ξεκίνησε την ανάπτυξη αυτής της έκδοσης στα τέλη του 1970. Το ανώτατο όργανο που επέβλεπε αυτή τη διαδικασία ήταν η Κύρια Συντακτική Επιτροπή – ΚΣΕ) με πρόεδρό το μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ και υπουργός Άμυνας της ΕΣΣΔ, Στρατάρχη της Σοβιετικής Ένωσης Α. Α. Γκρέτσκο, και μετά τον θάνατό του, το 1976, ο επίσης μέλος του Π.Γ και υπουργός Άμυνας, Στρατάρχης Ντμίτρι Ουστίνοφ, από τον όγδοο τόμο και εξής. Άρα ο δωδέκατος τόμος του 1982 εκδόθηκε υπό την προεδρία του Ουστίνοφ σε επίπεδο σειράς, με τον Τιουσκέβιτς ως υπεύθυνο του συγκεκριμένου τόμου. Η σύνθεση περιελάμβανε ακαδημαϊκούς, στρατιωτικούς, κυβερνητικούς παράγοντες και άλλους. Δημιουργήθηκε ένα ινστιτούτο στρατιωτικών συμβούλων στο πλαίσιο της Κύριας Συντακτικής Επιτροπής. Οι άμεσοι εκτελεστές της δημιουργίας του έργου ήταν 10 συντακτικές επιτροπές πλήρους απασχόλησης του Ινστιτούτου Στρατιωτικής Ιστορίας, που αποτελούνταν από έξι έως επτά υπαλλήλους. Αυτές οι δομές διευθύνονταν από αρχισυντάκτες μεταξύ των επικεφαλής των επιστημονικών τμημάτων του ινστιτούτου. Ιδιαίτερο ρόλο στη οργανωτική δομή έπαιξαν οι συντακτικές επιτροπές των τόμων του έργου, στις οποίες περιλαμβάνονταν επιστήμονες – εκπρόσωποι όλων των εκτελεστικών ινστιτούτων. Τα μέλη αυτών των επιτροπών επιλέχθηκαν προσεκτικά και στη συνέχεια εγκρίθηκαν από τον πρόεδρο της επιτροπής και τα τμήματα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ. Οι συντακτικές επιτροπές συζήτησαν τα χειρόγραφα των κεφαλαίων και προσδιόρισαν τη σκοπιμότητά τους για δημοσίευση. Μετά την έκδοση κάθε τόμου, σύμφωνα με τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί, μεταφραζόταν στη ΛΔΓ, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Η επιτροπή αξιολόγησης του ινστιτούτου συντόνιζε τις μεταφράσεις.
- Тюшкевич С. А. (гл. ред.), 1982, Τ. 12, σ. 152
- Василенко В. А. (авт. кол.), 1965, Т. 6, 1965, σ. 29, με παραπομπή του ίδιου του τόμου στο περιοδικό Международная жизнь, 1961, τχ. 12, σ. 8
- Тюшкевич С. А. (гл. ред.), 1982, Т. 12, 1982, σ. 150-151
- Василенко В. А. (авт. кол.), 1965, Т. 6, σ. 124
- Πάλι εκεί, σ. 125
- Тюшкевич С. А. (гл. ред.), 1982, Т. 12, 1982, σ. 242
- Быков А. В., 2016, σ. 75
- Быков А. В., 2016, σ. 78
- Евсеева, Омский научный вестник, τχ. 4/33, 2005, σσ. 37–38
- Рыбаковский Л. Л., (ред.), 1988. Население СССР за 70 лет
- Οι πίνακες επιβίωσης είναι τυποποιημένοι δημογραφικοί πίνακες που παρουσιάζουν, για κάθε ηλικία, την πιθανότητα επιβίωσης, τη θνησιμότητα και το προσδόκιμο ζωής ενός πληθυσμού, βάσει παρατηρούμενων ή υπολογισμένων ποσοστών θνησιμότητας
- Рыбаковский Л. Л., 2010, σ. 43
- Михалев С.Н., 2000, σ. 12
- Πάλι εκεί
- Кривошеев Г.Ф., 2001
- Рыбаковский Л.Л., 2010, σ. 36-37
- Михалев С.Н., 2000, σ. 91
- Πάλι εκεί
- Πάλι εκεί
- Михалев С.Н., 2000, σ. 91-92 και Рыбаковский Л.Л., 2010, σ. 32
- Рыбаковский Л.Л., 2010, σ. 32
- Πάλι εκεί, σ. 29
- Πάλι εκεί, σ. 41
- Πάλι εκεί , σ. 33
- Αν και οι γενικοί αριθμοί δόθηκαν στη δημοσιότητα το 1990, η πλήρης και τεκμηριωμένη στατιστική μελέτη που βασιζόταν στα πρωτογενή αρχεία χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να φτάσει στο ευρύ κοινό. Μέχρι τα τέλη του 1991, μια ομάδα συνεργατών του Γενικού Επιτελείου υπό την καθοδήγηση του Γ. Φ. Κριβοσέεφ είχε ετοιμάσει προς εκτύπωση τη θεμελιώδη αυτή έρευνα. Το υλικό αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, εκδόθηκε τελικά δύο χρόνια αργότερα, το 1993, με τη μορφή του ιστορικού βιβλίου «Η διαβάθμιση απορρήτου έχει αρθεί: Απώλειες των Ενόπλων Δυνάμεων της ΕΣΣΔ σε πολέμους, εχθροπραξίες και στρατιωτικές συγκρούσεις». Г.Ф.Кривошеев (под редакцией). Россия и СССР в войнах XX века: Потери вооруженных сил. https://lib.ru/MEMUARY/1939-1945/KRIWOSHEEW/poteri.txt#index.htm-002
- Земсков В. Н. 2012. https://www.politpros.com/journal/read/?ID=1571
- Τον Μάρτιο του 1990, η Λιθουανία γίνεται η πρώτη Σοβιετική Δημοκρατία που ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της, ενώ σύντομα την ακολουθούν και οι υπόλοιπες δημοκρατίες της Βαλτικής (Εσθονία, Λετονία). Τον Ιούνιο του 1990, το Πρώτο Συνέδριο των Λαϊκών Βουλευτών της Ρωσικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ) υιοθετεί τη Διακήρυξη για την Κρατική Κυριαρχία της Ρωσίας. Ο Μπορίς Γιέλτσιν αναδεικνύεται σε κυρίαρχη πολιτική φιγούρα, ξεκινώντας έναν «πόλεμο των νόμων» με το σοβιετικό κέντρο. Τον Μάρτιο του 1991, διεξάγεται δημοψήφισμα για τη διατήρηση της ΕΣΣΔ ως μιας ανανεωμένης ομοσπονδίας. Το 76% των ψηφοφόρων τάσσεται υπέρ, όμως έξι δημοκρατίες (Μολδαβία, Γεωργία, Αρμενία και Βαλτικές) μποϊκοτάρουν τη διαδικασία. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Αύγουστο του 1991 το Κομμουνιστικό Κόμμα ουσιαστικά εξαρθρώνεται. Την 1 Δεκεμβρίου 1991, σε εθνικό δημοψήφισμα, το 92% των Ουκρανών ψηφίζει υπέρ της ανεξαρτησίας. Η εξέλιξη αυτή δίνει το τελειωτικό χτύπημα σε κάθε προοπτική διατήρησης της Ένωσης, καθώς η ΕΣΣΔ χωρίς την Ουκρανία δεν ήταν πλέον βιώσιμη οικονομικά και γεωπολιτικά. Στις 8 Δεκεμβρίου 1991, οι ηγέτες της Ρωσίας (Γιέλτσιν), της Ουκρανίας (Κραβτσούκ) και της Λευκορωσίας (Σούσκεβιτς) συναντώνται μυστικά και υπογράφουν τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ιδρύοντας στη θέση της την Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ). Στις 21 Δεκεμβρίου 1991, έντεκα από τις δεκαπέντε σοβιετικές δημοκρατίες (εκτός των Βαλτικών και της Γεωργίας) υπογράφουν το Πρωτόκολλο της Άλμα-Άτα, επιβεβαιώνοντας τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την προσχώρησή τους στην ΚΑΚ. Στις 25 Δεκεμβρίου, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ παραιτείται από τη θέση του Προέδρου της ΕΣΣΔ και παραδίδει τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων στον Γιέλτσιν. Το ίδιο βράδυ, η κόκκινη σοβιετική σημαία υποστέλλεται από το Κρεμλίνο και αντικαθίσταται από τη ρωσική τρίχρωμη. Την επόμενη ημέρα, 26 Δεκεμβρίου, το Ανώτατο Σοβιέτ αυτοδιαλύεται επίσημα.
- Рыбаковский Л.Л., 2010, σ. 25
- Πάλι εκεί, σ. 26
Βιβλιογραφία
Андреев Е.М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993. Население Советского Союза: 1922-1991. Москва: „НАУКА“. https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/naselenie/naselenie_1922-1991.pdf
Andreev E. M., Darsky L. E. and Kharkova T. L., 1994. Population Dynamics: Consequences of Regular and Irregular Changes (Chapter 23). Στο: DEMOGRAPHIC. TRENDS AND PATTERNS. IN THE SOVIET UNION. BEFORE 1991. Edited by. Wolfgang Lutz, Sergei Scherbov and Andrei Volkov. London and New York: International Institute for Applied Systems Analysis
Андреев Е.М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1998. Демографическая история России: 1927-1959. Москва:
«Информатика», https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/andr_dars_khar/Demographic%20history%20of%20Russia%201927-1959.pdf
Золотов Н.П. (рук.), Боевой и численный состав вооруженных сил СССР в период Великой Отечественной Войны (1941-1945 гг.) М.: ИВИМО, http://istmat.info/node/44934
Богоявленский Д., 2012. Как утаивали величину военных потерь. http://demoscope.ru/weekly/2012/0513/arxiv01.php
Богоявленский Д., 2013. Еще раз о потерях в Великой отечественной войне: историкам о демографии. https://www.demoscope.ru/weekly/2013/0559/analit03.php
Быков А. В., 2016. ФУНДАМЕНТАЛЬНЫЕ ТРУДЫ ПО ИСТОРИИ ВЕЛИКОЙ ОТЕЧЕСТВЕННОЙ ВОЙНЫ СОВЕТСКОГО ПЕРИОДА. Вестник Омского университета. Серия «Исторические науки». № 1 (9). С. 73–78. https://cyberleninka.ru/article/n/fundamentalnye-trudy-po-istorii-velikoy-otechestvennoy-voyny-sovetskogo-perioda
Валентей Д. И. (гл. ред.), 1985. Демографический энциклопедический словарь. Москва: Большая Советская Энциклопедия
Василенко В. А. (авт. кол.),1965. История Великой Отечественной войны Советского Союза 1941—1945 гг. Т. 6: Итоги Великой Отечественной войны. М. Воениздат
Вишневский А., 2016. Демографические последствия Великой отечественной войны. НАЦИОНАЛЬНЫЙ ИССЛЕДОВАТЕЛЬСКИЙ УНИВЕРСИТЕТ «ВЫСШАЯ ШКОЛА ЭКОНОМИКИ» (РОССИЯ) https://cyberleninka.ru/article/n/demograficheskie-posledstviya-velikoy-otechestvennoy-voyny
Вишневский А., 2025 Демография — наука о свободе, https://novayagazeta.ru/articles/2025/04/02/demografiia-nauka-o-svobode
ВОЛКОВ А.Г. Перепись населения 1937 года: вымыслы и правда. Электронная версия бюллетеня Население и общество Центр демографии и экологии человека Института народнохозяйственного прогнозирования РАН, https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
Βολκογκόνοφ Ντ., 1990 ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Βιβλίο Δεύτερο, Μέρος Πρώτο. Αθήνα: Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ»
Βολκογκόνοφ Ντ., 1990 ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Βιβλίο Δεύτερο, Μέρος Δεύτερο. Αθήνα: Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ»
Ellman M., Maksudov S. Soviet Deaths in the Great Patriotic War: a note-World War II Архивная копия от 7 ноября 2015
Ελλενστέιν Ζ., 1977. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. Τόμος 2. Αθήνα: Εκδόσεις «Θεμέλιο»
Evans R., 2014. Το Γ´ Ράιχ στον πόλεμο. Αθήνα: Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια».
Healy M., 2011. Η μάχη του Κουρσκ. 1943: Η μεγαλύτερη μάχη τεθωρακισμένων. Αθήνα: Εκδόσεις «Γκοβόστη»
Земсков В. Н. 2017. Людские потери СССР в 1941—1945 гг. (к вопросу о степени достоверности имеющихся подсчётов) // Труды Института российской истории РАН / Отв. ред. Ю. А. Петров. — М.: ИРИ РАН
Земсков В. Н. 2012. О масштабах людских потерь СССР в Великой Отечественной войне, https://www.politpros.com/journal/read/?ID=1571
Жиромская В.Б. Динамика численности населения России в 30-е годы. https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
Жуков Г.К., 1956. Проект выступления Г.К. Жукова на пленуме ЦК КПСС. РГАНИ. Ф. 2. Оп. 1. Д. 188. Лл. 5-30. Подлинник. Машинопись. Опубликовано: Источник, 1995, № 2., https://www.alexanderyakovlev.org/fond/issues-doc/1003143
Жуков Г.К., 1969. СПОМЕНИ И РАЗМИСЛИ. София: Държавно военно издателство
KHLEVNIUK, O., 2018. ΣΤΑΛΙΝ. ΜΙΑ ΝΕΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Αθήνα: Εκδόσεις «Πατάκη»
Κουρασόβ Β.Β. (υπ. συντ.), 1965. Παγκόσμια Ιστορία σε δέκα τόμους (Τόμος X): Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ. Αθήνα: Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα»
Кривошеев Г. Ф. и др., 1993. Гриф секретности снят. Потери Вооружённых сил СССР в войнах, боевых действиях и военных конфликтах. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. — М.: Воениздат
Кривошеев Г. Ф. и др., 2001. Россия и СССР в войнах XX века. Потери вооружённых сил: Статистическое исследование. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. — М.: Олма-Пресс
Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012. Людские потери СССР в период второй мировой войны: масштабы и формы. Отечественная историография. Москва.: Российская политическая энциклопедия (РОССПЭН).
Малков П.В. (председатель редакционной коллегии). Великая Отечественная война. Юбилейный статистический сборник: Стат. сб./Росстат. — М., 2020.
Mazower M., 2009. Η αυτοκρατορία του Χίτλερ: Ναζιστική εξουσία στην κατοχική Ευρώπη. Αθήνα: Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια»
Михалев С. Н., 2000. Людские потери в Великой Отечественной войне 1941-45г. Статистическое исследование. 2-е изд. Красноярск: РИО-КПГУ
Ντεμπόριν Γ.Α., 1959. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ. Αθήνα: Εκδόσεις «20ος ΑΙΩΝΑΣ»
Первышин В. Г. Людские потери в Великой Отечественной войне // Вопросы истории. — М., 2000. — № 7
Платонов С. П. (отв. ред.), 1958. Вторая мировая война 1939 -1945 гг.: Военно-исторический очерк. М.: Воениздат
Рыбаковский Л. Л. Людские потери СССР и России в Великой Отечественной войне / Гос. учреждение Российской акад. наук, Ин-т социально-политических исследований РАН. — 2-е, испр. и доп. — М.: Экон-Информ, 2010рр https://militera.lib.ru/research/0/pdf/rybakovsky_ll01.pdf
Рыбаковский Л. Великая отечественная: людские потери России. Социс. 2001. № 6., https://www.gumer.info/bibliotek_Buks/History/Article/_Rubak_VelOtech.php
Рыбаковский Л. Л. Людские потери СССР и России. К 70-летию начала ВОВ. НАРОДОНАСЕЛЕНИЕ №1–2011
Рыбаковский Л. Л. (ред.) 1988. Население СССР за 70 лет.. М.
Сталин И. В. О Великой Отечественной войне Советского Союза. ОГИЗ Государственное издательство политической литературы/ издание пятое. М. 1950
Сталин И. В. Полное собрание сочинений Том 16. ОГИЗ. Государственное издательство политической литературы М. 1997
Сталин И. В., 1952. Речи, изказвания и приветствия 1946-1952. София: Издателство БКП
Stone N., 2013. Συνοπτική ιστορία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Αθήνα: Εκδόσεις «Ψυχογιός»
Tolts M., 2009. THE SOVIET CENSUSES OF 1937 AND 1939: SOME PROBLEMS OF DATA EVALUATION, https://www.academia.edu/92384072/The_Soviet_Censuses_of_1937_and_1939_Some_Problems_of_Data_Evaluation
Тюшкевич С. А. (гл. ред.), 1982. Итоги и уроки второй мировой войны. Том 12. История второй мировой войны 1939–1945 гг. (в 12 томах). Гречко А. А. (председатель гл. ред. ком.). М.: Воениздат, https://militera.lib.ru/h/12/index.html
Хрущев Н. С. О культе личности и его последствиях. Доклад Первого секретаря ЦК КПСС тов. Хрущева Н. С. XX съезду Коммунистической партии Советского Союза (25 февраля 1956 года) // Известия ЦК КПСС. — 1989. — № 3. — С. 128–170, https://elar.urfu.ru/bitstream/10995/213/2/hruchev.pdf

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .