Ιανουάριος 1946: Η Βρετανική κυβέρνηση και η κυβέρνηση των ΗΠΑ συμφωνούν στη σύσταση της Αγγλοαμερικανικής Επιτροπής Έρευνας (Anglo-American Committee of Inquiry), που θα εξετάσει την κατάσταση των Εβραίων προσφύγων στην Ευρώπη και το ζήτημα της μετανάστευσής τους στην Παλαιστίνη. Στην Επιτροπή συμμετέχουν έξι Βρετανοί και έξι Αμερικανοί, με επικεφαλής τον Βρετανό δικαστή Sir John Singleton και τον Αμερικανό δικηγόρο Joseph C. Hutcheson.
16 Ιανουαρίου 1946: Σε απάντηση, των ψηφισμάτων των δύο σωμάτων του Κογκρέσου των ΗΠΑ που υποστηρίζουν την απεριόριστη εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη ο βασιλιάς Ιμπν Σαούντ της Σαουδικής Αραβίας και ο βασιλιάς Φαρούκ της Αιγύπτου εκδίδουν κοινή δήλωση τονίζοντας ότι: «ενώνονται με όλους τους Μουσουλμάνους Άραβες στην πεποίθησή τους ότι η Παλαιστίνη είναι μια αραβική χώρα και ότι είναι δικαίωμα του λαού της και δικαίωμα των απανταχού Μουσουλμάνων Αράβων να τη διατηρήσουν ως αραβική χώρα».
Φεβρουάριος – Μάρτιος 1946: Η Αγγλοαμερικανική Επιτροπή διεξάγει ακροάσεις στην Ουάσιγκτον, στο Λονδίνο και σε χώρες της Ευρώπης, επισκεπτόμενη τα στρατόπεδα εκτοπισμένων (Displaced Persons Camps) στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ιταλία. Σε αυτά τα στρατόπεδα ζουν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος που αδυνατούν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους· η πλειοψηφία τους επιθυμεί να μεταναστεύσει στην Παλαιστίνη. Τον Μάρτιο η Επιτροπή επισκέπτεται την Παλαιστίνη και ακούει μαρτυρίες Εβραίων, Αράβων και Βρετανών αξιωματούχων. Τα μέλη της επιτροπής τελικά αποσύρονται στη Λωζάνη της Ελβετίας για να συζητήσουν και να συντάξουν τα ευρήματά τους.
22 Μαρτίου 1946: Η Μεγάλη Βρετανία και η Υπεριορδανία υπογράφουν συνθήκη φιλίας και συμμαχίας, με την οποία το Λονδίνο αναγνωρίζει την Υπεριορδανία ως κυρίαρχο ανεξάρτητο κράτος. Η συνθήκη διακηρύσσει ότι οι σχέσεις των δύο κρατών θα βασίζονται στις αρχές της «πλήρους ελευθερίας, ισότητας και ανεξαρτησίας» (προοίμιο), καθιερώνει στενή συμμαχία μεταξύ τους (άρθρο 1), επιβεβαιώνει την υπεριορδανική ευθύνη για τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης (άρθρο 3) και ορίζει ότι, εάν ένα από τα δύο μέρη εμπλακεί σε εχθροπραξίες συνεπεία ένοπλης επίθεσης τρίτου, «το άλλο Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος θα σπεύσει αμέσως σε βοήθειά του ως μέτρο συλλογικής αυτοάμυνας» (άρθρο 5). Παράρτημα της συνθήκης προβλέπει την εγκατάσταση βρετανικών ενόπλων δυνάμεων στην Υπεριορδανία και τα σχετικά προνόμια. Η συνθήκη δεν περιέχει καμία αναφορά στην Παλαιστίνη, παρά μόνο σε συνοδευτικές σημειώσεις, στις οποίες η Υπεριορδανία συμφωνεί να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το παλαιστινιακό νόμισμα και να επιτρέπει τη συνέχιση της λειτουργίας του τμήματος της Υπεριορδανίας του Σιδηρόδρομου Χετζάζ από τους Παλαιστινιακούς Σιδηροδρόμους, καθώς και τη λειτουργία των αλιευτικών εγκαταστάσεων της παλαιστινιακής κυβέρνησης στην Άκαμπα. Η συνθήκη, το παράρτημα και οι συνοδευτικές σημειώσεις δεν φαίνονται να συνάδουν πλήρως με τις αρχές που διακηρύσσονται στο προοίμιο. Η ανταλλαγή των πράξεων κύρωσης μεταξύ των δύο χωρών πραγματοποιείται στις 17 Ιουνίου.
18 Απριλίου 1946: Η Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών συνέρχεται στην τελευταία της σύνοδο και κηρύσσει τη διάλυση του Οργανισμού από την επόμενη μέρα. Υιοθετεί ψήφισμα για τις Εντολές, στο οποίο υπενθυμίζει τον τερματισμό των Εντολών επί του Ιράκ, της Συρίας, του Λιβάνου και της Υπεριορδανίας, και σημειώνει τις «εκπεφρασμένες προθέσεις» των εντολοδόχων δυνάμεων που εξακολουθούν να διοικούν εδάφη να συνεχίσουν να το πράττουν «για την ευημερία και ανάπτυξη των οικείων λαών» μέχρι να επέλθουν άλλες ρυθμίσεις μεταξύ αυτών των δυνάμεων και του ΟΗΕ. Το ψήφισμα δεν απαριθμεί τα 12 εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Παλαιστίνης, που εξακολουθούν να διέπονται από το σύστημα Εντολών. Όλα αυτά θα υπαχθούν στο Σύστημα Επιτροπείας του ΟΗΕ, με εξαίρεση τη Νοτιοδυτική Αφρική (γνωστή αργότερα ως Ναμίμπια) και την Παλαιστίνη, την οποία η Μεγάλη Βρετανία θα παραπέμψει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Απρίλιο του 1947, επικαλούμενη τις ευρείες αρμοδιότητες που απονέμει στη Γενική Συνέλευση το άρθρο 10 του Χάρτη, και όχι τις διατάξεις του που αφορούν την επιτροπεία.
20 Απριλίου 1946: Δημοσιεύεται η έκθεση της Αγγλοαμερικανικής Επιτροπής Έρευνας. Η έκθεση αποκλείει τη διχοτόμηση ή τη δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους, εβραϊκού ή αραβικού, και συνιστά τη διατήρηση της Βρετανικής Εντολής, την άμεση έκδοση 100.000 αδειών εισόδου για Εβραίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος από τα ευρωπαϊκά DP camps, την ακύρωση των περιοριστικών διατάξεων μεταβίβασης γης του 1940, να αφοπλιστούν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις στην Παλαιστίνη και να αντιμετωπιστεί η παράνομη μετανάστευση.
Αναλυτικά οι συστάσεις της Επιτροπής είναι οι ακόλουθες:
Σύσταση αρ. 1. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι πληροφορίες που λάβαμε για χώρες εκτός Παλαιστίνης δεν δίνουν καμία ελπίδα ουσιαστικής βοήθειας στην εξεύρεση νέων εστιών για τους Εβραίους που επιθυμούν ή αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Ευρώπη. Η Παλαιστίνη όμως δεν μπορεί από μόνη της να ανταποκριθεί στις μεταναστευτικές ανάγκες των Εβραίων θυμάτων της ναζιστικής και φασιστικής δίωξης· ο κόσμος ολόκληρος φέρει ευθύνη γι’ αυτούς και, γενικότερα, για την επανεγκατάσταση όλων των «εκτοπισμένων». Συνιστούμε επομένως οι κυβερνήσεις μας, από κοινού και σε συνεργασία με άλλες χώρες, να καταβάλουν αμέσως κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξεύρεση νέων εστιών για όλους τους εκτοπισμένους, ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή εθνικότητας, των οποίων οι δεσμοί με τις πρώην κοινότητές τους έχουν ανεπανόρθωτα διαρραγεί. Μολονότι η μετανάστευση θα λύσει το πρόβλημα ορισμένων διωκόμενων, η συντριπτική πλειονότητα, συμπεριλαμβανομένου σημαντικού αριθμού Εβραίων, θα συνεχίσει να ζει στην Ευρώπη. Συνιστούμε επομένως οι κυβερνήσεις μας να φροντίσουν για την άμεση εφαρμογή της διάταξης του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που καλεί σε «οικουμενικό σεβασμό και τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας».
Σύσταση αρ. 2. Συνιστούμε: α) να εγκριθούν αμέσως 100.000 πιστοποιητικά εισόδου στην Παλαιστίνη για Εβραίους θύματα ναζιστικής και φασιστικής δίωξης· β) τα πιστοποιητικά αυτά να χορηγηθούν κατά το δυνατόν εντός του 1946 και η μετανάστευση να προωθηθεί με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό που επιτρέπουν οι συνθήκες.
Σύσταση αρ. 3. Προκειμένου να διευθετηθούν οριστικά οι αποκλειστικές αξιώσεις Εβραίων και Αράβων επί της Παλαιστίνης, θεωρούμε απαραίτητη τη διατύπωση σαφούς δήλωσης των ακόλουθων αρχών:
Ι. Ούτε ο Εβραίος θα κυριαρχεί επί του Άραβα, ούτε ο Άραβας επί του Εβραίου στην Παλαιστίνη.
ΙΙ. Η Παλαιστίνη δεν θα είναι ούτε εβραϊκό ούτε αραβικό κράτος.
ΙΙΙ. Το πολίτευμα που θα καθιερωθεί τελικά θα πρέπει, υπό διεθνείς εγγυήσεις, να προστατεύει και να διαφυλάσσει πλήρως τα συμφέροντα της Χριστιανοσύνης και των μουσουλμανικών και εβραϊκών πίστεων στους Αγίους Τόπους.
Η Παλαιστίνη πρέπει επομένως να καταστεί τελικά ένα κράτος που να κατοχυρώνει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα Μουσουλμάνων, Εβραίων και Χριστιανών εξίσου, και να παρέχει στους κατοίκους της, συνολικά, τον πληρέστερο δυνατό βαθμό αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις τρεις θεμελιώδεις αρχές που διατυπώνονται ανωτέρω.
Σύσταση αρ. 4. Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η εχθρότητα μεταξύ Εβραίων και Αράβων και, ειδικότερα, η αποφασιστικότητα εκάστου να επιτύχει την κυριαρχία, έστω και δια της βίας, καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι, τόσο τώρα όσο και για αρκετό καιρό ακόμη, οποιαδήποτε απόπειρα ίδρυσης ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους ή ανεξάρτητων παλαιστινιακών κρατών θα οδηγούσε σε εμφύλιες συρράξεις που θα μπορούσαν να απειλήσουν την παγκόσμια ειρήνη. Συνιστούμε επομένως όπως, μέχρι να εκλείψει αυτή η εχθρότητα, η διακυβέρνηση της Παλαιστίνης συνεχιστεί υπό το υφιστάμενο καθεστώς Εντολής, εν αναμονή της σύναψης συμφωνίας επιτροπείας υπό τα Ηνωμένα Έθνη.
Σύσταση αρ. 5. Αποβλέποντας σε μια μορφή τελικής αυτοδιακυβέρνησης, σύμφωνης με τις τρεις αρχές της Σύστασης αρ. 3, συνιστούμε όπως ο εντολοδόχος ή επίτροπος ανακηρύξει την αρχή ότι η οικονομική, εκπαιδευτική και πολιτική πρόοδος των Αράβων στην Παλαιστίνη είναι εξίσου σημαντική με εκείνη των Εβραίων· και ότι θα πρέπει αμέσως να λάβει μέτρα για τη γεφύρωση του υφιστάμενου χάσματος και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των Αράβων στο επίπεδο των Εβραίων, ώστε να οδηγηθούν και οι δύο λαοί σε πλήρη αντίληψη των κοινών τους συμφερόντων και του κοινού τους πεπρωμένου στη χώρα στην οποία και οι δύο ανήκουν.
Σύσταση αρ. 6. Συνιστούμε όπως, εν αναμονή της έγκαιρης παραπομπής στα Ηνωμένα Έθνη και της σύναψης συμφωνίας επιτροπείας, ο εντολοδόχος διοικεί την Παλαιστίνη σύμφωνα με την Εντολή, η οποία ορίζει ως προς τη μετανάστευση ότι «η διοίκηση της Παλαιστίνης, διασφαλίζοντας ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα και η θέση άλλων τμημάτων του πληθυσμού, θα διευκολύνει την εβραϊκή μετανάστευση υπό κατάλληλες συνθήκες».
Σύσταση αρ. 7. α) Συνιστούμε την κατάργηση των Κανονισμών Μεταβίβασης Γης του 1940 και την αντικατάστασή τους με κανονισμούς που θα βασίζονται στην αρχή της ελευθερίας πώλησης, μίσθωσης ή χρήσης γης, ανεξαρτήτως φυλής, κοινότητας ή θρησκεύματος, παρέχοντας επαρκή προστασία στα συμφέροντα των μικροϊδιοκτητών και των αγροτών-μισθωτών· β) Συνιστούμε περαιτέρω τη λήψη μέτρων για την ακύρωση και απαγόρευση διατάξεων σε μεταβιβαστικά έγγραφα, μισθώσεις και συμφωνίες γης που ορίζουν ότι μόνο μέλη μιας φυλής, κοινότητας ή θρησκείας μπορούν να απασχολούνται σε αυτή· γ) Συνιστούμε η κυβέρνηση να ασκεί στενή εποπτεία επί των Αγίων Τόπων και τοποθεσιών όπως η Θάλασσα της Γαλιλαίας και η γύρω περιοχή της, ώστε να προστατεύονται από βεβήλωση και χρήσεις που προσβάλλουν τη θρησκευτική συνείδηση, και να θεσπιστούν αμέσως οι αναγκαίοι νόμοι προς τούτο.
Σύσταση αρ. 8. Μας έχουν υποβληθεί διάφορα σχέδια μεγάλης κλίμακας για αγροτική και βιομηχανική ανάπτυξη στην Παλαιστίνη· εφόσον υλοποιηθούν επιτυχώς, θα μπορούσαν όχι μόνο να διευρύνουν σημαντικά την ικανότητα της χώρας να συντηρεί αυξανόμενο πληθυσμό, αλλά και να ανυψώσουν το βιοτικό επίπεδο Εβραίων και Αράβων. Δεν είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε την ορθότητα αυτών των συγκεκριμένων σχεδίων· τονίζουμε όμως με κάθε έμφαση ότι, όσο τεχνικά εφικτά και αν είναι, θα αποτύχουν εάν δεν επικρατήσει ειρήνη στην Παλαιστίνη. Επιπλέον, η πλήρης επιτυχία τους απαιτεί την εθελοντική συνεργασία των γειτονικών αραβικών κρατών, καθώς δεν πρόκειται για αμιγώς παλαιστινιακά έργα. Συνιστούμε επομένως η εξέταση, συζήτηση και εκτέλεση αυτών των σχεδίων να διεξαχθεί, από την αρχή και καθ’ όλη τη διάρκειά της, σε πλήρη διαβούλευση και συνεργασία όχι μόνο με την Εβραϊκή Υπηρεσία αλλά και με τις κυβερνήσεις των γειτονικών αραβικών κρατών που θίγονται άμεσα.
Σύσταση αρ. 9. Συνιστούμε, προς εξυπηρέτηση της συμφιλίωσης των δύο λαών και της γενικής ανύψωσης του βιοτικού επιπέδου των Αράβων, να μεταρρυθμιστεί το εκπαιδευτικό σύστημα τόσο των Εβραίων όσο και των Αράβων, συμπεριλαμβανομένης της καθιέρωσης υποχρεωτικής εκπαίδευσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Σύσταση αρ. 10. Συνιστούμε όπως, εφόσον υιοθετηθεί η παρούσα έκθεση, καταστεί σαφές πέραν πάσης αμφιβολίας, τόσο στους Εβραίους όσο και στους Άραβες, ότι οποιαδήποτε απόπειρα από οποιαδήποτε πλευρά να εμποδίσει την εφαρμογή της, δια απειλών βίας, τρομοκρατίας ή οργάνωσης και χρήσης παράνομων στρατών, θα καταστέλλεται αποφασιστικά. Εκφράζουμε περαιτέρω την άποψη ότι η Εβραϊκή Υπηρεσία πρέπει αμέσως να επαναλάβει την ενεργό συνεργασία της με τον Εντολοδόχο για την καταστολή της τρομοκρατίας και της παράνομης μετανάστευσης, καθώς και για τη διατήρηση της τάξης σε ολόκληρη την Παλαιστίνη, που είναι απαραίτητη για το καλό όλων, συμπεριλαμβανομένων των νέων μεταναστών.
Οι Εβραίοι και οι Παλαιστίνιοι Άραβες απορρίπτουν τις προτάσεις της εξεταστικής επιτροπής, οι πρώτοι γιατί δεν ιδρυόταν εβραϊκό κράτος και οι δεύτεροι γιατί δεν ήθελαν να τεθούν υπό καθεστώς διεθνούς επιτήρησης. Το Βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο υπό τον πρωθυπουργό Κλήμεντ Άτλι αρνείται επίσης να εφαρμόσει την κύρια σύσταση, απαιτώντας ως προϋπόθεση τον αφοπλισμό των εβραϊκών παραστρατιωτικών οργανώσεων. Ο Τρούμαν νιώθει ικανοποίηση με την πρόταση για μαζική εβραϊκή μετανάστευση, αλλά δε σχολιάζει καθόλου την προοπτική ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους.
25 Απριλίου 1946: Επτά Βρετανοί στρατιώτες σκοτώνονται σε τρομοκρατική επίθεση της Ιργκούν εναντίον στρατιωτικού χώρου στάθμευσης στο Τελ Αβίβ.
25 Μαΐου 1946: Μετά την υπογραφή της Συνθήκης Συμμαχίας με τη Μεγάλη Βρετανία, το Εμιράτο της Υπεριορδανίας ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος. Το Νομοθετικό Συμβούλιο ανακηρύσσει τον Εμίρη Αμπντάλα Βασιλιά και μετονομάζει τη χώρα από Εμιράτο της Υπεριορδανίας σε Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας. Στις 7 Δεκεμβρίου 1946 θεσπίζεται νέο Σύνταγμα για το Βασίλειο, που αντικαθιστά το Σύνταγμα του 1928 και τίθεται σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1947.

8 – 12 Ιουνίου 1946: Ο Αραβικός Σύνδεσμος συγκαλεί στο Μπλουντάν της Συρίας τη δεύτερη παναραβική σύνοδο κορυφής, για να εξετάσει τα πορίσματα της Αγγλοαμερικανικής Επιτροπής Έρευνας που δημοσιεύθηκαν στις 20 Απριλίου 1946. Η σύνοδος απορρίπτει τα πορίσματα της Επιτροπής και μυστικά αποφάσισε να επιβάλει κυρώσεις (οικονομικές και πολιτικές) κατά της Βρετανίας και των ΗΠΑ σε περίπτωση που εφάρμοζαν τα πορίσματα της Eπιτροπής.
16 – 17 Ιουνίου 1946: Η Παλμάχ πραγματοποιεί τη λεγόμενη «Νύχτα των Γεφυρών» (Leil HaGesharim). Σε συντονισμένη επιχείρηση κατά τη διάρκεια μιας νύκτας καταστρέφονται δέκα σιδηροδρομικές και οδικές γέφυρες που συνδέουν την Παλαιστίνη με τις γειτονικές χώρες. Η επιχείρηση αποσκοπεί στην απομόνωση της Παλαιστίνης και αποτελεί μέρος της κλιμακούμενης ένοπλης αντίστασης κατά της Βρετανικής Εντολής. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης σκοτώνονται δεκατέσσερα μέλη της Παλμάχ.
29 Ιουνίου 1946 – «Μαύρο Σάββατο»: Η βρετανική στρατιωτική διοίκηση εξαπολύει την Επιχείρηση Agatha, γνωστή ως «Μαύρο Σάββατο» (Shabbat HaShekhora). Βρετανικά στρατεύματα πραγματοποιούν εκτεταμένες έρευνες σε εβραϊκούς οικισμούς, αστικά κέντρα, γραφεία της Εβραϊκής Υπηρεσίας και κιμπούτζ σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. Συλλαμβάνονται περίπου 2.700 Εβραίοι, μεταξύ των οποίων πολιτικοί ηγέτες, στρατιωτικοί αξιωματικοί και μέλη της Εβραϊκής Υπηρεσίας. Κατάσχονται μεγάλες ποσότητες όπλων και έγγραφα που αποδεικνύουν τη σύνδεση της Εβραϊκής Υπηρεσίας με τις παραστρατιωτικές οργανώσεις. Ο Μπεν-Γκουριόν, που βρίσκεται εκτός Παλαιστίνης, διαφεύγει τη σύλληψη.

22 Ιουλίου 1946: Η Ιργκούν, υπό τη διοίκηση του Μεναχέμ Μπέγκιν, ανατινάζει πτέρυγα του ξενοδοχείου Κινγκ Ντέιβιντ στην Ιερουσαλήμ, όπου διαμένουν Άραβες, Εβραίοι και Βρετανοί (αξιωματούχοι της βρετανικής διοίκησης στην Παλαιστίνη, ανώτατοι αξιωματικοί και μέλη του τμήματος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών). Μεταμφιεσμένοι δράστες εισέρχονται στο ξενοδοχείο μεταφέροντας εκρηκτικά κρυμμένα σε βαρέλια γάλα. Η έκρηξη ισοπεδώνει τη νότια πτέρυγα του κτιρίου. Σκοτώνονται 91 άνθρωποι από τους οποίους 41 Άραβες, 28 Βρετανοί, 17 Εβραίοι και 5 από άλλες εθνικότητες, και τραυματίζονται 46 ακόμη. Η επίθεση αποτελεί την πλέον αιματηρή τρομοκρατική ενέργεια στην ιστορία της Βρετανικής Εντολής. Η Χαγκάνα εκδίδει ανακοίνωση αποδοκιμάζοντας την ενέργεια της Ιργκούν.
31 Ιουλίου 1946: Αντιμέτωπος με νέο πολιτικό αδιέξοδο στο παλαιστινιακό, ο Λευκός Οίκος αποστέλλει στο Λονδίνο αντιπροσωπεία διπλωματών για να διαπραγματευτεί με Βρετανούς αξιωματούχους. Οι Βρετανοί προτείνουν νέο σχέδιο, γνωστό ως σχέδιο Μόρισον-Γκρέιντι (Morrison-Grady Plan), σύμφωνα με το οποίο η Παλαιστίνη χωρίζεται σε τρεις περιφέρειες: εβραϊκή, αραβική και Ιερουσαλήμ-Νεγκέβ. Οι δύο πρώτες διαθέτουν δική τους νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, ενώ η περιφέρεια Ιερουσαλήμ-Νεγκέβ παραμένει υπό άμεσο βρετανικό έλεγχο. Το πρώτο έτος εφαρμογής προβλέπει τη χορήγηση αδειών εισόδου σε 100.000 Εβραίους της Ευρώπης. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι έτσι εξασφαλίζουν ερείσματα στην Παλαιστίνη ικανοποιώντας και τις δύο πλευρές. Το σχέδιο απορρίπτεται τόσο από την εβραϊκή όσο και από την αραβική πλευρά. Και ο πρόεδρος Τρούμαν, πιεζόμενος από το εβραϊκό λόμπι, αρνείται να εγκρίνει το σχέδιο. Το Λονδίνο αντιδρά άμεσα, ανακοινώνοντας ότι στο εξής οι Εβραίοι λαθρομετανάστες προς την Παλαιστίνη θα συλλαμβάνονται και θα εκτοπίζονται σε στρατόπεδα στην Κύπρο.
4 Οκτωβρίου 1946: Ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν εκδίδει δήλωση πολιτικής (statement of policy) για την Παλαιστίνη, στη διάρκεια προεκλογικής εκστρατείας για τις εκλογές του Κογκρέσου, την παραμονή της εβραϊκής γιορτής Yom Kippur. Αφού αναφέρεται στις προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης να διευκολύνει τη μετανάστευση των Εβραίων της Ευρώπης στους Αγίους Τόπους, εκφράζει την ελπίδα για ένα συμβιβασμό των σιωνιστικών και βρετανικών επιδιώξεων στην περιοχή. Αν και η κοινή γνώμη μένει με την εντύπωση ότι ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ένθερμα τη διχοτόμηση, στην πραγματικότητα ο Τρούμαν δεν θέλει να δυσαρεστήσει τους Βρετανούς. Η ιδανική λύση στο πρόβλημα θα ήταν ένας αγγλο-σιωνιστικός διακανονισμός, που θα συνδύαζε τη βρετανική πρόταση για περιφερειακή αυτονομία και τη σιωνιστική πρόταση για «τη δημιουργία ενός βιώσιμου εβραϊκού κράτους».
Η δήλωση προκαλεί οξεία αντίδραση από τη Βρετανία και τις αραβικές κυβερνήσεις. Ο πρωθυπουργός Άτλι και ο υπουργός Εξωτερικών Μπέβιν αιφνιδιάζονται όχι τόσο από το περιεχόμενο όσο από τον χρόνο της δήλωσης Τρούμαν. Μολονότι γνωρίζουν τις προθέσεις του Αμερικανού προέδρου, δεν περιμένουν να τις εκφράσει τόσο γρήγορα και δημόσια. Ο πρώτος αποστέλλει επικριτική επιστολή στον όχι και τόσο δεκτικό αμφισβήτησης Τρούμαν και ο δεύτερος εκφράζει τη δυσφορία της κυβέρνησης, όταν σε ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων τον Φεβρουάριο του 1947 αφήνει αιχμές για τη μεγάλη εξάρτηση του Λευκού Οίκου από το εβραϊκό λόμπι: «Αν και τον παρακάλεσα (τον Τρούμαν) να μην κάνει τη δήλωση (της 4ης Οκτ.), μου είπαν πως αν δε γινόταν από τον Τρούμαν, θα γινόταν από τον Ντιούι (τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης και αντίπαλο του προέδρου). Στις διεθνείς υποθέσεις δεν μπορώ να βάλω τάξη, αν το πρόβλημα που αντιμετωπίζω γίνεται αντικείμενο τοπικών εκλογών».
Δεκέμβριος 1946: Οι αγγλο-αιγυπτιακές συζητήσεις για την αναθεώρηση της συνθήκης του 1936 διακόπτονται. Η Αίγυπτος απαιτεί την πλήρη αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων από το έδαφός της και την ένωση του Σουδάν με την Αίγυπτο υπό τον αιγυπτιακό στέμμα. Η Βρετανία αρνείται να εγκαταλείψει τη στρατηγικής σημασίας Διώρυγα του Σουέζ και να παραιτηθεί από τον έλεγχο του Σουδάν, με αποτέλεσμα οι διαπραγματεύσεις να οδηγηθούν σε αδιέξοδο.

Πηγή: https://collections.ushmm.org/search/catalog/pa1174776
9 – 24 Δεκεμβρίου 1946: Στη Βασιλεία της Ελβετίας πραγματοποιείται το 22ο Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο (WZO). Είναι το πρώτο συνέδριο που έλαβε χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Σε αυτό το συνέδριο συμμετέχουν 357 αντιπρόσωποι με τους Ρεβιζιονιστές να παίρνουν ξανά μέρος, μετά από δημοψήφισμα που γίνεται μεταξύ των μελών τους στις αρχές του έτους, όπου διαπιστώνεται ότι το 70% είναι υπέρ της συμμετοχής. Στο συνέδριο η παράταξη των Εργατικών εξακολουθεί να είναι η πλειοψηφία με 40%, ακολουθούν οι Γενικοί Σιωνιστές με 32%, οι Mizrachi με 15%, οι Ρεβιζιονιστές με 11% και οι νέοι μετανάστες με 2%.
Το συνέδριο ανανεώνει τις εκκλήσεις για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Ο απόηχος της καταστροφής του Ολοκαυτώματος ενισχύει τη σιωνιστική επιταγή για την ίδρυση ενός κράτους που θα παρέχει ασφάλεια και καταφύγιο για τους επιζώντες και για τους Εβραίους σε όλο τον κόσμο. Το συνέδριο κάνει έντονη κριτική εναντίον της βρετανικής πολιτικής στην Παλαιστίνη, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση της μαζικής μετανάστευσης Εβραίων στη χώρα μέσω των περιορισμών που επέβαλε η Λευκή Βίβλος του 1939. Το συνέδριο αφιερώνει μεγάλο μέρος της συζήτησης στην αποκατάσταση των Εβραίων προσφύγων και στην εξασφάλιση ότι οι επιζώντες του Ολοκαυτώματος θα έχουν πρόσβαση σε μόνιμη στέγαση και ασφάλεια. Αυτή η ανάγκη ενισχύει περαιτέρω την πίεση για την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.

Την περίοδο των εργασιών του 22ου Συνεδρίου, κορυφώνεται η σύγκρουση ανάμεσα στον πρόεδρο της Σιωνιστικής Οργάνωσης Χάιμ Βάιζμαν και στον πρόεδρο της Εβραϊκής Υπηρεσίας Ντέιβιντ Μπεν-Γκουριόν. Ο πρώτος είναι ο κύριος υποστηρικτής της διπλωματικής προσέγγισης. Ο Βάιζμαν πιστεύει στη συνεργασία με τη Βρετανία, η οποία είχε την Εντολή στην Παλαιστίνη, και την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης μέσω των διεθνών δυνάμεων. Είναι πιο μετριοπαθής και θεωρεί ότι πρέπει να επιτευχθεί μια συνεννόηση με τη βρετανική κυβέρνηση, ακόμα και αν αυτό σημαίνει προσωρινές παραχωρήσεις. Από την άλλη ο Μπεν-Γκουριόν είναι πιο επιθετικός και αποφασιστικός στην προσέγγισή του, διαφωνεί έντονα με τη συνεχιζόμενη βρετανική Εντολή και υποστηρίζει την άμεση δράση και την αυξανόμενη πίεση, ακόμα και μέσω αντάρτικων ενεργειών και της στρατιωτικής προετοιμασίας του Yishuv, για να επιβληθεί η ίδρυση του εβραϊκού κράτους. Ο Βάιζμαν, αν και πρόεδρος, λόγω των εντάσεων και της αμφισβήτησης της ηγεσίας του, δεν επιβεβαιώνεται εκ νέου στη θέση αυτή. Παρόλο που έχει ακόμα υποστηρικτές, η αυξανόμενη επιρροή του Μπεν-Γκουριόν και η κριτική προς τη διπλωματική προσέγγιση του Βάιζμαν οδηγούν το συνέδριο να αφήσει τη θέση του προέδρου κενή. Τα 19 μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Εβραϊκής Υπηρεσίας που εκλέγονται στις 29 Δεκεμβρίου είναι οι: David Ben Gurion (πρόεδρος), Selig Brodetsky, Peretz Bernstein, Rabbi Zeev Gold, Nahum Goldman, Yitzhak Gruenbaum, Chaim Greenberg, Eliahu Dobkin, Rose Halprin, Berl Locker, Golda Meyerson (γνωστή αργότερα ως Golda Meir), Emanuel Emanuelbaum, Moshe Sneh, Rabbi Yehuda Leib Fishman, Eliezer Kaplan, Moshe Shapira, Shlomo Zalman Shragai και Moshe Sharett (γνωστός ως Moshe Shertok). Ο Abba Hillel Silver εκλέγεται πρόεδρος του αμερικανικού τμήματος της Εβραϊκής Υπηρεσίας, πρόεδρος του Τμήματος Διακανονισμού και ταμίας της Εβραϊκής Υπηρεσίας ο Eliezer Kaplan, πρόεδροι του Τμήματος Μετανάστευσης οι Eliahu Dobkin και Moshe Shapira και πρόεδροι του Τμήματος Νεολαίας Aliyah οι Hans Beit και Georg Landauer.
Με την ιδιότητα του προέδρου, ο Μπεν-Γκουριόν λαμβάνει και ένα ειδικό χαρτοφυλάκιο – της Άμυνας. Εγκρίνεται το ακόλουθο ψήφισμα: «Μόνο η ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους θα εκπληρώσει τον αρχικό στόχο της Εντολής. Το Συνέδριο αντιτίθεται σε κάθε μορφή κηδεμονίας που θα αντικαταστήσει την Εντολή. Καλεί τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και όλα τα κράτη μέλη του να υποστηρίξουν το αίτημα του εβραϊκού λαού για την ίδρυση του δικού του Κράτους στη Γη του Ισραήλ και την αποδοχή του στην οικογένεια των εθνών».
14 Φεβρουαρίου 1947: Η Βρετανία ζητά από τον νεοσύστατο Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών να αποφανθεί σχετικά με την τύχη της Παλαιστίνης που, μετά την αποχώρηση των Γάλλων από τη Συρία και τον Λίβανο, αποτελεί την τελευταία δυτική «εντολή» στη Μέση Ανατολή. Η απόφαση αυτή οφείλεται στην αποτυχία εξεύρεσης λύσης για την Παλαιστίνη, στο δυσβάστακτο οικονομικό κόστος της Εντολής (40 εκατομμυρίων λιρών ετησίως) και στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Βρετανία σε Ελλάδα, Αίγυπτο και Ινδία. Ό,τι δεν πέτυχε η ίδια, ελπίζει να το πετύχει ο διεθνής οργανισμός, ο οποίος δύσκολα θα εφάρμοζε τη διχοτόμηση, αφού η άρνηση της Σοβιετικής Ένωσης και των 2/3 των μελών της Γενικής Συνέλευσης θεωρείται δεδομένη. Είναι επίσης απαραίτητη η τήρηση μιας βασικής αρχής του οργανισμού: οποιαδήποτε πολιτική απόφαση για το μέλλον μιας περιοχής πρέπει για να είναι νόμιμη, να έχει την έγκριση της πλειοψηφίας των κατοίκων της. Επιπλέον η διχοτόμηση θα προκαλούσε τη σφοδρή αντίδραση των Αράβων και πιθανότητα εμφύλιο πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες ακόμα και για την παγκόσμια ειρήνη. Για τους ιθύνοντες στο Λονδίνο, η μόνη λύση στο παλαιστινιακό είναι η ανανέωση της βρετανικής Εντολής από τον ΟΗΕ ως τη δημιουργία διεθνικού κράτους.
21 Φεβρουαρίου 1947: Η Βρετανία ανακοινώνει επίσημα στις ΗΠΑ ότι αδυνατεί να συνεχίσει να στηρίζει οικονομικά και στρατιωτικά την Ελλάδα και την Τουρκία, γεγονός που θα δώσει την αφορμή στον Τρούμαν να διατυπώσει δημόσια το Δόγμα του (12 Μαρτίου 1947).
2 Απριλίου 1947: Η βρετανική κυβέρνηση, όπως είχε ανακοινώσει τον Φεβρουάριο, υποβάλλει επίσημα το παλαιστινιακό ζήτημα στα Ηνωμένα Έθνη, ζητώντας από τη Γενική Συνέλευση «να διατυπώσει συστάσεις, βάσει του άρθρου 10 του Χάρτη, σχετικά με το μελλοντικό καθεστώς διακυβέρνησης της Παλαιστίνης».
28 Απριλίου – 15 Μαΐου 1947: Πραγματοποιείται η Πρώτη Έκτακτη Ειδική Σύνοδος (First Special Session) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, αφιερωμένη αποκλειστικά στο παλαιστινιακό ζήτημα. Η Γενική Επιτροπή (General Committee) καλείται να προτείνει την ημερήσια διάταξη της συνόδου. Στις 29 Απριλίου η Γενική Επιτροπή εξετάζει την πρόταση για σύσταση ειδικής επιτροπής που θα προετοιμάσει το παλαιστινιακό ζήτημα ενόψει της δεύτερης τακτικής συνόδου της Γενικής Συνέλευσης. Πέντε αραβικά κράτη το Ιράκ, η Συρία, ο Λίβανος, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, η μόνη αραβική χώρα μέλος της Γενικής Επιτροπής, προτείνουν ένα συμπληρωματικό θέμα στην ημερήσια διάταξη: την τερματισμό της Εντολής επί της Παλαιστίνης και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Προς τεκμηρίωση της θέσης τους, οι αραβικές χώρες υποβάλλουν υπόμνημα δέκα σημείων που επικαλείται την κατοχυρωμένη στον Καταστατικό Χάρτη της Κοινωνίας των Εθνών και τον Χάρτη του ΟΗΕ προτεραιότητα της αυτοδιάθεσης των λαών. Η αραβική πρόταση απορρίπτεται αρχικά από τη Γενική Επιτροπή στις 30 Απριλίου και στη συνέχεια από τη Γενική Συνέλευση στις 1 Μαΐου. Στις 9 Μαΐου ο Χένρι Κατάν, Παλαιστίνιος δικηγόρος και ειδικός στο διεθνές δίκαιο, παρουσιάζει εκ μέρους της Ανώτατης Αραβικής Επιτροπής τη θέση της παλαιστινιακής πλευράς ενώπιον της Πρώτης Επιτροπής της Γενικής Συνέλευσης. Η σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, στις 15 Μαΐου, αποφασίζει τελικά, με το Ψήφισμα 106 (S-1), τη σύσταση ειδικής επιτροπής έρευνας, της Ειδικής Επιτροπής για την Παλαιστίνη (United Nations Special Committee on Palestine – UNSCOP), αποτελούμενη από εκπροσώπους 11 χωρών. Κανένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν συμμετέχει.

14 Μαΐου 1947: Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της ΕΣΣΔ και αντιπρόσωπός της στον ΟΗΕ Αντρέι Γκρομίκο στη συζήτηση σχετικά με τη σύσταση ειδικής επιτροπής για την Παλαιστίνη (UNSCOP) προβαίνει σε μια ιστορική ομιλία. Στην τοποθέτησή του, ο Σοβιετικός διπλωμάτης περιγράφει με μελανά χρώματα τα δεινά του εβραϊκού λαού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και διαπιστώνει την πλήρη αποτυχία της Βρετανικής Εντολής στην Παλαιστίνη. Ο Γκρομίκο τονίζει ότι η ιδανική λύση είναι η δημιουργία ενός ενιαίου, δημοκρατικού αραβο-εβραϊκού κράτους με ίσα δικαιώματα για όλους. Ωστόσο, προειδοποιεί πως αν οι σχέσεις των δύο λαών κρίνονται πλέον αγεφύρωτες, η μόνη δίκαιη εναλλακτική είναι η διαίρεση της περιοχής και η δημιουργία δύο χωριστών, ανεξάρτητων κρατών:
«Μια δίκαιη λύση μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν δοθεί επαρκής προσοχή στα νόμιμα συμφέροντα και των δύο αυτών λαών. Όλα αυτά οδηγούν τη σοβιετική αντιπροσωπεία στο συμπέρασμα ότι τα νόμιμα συμφέροντα τόσο του εβραϊκού όσο και του αραβικού πληθυσμού της Παλαιστίνης μπορούν να διασφαλιστούν δεόντως μόνο μέσω της ίδρυσης ενός ανεξάρτητου, διπλού, δημοκρατικού, ομοιογενούς αραβοεβραϊκού κράτους. Ένα τέτοιο κράτος πρέπει να βασίζεται στην ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ του εβραϊκού και του αραβικού πληθυσμού, πράγμα που θα μπορούσε να θέσει τα θεμέλια για τη συνεργασία των δύο αυτών λαών προς αμοιβαίο συμφέρον και όφελος. Είναι γνωστό ότι αυτό το σχέδιο για τη λύση του μέλλοντος της Παλαιστίνης έχει υποστηρικτές στην ίδια τη χώρα..
Η σύγχρονη ιστορία μας παρέχει παραδείγματα όχι μόνο φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων που, δυστυχώς, εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένες χώρες. Μας δίνει επίσης παραδείγματα ειρηνικής συνεργασίας διαφορετικών εθνοτήτων στο πλαίσιο ενός ενιαίου κράτους, στη διάρκεια της οποίας κάθε εθνότητα έχει απεριόριστες δυνατότητες να προσφέρει την εργασία της και να αναδείξει τα ταλέντα της εντός ενός ενιαίου κράτους και προς το κοινό συμφέρον όλου του λαού. Δεν είναι άραγε προφανές ότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο, κατά τη λήψη απόφασης για το παλαιστινιακό πρόβλημα, να ληφθούν υπόψη τα υπάρχοντα παραδείγματα τέτοιας φιλικής συνύπαρξης και αδελφικής συνεργασίας μεταξύ διαφόρων εθνοτήτων εντός ενός ενιαίου κράτους;
Έτσι, η επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος με την ίδρυση ενός ενιαίου αραβοεβραϊκού κράτους με ίσα δικαιώματα για Εβραίους και Άραβες μπορεί να θεωρηθεί ως μία από τις δυνατές λύσεις και μία από τις πλέον αξιόλογες μεθόδους επίλυσης αυτού του πολύπλοκου προβλήματος. Μια τέτοια λύση για το μέλλον της Παλαιστίνης θα μπορούσε να αποτελέσει στέρεη βάση για την ειρηνική συνύπαρξη και τη συνεργασία του αραβικού και εβραϊκού πληθυσμού της Παλαιστίνης, προς το συμφέρον και των δύο αυτών λαών και προς όφελος του συνόλου του πληθυσμού της Παλαιστίνης, καθώς και για την ειρήνη και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή.
Εάν αυτό το σχέδιο αποδεικνυόταν αδύνατο να εφαρμοστεί, λόγω της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Εβραίων και Αράβων – και θα είναι πολύ σημαντικό να γνωρίσουμε τη γνώμη της ειδικής επιτροπής επ’ αυτού – τότε θα ήταν αναγκαίο να εξεταστεί το δεύτερο σχέδιο, το οποίο, όπως και το πρώτο, έχει τους υποστηρικτές του στην Παλαιστίνη και το οποίο προβλέπει τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης σε δύο ανεξάρτητα αυτόνομα κράτη, ένα εβραϊκό και ένα αραβικό. Επαναλαμβάνω ότι μια τέτοια λύση του παλαιστινιακού προβλήματος θα δικαιολογούνταν μόνο εάν οι σχέσεις μεταξύ του εβραϊκού και του αραβικού πληθυσμού της Παλαιστίνης αποδεικνύονταν πράγματι τόσο κακές ώστε να καθίσταται αδύνατη η συμφιλίωσή τους και η εξασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξης Αράβων και Εβραίων.
Φυσικά, και τα δύο αυτά πιθανά σχέδια για το μέλλον της Παλαιστίνης πρέπει να μελετηθούν από την επιτροπή. Καθήκον της πρέπει να είναι η πολύπλευρη και προσεκτική συζήτηση των σχεδίων για τη διοίκηση της Παλαιστίνης, με σκοπό την υποβολή στην επόμενη τακτική σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης καλά μελετημένων και αιτιολογημένων προτάσεων, οι οποίες θα βοηθήσουν τα Ηνωμένα Έθνη να καταλήξουν σε δίκαιη λύση αυτού του προβλήματος, σύμφωνη με τα συμφέροντα των λαών της Παλαιστίνης, τα συμφέροντα των Ηνωμένων Εθνών και το κοινό μας συμφέρον για τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας.»
Η δήλωση αιφνιδιάζει τους αμερικανικούς κυβερνητικούς κύκλους, που περίμεναν η ΕΣΣΔ να αντιταχθεί στην αμερικανική πολιτική. Οι Βρετανοί Εργατικοί εκπλήσσονται επίσης, αλλά γρήγορα αντιλαμβάνονται το νόημα: ο φόβος τους επαληθεύεται ότι κομμουνιστές και σιωνιστές «συνωμοτούν» για να εξουδετερώσουν τη βρετανική επιρροή στη Μέση Ανατολή. Η γεωπολιτική αυτή στροφή της Μόσχας ανοίγει το «πράσινο φως» για να ξεκινήσει η μυστική στρατιωτική βοήθεια από τις χώρες του σοβιετικού μπλοκ, με κύριο εκτελεστή την Τσεχοσλοβακία.
16 Μαΐου 1947: Επίσημα στοιχεία καταγράφουν 75 νεκρούς και 196 τραυματίες από τρομοκρατικές ενέργειες σιωνιστών εναντίον βρετανικών στόχων από την 1η Ιανουαρίου 1947.29 Μαΐου 1947: Ο αλ-Χουσεΐνι φεύγει από τη Γαλλία με πτήση της TWA για το Κάιρο χρησιμοποιώντας ταξιδιωτικά έγγραφα που του παρείχε ένας Σύρος πολιτικός που ήταν κοντά στους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Ένας Μαροκινός με επιρροή είχε οργανώσει την απόδρασή του και η γαλλική αστυνομία είχε αναστείλει την επιτήρησή του.

15 Ιουνίου – 14 Αυγούστου 1947: Τα μέλη της UNSCOP, που συστάθηκε με το Ψήφισμα 106 (S-1) της Γενικής Συνέλευσης, φτάνουν στην Παλαιστίνη και παραμένουν εκεί έως τις 20 Ιουλίου. Συναντούν κατά κύριο λόγο εκπροσώπους των σιωνιστών, καθώς η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή (AHC) τους αποχωρεί με το σκεπτικό ότι «τα φυσικά δικαιώματα των Αράβων είναι αυτονόητα και δεν μπορούν να εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας, αλλά αξίζουν να αναγνωριστούν βάσει των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Στη συνέχεια η Επιτροπή μεταβαίνει στη Βυρηττό, όπου ακούει μαρτυρίες εκπροσώπων των αραβικών κρατών. Στις 28 Ιουλίου τα μέλη της φτάνουν στη Γενεύη και, μεταξύ 8 και 14 Αυγούστου, επισκέπτονται στρατόπεδα Εβραίων προσφύγων στη Γερμανία και την Αυστρία.
Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1947: Οι αγγλο-αιγυπτιακές σχέσεις φτάνουν στο ναδίρ. Στις 8 Ιουλίου ο Αιγύπτιος πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών Μαχμούντ Φαχμί αλ-Νουκράσι Πασά στέλνει επίσημη επιστολή-προσφυγή (έγγραφο ΟΗΕ με κωδικό S/410) στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Τρίγκβε Λι, καταγγέλλοντας τη συνεχιζόμενη παρουσία των βρετανικών στρατευμάτων η οποία παραβιάζει τον Χάρτη του ΟΗΕ και ζητώντας από το Συμβούλιο Ασφαλείας «να δώσει εντολή για την άμεση, πλήρη και καθολική αποχώρηση όλων των βρετανικών στρατευμάτων από το αιγυπτιακό έδαφος, συμπεριλαμβανομένης της Κοιλάδας του Νείλου». Με τη χρήση του όρου «Κοιλάδα του Νείλου», αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει απομονωμένη τη λέξη «Σουδάν» στο αίτημα της, η Αίγυπτος αρνείται στην πράξη το αγγλο-αιγυπτιακό καθεστώς της συγκυριαρχίας (Condominium) του 1899, το οποίο θεωρεί παράνομο, και αντιμετωπίζει το Σουδάν ως αναπόσπαστο γεωγραφικό και πολιτικό κομμάτι της ίδιας επικράτειας. Στις 17 Ιουλίου το Συμβούλιο Ασφαλείας εγκρίνει τη συμπερίληψη του αιγυπτιακού ζητήματος στην ημερήσια διάταξη. Η διπλωματική μάχη παίρνει πλέον επίσημη μορφή. Στις 5 Αυγούστου ξεκινούν οι δημόσιες συνεδριάσεις στη Νέα Υόρκη (493η συνεδρίαση). Ο Νουκράσι Πασά παίρνει τον λόγο και παρουσιάζει την Αίγυπτο ως θύμα μιας αναχρονιστικής κατοχής, υποστηρίζοντας ότι η Συνθήκη του 1936 υπογράφηκε υπό πίεση και δεν έχει πλέον ισχύ. Στις 11 Αυγούστου η Μεγάλη Βρετανία περνά στην αντεπίθεση. Ο Βρετανός αντιπρόσωπος, Σερ Αλεξάντερ Κάντογκαν, απαντά σκληρά, υποστηρίζοντας ότι η Συνθήκη του 1936 είναι διεθνώς έγκυρη μέχρι το 1956 και ότι η Αίγυπτος δεν μπορεί να την ακυρώσει μονομερώς. Προειδοποιεί μάλιστα ότι η απομάκρυνση των Βρετανών θα αφήσει τη Διώρυγα του Σουέζ απροστάτευτη. Στις 20 Αυγούστου η Βραζιλία καταθέτει την πρώτη συμβιβαστική πρόταση ψηφίσματος, καλώντας τα δύο μέρη να ξαναρχίσουν τις άμεσες διαπραγματεύσεις. Η Αίγυπτος απορρίπτει την ιδέα, καθώς αρνείται να διαπραγματευτεί όσο τα βρετανικά όπλα βρίσκονται στο έδαφός της. Στις 28 Αυγούστου το Συμβούλιο Ασφαλείας οδηγείται στην πρώτη ψηφοφορία για το σχέδιο της Βραζιλίας. Η πρόταση αποτυγχάνει να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες 7 θετικές ψήφους (λαμβάνει 6), καθώς η ΕΣΣΔ και η Πολωνία απέχουν, θεωρώντας την πολύ ήπια προς τους Βρετανούς. Στις 29 Αυγούστου η Κολομβία καταθέτει ένα νέο, ελαφρώς τροποποιημένο σχέδιο που ζητά επανάληψη των συνομιλιών με παράλληλη αναφορά στην αποχώρηση των στρατευμάτων. Μετά από μέρες έντονων παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, στις 10 Σεπτεμβρίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας απορρίπτει και την πρόταση της Κολομβίας, καθώς και μια τελευταία προσπάθεια της Κίνας. Μπροστά στο απόλυτο διπλωματικό αδιέξοδο, το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 17 Σεπτεμβρίου, αποφασίζει να διακόψει τη συζήτηση, αφήνοντας το ζήτημα τυπικά «ανοιχτό» στην ημερήσια διάταξη, χωρίς όμως να εκδώσει καμία δεσμευτική απόφαση.
Ο Νουκράσι Πασά επιστρέφει στο Κάιρο με άδεια χέρια. Η αποτυχία της διπλωματικής οδού στον ΟΗΕ εντείνει το αντιβρετανικό αίσθημα στην Αίγυπτο, στρώνοντας το έδαφος για τις αιματηρές συγκρούσεις των επόμενων ετών και, τελικά, για την ανατροπή της μοναρχίας με την Επανάσταση των Ελεύθερων Αξιωματικών, το 1952.
11 – 31 Ιουλίου 1947: Μέλη της Ιργκούν απαγάγουν δύο Βρετανούς λοχίες και τους κρατούν σε κρησφύγετο στη Νετάνια. Απειλούν να τους εκτελέσουν εάν οι βρετανικές αρχές της Εντολής προχωρήσουν στην εκτέλεση τριών μελών της Ιργκούν που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο από βρετανικό δικαστήριο για την επίθεση που πραγματοποίησαν εναντίον των φυλακών της Άκρας στις 4 Μαΐου. Οι εκτελέσεις πραγματοποιούνται στις 29 Ιουλίου και η Ιργκούν εκπληρώνει την απειλή της, δολοφονώντας τους δύο Βρετανούς λοχίες μέσα στο κρησφύγετο και κρεμώντας τα σώματά τους σε άλσος κοντά στη Νετάνια στις 30 Ιουλίου. Τα σώματα, παγιδευμένα με εκρηκτικά για να σκοτώσουν όσους επιχειρήσουν να τα απεγκλωβίσουν, ανακαλύπτονται την επόμενη μέρα.
11 Ιουλίου – 8 Σεπτεμβρίου 1947: Το πλοίο President Warfield, αργότερα γνωστό ως «Exodus 1947» αποπλέει από τη νότια Γαλλία με 4.515 Εβραίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος με προορισμό την Παλαιστίνη. Στις 18 Ιουλίου βρετανικά αντιτορπιλικά το αναχαιτίζουν σε διεθνή ύδατα και το οδηγούν βίαια στη Χάιφα. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης τρεις επιβάτες σκοτώνονται και δεκάδες τραυματίζονται. Οι Βρετανοί αποφασίζουν να επιστρέψουν τους πρόσφυγες αρχικά στη Γαλλία και, μετά την άρνηση αποβίβασης, το οδήγησαν στο Αμβούργο, στη Γερμανία. Η υπόθεση προκαλεί διεθνή αποτροπιασμό και γίνεται ισχυρό προπαγανδιστικό επιχείρημα υπέρ της ίδρυσης εβραϊκού κράτους. Υπολογίζεται ότι την περίοδο 1946-48 περίπου 51.000 Εβραίοι λαθρομετανάστες από τους 70.000 που έχουν προορισμό την Παλαιστίνη εκτοπίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Κύπρου και της Γερμανίας.
12-15 Ιουλίου 1947: Ο Μόσε Σνεχ, επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της Εβραϊκής Υπηρεσίας στην Ευρώπη, πραγματοποιεί μια κρίσιμη επίσκεψη στην Πράγα. Κατά τη διάρκεια των επαφών του, θέτει το ζήτημα της αγοράς όπλων στον Τσεχοσλοβάκο αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, Βλαντιμίρ Κλέμεντις. Ο Κλέμεντις, βλέποντας τη θετική στάση της Μόσχας, ανταποκρίνεται θετικά και του παρέχει μια πρώτη, καταρχήν συμφωνία. Την έγκρισή του δίνει αμέσως μετά και ο μη κομμουνιστής, φιλελεύθερος υπουργός Εξωτερικών, Γιαν Μάζαρικ, η παρουσία του οποίου αντανακλά τον χαρακτήρα της τότε τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης, η οποία δεν είναι ακόμα αμιγώς κομμουνιστική αλλά λειτουργεί ως πολυκομματικός συνασπισμός. Ο Μάζαρικ, κινούμενος από ειλικρινή φιλοεβραϊκά αισθήματα αλλά και από τη γεωπολιτική ανάγκη ευθυγράμμισης με τη Μόσχα, ανοίγει τον δρόμο για τις επόμενες επαφές.
14 – 15 Αυγούστου 1947: Η Βρετανία αποχωρεί από την Ινδία. Στις 14 Αυγούστου ανακηρύσσεται η ανεξαρτησία του Πακιστάν και στις 15 Αυγούστου η ανεξαρτησία της Ινδίας.
3 Σεπτεμβρίου 1947: Δημοσιεύεται η έκθεση της UNSCOP. Ενώ όλα τα μέλη είναι ομόφωνα στο αίτημα για τερματισμό της Βρετανικής Εντολής, η πλειοψηφία – Καναδάς, Τσεχοσλοβακία, Γουατεμάλα, Ολλανδία, Περού, Σουηδία και Ουρουγουάη – εισηγείται τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης σε αραβικό κράτος, εβραϊκό κράτος και τη δημιουργία στην Ιερουσαλήμ διεθνούς ζώνης (corpus separatum) υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Η μειοψηφία – Ινδία, Ιράν και Γιουγκοσλαβία – προτείνει ομοσπονδιακή λύση. Η εβραϊκή πλευρά αποδέχεται την πρόταση της πλειοψηφίας, η αραβική απορρίπτει και τα δύο σχέδια κατηγορηματικά.
16 – 19 Σεπτεμβρίου 1946: Το Συμβούλιο του Αραβικού Συνδέσμου συνέρχεται στο Σοφάρ του Λιβάνου και συγκροτεί Τεχνική Στρατιωτική Επιτροπή με αρμοδιότητα την εποπτεία των αμυντικών αναγκών της Παλαιστίνης, ενώ καταδικάζει την πρόταση διχοτόμησης της UNSCOP.
23 Σεπτεμβρίου – 25 Νοεμβρίου 1947: Η Γενική Συνέλευση συγκροτεί Έκτακτη Επιτροπή (Ad Hoc Committee) για την εξέταση της έκθεσης της UNSCOP, με κάθε μέλος της Γενικής Συνέλευσης να έχει δικαίωμα εκπροσώπησης σε αυτή. Η Επιτροπή ιδρύει δύο υποεπιτροπές: την Υποεπιτροπή Ι για την εξέταση της πρότασης πλειοψηφίας της UNSCOP, και την Υποεπιτροπή ΙΙ για τη «μελέτη και σύνθεση των διαφόρων αραβικών προτάσεων για ένα ανεξάρτητο ενιαίο παλαιστινιακό κράτος». Η ανισορροπία μεταξύ των δύο υποεπιτροπών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Έκτακτης Επιτροπής τοποθετεί στην Υποεπιτροπή Ι μη αραβικά και μη ισλαμικά κράτη, που είναι κατά κύριο λόγο υπέρ της διχοτόμησης, ενώ στην Υποεπιτροπή ΙΙ τοποθετεί αποκλειστικά αραβικά και ισλαμικά κράτη μέλη, με εξαίρεση την Κολομβία. Αφού λαμβάνει τις εκθέσεις των δύο υποεπιτροπών στις 22 Νοεμβρίου, η Έκτακτη Επιτροπή απορρίπτει δύο μέρες αργότερα τόσο τις προτάσεις για δημιουργία ενιαίου κράτους στην Παλαιστίνη όσο και το αίτημα των Αράβων να αποφανθεί το Διεθνές Δικαστήριο την Χάγης, μιας και το παλαιστινιακό δεν ήταν ζήτημα που αφορούσε δύο ανεξάρτητα μέλη του διεθνούς οργανισμού και ο ΟΗΕ δεν είναι το αρμόδιο όργανο για να αποφασίζει για θέματα διχοτόμησης κρατών ή περιοχών. Στις 25 Νοεμβρίου η Επιτροπή εγκρίνει το Σχέδιο Διχοτόμησης της UNSCOP με ορισμένες τροποποιήσεις και διαβιβάζει τη σύστασή της στη Γενική Συνέλευση.
26 Σεπτεμβρίου 1947: Ο Βρετανός υπουργός Αποικιών Άρθουρ Κριτς Τζόουνς ανακοινώνει την απόφαση της Βρετανίας να τερματίσει την Εντολή της στην Παλαιστίνη και να παραπέμψει το ζήτημα στον ΟΗΕ.
29 Σεπτεμβρίου – 3 Οκτωβρίου 1947: Η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή ανακοινώνει την απόρριψη του σχεδίου διχοτόμησης της UNSCOP και κηρύσσει τριήμερη γενική απεργία. Η Εβραϊκή Υπηρεσία ανακοινώνει την αποδοχή της διχοτόμησης, εκφράζει όμως την αντίθεσή της στον αποκλεισμό της Δυτικής Γαλιλαίας και της Ιερουσαλήμ από το προτεινόμενο εβραϊκό κράτος.
7 – 15 Οκτωβρίου 1947: Σύνοδος του Αραβικού Συνδέσμου επιβεβαιώνει τις μυστικές αποφάσεις της συνόδου του Μπλουντάν του Ιουνίου 1946 σχετικά με τα δυτικά πετρελαϊκά συμφέροντα και διαθέτει ένα εκατομμύριο λίρες στερλίνες στην Τεχνική Στρατιωτική Επιτροπή που είχε συσταθεί στη σύνοδο του Σοφάρ στα μέσα Σεπτεμβρίου.
11 – 13 Οκτωβρίου 1947: Οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκρίνουν το σχέδιο διχοτόμησης της UNSCOP. Δύο μέρες αργότερα το ίδιο πράττει και η Σοβιετική Ένωση. Η σύμπτωση αυτή των δύο υπερδυνάμεων δεν είναι τυχαία, αλλά προκύπτει από διαφορετικά, και σε μεγάλο βαθμό αντικρουόμενα, συμφέροντα.
Η αμερικανική υποστήριξη στη διχοτόμηση δεν είναι αυτονόητη. Ο υπουργός Άμυνας Τζέιμς Φόρεσταλ και ανώτατοι αξιωματούχοι του υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο Λόι Χέντερσον, αντιτάσσονται στη φιλοσιωνιστική πολιτική του Τρούμαν, επικρίνοντάς τον για την τάση του να δίνει έμφαση στα θέματα εσωτερικής πολιτικής σε βάρος των εθνικών συμφερόντων της χώρας. Φοβούνται την αποξένωση των αραβικών χωρών και την απώλεια πρόσβασης στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Ο Τρούμαν όμως και το επιτελείο του στον Λευκό Οίκο δεν έχουν σε μεγάλη υπόληψη τους «γραφειοκράτες» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ορισμένες φορές λαμβάνουν υπόψη τους περισσότερο τη «διάθεση» της κοινής γνώμης παρά τις προτάσεις των «ειδημόνων» του υπουργείου. Στο μεταξύ, οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 1948 είναι επί θύραις και η στήριξη των Αμερικανοεβραίων μπορεί να κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα. Από τον Νοέμβριο του 1947, ο Λευκός Οίκος υπό τον Κλάρκ Κλίφορντ, καταστρώνοντας την εκλογική στρατηγική του προέδρου Τρούμαν, εισηγείται να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις βόρειες πολιτείες όπου κατοικούν οι Εβραίοι. Σε αντίθεση με τον Νότο που θεωρείται δεδομένος, πρέπει να εξασφαλιστεί η υποστήριξη των Εβραίων, που αν και σχετικά ολιγάριθμοι (500.000, δηλαδή 3,5% του πληθυσμού) είναι συγκεντρωμένοι σε λίγες αλλά κρίσιμες εκλογικά μεγαλουπόλεις και διαθέτουν σημαντική πολιτική επιρροή.
Ενώ τα προηγούμενα χρόνια η Μόσχα είναι αντίθετη στους σιωνιστές, τώρα υποστηρίζει τον αγώνα τους ενάντια στη Βρετανία και υπέρ της ίδρυσης εβραϊκού κράτους. Τα οφέλη που προσδοκά από αυτόν τον αγώνα είναι πολλά. Αν οι Βρετανοί αποχωρήσουν από τη Μέση Ανατολή, η ΕΣΣΔ θα ενισχύσει τη θέση της στην περιοχή, θα κερδίσει την υποστήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων στον αναπτυσσόμενο κόσμο και έτσι θα επεκτείνει την επιρροή της σε ολόκληρο το ανατολικό ημισφαίριο. Αν ιδρυθεί εβραϊκό κράτος, θα έχει την υποστήριξη μεγάλου τμήματος της παγκόσμιας εβραϊκής κοινότητας, ενώ το αραβικό εθνικό κίνημα θα στραφεί κατά των διεφθαρμένων φιλοδυτικών ηγεσιών και θα προκαλέσει γενική κρίση στη Μέση Ανατολή, καθιστώντας αναγκαία τη μεσολάβησή της. Η Τσεχοσλοβακία, υπό σοβιετική επιρροή, θα αποτελέσει άλλωστε τον κύριο προμηθευτή όπλων του Ισραήλ κατά τον πόλεμο του 1948.

Πηγή: https://www.palquest.org/en/overallchronology?show=intro&sideid=5966

Πηγή: https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-204145/

Πηγή: https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-209955/
5 Νοεμβρίου 1947: Καθώς η απόφαση για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης πλησιάζει στον ΟΗΕ, ο Μπεν Γκουριόν αποφασίζει να επισπεύσει τις διαδικασίες για την εξασφάλιση πολεμικού υλικού. Δίνει εντολή στον δικηγόρο Όττο Φέλιξ (γνωστό αργότερα στο Ισραήλ ως Ουριέλ Ντορόν), ο οποίος βρίσκεται ήδη στην Πράγα, να προχωρήσει τις επαφές. Ο Φέλιξ, γεννημένος στην τσεχοσλοβακική πρωτεύουσα και ιδιοκτήτης εργοστασίου στην Ιερουσαλήμ, αξιοποιεί παλιούς συμμαθητές του σε υψηλές θέσεις της τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης, οι οποίοι τον διαβεβαιώνουν ότι το Υπουργείο Άμυνας της χώρας είναι πρόθυμο να πουλήσει όπλα στη Χαγκάνα. Την πληροφορία αυτή αξιοποιεί αμέσως ο Μπεν Γκουριόν, ο οποίος εντάσσει στην επιχείρηση τον Μορντεχάι Μαρντόρ, στέλεχος του δικτύου προμήθειας όπλων, (μετέπειτα πρώτος διευθυντής της ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας Rafael), προκειμένου να αναλάβει την τεχνική αξιολόγηση του οπλισμού, να οργανώσει τις κρυφές αποθήκες και να σχεδιάσει το εξαιρετικά δύσκολο έργο της μεταφοράς τους (μέσω λιμανιών ή αεροδρομίων) στην Παλαιστίνη. Έτσι, ανοίγει ο δρόμος για τη χαρτογράφηση των διαθέσιμων ποσοτήτων και την προετοιμασία των επαφών με την κρατική εταιρεία παραγωγής όπλων Zbrojovka Brno, εν αναμονή της άφιξης του ειδικού απεσταλμένου Εχούντ Αβριέλ τον επόμενο μήνα.
14 Νοεμβρίου 1947: Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, θορυβημένο από την επικείμενη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, προβαίνει σε μια εσωτερική υπηρεσιακή αναστολή. Η αρμόδια Επιτροπή Όπλων και Εξοπλισμών παγώνει αθόρυβα την έγκριση νέων αδειών εξαγωγής πολεμικού υλικού προς την Παλαιστίνη και τις γειτονικές χώρες. Ο υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ και ο υφυπουργός Ρόμπερτ Λόβετ στηρίζουν πλήρως αυτό το προληπτικό μέτρο, επιδιώκοντας να κρατήσουν τις ΗΠΑ μακριά από τη διαφαινόμενη σύγκρουση.
29 Νοεμβρίου 1947: Η Γενική Συνέλευση ΟΗΕ με 33 ψήφους υπέρ, 13 κατά και 10 αποχές εγκρίνει την υιοθέτηση του Ψηφίσματος 181 (II), πιο γνωστού ως Σχέδιο Διχοτόμησης της Παλαιστίνης σε δύο κράτη, το εβραϊκό (56,47% των εδαφών) και το αραβικό (43,53%, των εδαφών) με την πόλη των Ιεροσολύμων υπό ειδικό διμερές καθεστώς ως corpus separatum. Η πλειοψηφία αυτή αποκτάται την τελευταία στιγμή ύστερα από ισχυρές πιέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης και της σιωνιστικής ηγεσίας προς ορισμένα κράτη (Φιλιππίνες, Λιβερία, Αϊτή, Κόστα Ρίκα ακόμα και προς τη Γαλλία, η οποία διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Άραβες της βόρειας Αφρικής). Η Σοβιετική Ένωση, όπως είχε προϊδεάσει ο Γκρομίκο ήδη από τον Μάιο, ψηφίζει υπέρ της διχοτόμησης, ενώ η Βρετανία και η Κίνα απέχουν. Οι 13 χώρες που καταψηφίζουν τη λύση της διχοτόμησης είναι δέκα μουσουλμανικές (Αφγανιστάν, Αίγυπτος, Ιράν, Ιράκ, Λίβανος, Πακιστάν, Σαουδική Αραβία, Συρία, Τουρκία, Υεμένη), η Ινδία, η Κούβα και η Ελλάδα. Οι σιωνιστές αποδέχονται με ενθουσιασμό την πρόταση του ΟΗΕ, ενώ οι Άραβες, πλην των Υπεριορδανών, την απορρίπτουν.
1 Δεκεμβρίου 1947: Αμέσως μετά την ψηφοφορία της 29ης Νοεμβρίου ξεσπά ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Εβραίων και Αράβων στην Παλαιστίνη, που εξελίσσεται ταχύτατα σε εμφύλιο πόλεμο. Η Χαγκάνα θέτει σε κίνηση το επιχειρησιακό στάδιο της αντιπαράθεσης με τους Παλαιστινίους, εφαρμόζοντας το Σχέδιο Gimmel, που είχε καταρτιστεί τον Μάιο του 1946 με στόχο την αποσταθεροποίηση του παλαιστινιακού πληθυσμού και την κατάληψη στρατηγικών θέσεων στη χώρα. Καλεί όλους τους Εβραίους της Παλαιστίνης μεταξύ 17 και 25 ετών να εγγραφούν για στρατιωτική θητεία. Περίπου 80.000 μέλη της Χαγκάνα τίθενται σε επιφυλακή.
2 Δεκεμβρίου 1947: Οι Παλαιστίνιοι κηρύσσουν τριήμερη απεργία διαμαρτυρίας κατά του Σχεδίου Διχοτόμησης του ΟΗΕ. Οι διακοινοτικές συγκρούσεις που ξεσπούν έχουν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 11 Εβραίων και 13 Παλαιστινίων.
5 Δεκεμβρίου 1947: Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προχωρά στην επίσημη και δημόσια ανακοίνωση της επιβολής του γενικού εμπάργκο όπλων προς τη Μέση Ανατολή. Το μέτρο παρουσιάζεται ως μια ουδέτερη ειρηνευτική πρωτοβουλία, αλλά στην πράξη προκαλεί σοβαρή ασυμμετρία: στερεί από την εβραϊκή Χαγκάνα τη δυνατότητα νόμιμης αγοράς όπλων για την άμυνά της, τη στιγμή που τα αραβικά κράτη συνεχίζουν να λαμβάνουν εξοπλισμό μέσω των υφιστάμενων συμμαχικών συνθηκών τους με τη Μεγάλη Βρετανία.
6 – 31 Δεκεμβρίου 1947: Στις 6 Δεκεμβρίου η Ιργκούν επιτίθεται στο Αμπού Κάμπιρ, προάστιο της Γιάφας. Στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποιούνται πέντε επιδρομές σε παλαιστινιακές κατοικημένες περιοχές στην Ιερουσαλήμ, τη Γιάφα και το χωριό αλ-Τίρα (υποπεριφέρεια Χάιφας), με αποτέλεσμα τον θάνατο 21 αμάχων και τον τραυματισμό 67 ακόμη. Πέντε μέρες αργότερα, δυνάμεις της Χαγκάνα εισβάλλουν νύκτα στο χωριό αλ-Χισάς στο βόρειο τμήμα της αλ-Χούλα, ανατινάζουν σπίτια και σκοτώνουν 15 κατοίκους. Στις 20-21 Δεκεμβρίου δέχονται επίθεση τα χωριά Καζάζα και Ντέιρ Αγιούμπ (υποπεριφέρεια Ράμλας). Στις 28 Δεκεμβρίου επιτίθενται στη Λίφτα (δυτική Ιερουσαλήμ). Στις 29 Δεκεμβρίου επίθεση της Ιργκούν με χειροβομβίδα εναντίον παλαιστινιακού πλήθους στην Πύλη του Ηρώδη στην Ιερουσαλήμ σκοτώνει 17 αμάχους. Καθ’ όλη τη διάρκεια του μήνα, ειδική μονάδα της Χαγκάνα («Χασαχάρ», αποτελούμενη από Εβραίους μεταμφιεσμένους σε Άραβες) μαζί με την Ιργκούν εξαπολύουν συστηματικές επιθέσεις σε παλαιστινιακές συνοικίες της Χάιφας. Η κλιμάκωση κορυφώνεται στις 30 Δεκεμβρίου με επίθεση εναντίον Παλαιστινίων εργατών στα διυλιστήρια της Χάιφας, που σκοτώνει 6 και τραυματίζει 42· ως αντίποινα, Παλαιστίνιοι εργάτες σκοτώνουν 41 Εβραίους συναδέλφους τους. Η Χαγκάνα στη συνέχεια επιτίθεται στο Μπαλάντ αλ-Σέιχ, κοντά στη Χάιφα, σκοτώνοντας περισσότερους από 60 Παλαιστινίους.
8 – 16 Δεκεμβρίου 1947: Ο Αραβικός Σύνδεσμος, συνερχόμενος στο Κάιρο, κηρύσσει παράνομη τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης και αποφασίζει να θέσει στη διάθεση της Τεχνικής Στρατιωτικής Επιτροπής 10.000 τυφέκια, 3.000 εθελοντές, εκ των οποίων 500 Παλαιστίνιοι, και ένα εκατομμύριο λίρες στερλίνες.
10 Δεκεμβρίου 1947: Ξεσπούν οι πρώτες έντονες εσωτερικές αντιδράσεις στις ΗΠΑ κατά της κυβερνητικής πολιτικής. Ο Αμερικανός βουλευτής Ιμμάνουελ Σέλερ στέλνει μια οργισμένη επιστολή προς την κυβέρνηση, τονίζοντας ότι το εμπάργκο είναι καταδικαστέο, καθώς αφήνει τους Εβραίους ανυπεράσπιστους απέναντι στην αραβική επιθετικότητα. Παρά τις πιέσεις βουλευτών, γερουσιαστών και φιλελεύθερων δημοσιογράφων, οι οποίοι επισημαίνουν ότι το μέτρο πλήττει δυσανάλογα μια κοινότητα που δεν διαθέτει ακόμα δικό της κράτος ή τακτικό στρατό, ο υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ παραμένει ανένδοτος. Θεωρεί ότι οποιαδήποτε ροή αμερικανικών όπλων στην περιοχή θα υπονόμευε τη διεθνή σταθερότητα, θα έθετε σε κίνδυνο τις αμερικανικές πετρελαϊκές παραχωρήσεις και θα άνοιγε τον δρόμο για τη σοβιετική διείσδυση στη Μέση Ανατολή. Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος Χάρι Τρούμαν, αν και δέχεται ασφυκτικές πιέσεις από την αμερικανική εβραϊκή κοινότητα και νιώθει ειλικρινή συμπάθεια για τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος, επιλέγει να μην ανατρέψει την απόφαση, σεβόμενος τη στρατιωτική κρίση του Μάρσαλ.
11 Δεκεμβρίου 1947: Η βρετανική κυβέρνηση ανακοινώνει ότι η Εντολή για την Παλαιστίνη θα τερματιστεί στις 15 Μαΐου 1948, από την οποία ημερομηνία το μοναδικό καθήκον των βρετανικών δυνάμεων στην Παλαιστίνη θα είναι η ολοκλήρωση της αποχώρησής τους έως την 1η Αυγούστου 1948.
Ιανουάριος 1948: Οριστικοποιείται στην Πράγα η πρώτη επίσημη συμφωνία πώλησης όπλων μεταξύ της Τσεχοσλοβακίας και των απεσταλμένων της Χαγκάνα, με την υπογραφή συμβολαίου συνολικού ύψους 750.000 δολαρίων. Ο ειδικός απεσταλμένος του Μπεν Γκουριόν, Εχούντ Αβριέλ, και ο δικηγόρος Όττο Φέλιξ, με την καταλυτική μεσολάβηση του Ρουμάνου Εβραίου εμπόρου όπλων Ρόμπερτ Άνταμ-Αμπράμοβιτς, καταλήγουν σε συμφωνία με την κρατική τσεχοσλοβακική εταιρεία παραγωγής όπλων Zbrojovka Brno. Η συμφωνία αυτή επιτυγχάνεται χάρη στο «πράσινο φως» της Σοβιετικής Ένωσης και τη συνδρομή του μη κομμουνιστή υπουργού Εξωτερικών της Τσεχοσλοβακίας, Γιαν Μάζαρικ, ο οποίος στηρίζει το εγχείρημα. Επειδή, όμως, η νομοθεσία της Πράγας απαιτεί ο επίσημος αντισυμβαλλόμενος να είναι αναγνωρισμένο κυρίαρχο κράτος, οι πράκτορες της Χαγκάνα χρησιμοποιούν πλαστά πιστοποιητικά τελικού χρήστη (End-User Certificates) της κυβέρνησης της Αιθιοπίας για να παρακάμψουν το νομικό κόλλημα. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο περιλαμβάνει 4.500 τυφέκια τύπου Mauser, 200 πολυβόλα και 5 εκατομμύρια σφαίρες. Η Τσεχοσλοβακία διαθέτει τεράστια αποθέματα γερμανικών όπλων από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιδιώκει σταθερά τη ρευστοποίησή τους με την είσπραξη πολύτιμων αμερικανικών δολαρίων.
1 – 10 Ιανουαρίου 1948: Η Τεχνική Στρατιωτική Επιτροπή του Αραβικού Συνδέσμου οργανώνει εθελοντική δύναμη Αράβων ανταρτών, γνωστή ως Αραβικός Στρατός Απελευθέρωσης (ALA), υπό τη διοίκηση του αντάρτη ηγέτη Φαουζί αλ-Κάουκτζι, με σκοπό να βοηθήσει τους Παλαιστινίους να αντισταθούν στη διχοτόμηση. Οι πρώτοι εθελοντές του ALA, 330 τον αριθμό, φτάνουν στη βόρεια Παλαιστίνη στις 8 Ιανουαρίου και συγκρούονται με βρετανικά στρατεύματα όταν επιτίθενται στους εποικισμούς Νταν και Κφαρ Σζολντ στις 9-10 Ιανουαρίου.

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Semiramis_Hotel_bombing#/media/File:Semiramis_Hotel.jpg
2 – 26 Ιανουαρίου 1948: Στις 2 Ιανουαρίου η Χαγκάνα επιτίθεται στο χωριό Αμπού Σούσα (υποπεριφέρεια Χάιφας). Δύο μέρες αργότερα, παγιδευμένο αυτοκίνητο της Ιργκούν ανατινάζει το Grand Serai (Κυβερνητικό Κέντρο) στη Γιάφα, σκοτώνοντας 26 Παλαιστινίους αμάχους. Την επόμενη μέρα ανατινάζεται το ξενοδοχείο Σεμίραμις στην Ιερουσαλήμ, με αποτέλεσμα τον θάνατο 20 Παλαιστινίων. Στις 7 Ιανουαρίου η Ιργκούν τοποθετεί εκρηκτικά στην Πύλη της Γιάφας στην Ιερουσαλήμ, σκοτώνοντας 15 Παλαιστινίους αμάχους και τραυματίζοντας 41. Στις 11 Ιανουαρίου συνδυασμένες εβραϊκές δυνάμεις επιτίθενται εκ νέου στη Λίφτα, δύο εβδομάδες μετά την πρώτη επίθεση. Τα περισσότερα σπίτια καταστρέφονται και όλοι οι κάτοικοι εκδιώκονται. Στις 19 Ιανουαρίου η Χαγκάνα επιτίθεται στα χωριά Σαφά Αμρ (υποπεριφέρεια Χάιφας) και Τάμρα (υποπεριφέρεια Ναζαρέτ). Στις 26 Ιανουαρίου η Χαγκάνα καταστρέφει το χωριό Σουκράιρ (υποπεριφέρεια Γάζας).
21 – 28 Ιανουαρίου 1948: Δεύτερο τμήμα 360 εθελοντών του Αραβικού Στρατού Απελευθέρωσης φτάνει στην Παλαιστίνη. Μία εβδομάδα αργότερα φτάνει τρίτο τμήμα 400 εθελοντών.
29 Ιανουαρίου – 16 Φεβρουαρίου 1948: Η Επιτροπή Παλαιστίνης, της οποίας η σύσταση είχε αποφασιστεί με την απόφαση 181 (ΙΙ) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, σημειώνει στην πρώτη της έκθεση προόδου ότι η εντολή της περιλαμβάνει: (1) την παραλαβή από την εντολοδόχο δύναμη περιοχών της Παλαιστίνης που θα εκκενώνονται σταδιακά από αυτήν· (2) την προοδευτική ανάληψη εξουσίας με σκοπό τη συγκρότηση των προσωρινών συμβουλίων των δύο μελλοντικών κρατών· και (3) τον καθορισμό των συνόρων των δύο κρατών και της πόλης της Ιερουσαλήμ. Η έκθεση επισημαίνει ότι η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί «απαραίτητο, όσο διατηρείται το καθεστώς της Εντολής (δηλαδή έως τις 15 Μαΐου), να διατηρεί αδιαίρετο έλεγχο επί ολόκληρης της Παλαιστίνης». Η άρνηση αυτή καταδικάζει στην πράξη την Επιτροπή σε πλήρη αποτυχία. (Η απόφαση 186 [S-2] της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, της 14ης Μαΐου, θα την αντικαταστήσει με τον διορισμό Μεσολαβητή του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη.) Στις 16 Φεβρουαρίου η Επιτροπή Παλαιστίνης εκδίδει την πρώτη της έκθεση αφιερωμένη στην ασφάλεια στην Παλαιστίνη. Προβλέπει επιδείνωση των συνθηκών ασφαλείας, «διαπιστώνει ότι αντιμετωπίζει απόπειρα ματαίωσης των στόχων της» και αποφασίζει να διαβιβάσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ την εκτίμησή της ότι «μόνο ένοπλη συνδρομή… θα επέτρεπε στην Επιτροπή να εκπληρώσει τις ευθύνες της».
6 – 10 Φεβρουαρίου 1948: Επίθεση τμήματος του Αραβικού Στρατού Απελευθέρωσης εναντίον του εποικισμού Εϊν Ζέιτιμ αποκρούεται από βρετανικά στρατεύματα. Τέσσερις μέρες αργότερα, τα ίδια στρατεύματα αποκρούουν Παλαιστινίους αντάρτες που επιτίθενται στην εβραϊκή συνοικία Μοντεφιόρε της Ιερουσαλήμ.
11 Φεβρουαρίου – 1 Μαΐου 1948: Στις 11 Φεβρουαρίου, εν όψει της πιθανής εγκαθίδρυσης διεθνούς καθεστώτος για την Ιερουσαλήμ, η Αγία Έδρα ανοίγει «Αποστολική Αντιπροσωπεία στην Ιερουσαλήμ και στην Παλαιστίνη». Έως τότε η Παλαιστίνη υπαγόταν στην αρμοδιότητα της Παπικής Αντιπροσωπείας στο Κάιρο. Έτσι η Αγία Έδρα προστίθεται στις 22 χώρες που διατηρούσαν επίσημα προξενεία στην Ιερουσαλήμ κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής. Ωστόσο, τα αραβικά κράτη (Λίβανος, Αίγυπτος, Συρία, Σαουδική Αραβία, Υεμένη και Ιράκ) αναγκάζονται να εκκενώσουν τα προξενεία τους στην Ιερουσαλήμ, που βρίσκονται κυρίως στη συνοικία Καταμόν, έως την 1η Μαΐου.
15 Φεβρουαρίου – 5 Μαρτίου 1948: Η Χαγκάνα επιτίθεται στο χωριό Σάσα (υποπεριφέρεια Σαφάντ) και ανατινάζει 14 σπίτια, σκοτώνοντας 11 Παλαιστινίους. Την επόμενη μέρα καταστρέφει την Καισάρεια και τα γύρω χωριά νότια της Χάιφας και εκδιώκει τους κατοίκους τους. Στις 20 Φεβρουαρίου η Χαγκάνα βομβαρδίζει με όλμους αραβικές κατοικημένες συνοικίες της Χάιφας, σκοτώνοντας 6 και τραυματίζοντας 36 Παλαιστινίους αμάχους. Στις 22 Φεβρουαρίου 1948, σε επιχείρηση που οργανώνει ο Αμπντ αλ-Κάντερ αλ-Χουσεΐνι με τη βοήθεια Βρετανών λιποτακτών, εκρηκτικά τοποθετημένα σε κλεμμένα βρετανικά οχήματα εκρήγνυνται έξω από τα ξενοδοχεία Atlantic και Amdursky της Ιερουσαλήμ, που φιλοξενούν στρατιώτες της Παλμάχ. Ωστόσο οι στρατιώτες απουσιάζουν σε επιχειρήσεις και σχεδόν το σύνολο των 58 νεκρών και 32 βαριά τραυματιών είναι άμαχοι. Κατά τη διάρκεια της επόμενης εβδομάδας, μαχητές της Ιργκούν και της Λέχι σκοτώνουν 44 Βρετανούς στρατιώτες και αστυνομικούς ως αντίποινα. Τον Μάρτιο εκδιώκεται ολόκληρος ο αραβικός πληθυσμός των χωριών Κίρα και Καμούν στην περιφέρεια Χάιφας, εξασφαλίζοντας στρατηγική σύνδεση μεταξύ εβραϊκών εποικισμών. Στις 3 Μαρτίου η Λέχι ανατινάζει με παγιδευμένο αυτοκίνητο κτίριο γραφείων στη Χάιφα, σκοτώνοντας 11 και τραυματίζοντας 27 Παλαιστινίους αμάχους. Δύο μέρες αργότερα η Χαγκάνα επιτίθεται και καταλαμβάνει το χωριό Μπιγιάρ Αντάς (υποπεριφέρεια Γιάφας), εκδιώκοντας τους κατοίκους του.
5 Μαρτίου 1948: Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις που υπέβαλε η Επιτροπή Παλαιστίνης (31 Ιανουαρίου και 16 Φεβρουαρίου), καλεί τα μόνιμα μέλη του να παράσχουν κατευθύνσεις και οδηγίες στην Επιτροπή για την εφαρμογή της απόφασης 181 (ΙΙ) της Γενικής Συνέλευσης. Απευθύνει επίσης έκκληση σε όλες τις κυβερνήσεις και τους λαούς, ιδίως στην Παλαιστίνη και στις γύρω περιοχές, να αποτρέψουν ή να περιορίσουν τις ταραχές που λαμβάνουν χώρα στην Παλαιστίνη.
8 – 30 Μαρτίου 1948: Στις 8 Μαρτίου ο Τρούμαν ανακοινώνει την υποψηφιότητά του στις αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου. Η ψήφος των Αμερικανών Εβραίων του είναι πολύτιμη. Σε μυστική συνάντηση που πραγματοποιείται στον Λευκό Οίκο στις 18 Μαρτίου μεταξύ του Χάρι Τρούμαν και του Χάιμ Βάιζμαν, ο πρόεδρος δεσμεύεται να υποστηρίξει την ανακήρυξη εβραϊκού κράτους και να το αναγνωρίσει αμέσως. Την επόμενη μέρα ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ, ανενημέρωτος για τη συνάντηση Τρούμαν-Βάιζμαν, κατόπιν οδηγιών από το State Department, ζητά από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να αναστείλει την εφαρμογή του Σχεδίου Διχοτόμησης και να συγκαλέσει έκτακτη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης για να εξετάσει τη δυνατότητα διεθνούς επιτροπείας της Παλαιστίνης. Η αμερικανική κοινή γνώμη μένει έκπληκτη. Προς τι αυτή η αλλαγή, αναρωτιέται· υπάρχει τελικά συγκεκριμένη αμερικανική στρατηγική στο παλαιστινιακό ζήτημα; Ο Τύπος υπογραμμίζει ότι ο Τρούμαν «έχει μαχαιρώσει πισώπλατα τον ΟΗΕ». Ο ίδιος ο Τρούμαν εκπλήσσεται όχι τόσο με το περιεχόμενο της πρότασης όσο με τον χρόνο της δημοσιοποίησής της και την ένταση της αντίδρασης της κοινής γνώμης. Τα σχόλιά του είναι χαρακτηριστικά: το υπουργείο Εξωτερικών «έσυρε το χαλί κάτω από τα πόδια μου» και επιχείρησε «να μου κόψει το λαιμό». Στις 25 Μαρτίου δίνει συνέντευξη Τύπου, στην οποία τονίζει ότι η διεθνής επιτήρηση στην Παλαιστίνη δεν θα αντικαθιστούσε τη διχοτόμηση, αλλά αποτελεί προσωρινή λύση έως την αποκατάσταση της ειρήνης στην περιοχή. Ο Τύπος συνεχίζει να επικρίνει τη νέα αμερικανική πολιτική και να ζητά επίμονα την παραίτηση του Χέντερσον. Τελικά οι πιέσεις, σε συνδυασμό με την επικράτηση των Εβραίων στον πόλεμο της Παλαιστίνης, φέρνουν το επιθυμητό για τους σιωνιστές αποτέλεσμα. Στις 30 Απριλίου ο Τρούμαν παραγκωνίζει τον Χέντερσον, διορίζοντας σύμβουλο για τα θέματα της Παλαιστίνης ένα δικό του άνθρωπο, τον στρατηγό Τζον Χίλκριγκ, υπέρμαχο της διχοτόμησης. Την ίδια μέρα ο Αμερικανός αντιπρόσωπος υποβάλλει στο Συμβούλιο Ασφαλείας σχέδιο ψηφίσματος που ζητά τη διαπραγμάτευση εκεχειρίας με εκπροσώπους της Εβραϊκής Υπηρεσίας και της Ανώτατης Αραβικής Επιτροπής.
10 Μαρτίου – 15 Μαΐου 1948: Η δεύτερη φάση των εχθροπραξιών ξεκινά με την έγκριση του Σχεδίου Dalet ή D, από τη σιωνιστική ηγεσία. Παρά τις σιωνιστικές ενέργειες κατά την πρώτη φάση (υπό το Σχέδιο Γκίμελ) εναντίον των Παλαιστινίων, οι τελευταίοι έχουν παραμείνει ακλόνητοι στις περισσότερες τοπικές κοινότητες που προορίζονται για το εβραϊκό κράτος σύμφωνα με το Σχέδιο Διχοτόμησης του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο της αδυναμίας της Επιτροπής Παλαιστίνης του ΟΗΕ να αναλάβει σταδιακά αρμοδιότητες επί του εδάφους, της αμερικανικής διστακτικότητας και του επικείμενου τέλους της Βρετανικής Εντολής (15 Μαΐου), οι σιωνιστές ηγέτες εκτιμούν ότι η αραβική στρατιωτική επέμβαση στην Παλαιστίνη είναι αναμενόμενη και θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με το επιχείρημα ότι η Παλαιστίνη μετά την 15η Μαΐου θα στερείται καθορισμένου διεθνούς καθεστώτος. Προκειμένου να προλάβουν οποιαδήποτε επιτυχή αραβική στρατιωτική επέμβαση, η σιωνιστική ηγεσία καταρτίζει το Σχέδιο Dalet, ένα σχέδιο ολομέτωπης επίθεσης που θα διεξαχθεί πριν από την 15η Μαΐου και συνίσταται σε μια σειρά «επώνυμων» επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην κατάκτηση και εκκένωση παλαιστινιακών τοπικών κοινοτήτων που βρίσκονται σε περιοχές τις οποίες εκκενώνουν σταδιακά οι Βρετανοί, ξεκινώντας από εκείνες που έχουν παραχωρηθεί στο εβραϊκό κράτος και οποιεσδήποτε άλλες μπορούν να καταληφθούν. Προκειμένου να καθορίσει οριστικά το διεθνές καθεστώς του εδάφους που θα βρίσκεται υπό τον έλεγχό της παραμονή της 15ης Μαΐου, η σιωνιστική ηγεσία υιοθετεί πριν από το τέλος της δεύτερης φάσης τα αναγκαία διπλωματικά, πολιτικά και νομικά μέτρα για την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.
11 – 31 Μαρτίου 1948: Η Χαγκάνα ανατινάζει σπίτια στο προάστιο της Γιάφας Αμπού Κάμπιρ στις 11 Μαρτίου και στο χωριό αλ-Χουσεϊνίγια (υποπεριφέρεια Σαφάντ) στις 13 Μαρτίου. Στις 17 Μαρτίου στήνει ενέδρα σε παλαιστινιακή φάλαγγα που κατευθύνεται στη Χάιφα, σκοτώνοντας τον Άραβα διοικητή της φρουράς της Χάιφας. Πέντε μέρες αργότερα, παγιδευμένο αυτοκίνητο που αφήνουν Εβραίοι μεταμφιεσμένοι σε Βρετανούς στρατιώτες εκρήγνυται στην οδό Ιράκ στη Χάιφα, προκαλώντας 23 Παλαιστινίους θύματα. Την ίδια μέρα η Χαγκάνα καταστρέφει το χωριό Τζαμπαλίγια (κοντά στη Γιάφα, υποπεριφέρεια Γάζας), ενώ στις 24 Μαρτίου καταστρέφει βεδουινικούς οικισμούς κοντά στο Γιέβνιελ, δυτικά της Τιβεριάδας. Στις 30 Μαρτίου δυνάμεις της Ιργκούν — της τρομοκρατικής οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1931 από το Ρεβιζιονιστικό κίνημα και της οποίας ηγείται από το 1943 ο Μεναχέμ Μπέγκιν, μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ — επιτίθενται στο χωριό αλ-Σέιχ Μουάννις (υποπεριφέρεια Γιάφας) και εκδιώκουν βίαια τους κατοίκους του. Την επόμενη μέρα η Χαγκάνα ολοκληρώνει την κατεδάφιση του Αμπού Κάμπιρ κοντά στη Γιάφα και ανατινάζει τρένο κοντά στον εποικισμό Μπινγιαμίνα (υποπεριφέρεια Χάιφας), σκοτώνοντας 24 Παλαιστινίους και τραυματίζοντας 61.
Παλαιστίνιοι αντάρτες ανατινάζουν τα κεντρικά γραφεία της Εβραϊκής Υπηρεσίας στην Ιερουσαλήμ, σκοτώνοντας 12 και τραυματίζοντας 86 Εβραίους αμάχους. Στις 16 Μαρτίου αποκλείουν τον δρόμο προς σιωνιστικό εποικισμό στο Νεγκέβ στο χωριό Μπουράιρ (υποπεριφέρεια Γάζας). Δύο μέρες αργότερα στήνουν ενέδρα σε φάλαγγα της Χαγκάνα στο χωριό Αρτούφ (υποπεριφέρεια Ιερουσαλήμ) κοντά στο αλ-Λατρούν, σκοτώνοντας 11 μέλη της Χαγκάνα. Στις 21 Μαρτίου Παλαιστίνιοι αντάρτες εκρήγνυουν παγιδευμένο αυτοκίνητο στην οδό Harbour στη Χάιφα, προκαλώντας 20 Εβραίους θύματα. Στις 24 Μαρτίου δέχεται επίθεση ο εποικισμός Αταρότ, βόρεια της Ιερουσαλήμ. Στις 27 Μαρτίου Παλαιστίνιοι στήνουν ενέδρα σε φάλαγγα της Χαγκάνα που κατευθύνεται στο Γκους Ετζιόν κοντά στη Χεβρώνα, σκοτώνοντας 70 μέλη της Χαγκάνα. Από κοινού με εθελοντές του Αραβικού Στρατού Απελευθέρωσης στήνουν ενέδρα σε φάλαγγα της Χαγκάνα που κατευθύνεται στο Γιεχιάμ στη Δυτική Γαλιλαία, σκοτώνοντας 45 μέλη της Χαγκάνα· βρετανικά στρατεύματα έρχονται σε βοήθεια της φάλαγγας. Στις 31 Μαρτίου Παλαιστίνιοι αντάρτες στήνουν ενέδρα σε φάλαγγα της Χαγκάνα στο χωριό Χούλντα, ανατολικά της Ράμλας.
15 Μαρτίου 1948: Η Μεγάλη Βρετανία και η Υπεριορδανία υπογράφουν νέα συνθήκη συμμαχίας, που αντικαθιστά εκείνη της 22ας Μαρτίου 1946. Ως προς την ουσία, οι περισσότερες διατάξεις του κυρίου κειμένου της νέας συνθήκης δεν διαφέρουν σημαντικά από την προηγούμενη, με εξαίρεση την απουσία του άρθρου που ανέθετε στο Αμμάν την ευθύνη διατήρησης της εσωτερικής τάξης, το οποίο συνεπαγόταν σιωπηρά περιορισμούς στις εξωτερικές αρμοδιότητες του Αμμάν. Η κύρια διαφορά μεταξύ των δύο συνθηκών εντοπίζεται στο παράρτημα που αφορά την εγκατάσταση βρετανικών στρατευμάτων στην Υπεριορδανία. Το παράρτημα της νέας συνθήκης καταργεί πολλά από τα βρετανικά προνόμια και υποδηλώνει κοινή πρόθεση να προβληθούν οι διευρυμένοι δείκτες ανεξαρτησίας της Υπεριορδανίας. Σκοπός είναι να καταστεί δυνατή η «ανεξάρτητη» απόφαση της Υπεριορδανίας να επέμβει στρατιωτικά στην Παλαιστίνη μόλις λήξει η Εντολή επ’ αυτής, όπως είχε συμφωνηθεί στις 7 Φεβρουαρίου. Η ανταλλαγή των πράξεων κύρωσης θα πραγματοποιηθεί στις 30 Απριλίου.
19 – 20 Μαρτίου 1948: Ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν δηλώνει ότι η ίδρυση του εβραϊκού κράτους δεν εξαρτάται από την απόφαση διχοτόμησης του ΟΗΕ, αλλά από την εβραϊκή στρατιωτική υπεροχή. Την επόμενη μέρα η Εβραϊκή Υπηρεσία εκφράζει την απόρριψή της στην ιδέα επιτροπείας για την Παλαιστίνη, ενώ ο Αραβικός Σύνδεσμος ανακοινώνει την αποδοχή εκ μέρους των Αράβων εκεχειρίας και περιορισμένης επιτροπείας για την Παλαιστίνη, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδιο θα αποδεχθούν και οι Εβραίοι.
31 Μαρτίου – 1 Απριλίου 1948: Εκτελείται η επιχείρηση «Balak-1», η οποία αποτελεί την πρώτη μυστική αεροπορική αποστολή μεταφοράς τσεχοσλοβακικών όπλων στην Παλαιστίνη. Την επιχείρηση οργανώνει το επιχειρησιακό δίκτυο της Χαγκάνα, υπό την καθοδήγηση του Εχούντ Αβριέλ στην Πράγα και του Μορντεχάι Μαρντόρ στα logistics της μεταφοράς. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ένα ναυλωμένο αμερικανικό τετρακινητήριο μεταγωγικό αεροπλάνο τύπου Skymaster (Douglas C-54), το οποίο ανήκει στην εικονική αεροπορική εταιρεία Ocean Trade Room που έχει στήσει η Χαγκάνα, απογειώνεται από την Τσεχοσλοβακία και προσγειώνεται κρυφά στον εγκαταλελειμμένο βρετανικό αεροδιάδρομο Μπέιτ Νταράς (κοντά στο σημερινό Ασντόντ). Το αεροσκάφος μεταφέρει τα πρώτα 200 τυφέκια Mauser, 40 πολυβόλα και 150.000 σφαίρες.
31 Μαρτίου – 1 Απριλίου 1948: Εκτελείται η πρώτη φάση της αεροπορικής επιχείρησης Balak, η οποία έχει ως σκοπό τη δημιουργία μιας αεροπορικής γέφυρας για τη μεταφορά τσεχοσλοβακικών όπλων στην Παλαιστίνη, παρακάμπτοντας το διεθνές εμπάργκο. Το όνομα της επιχείρησης προέρχεται από τον βιβλικό βασιλιά των Μωαβιτών, Μπαλάκ, το όνομα του οποίου στην εβραϊκή παράδοση συνδέεται ετυμολογικά με την έννοια του «καταστροφέα». Την επιχείρηση οργανώνει το επιχειρησιακό δίκτυο της Χαγκάνα, υπό την καθοδήγηση του Εχούντ Αβριέλ στην Πράγα και του Μορντεχάι Μαρντόρ στα logistics της μεταφοράς.Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ένα τετρακινητήριο μεταγωγικό αεροπλάνο τύπου Douglas C-54 Skymaster προσγειώνεται κρυφά στον εγκαταλελειμμένο βρετανικό αεροδιάδρομο Μπέιτ Νταράς. Το αεροσκάφος μεταφέρει 200 τυφέκια Mauser K-98, 40 πολυβόλα MG-34 και 150.000 σφαίρες.Η ευρύτερη αεροπορική επιχείρηση οργανώνεται επιχειρησιακά από τον Αμερικανό πιλότο και βετεράνο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Αλ Σουίμερ (τον μετέπειτα ιδρυτή της ισραηλινής αεροπορικής βιομηχανίας IAI), ο οποίος στρατολογεί ξένους εθελοντές και Αμερικανοεβραίους πιλότους. Ως κύρια βάση των αεροσκαφών στην Τσεχοσλοβακία χρησιμοποιείται το στρατιωτικό αεροδρόμιο κοντά στην πόλη Ζάτετς, στο οποίο οι άνθρωποι της Χαγκάνα δίνουν την κωδική ονομασία «Ετζιόν» (ή «Ζέβρα»). Για την αποφυγή των διεθνών ελέγχων και των ερευνών του FBI, τα μεταγωγικά αεροσκάφη Curtiss C-46 Commando που χρησιμοποιούνται στη συνέχεια της επιχείρησης, πετούν υπό τα χρώματα και τη σημαία της εικονικής παναμαϊκής αεροπορικής εταιρείας LAPSA (Líneas Aéreas de Panamá S.A.).
1 Απριλίου 1948: Το ιταλικό πλοίο Nora καταφθάνει την αυγή στο λιμάνι του Τελ Αβίβ, ολοκληρώνοντας με απόλυτη επιτυχία μια από τις πιο κρίσιμες αποστολές logistics του πολέμου. Τον προηγούμενο μήνα, ο Μορντεχάι Μαρντόρ, το επιχειρησιακό στέλεχος της Χαγκάνα, χρησιμοποιεί το λιμάνι του Σιμπενίκ στη Γιουγκοσλαβία ως βασικό σταθμό φόρτωσης, κατόπιν μυστικής συμφωνίας με τις γιουγκοσλαβικές αρχές. Εκεί ναυλώνει υπό άκρα μυστικότητα το σκάφος, το οποίο δηλώνει επίσημα ψευδές φορτίο με κρεμμύδια και πατάτες, ενώ στα έγκατα του κρύβονται 4.500 τυφέκια, 200 πολυβόλα και εκατομμύρια σφαίρες. Τα όπλα ξεφορτώνονται αμέσως και, μαζί με τα όπλα που είχαν φτάσει λίγες ώρες πριν με την επιχείρηση «Balak-1», διοχετεύονται απευθείας στις μονάδες που προετοιμάζουν την Επιχείρηση Nachshon. Η άφιξη αυτή επιτρέπει για πρώτη φορά στη Χαγκάνα να εξοπλίσει μια συμπαγή δύναμη επιπέδου ταξιαρχίας και να σπάσει τον αποκλεισμό της Ιερουσαλήμ.
1 Απριλίου 1948: Το Ψήφισμα 43 του Συμβουλίου Ασφαλείας «καλεί την Εβραϊκή Υπηρεσία για την Παλαιστίνη και την Ανώτατη Αραβική Επιτροπή να στείλουν εκπροσώπους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με σκοπό τη διαπραγμάτευση εκεχειρίας μεταξύ των αραβικών και εβραϊκών κοινοτήτων της Παλαιστίνης» και «καλεί τις αραβικές και εβραϊκές ένοπλες ομάδες στην Παλαιστίνη να παύσουν αμέσως τις βίαιες ενέργειες».
3 Απριλίου 1948: Μόλις δύο εικοσιτετράωρα μετά την ιστορική άφιξη του πλοίου Nora στο Τελ Αβίβ, εκτελείται η επόμενη μεγάλη θαλάσσια αποστολή ανεφοδιασμού. Ένα μυστικό πλοίο υπό γιουγκοσλαβική σημαία αποπλέει για την Παλαιστίνη μεταφέροντας επιπλέον 500 τυφέκια, 200 πολυβόλα και πάνω από 5.000.000 φυσίγγια. Για την απόκρυψη του φορτίου από το διεθνές εμπάργκο, ο οπλισμός μεταφέρεται αποσυναρμολογημένος μέσω Γιουγκοσλαβίας ή Ουγγαρίας και δηλώνεται επίσημα στα τελωνειακά έγγραφα ως «παλιοσίδερα» (scrap iron).
3 – 21 Απριλίου 1948: Η σιωνιστική Επιχείρηση Nachshon, που αποτελεί το πρώτο στάδιο του Σχεδίου Dalet, αποσκοπεί στο άνοιγμα και εξασφάλιση του δρόμου Τελ Αβίβ-Ιερουσαλήμ. Ξεκινά με την επίθεση και κατάληψη του χωριού αλ-Κάσταλ, δυτικά της Ιερουσαλήμ. Στις 5 Απριλίου τα χωριά Χούλντα και Ντέιρ Μουχάισιν, ανατολικά της Ράμλας, δέχονται επίθεση και καταλαμβάνονται· παλαιστινιακή αντεπίθεση την επόμενη μέρα αποτυγχάνει. Στις 8 Απριλίου ο Αμπντ αλ-Κάντερ αλ-Χουσεΐνι σκοτώνεται κατά την αντεπίθεση στο αλ-Κάσταλ. Την επόμενη μέρα η Χαγκάνα ανακαταλαμβάνει το αλ-Κάσταλ, ενώ η Ιργκούν και η Λέχι σφαγιάζουν περισσότερους από 100 κατοίκους στο χωριό Ντέιρ Γιασίν, δυτικό προάστιο της Ιερουσαλήμ, τρία μίλια από το αλ-Κάσταλ. Στις 11 Απριλίου η Χαγκάνα καταστρέφει το χωριό Καλούνια, κοντά στο αλ-Κάσταλ. Στις 15 Απριλίου η Επιχείρηση Νάχσον λήγει χωρίς οι σιωνιστικές δυνάμεις να έχουν καταφέρει να ελέγξουν τον δρόμο Τελ Αβίβ-Ιερουσαλήμ όπως είχε σχεδιαστεί. Εξαπολύεται η Επιχείρηση Χαρέλ (16 και 21 Απριλίου): τα χωριά Μπιντού, Μπέιτ Σουρίκ, Σάρις και Σούμπα (υποπεριφέρεια Ιερουσαλήμ) δέχονται επίθεση και καταστρέφονται.
4 – 22 Απριλίου 1948: Ο Φαουζί αλ-Κάουκτζι επιτίθεται στον σιωνιστικό εποικισμό Μισμάρ χα-Εμέκ, νοτιοανατολικά της Χάιφας, στις 4 Απριλίου, αλλά συμφωνεί σε εκεχειρία την επόμενη μέρα για να επιτραπεί η εκκένωση γυναικών και παιδιών. Η Χαγκάνα επιτίθεται και καταλαμβάνει τα χωριά Τζιάρα (9 Απριλίου), Αμπού Σούσα (10 Απριλίου), αλ-Καφράιν και Αμπού Ζουράικ (12 Απριλίου), νοτιοανατολικά της Χάιφας, στο πλαίσιο της Επιχείρησης Μισπαράιμ (Ψαλίδι), που αποσκοπεί στην αποκοπή της Χάιφας από την ενδοχώρα της. Στις 10 Απριλίου η Χαγκάνα αντεπιτίθεται εναντίον των δυνάμεων του Κάουκτζι γύρω από το Μισμάρ χα-Εμέκ και καταλαμβάνει στις 13 Απριλίου τα γειτονικά χωριά Ναγναγίγια, αλ-Μάνσι και αλ-Λατζούν. Στις 14 Απριλίου η Χαγκάνα επιτίθεται ανεπιτυχώς στα παλαιστινιακά δρουζικά χωριά Χάουσα και Χίρμπετ αλ-Κασάγιερ, κοντά στη Χάιφα. Επαναλαμβάνει τις επιθέσεις της στις 16 Απριλίου, καταλαμβάνει τα δύο χωριά και αποκρούει αντεπίθεση δρουζικών μαχητικών δυνάμεων την ίδια μέρα. Στις 21 Απριλίου, στη Χάιφα, οι Βρετανοί εκκενώνουν αιφνιδίως κατοικημένες συνοικίες, άροντας έτσι τη ζώνη ανάσχεσης που εμπόδιζε τη Χαγκάνα να επιτεθεί σε ολόκληρη την πόλη. Η πόλη καταλαμβάνεται στις 22 Απριλίου (Επιχείρηση Μπιούρ Χαμέτς) και οι Παλαιστίνιοι κάτοικοί της τρέπονται σε φυγή.
9 – 11 Απριλίου 1948: Η Ιργκούν και η Λέχι σφαγιάζουν περισσότερους από 100 κατοίκους, ανάμεσά τους γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, στο χωριό Ντέιρ Γιασίν, δυτικό προάστιο της Ιερουσαλήμ, περίπου 5 χιλιόμετρα από το αλ-Κάσταλ. Η Χαγκάνα αποδοκιμάζει επίσημα την επίθεση, αλλά η σφαγή επισπεύδει δραματικά τη φυγή χιλιάδων Παλαιστινίων, καθώς διαδίδεται με τρόμο στα γύρω χωριά. Οι ιστορικοί Ίλαν Παπέ και Ουαλίντ Χαλίντι θεωρούν ότι η επίθεση αποτελεί μέρος του Σχεδίου Dalet, το οποίο ο Παπέ χαρακτηρίζει «σχέδιο εθνοκάθαρσης». Στο έργο του «Η Εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης» (2006) ο Παπέ γράφει ότι «ο συστηματικός χαρακτήρας του Σχεδίου Dalet εκδηλώνεται στο Ντέιρ Γιασίν, ένα γαλήνιο και φιλικό χωριό που είχε συνάψει συμφωνία μη επίθεσης με τη Χαγκάνα στην Ιερουσαλήμ, αλλά ήταν καταδικασμένο να εξαφανιστεί επειδή βρισκόταν εντός των περιοχών που το Σχέδιο Dalet όριζε να εκκαθαριστούν». Ο Ουαλίντ Χαλίντι τονίζει επίσης τη σύνδεση μεταξύ του Σχεδίου Dalet της Χαγκάνα και όσων συνέβησαν στο Ντέιρ Γιασίν, συνδέοντας ρητά την εκδίωξη των κατοίκων με τον συνολικό σχεδιασμό της Χαγκάνα. Ο Χαλίντι υποστηρίζει ότι η Χαγκάνα συμμετείχε στην επίθεση κατά του Ντέιρ Γιασίν σε όλα τα στάδιά της, συντονίζοντας και αποστέλλοντας τις δυνάμεις της Ιργκούν και της Λέχι, και συμμετέχοντας άμεσα στις μάχες. Δύο μέρες αργότερα η Χαγκάνα καταλαμβάνει το Ντέιρ Γιασίν. Η σφαγή αποτελεί σταθμό στην ιστορία της Νάκμπα.
10 Απριλίου 1948: Μονάδα ανταρτών που έχει οργανώσει η Αιγυπτιακή Μουσουλμανική Αδελφότητα επιτίθεται στον σιωνιστικό εποικισμό Κφαρ Ντάρομ στο Νεγκέβ. Ο εποικισμός θα δεχθεί επίθεση εκ νέου έναν μήνα αργότερα.
12 Απριλίου 1948: Η Βαάντ Λεουμί, που εκπροσωπεί τη Γισούβ (την κοινότητα των Εβραίων εποίκων στην Παλαιστίνη), και η Εβραϊκή Υπηρεσία, ο εκτελεστικός βραχίονας του Σιωνιστικού Κινήματος, αποφασίζουν να ανακηρύξουν εβραϊκό κράτος στις 16 Μαΐου, βάσει της βρετανικής απόφασης αποχώρησης από την Παλαιστίνη στις 15 Μαΐου και τερματισμού της Εντολής. Συγκροτούν ενιαίο προσωρινό νομοθετικό σώμα 37 μελών, που ονομάζεται Μοετζέτ Χαάμ (Συμβούλιο του Λαού), και εκτελεστικό όργανο 13 μελών, που ονομάζεται Μινχελέτ Χαάμ (Διοίκηση του Λαού), με επικεφαλής τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, τα οποία με την αποχώρηση των Άγγλων θα λειτουργούσαν ως προσωρινή εθνοσυνέλευση και κυβέρνηση αντίστοιχα, στο υπό ίδρυση εβραϊκό κράτος.
13 Απριλίου 1948: Αραβικές δυνάμεις στήνουν ενέδρα σε φάλαγγα που, με συνοδεία της Χαγκάνα, μεταφέρει ιατρικό και στρατιωτικό υλικό καθώς και προσωπικό στο Νοσοκομείο Χαντάσα στο Όρος Σκοπός της Ιερουσαλήμ. Σκοτώνονται 78 Εβραίοι, γιατροί, νοσηλευτές, φοιτητές, ασθενείς, μέλη ακαδημαϊκού προσωπικού και μαχητές της Χαγκάνα, ανάμεσά τους 23 γυναίκες, καθώς και ένας Βρετανός στρατιώτης. Δεκάδες αγνώριστα πτώματα, καμένα πέρα από κάθε αναγνώριση, ενταφιάζονται σε ομαδικό τάφο στο Νεκροταφείο Σανχεντρίν. Η Εβραϊκή Υπηρεσία χαρακτηρίζει τη σφαγή κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και ζητά να ληφθούν μέτρα για την παραβίαση των Συμβάσεων της Γενεύης. Οι Άραβες ισχυρίζονται ότι επιτέθηκαν σε στρατιωτικό σχηματισμό, ότι όλα τα μέλη της φάλαγγας συμμετείχαν σε μάχη και ότι ήταν αδύνατο να διακριθούν οι μαχητές από τους αμάχους. Διεξάγεται έρευνα και τελικά επιτυγχάνεται συμφωνία να κινούνται στο εξής χωριστά οι φάλαγγες που μεταφέρουν στρατιωτικό υλικό και προσωπικό από εκείνες που μεταφέρουν αμιγώς ιατρικό προσωπικό και υλικό, ώστε οι τελευταίες να απολαμβάνουν την προστασία που προβλέπουν οι Συμβάσεις της Γενεύης για ιατρικές αποστολές. Η επίθεση πραγματοποιείται ως αντίποινα για τη σφαγή του Ντέιρ Γιασίν πέντε μέρες νωρίτερα.
16 – 18 Απριλίου 1948: Μετά την αιφνίδια βρετανική αποχώρηση από την Τιβεριάδα, η Χαγκάνα επιτίθεται και καταλαμβάνει την πόλη. Οι Άραβες κάτοικοι της πόλης (περίπου 6.000 άτομα) τρέπονται σε φυγή.
17 Απριλίου 1948: Το Ψήφισμα 46 του Συμβουλίου Ασφαλείας καλεί όλα τα πρόσωπα και τις οργανώσεις στην Παλαιστίνη, και ιδίως την Ανώτατη Αραβική Επιτροπή και την Εβραϊκή Υπηρεσία, να παύσουν κάθε δραστηριότητα στρατιωτικού ή παραστρατιωτικού χαρακτήρα. Σε μια κίνηση που φανερώνει διστακτικότητα ως προς την εφαρμογή του Σχεδίου Διχοτόμησης, το Συμβούλιο Ασφαλείας τους καλεί επίσης να «απέχουν, εν αναμονή περαιτέρω εξέτασης του μελλοντικού καθεστώτος διακυβέρνησης της Παλαιστίνης από τη Γενική Συνέλευση, από οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα που θα μπορούσε να θίξει τα δικαιώματα, τις αξιώσεις ή τη θέση οποιασδήποτε από τις δύο κοινότητες».
20 Απριλίου 1948: Οι ΗΠΑ υποβάλλουν στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ολοκληρωμένο σχέδιο επιτροπείας. Το σχέδιο προβλέπει τον ΟΗΕ, και όχι συγκεκριμένο κράτος, ως Επίτροπο. Προϋποθέτει συνέχεια από τη Βρετανική Εντολή στην προτεινόμενη επιτροπεία και αποσκοπεί στη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας, της ιθαγένειας και των συνθηκών που αφορούν την Παλαιστίνη. Θα αναζητηθεί συμφωνία μεταξύ των αραβικών και εβραϊκών κοινοτήτων επί σχεδίου διακυβέρνησης της Παλαιστίνης, ώστε η επιτροπεία να τερματιστεί μόλις ένα τέτοιο σχέδιο «εγκριθεί από την πλειοψηφία τόσο της αραβικής όσο και της εβραϊκής κοινότητας της Παλαιστίνης μέσω δημοψηφίσματος». Ωστόσο, οι ΗΠΑ, λόγω εσωτερικών και πολιτικο-στρατιωτικών σκοπιμοτήτων, δεν θα ασκήσουν ουσιαστική πίεση για την υιοθέτηση της πρότασης επιτροπείας.
22 Απριλίου 1948: Μετά από σφοδρές μάχες, η Χαγκάνα καταλαμβάνει τη Χάιφα. Ο αραβικός πληθυσμός της πόλης (περίπου 70.000 άτομα) τρέπεται σε φυγή ή εκδιώκεται. Αραβικές πηγές και μεταγενέστερη ιστοριογραφία τεκμηριώνουν πιέσεις και εκφοβισμό από εβραϊκές δυνάμεις. Ο Βρετανός στρατηγός Στόκγουελ αρνείται να επέμβει.
23 Απριλίου 1948: Η απόφαση 48 του Συμβουλίου Ασφαλείας «συγκροτεί Επιτροπή Εκεχειρίας για την Παλαιστίνη με αποστολή να επικουρεί το Συμβούλιο Ασφαλείας στην εφαρμογή της εκεχειρίας».
24 Απριλίου – 13 Μαΐου 1948: Η Ιργκούν και η Χαγκάνα, στο πλαίσιο της Επιχείρησης Χαμέτς, εξαπολύουν επίθεση εναντίον της Γιάφας με σφοδρό βομβαρδισμό με όλμους, ακολουθούμενο από επίθεση πεζικού. Στις 28 Απριλίου οι Βρετανοί επεμβαίνουν για να σταματήσουν την επίθεση. Ωστόσο, η Χαγκάνα καταλαμβάνει τα προάστια της Γιάφας Σαλαμά, Γιαζούρ, Ταλ αλ-Ρις και Τζαμπαλίγια, αποκόπτοντας τη Γιάφα από την ενδοχώρα της. Οι εναπομείναντες κάτοικοι φεύγουν από την πόλη δια θαλάσσης, από το λιμάνι της Γιάφας, στις 29 Απριλίου. (Η Γιάφα επρόκειτο να αποτελέσει το κύριο λιμάνι του παλαιστινιακού κράτους που προέβλεπε η σύσταση διχοτόμησης του ΟΗΕ της 29ης Νοεμβρίου 1947.) Μονάδα επικουρίας του Αραβικού Στρατού Απελευθέρωσης υπό τον Μισέλ Ίσσα και άλλοι εθελοντές καταφέρνουν να διασπάσουν τον κλοιό και να εισέλθουν στη Γιάφα προκειμένου να σπάσουν την πολιορκία της Χαγκάνα και να διατηρήσουν την αντίσταση. Στις 4 Μαΐου μονάδες της Ιργκούν καταλαμβάνουν το χωριό αλ-Αμπάσιγια, κοντά στη Γιάφα. Την επόμενη μέρα η μονάδα του Μισέλ Ίσσα αποσύρεται από τη Γιάφα, τερματίζοντας την αντίσταση της πόλης. Στις 10 Μαΐου η Χαγκάνα εισέρχεται στην πόλη και στις 13 Μαΐου οι ηγέτες της πόλης υπογράφουν το έγγραφο παράδοσης στη Χαγκάνα.

25 Απριλίου 1948: Το ιταλικό φορτηγό πλοίο Resurrectio (το οποίο οι άνθρωποι της Χαγκάνα μετονομάζουν σε Borea) καταπλέει στο Τελ Αβίβ, αποτελώντας το δεύτερο μυστικό πλοίο της μεγάλης επιχείρησης μεταφοράς τσεχοσλοβακικών όπλων στην Παλαιστίνη. Το πλοίο μεταφέρει ένα διευρυμένο φορτίο εξοπλισμού, το οποίο περιλαμβάνει 5.000 τυφέκια, 1.200 πολυβόλα και τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών. Η άφιξη αυτή σταθεροποιεί τη θέση των εβραϊκών δυνάμεων και ενισχύει τα πολεμικά τους αποθέματα, μόλις λίγες εβδομάδες πριν από την επίσημη λήξη της βρετανικής εντολής και την αναμενόμενη εισβολή των τακτικών αραβικών στρατών.
30 Απριλίου – 12 Μαΐου 1948: Καθώς δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι έχουν ήδη τραπεί σε φυγή προς τις γειτονικές αραβικές χώρες, τα αραβικά κράτη σκέπτονται σοβαρά το ενδεχόμενο επέμβασης στην Παλαιστίνη μετά τις 15 Μαΐου, ημερομηνία κατά την οποία οι Βρετανοί σχεδιάζουν να αποχωρήσουν πλήρως. Στις 30 Απριλίου οι ηγέτες του Αραβικού Συνδέσμου καλούν τους αρχηγούς των γενικών επιτελείων των στρατών τους να συναντηθούν στο Αμμάν και να εκτιμήσουν για πρώτη φορά την κατάσταση στην Παλαιστίνη. Την επόμενη μέρα ο Λίβανος και η Συρία αποφασίζουν να αποστείλουν στρατεύματα στην Παλαιστίνη, και στις 2 Μαΐου το Ιράκ αποστέλλει στρατεύματα στην πόλη Μαφράκ της Ιορδανίας. Στις 10 Μαΐου οι αρχηγοί των αραβικών γενικών επιτελείων συνέρχονται για διήμερη σύνοδο στη Δαμασκό. Στις 12 Μαΐου το αιγυπτιακό κοινοβούλιο εγκρίνει την αποστολή στρατευμάτων στην Παλαιστίνη. Κηρύσσεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε όλες τις αραβικές χώρες και απαγορεύεται η είσοδος σε αυτές σε Παλαιστινίους σε ηλικία στράτευσης.
Μάιος 1948: Κατόπιν εισήγησης του Σμουέλ Μικούνης, γενικού γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Παλαιστίνης (εβραϊκή πτέρυγα), σχεδιάζεται ένα ειδικό πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης στην Τσεχοσλοβακία. Σκοπός είναι η εκπαίδευση επιλεγμένων Εβραίων κομμουνιστών υπό την καθοδήγηση του Τσεχοσλοβάκου ταγματάρχη Αντονίν Σόχορ. Στην πράξη, ωστόσο, το κριτήριο της κομματικής ταυτότητας ατονεί γρήγορα και οι εκπαιδεύσεις αφορούν ευρύτερα τα στελέχη της Χαγκάνα. Συνολικά, πάνω από 1.200 εθελοντές διαφόρων εθνικοτήτων (ανάμεσά τους και 200 μέλη της Χαγκάνα) περνούν από εξειδικευμένη στρατιωτική εκπαίδευση σε τσεχοσλοβακικά κέντρα: πιλότοι στο Ζάτετς και το Τσεσκε Μπουντεγιόβιτσε, αλεξιπτωτιστές στο Στραζ ποντ Ράλσκεμ και πληρώματα αρμάτων μάχης στο Ντέντιτσε.
2 Μαΐου 1948: Τρία μεταγωγικά αεροπλάνα, ναυλωμένα μυστικά από το δίκτυο της Χαγκάνα, φτάνουν στην Παλαιστίνη φορτωμένα με στρατιωτικό υλικό, έχοντας απογειωθεί από τη Γαλλία. Παρόλο που δεν υφίσταται επίσημη διακρατική συμφωνία για προμήθεια όπλων με το Παρίσι, η γαλλική κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική εσκεμμένης ανοχής, επιτρέποντας στους εβραϊκούς θύλακες logistics να χρησιμοποιούν τα γαλλικά αεροδρόμια και τα λιμάνια (όπως της Μασσαλίας) ως ενδιάμεσους σταθμούς μεταφόρτωσης, αποθήκευσης και ανεφοδιασμού για όπλα που έχουν αγοραστεί παράνομα από άλλες πηγές. Η αεροπορική αυτή αποστολή προσφέρει άμεση υλική ενίσχυση σε κρίσιμα τμήματα του μετώπου, καθώς οι συγκρούσεις με τις αραβικές δυνάμεις εντείνονται ενόψει της επικείμενης βρετανικής αποχώρησης.
9 – 13 Μαΐου 1948: Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την Επιχείρηση Μπαράκ (αστραπή), η Χαγκάνα καταλαμβάνει το Ακίρ (5 Μαΐου) και το Κάτρα (6 Μαΐου) στην υποπεριφέρεια Ράμλας και εκδιώκει τους κατοίκους τους. Η Επιχείρηση Μπαράκ εξαπολύεται στις 9 Μαΐου με στόχο το άνοιγμα του δρόμου προς τον Νότο και το Νεγκέβ, την κατάκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων χωριών, την εκδίωξη των κατοίκων τους μέσω «δημιουργίας γενικού πανικού» και την εδραίωση των κατακτημένων θέσεων πριν από την αντιμετώπιση των αιγυπτιακών δυνάμεων που αναμένεται να εισέλθουν στις 15 Μαΐου σε τμήματα του εδάφους που το Σχέδιο Διχοτόμησης του ΟΗΕ αποδίδει στο αραβικό κράτος. Σε πρώτο στάδιο (9-14 Μαΐου) η Χαγκάνα καταλαμβάνει στην υποπεριφέρεια Ράμλας τα Μπασσίτ, Αμπού Σούσα και αλ-Κουμπάμπ, και στην υποπεριφέρεια Γάζας τα Μπέιτ Ντάρας, Μπάρκα, αλ-Μπατάνι αλ-Σάρκι, Μπουράιρ, Χουλάικατ και Καουκάμπα. Σε δεύτερο στάδιο (15 Μαΐου – 1 Ιουνίου) κατακτά τα αλ-Μάγκαρ, αλ-Κουμπέιμπα και Ζαρνούκα (υποπεριφέρεια Ράμλας) και τα αλ-Σαουάφιρ αλ-Σαρκίγια, αλ-Μπατάνι αλ-Γκάρμπι, αλ-Μουχαράκα και Χουτζ (υποπεριφέρεια Γάζας).
12 – 14 Μαΐου 1948: Λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ, ολοκληρώνονται στην Παλαιστίνη η δεύτερη και η τρίτη μυστική αεροπορική μεταφορά οπλισμού από την Τσεχοσλοβακία για λογαριασμό της Χαγκάνα. Οι δίδυμες αυτές αποστολές, που αποτελούν συνέχεια της αεροπορικής επιχείρησης Balak, μεταφέρουν επείγοντα πολεμικό εξοπλισμό και πυρομαχικά, προκειμένου να καλυφθούν τα μεγάλα κενά των εβραϊκών δυνάμεων ενόψει της επικείμενης σύγκρουσης με τους τακτικούς στρατούς των αραβικών κρατών.
13 – 21 Μαΐου 1948: Η Χαγκάνα εξαπολύει την Επιχείρηση Μπεν-Άμι με στόχο την κατάκτηση της Δυτικής Γαλιλαίας, την εκδίωξη των Αράβων κατοίκων της και την κατεδάφιση των χωριών τους. Τα χωριά αλ-Σουμάιριγια, αλ-Ζιμπ και αλ-Μπάσα (υποπεριφέρεια Άκρας) δέχονται επίθεση και καταλαμβάνονται, ενώ το χωριό Καφρ Καρί (υποπεριφέρεια Χάιφας) καταλαμβάνεται επίσης. Η πόλη της Άκρας δέχεται επίθεση στις 16 Μαΐου και καταλαμβάνεται την επόμενη μέρα. Δεύτερο στάδιο της Επιχείρησης πραγματοποιείται στις 20-21 Μαΐου με την κατάκτηση των Ουμ αλ-Φαράτζ, αλ-Κάμπρι, αλ-Τάλ, αλ-Νάχρ και αλ-Γκαμπισίγια.
14 Μαΐου 1948: Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφασίζει τον διορισμό Μεσολαβητή του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη (ψήφισμα 186 (S-2)), με κύριο καθήκον «την προώθηση ειρηνικής διευθέτησης της μελλοντικής κατάστασης στην Παλαιστίνη». Το ψήφισμα θέτει τέλος στην Επιτροπή Παλαιστίνης που είχε συσταθεί με το ψήφισμα 181 της 29ης Νοεμβρίου 1947.

14 Μαΐου 1948: Μια ημέρα πριν λήξει η βρετανική κυριαρχία στην Παλαιστίνη, η τελετή ανακήρυξης της ανεξαρτησίας πραγματοποιείται στο Μουσείο του Τελ Αβίβ (γνωστό σήμερα ως Αίθουσα Ανεξαρτησίας). Η πρόσκληση στάλθηκε με αγγελιαφόρο το πρωί της ίδιας μέρας, ζητώντας από τους παραλήπτες να φτάσουν στις 3:30 μ.μ. και να τηρήσουν μυστική την εκδήλωση, καθώς υπάρχει φόβος ότι οι βρετανικές αρχές θα μπορούσαν να την εμποδίσουν ή ότι τα αραβικά στρατεύματα θα εισέβαλλαν νωρίτερα από το αναμενόμενο. Στις 4 μ.μ. ακριβώς, ώρα επιλεγμένη ώστε να μην παραβιαστεί το Σάββατο, ο Μπεν Γκουριόν ανοίγει την τελετή με τους 250 παρευρισκομένους. Στον τοίχο πίσω από το βήμα κρέμεται η φωτογραφία του Τέοντορ Χερτσλ, ιδρυτή του σύγχρονου Σιωνισμού, και δύο σημαίες που θα γίνουν αργότερα η επίσημη σημαία του Ισραήλ.
Πριν από την τελετή, στις 12 Μαΐου, η Μινχελέτ Χαάμ (Διοίκηση του Λαού) ψηφίζει υπέρ της ανακήρυξης ανεξαρτησίας με 6 ψήφους υπέρ και 4 κατά, απορρίπτοντας την αμερικανική πρόταση για εκεχειρία. Στη συνεδρίαση της Μοετζέτ Χαάμ (Συμβουλίου του Λαού) της 14ης Μαΐου, που διαρκεί από τη 1:50 έως τις 3:00 μ.μ., τα μέλη εγκρίνουν ομόφωνα το τελικό κείμενο της διακήρυξης, αν και προηγουμένως έχουν διεξαχθεί δύο μεγάλες διαμάχες.
Η πρώτη αφορά τα σύνορα. Ο Μπεν Γκουριόν αντιτίθεται στον καθορισμό τους, επιχειρηματολογώντας: «Αποδεχτήκαμε την απόφαση του ΟΗΕ, αλλά οι Άραβες δεν το έκαναν. Ετοιμάζονται να μας κάνουν πόλεμο. Αν τους νικήσουμε και καταλάβουμε τη Δυτική Γαλιλαία ή εδάφη εκατέρωθεν του δρόμου προς την Ιερουσαλήμ, αυτές οι περιοχές θα γίνουν μέρος του κράτους. Γιατί να δεσμευτούμε σε σύνορα που οι Άραβες δεν αποδέχονται;» Η Μινχελέτ Χαάμ ψηφίζει 5 προς 4 κατά του καθορισμού συνόρων στη διακήρυξη.
Η δεύτερη διαμάχη αφορά την αναφορά στον Θεό στο τελευταίο τμήμα της Διακήρυξης. Το αρχικό σχέδιο χρησιμοποιεί τη φράση «εμπιστευόμενοι στον Παντοδύναμο». Οι δύο ραβίνοι του Συμβουλίου, ο Σαπίρα και ο Μαϊμόν, επιμένουν στη συμπερίληψή της, με τον Σαπίρα να προτείνει τη διατύπωση «Θεός του Ισραήλ» ή «Παντοδύναμος και Λυτρωτής του Ισραήλ». Εντονότατα αντιτίθεται ο κοσμικός σοσιαλιστής Ααρόν Ζίσλινγκ του Μαπάμ, που δηλώνει ότι δεν πιστεύει στον Θεό και αρνείται να υπογράψει διακήρυξη που τον επικαλείται. Ο Μπεν Γκουριόν, επιθυμώντας ομόφωνη έγκριση, προτείνει ως συμβιβαστική λύση τη φράση «Τσουρ Ισραέλ» («Βράχος του Ισραήλ»), λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ο καθένας από εμάς, με τον τρόπο του, πιστεύει στον «Βράχο του Ισραήλ» όπως τον αντιλαμβάνεται. Θα ήθελα να κάνω ένα αίτημα: μη με αναγκάσετε να το βάλω σε ψηφοφορία». Η φράση γίνεται αποδεκτή χωρίς ψηφοφορία, καθώς είναι αρκετά ασαφής ώστε ο καθένας να την ερμηνεύει κατά βούληση, ο πιστός ως αναφορά στον Θεό, ο άθεος ως αναφορά στη δύναμη και την αντοχή του εβραϊκού λαού ή στη γη του Έρετζ Ισραήλ.
Επίσης, το όνομα «Μεντινάτ Ισραέλ» (Κράτος του Ισραήλ) για το νέο κράτος επικρατεί με 6 ψήφους έναντι 3, έναντι άλλων προτάσεων όπως Ιουδαία, Σιών ή Έρετζ Ισραήλ.
Στην τελετή η ανάγνωση της Διακήρυξης από τον Μπεν Γκουριόν διαρκεί 16 λεπτά. Η Διακήρυξη τονίζει τους ιστορικούς δεσμούς των Εβραίων με την Παλαιστίνη, αναφέρεται στην καταστροφή του ευρωπαϊκού Εβραϊσμού από τους Ναζί, επικαλείται την απόφαση του ΟΗΕ για διχοτόμηση και διαβεβαιώνει ότι το νέο κράτος θα σέβεται τις αρχές της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης. Ωστόσο, αποφεύγει να αναφερθεί στο γεγονός ότι η ίδια απόφαση προέβλεπε και την ίδρυση αραβικού κράτους και είχε οριοθετήσει τα σύνορα του εβραϊκού κράτους.

https://www.flickr.com/photos/government_press_office/6932917576/
Ως πρώτος υπογράφει ο Μπεν Γκουριόν. Από τα 37 μέλη της Μοετζέτ Χαάμ, τα 25 παρόντα υπογράφουν αλφαβητικά, αφήνοντας κενά για τα 11 μέλη που βρίσκονται αποκλεισμένα στην πολιορκημένη Ιερουσαλήμ και για ένα που βρίσκεται στο εξωτερικό. Μεταξύ των υπογραφόντων είναι και δύο γυναίκες, η Γκόλντα Μέιρ και η Ρέιτσελ Κοέν-Καγκάν. Ο Μπεν Γκουριόν επιθυμεί να ακούγονται εβραϊκά τα ονόματα στη Διακήρυξη. Όταν καλείται να υπογράψει ο δημοσιογράφος Χέρτζλ Ρόζενμπλουμ, ο Μπεν Γκουριόν τον καλεί να υπογράψει με το φιλολογικό του ψευδώνυμο Χέρτζλ Βάρντι. Ο Ρόζενμπλουμ συμμορφώνεται και αργότερα αλλάζει νομίμως το όνομά του, αν και παραδέχεται ότι μετανιώνει που δεν υπέγραψε με το πραγματικό του όνομα. Αρκετοί άλλοι υπογράφοντες υπογράφουν με τα αρχικά τους ονόματα, τα οποία εξεβραΐζουν αργότερα: η Γκόλντα Μέιρ υπογράφει ως Μέιερσον, ο Μόσε Σαρέτ ως Σέρτοκ, ο Πίνχας Ρόζεν ως Φέλιξ Ρόζενμπλουτ και ο Μέιρ Άργκοβ ως Γκραμπόφσκι, μεταξύ άλλων. Μετά την τελευταία υπογραφή, η Ισραηλινή Φιλαρμονική Ορχήστρα παιανίζει την Χατίκβα. Ο Μπεν Γκουριόν κλείνει την τελετή με τα λόγια: «Το Κράτος του Ισραήλ ιδρύθηκε! Η συνεδρίαση λύεται!»
15 Μαΐου 1948: Η Βρετανική Εντολή λήγει επίσημα στα μεσάνυχτα της 14ης προς 15η Μαΐου 1948, δηλαδή στις 00:00 ώρα Παλαιστίνης. Έντεκα λεπτά αργότερα, στις 00:11 π.μ. ώρα Παλαιστίνης της 15ης Μαΐου, που αντιστοιχεί στις 6:11 μ.μ. (της 14ης Μαΐου) ώρα Ουάσιγκτον, ο Λευκός Οίκος εκδίδει δήλωση του προέδρου Τρούμαν: «Η κυβέρνηση αυτή έχει πληροφορηθεί ότι έχει ανακηρυχθεί εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη και ότι η προσωρινή κυβέρνησή του έχει ζητήσει αναγνώριση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν την προσωρινή κυβέρνηση ως την de facto αρχή του νέου Κράτους του Ισραήλ». Η αναγνώριση αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Το διπλωματικό κατεστημένο των ΗΠΑ αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα την ίδρυση του Ισραήλ εξαιτίας των περιφερειακών ισορροπιών. Σύμβουλοι του Τρούμαν προειδοποιούν ότι η άμεση αναγνώριση θα θέσει σε κίνδυνο την πρόσβαση της Αμερικής στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, θα αποξενώσει τον αραβικό κόσμο και θα τον ωθήσει προς τη σοβιετική επιρροή, τη στιγμή που οι ΗΠΑ επιθυμούν να περιορίσουν την επέκταση των Σοβιετικών. Επιχειρηματίες, εκπαιδευτικοί και ιεραπόστολοι που έχουν περάσει χρόνια στην περιοχή επιχειρηματολογούν πειστικά ενάντια σε πολιτικές που θα στρέφονταν κατά ολόκληρου του αραβικού κόσμου. Αλλά οι υποστηρικτές του Ισραήλ, ειδικά στο Κογκρέσο, διαθέτουν περισσότερη επιρροή.Η άμεση αναγνώριση από τον Τρούμαν, παρά τις αντιρρήσεις του διπλωματικού του επιτελείου, καταδεικνύει την επιρροή του εσωτερικού παράγοντα: ο Τρούμαν δέχεται «βροχή πιέσεων και προπαγάνδας» από ηγέτες του σιωνιστικού κινήματος στις ΗΠΑ υπέρ της ίδρυσης του Ισραήλ, γεγονός που ο ίδιος παραδέχεται ότι τον ενοχλεί. Ο Αμερικανός αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ Γουόρεν Όστιν μαθαίνει την είδηση ενώ βρίσκεται στην αίθουσα του Συμβουλίου Ασφαλείας και αισθάνεται, όπως δηλώνει, «βαθιά ντροπιασμένος». Με τις προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν, ο Τρούμαν ανταγωνίζεται με τον ρεπουμπλικάνο αντίπαλό του Ρόμπερτ Ντιούι για την υποστήριξη της ίδρυσης του εβραϊκού κράτους. Τελικά κατορθώνει να πάει κόντρα σε όλα τα προγνωστικά και να επανεκλεγεί πρόεδρος των ΗΠΑ, κινητοποιώντας κατά γενική ομολογία τους ψηφοφόρους των νότιων πολιτειών, τους καθολικούς και τους Εβραίους.
Η δεύτερη χώρα που αναγνωρίζει το Ισραήλ, de facto, στέλνοντας διπλωματική νότα νωρίς τα ξημερώματα της 15ης Μαΐου 1948, είναι το Ιράν – χώρα που μέχρι το 1979 διατηρεί άριστες σχέσεις με το Ισραήλ. Θα ακολουθήσουν αργότερα την ίδια μέρα η Γουατεμάλα, η Ισλανδία και η Νικαράγουα.
15 Μαΐου 1948: Τα αραβικά κράτη μέλη του Αραβικού Συνδέσμου εκδίδουν δήλωση στην οποία υπενθυμίζουν τη θέση τους για το παλαιστινιακό ζήτημα από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έως την υιοθέτηση του Σχεδίου Διχοτόμησης του ΟΗΕ, επαναβεβαιώνουν την αδικία που συνεπάγεται το σχέδιο και επισημαίνουν, όπως είχαν προειδοποιήσει και στο παρελθόν, ότι η βίαιη επιβολή του θα οδηγούσε σε αναταραχές. Διαπιστώνουν ότι: (1) με τον τερματισμό, την ίδια αυτή ημέρα, της Βρετανικής Εντολής επί της Παλαιστίνης, «οι βρετανικές αρχές δεν φέρουν πλέον ευθύνη για την ασφάλεια στη χώρα»· (2) η τάξη και η ασφάλεια έχουν διαταραχθεί· και (3) «η σιωνιστική επιθετικότητα είχε ως αποτέλεσμα την εκδίωξη περισσότερων από ένα τέταρτο του εκατομμυρίου Αράβων κατοίκων της από τα σπίτια τους και την καταφυγή τους στις γειτονικές αραβικές χώρες». Καταλήγουν ότι, προκειμένου να σταματήσει η εξάπλωση των αναταραχών στις γειτονικές χώρες και να καλυφθεί το κενό που προέκυψε από τη μη ίδρυση νόμιμης διάδοχης αρχής στην Παλαιστίνη, «βρέθηκαν αναγκασμένες να επέμβουν στην Παλαιστίνη αποκλειστικά για να βοηθήσουν τους κατοίκους της να αποκαταστήσουν την ειρήνη και την ασφάλεια και την κυριαρχία της δικαιοσύνης και του νόμου στη χώρα τους, και για να αποτρέψουν την αιματοχυσία».
15 Μαΐου – 10 Ιουνίου 1948: Τα αιγυπτιακά στρατεύματα διασχίζουν τα σύνορα της Παλαιστίνης και κινούνται προς δύο κατευθύνσεις: βόρεια κατά μήκος της παράκτιας οδού, καταλαμβάνουν τους εβραϊκούς εποικισμούς Κφαρ Ντάρομ και Γιαντ Μορντεχάι, αλλά σταματούν στο Ισντούντ· προς το εσωτερικό, κατευθύνονται προς το Μπιρ αλ-Σαμπί και τη Χεβρώνα και σταματούν στο Ράματ Ραχέλ στον δρόμο από τη Βηθλεέμ προς την Ιερουσαλήμ. Καταλαμβάνουν επίσης μια στενή λωρίδα εδάφους για να συνδέσουν τις δυνάμεις τους μεταξύ αλ-Μάτζνταλ και Χεβρώνας μέσω αλ-Φαλούτζα και Μπέιτ Τζιμπρίν, απομονώνοντας αρκετούς εβραϊκούς εποικισμούς νότια της λωρίδας. Η Αραβική Λεγεώνα της Υπεριορδανίας, στην οποία σε ορισμένα σημεία συμμετέχουν και ιρακινές δυνάμεις, διασχίζει τον Ιορδάνη ποταμό, καταλαμβάνει τα κεντρικά υψίπεδα της Παλαιστίνης και φτάνει στα βόρεια προάστια της Ιερουσαλήμ, με αποτέλεσμα την εκκένωση των εβραϊκών εποικισμών Αταρότ και Νέβε Γιακόβ. Φτάνει επίσης στο αλ-Λατρούν και εδραιώνει τον αποκλεισμό του δρόμου προς την Ιερουσαλήμ. Στις 8-10 Ιουνίου, στο πλαίσιο της Επιχείρησης Γιορέαμ, ο ισραηλινός στρατός επιχειρεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το αλ-Λατρούν. Λιβανέζοι τακτικοί στρατιώτες ανακαταλαμβάνουν τα λιβανέζικα χωριά αλ-Μαλικίγια και Κάντας, στα λιβανο-παλαιστινιακά σύνορα, που είχαν προηγουμένως καταληφθεί από τη Χαγκάνα. Συριακά στρατεύματα προελαύνουν προς την παλαιστινιακή πόλη Σαμάχ, νότια της Λίμνης Τιβεριάδας, που είχε προηγουμένως καταληφθεί από τη Χαγκάνα. Ανακαταλαμβάνουν τη Σαμάχ και καταλαμβάνουν τους σιωνιστικούς εποικισμούς Σάαρ Χαγκολάν και Μασάντα.
16 – 18 Μαΐου 1948: Η Επίσημη Εφημερίδα της Ιορδανίας (16 Μαΐου) δημοσιεύει Προσθήκη στους Κανονισμούς Άμυνας της Υπεριορδανίας του 1935. (Ο βασιλιάς Αμπντάλα είχε υπογράψει την Προσθήκη στις 13 Μαΐου.) Η Προσθήκη ορίζει ότι οι Κανονισμοί Άμυνας θα εφαρμόζονται στη χώρα ή στις περιοχές που θα βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ιορδανικού στρατού. Βάσει της Προσθήκης, στρατιωτικό διάταγμα της 18ης Μαΐου διορίζει τον στρατηγό Ιμπραήμ Πασά Χασέμ ως Στρατιωτικό Διοικητή όλων των εδαφών που ελέγχει ο ιορδανικός στρατός στην Παλαιστίνη. Οι περιοχές αυτές θα χαρακτηριστούν αργότερα ως Δυτική Περιφέρεια και στη συνέχεια ως Δυτική Όχθη. Ένα δεύτερο στρατιωτικό διάταγμα, που εκδίδεται την ίδια ημέρα, ορίζει ότι όλες οι διατάξεις και οι κανονισμοί που ίσχυαν στην Παλαιστίνη παραμένουν σε ισχύ στις εν λόγω περιοχές, με εξαίρεση τις διατάξεις εκείνες που αντίκεινται σε οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών Άμυνας του 1935 ή σε διάταξη που εκδίδεται δυνάμει αυτών.
17 Μαΐου 1948: Η Σοβιετική Ένωση γίνεται η πρώτη χώρα που αναγνωρίζει το Ισραήλ de jure, με πλήρη και επίσημη αναγνώριση.
18 Μαΐου 1948: Τέσσερις ημέρες μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Ισραήλ και ακολουθώντας το παράδειγμα της ΕΣΣΔ (17 Μαΐου), η Τσεχοσλοβακία αναγνωρίζει και επίσημα de jure το κράτος του Ισραήλ. Η κίνηση αυτή προκαλεί την έντονη αντίδραση και τις επίσημες διαμαρτυρίες της Αιγύπτου και άλλων μουσουλμανικών χωρών. Μαζί με την Τσεχοσλοβακία, την ίδια ημέρα προχωρούν σε αναγνώριση η Γιουγκοσλαβία, η Πολωνία και η Νικαράγουα.
20 Μαΐου 1948: Κατ’ εφαρμογήν του ψηφίσματος 186 (S-2) της Γενικής Συνέλευσης της 14ης Μαΐου 1948, επιτροπή της Συνέλευσης αποτελούμενη από εκπροσώπους της Κίνας, της Γαλλίας, της ΕΣΣΔ, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών συνήλθε στις 20 Μαΐου 1948 και διόρισε τον κόμη Φόλκε Μπερναντότ, Πρόεδρο του Ερυθρού Σταυρού της Σουηδίας, ως Μεσολαβητή των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη.
22 Μαΐου 1948: Το Ψήφισμα 49 του Συμβουλίου Ασφαλείας (SC Res. 49) καλεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη «να εκδώσουν εντολή κατάπαυσης του πυρός στις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις τους», να δώσουν την υψηλότερη προτεραιότητα στη διαπραγμάτευση και διατήρηση της εκεχειρίας στην Ιερουσαλήμ και να διευκολύνουν «το έργο του Μεσολαβητή των Ηνωμένων Εθνών», του κόμη Μπερναντότ, που είχε διοριστεί δύο ημέρες νωρίτερα.
29 Μαΐου 1948: Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθετεί το Ψήφισμα 50 (SC Res. 50), το οποίο επιχειρεί να παγώσει το μέτωπο της Παλαιστίνης σε δύο επίπεδα, επιβάλλοντας ταυτόχρονα κατάπαυση του πυρός και καθολικό εμπάργκο όπλων.
Από τη μία πλευρά, το ψήφισμα καλεί όλες τις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις και αρχές να διατάξουν άμεση παύση των ένοπλων επιχειρήσεων για μια περίοδο τεσσάρων εβδομάδων. Η εποπτεία της εκεχειρίας ανατίθεται στον Μεσολαβητή του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη, Κόμη Φόλκε Μπερναντότ, ο οποίος συνεργάζεται με την προϋπάρχουσα Επιτροπή Εκεχειρίας και υποστηρίζεται από στρατιωτικούς παρατηρητές. Οι παρατηρητές αυτοί φτάνουν στην περιοχή στις 11 Ιουνίου, την ημέρα έναρξης ισχύος της εκεχειρίας, και αποτελούν τον πρώτο πυρήνα της Οργάνωσης Επίβλεψης Εκεχειρίας των Ηνωμένων Εθνών (UNTSO), η οποία θα επιβλέψει αργότερα και τις επίσημες Συμφωνίες Ανακωχής του 1949.
Από την άλλη πλευρά, το ίδιο ψήφισμα επεκτείνει και επισημοποιεί το εμπάργκο όπλων σε διεθνές επίπεδο, συνδέοντάς το άμεσα με την ανακωχή. Το Συμβούλιο Ασφαλείας καλεί όλες τις κυβερνήσεις να απέχουν από την εισαγωγή ή εξαγωγή πολεμικού υλικού όχι μόνο στην Παλαιστίνη, αλλά και στην Αίγυπτο, το Ιράκ, τον Λίβανο, τη Σαουδική Αραβία, τη Συρία, την Υπεριορδανία και την Υεμένη. Στην πράξη, ωστόσο, η Τσεχοσλοβακία, ενεργώντας υπό την απόλυτη σοβιετική επιρροή και με τις ευλογίες του Στάλιν, είναι η μόνη χώρα που αψηφά ανοιχτά τόσο το παλαιότερο αγγλοαμερικανικό εμπάργκο όσο και το νέο ψήφισμα του ΟΗΕ, συνεχίζοντας απρόσκοπτα τις κρίσιμες πωλήσεις όπλων προς το Ισραήλ.
29 Μαΐου 1948: Τέσσερα Avia S-199 εκτελούν την πρώτη επιχειρησιακή τους αποστολή, επιτιθέμενα σε αιγυπτιακή θωρακισμένη φάλαγγα κοντά στην Ασντόντ (στη γέφυρα Άντ Χαλόμ). Η επίθεση θεωρείται από πολλούς ο αποφασιστικός παράγοντας που σταματά την αιγυπτιακή προέλαση προς το Τελ Αβίβ. Επίσης χάρη στα «Σακινίμ» σταματά ο αιγυπτιακός αεροπορικός βομβαρδισμός εβραϊκών πληθυσμιακών κέντρων. Ωστόσο τα αεροσκάφη αποδεικνύονται εφιάλτης στη χρήση και τη συντήρηση, με απώλεια πιλότων, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος διοικητής της μοίρας Μόντι Άλον, που σκοτώνεται κατά την προσγείωση.
11 Ιουνίου – 8 Ιουλίου 1948: Αρχίζει εκεχειρία τεσσάρων εβδομάδων που είχε ζητήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 29 Μαΐου και διαπραγματεύτηκε ο κόμης Μπερναντότ. Η εκεχειρία λήγει στις 8 Ιουλίου. Οι ισραηλινές δυνάμεις εκμεταλλεύονται την εκεχειρία για να μετασχηματιστούν σε πλήρη στρατό από την άποψη της διοίκησης, του ελέγχου, της απορρόφησης νεοσύλλεκτων τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό, καθώς και του εξοπλισμού που λαμβάνουν από την Τσεχοσλοβακία, τη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ως γενική πολιτική, οι ισραηλινές δυνάμεις αρχίζουν τη μαζική καταστροφή εκκενωμένων χωριών, μεταξύ των οποίων το αλ-Μαζάρ στην υποπεριφέρεια Χάιφας, το Φάτζα κοντά στην Πέταχ Τίκβα, το Μπιγιάρ Αντάς, το Μίσκα, το Χάουσα και το αλ-Μανσίγια κοντά στην Άκρα.
27 Ιουνίου 1948: Φτάνει στο Ισραήλ η πρώτη θαλάσσια αποστολή τσεχοσλοβακικών όπλων με το πλοίο «Χα-Ζακέν» («ο γέροντας»), που φορτώθηκε στο λιμάνι Σιμπενίκ της Γιουγκοσλαβίας. Η αποστολή περιλαμβάνει 1.100 βαριά πολυβόλα ZB-37, περίπου 5.000 πολυβόλα MG-34, 24.760 τυφέκια και 52.440.000 σφαίρες 7,92 χιλ. Ως αποτέλεσμα, εντός λίγων εβδομάδων κάθε στρατιώτης του ισραηλινού στρατού εξοπλίζεται με προσωπικό όπλο και κάθε ομάδα και διμοιρία με τον αντίστοιχο οπλισμό.
28 Ιουνίου 1948: Ο κόμης Μπερναντότ υποβάλλει στις αραβικές και εβραϊκές αρχές το ακόλουθο σχέδιο: η Παλαιστίνη και η Υπεριορδανία να συγκροτήσουν Ένωση αποτελούμενη από δύο κράτη, ένα αραβικό και ένα εβραϊκό· τα δύο κράτη να σχηματίσουν οικονομική ένωση· η μετανάστευση να είναι ελεύθερη κατά τα πρώτα δύο χρόνια και στη συνέχεια να ρυθμίζεται, εφόσον το ζητήσει ένα από τα δύο κράτη, από το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του ΟΗΕ, του οποίου η απόφαση θα είναι δεσμευτική· να αναγνωριστεί το δικαίωμα των κατοίκων της Παλαιστίνης που εγκατέλειψαν τους «συνήθεις τόπους διαμονής τους» να επιστρέψουν στα σπίτια τους χωρίς περιορισμούς· ως προς τα σύνορα, το κεντρικό τμήμα της Παλαιστίνης και το σύνολο ή μέρος του Νεγκέβ να συμπεριληφθούν στο αραβικό έδαφος, το σύνολο ή μέρος της Δυτικής Γαλιλαίας στο εβραϊκό έδαφος, και η πόλη της Ιερουσαλήμ στο αραβικό έδαφος· η Χάιφα και η Γιάφα να καταστούν ελεύθερα λιμάνια και η Λοντ (Λύδδα) ελεύθερο αεροδρόμιο.
2 – 5 Ιουλίου 1948: Ο Αμπντ αλ-Ραχμάν Αζάμ Πασά, Γενικός Γραμματέας του Αραβικού Συνδέσμου, δηλώνει ότι τα αραβικά κράτη απορρίπτουν την πρόταση του κόμη Μπερναντότ για επίλυση του παλαιστινιακού. Τρεις μέρες αργότερα το Συμβούλιο του ισραηλινού κράτους απορρίπτει όλες τις κύριες ειρηνευτικές προτάσεις που έχει υποβάλει ο Μεσολαβητής του ΟΗΕ.
7 Ιουλίου 1948: Η Υπεριορδανία και το Ισραήλ υπογράφουν ειδική συμφωνία υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών για το Όρος Σκοπός. Κατά τη διάρκεια των μαχών, η περιοχή του Νοσοκομείου Χαντάσα και του Εβραϊκού Πανεπιστημίου αποτελούσε εβραϊκό θύλακα εντός του εδάφους που ελέγχει ο ιορδανικός στρατός. Η συμφωνία προβλέπει τα εξής: ο θύλακας θα αποστρατικοποιηθεί, όπως και το γειτονικό Νοσοκομείο Αουγούστα Βικτόρια και το παλαιστινιακό χωριό Ισσαουίγια· κάθε πλευρά θα δικαιούται να διατηρεί περιορισμένο αστυνομικό προσωπικό· οι τρεις τομείς θα τεθούν υπό την ευθύνη ασφαλείας του ΟΗΕ· ο τελευταίος θα διασφαλίζει ότι και οι δύο πλευρές λαμβάνουν επαρκείς εφοδιασμούς τροφίμων και νερού.
8 – 18 Ιουλίου 1948: Κατά τις 10 ημέρες μεταξύ της λήξης της πρώτης εκεχειρίας και της έναρξης της δεύτερης, ο ισραηλινός στρατός εξαπολύει την Επιχείρηση Ντεκέλ (Φοίνικας) στη Δυτική και Κάτω Γαλιλαία. Στο πρώτο στάδιο (8-14 Ιουλίου) καταλαμβάνει τα χωριά Άμκα, Κουουάικατ, Αμπού Σινάν, Καφρ Γιασίφ, αλ-Μακρ και Σαφά Αμρ. Στο δεύτερο στάδιο (15-18 Ιουλίου) καταλαμβάνει τη Ναζαρέτ και τα γύρω χωριά (Μαλούλ, αλ-Μουτζάιντιλ και Σαφουρίγια) καθώς και τα αλ-Ρουάις, Σααμπ, Τάμρα και Καφρ Μάντα.
10 Ιουλίου 1948: Η Πολιτική Επιτροπή του Αραβικού Συνδέσμου αποφασίζει τη σύσταση προσωρινής πολιτικής διοίκησης στα τμήματα της Παλαιστίνης που κατέχουν τα αραβικά στρατεύματα. Απαριθμεί τα τμήματα της διοίκησης και ορίζει τους Παλαιστινίους που θα τα διευθύνουν. Εξαιρεί από την αρμοδιότητα της διοίκησης «τις ανώτερες πολιτικές υποθέσεις», τις οποίες διατηρεί υπό τον έλεγχο του ίδιου του Αραβικού Συνδέσμου.
15 Ιουλίου 1948: Το Ψήφισμα 54 του Συμβουλίου Ασφαλείας διαπιστώνει «ότι η κατάσταση στην Παλαιστίνη συνιστά απειλή για την ειρήνη», «διατάσσει τις κυβερνήσεις και τις αρχές που εμπλέκονται» να εκδώσουν «εντολές κατάπαυσης του πυρός στις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις τους», αναφέρεται στη δυνατότητα προσφυγής στο Κεφάλαιο VII του Χάρτη — που προβλέπει τη λήψη καταναγκαστικών μέτρων — και ζητά την αποστρατικοποίηση της Ιερουσαλήμ.
18 Ιουλίου – 15 Οκτωβρίου 1948: Υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τίθεται σε ισχύ η Δεύτερη Εκεχειρία, που διαρκεί έως τα μέσα Οκτωβρίου. Κατά τη διάρκειά της, ο ισραηλινός στρατός συνεχίζει να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που του παρέχει η παύση των εχθροπραξιών για ανασύνταξη, ενίσχυση και αναδιοργάνωση των δυνάμεών του.
28 Ιουλίου 1948: Ανοίγει επίσημα η πρεσβεία του Ισραήλ στην Πράγα. Πρώτος πρεσβευτής αναλαμβάνει ο Εχούντ Αβριέλ (ο οποίος μέχρι τότε δρούσε ως μυστικός απεσταλμένος για τις αγορές όπλων), επισφραγίζοντας το εξαιρετικό επίπεδο των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών κατά την πρώτη περίοδο του πολέμου.
2 Αυγούστου 1948: Με την ιδιότητά του ως υπουργού Άμυνας, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν εκδίδει δύο στρατιωτικά διατάγματα. Το πρώτο προβλέπει την εφαρμογή του ισραηλινού δικαίου στην «περιοχή που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της πόλης της Ιερουσαλήμ, τμήμα των δυτικών προαστίων και περιχώρων της, καθώς και τους δρόμους που συνδέουν την Ιερουσαλήμ με την παράκτια πεδιάδα». Με το δεύτερο διάταγμα ο Μπεν Γκουριόν διορίζει στρατιωτικό διοικητή για την περιοχή. Και τα δύο κείμενα αποτελούν απάντηση στον Μεσολαβητή του ΟΗΕ Φόλκε Μπερναντότ, που κατά την επίσκεψή του στην Παλαιστίνη στις 26 Ιουλίου είχε προτείνει την αποστρατικοποίηση της Ιερουσαλήμ. Έχοντας εξασφαλίσει διάδρομο μεταξύ Ιερουσαλήμ και ακτής και αποκτήσει τον έλεγχο των παλαιστινιακών περιοχών γύρω από τη Δυτική Ιερουσαλήμ αδειάζοντάς τες από τους κατοίκους τους, οι ισραηλινοί ηγέτες αισθάνονται ότι μπορούν πλέον να αντιταχθούν ενεργά στη διεθνοποίηση της Ιερουσαλήμ που προέβλεπε το Σχέδιο Διχοτόμησης.
12 Αυγούστου 1948: Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας, κάτω από έντονες διεθνείς πιέσεις κυρίως από τις ΗΠΑ για την παραβίαση του εμπάργκο του ΟΗΕ, εκδίδει κατεπείγουσα διαταγή με την οποία τερματίζει τη λειτουργία της μυστικής βάσης στο αεροδρόμιο του Ζάτετς (κωδικός «Ετζιόν»). Η απόφαση αυτή διατάσσει την πλήρη παύση όλων των ισραηλινών αεροπορικών παραδόσεων εντός 48 ωρών. Μέχρι αυτή τη στιγμή, το «Σμήνος Αεροπορικών Μεταφορών» της ισραηλινής αεροπορίας, στελεχωμένο από εθελοντές Μαχάλ, πρόλαβε να εκτελέσει περίπου 100 πτήσεις με αεροσκάφη C-54 Skymaster, C-69 Constellation και C-46 Commando, ενώ η διακοπή αναγκάζει το Ισραήλ να αναζητήσει εναλλακτικούς προμηθευτές στην Ιταλία, την Ελβετία και το Μεξικό.
24 Σεπτεμβρίου 1948: Ξεκινά η επιχείρηση «Βελόνα» (Operation Velveta 1 & 2), η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα των αεροπορικών logistics και την έμμεση επανέναρξη των τσεχοσλοβακικών παραδόσεων μαχητικών αεροσκαφών. Καθώς το Ισραήλ έχει ήδη πληρώσει για 50 πλεονάζοντα βρετανικά μαχητικά Spitfire, η Πράγα εγκρίνει τη μεταφορά τους μόλις οι Ισραηλινοί παρουσιάζουν ένα νέο, εναλλακτικό σχέδιο πτήσης που μειώνει το διπλωματικό ρίσκο για την Τσεχοσλοβακία. Τα πρώτα 14 Spitfire απογειώνονται από το Κούνοβιτσε και πετούν με αυτόνομη πτήση προς το Ισραήλ, χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσο σταθμό ένα απομονωμένο αεροδρόμιο στο Νίκσιτς του Μαυροβουνίου, κατόπιν μυστικής οικονομικής συμφωνίας με τη Γιουγκοσλαβία.
Για να καλυφθεί η τεράστια απόσταση, στα αεροσκάφη γίνεται ριζική μετατροπή: αφαιρούνται όλα τα μη απαραίτητα εξαρτήματα (όπως τα όπλα και τα ραδιόφωνα) και προστίθενται μεγάλες, εξωτερικές δεξαμενές καυσίμων. Η επιχείρηση αποδεικνύεται εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς πέντε αεροσκάφη δεν καταφέρνουν να φτάσουν ποτέ στον προορισμό τους. Συγκεκριμένα, τρία Spitfire συντρίβονται, ενώ άλλα δύο πραγματοποιούν αναγκαστική προσγείωση στη Ρόδο, όπου και κατάσχονται άμεσα από τις ελληνικές αρχές. Η μεγαλύτερη απώλεια της επιχείρησης σημειώνεται κατά τη φάση της «Βελβέτα-2», όταν ο κύριος οργανωτής και εμπνευστής των τεχνικών μετατροπών της αποστολής, ο Αμερικανός εθελοντής ιπτάμενος μηχανικός Σαμ Πόμεραντζ, χάνει τη ζωή του όταν το αεροσκάφος του συντρίβεται λόγω κακοκαιρίας σε γιουγκοσλαβικό έδαφος.
Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1948: Στις 2 Σεπτεμβρίου η Γκόλντα Μέγιερσον (σύντομα θα αλλάξει το επώνυμό της στο εβραϊκό Μέιρ) φτάνει στη Μόσχα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 10 Σεπτεμβρίου 1948, επισκέπτεται το Κρεμλίνο και επιδίδει επίσημα τα διαπιστευτήριά της στον Πρόεδρο του Προεδρείου του Ανωτάτου Σοβιέτ, Νικολάι Σβέρνικ, αναλαμβάνοντας και επίσημα τα καθήκοντά της ως η πρώτη επικεφαλής της ισραηλινής διπλωματικής αποστολής στην ΕΣΣΔ. Η άφιξή της και μόνο προκαλεί μεγάλο ενθουσιασμό και συγκίνηση στους Εβραίους της Μόσχας, που αρχίζουν να συζητούν κρυφά για το γεγονός. Το Κρεμλίνο παρακολουθεί στενά τις πρώτες αυθόρμητες εκδηλώσεις συμπάθειας και θορυβείται. Σε πρώτη φάση αποφασίζει να τοποθετηθεί έμμεσα, με έναν κορυφαίο, στρατευμένο συγγραφέα και δημοσιογράφο – τον Ιλία Έρενμπουργκ με ένα άρθρο του στην Πράβντα. Στη σοβιετική πραγματικότητα, η Πράβντα (το επίσημο όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος) δεν δημοσιεύει ποτέ κείμενα για τόσο ευαίσθητα γεωπολιτικά και εσωτερικά ζητήματα χωρίς την έγκριση, την καθοδήγηση ή και την άμεση εντολή της κομματικής ηγεσίας. Τα σοβιετικά αρχεία δείχνουν ότι στις 18 Σεπτεμβρίου ο Γκεόργκι Μαλενκόφ υποβάλλει στον Στάλιν το προσχέδιο του άρθρου του Έρενμπουργκ. Η ηγεσία αποφασίζει ότι πρέπει να μπει ένα άμεσο, δημόσιο «φρένο» στις σιωνιστικές ψευδαισθήσεις των Σοβιετικών πολιτών. Ο Στάλιν δίνει το πράσινο φως. Στο προσχέδιο υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση: «Ο σύντροφος Στάλιν συμφωνεί».
Το άρθρο του Έρενμπουργκ δημοσιεύεται στην τρίτη σελίδα της Πράβντα, στις 21 Σεπτεμβρίου 1948, υπό τον τίτλο «Με αφορμή μια επιστολή». Το κείμενο είναι δομημένο ως απάντηση σε μια (υποτιθέμενη ή πραγματική) επιστολή που έλαβε ο Έρενμπουργκ από έναν Εβραίο φοιτητή από το Μόναχο, ονόματι «Αλέξανδρος Ρ.». Ο φοιτητής τού περιγράφει τον αντισημιτισμό που βιώνει στη μεταπολεμική Γερμανία, εκφράζει την απόγνωσή του και του γράφει ότι, αν και ποτέ δεν υπήρξε Σιωνιστής, αρχίζει πλέον να πιστεύει ότι η μόνη σωτηρία για τους Εβραίους είναι η δημιουργία ενός δικού τους κράτους, του Ισραήλ.
Χρησιμοποιώντας αυτή την επιστολή ως αφορμή, ο Έρενμπουργκ ξεδιπλώνει τη νέα γραμμή του Κρεμλίνου, η οποία διαχωρίζει πλήρως τη γεωπολιτική υποστήριξη της ΕΣΣΔ προς το Ισραήλ από την εσωτερική μοίρα των Σοβιετικών Εβραίων. Ο Έρενμπουργκ ξεκαθαρίζει ότι οι Σοβιετικοί πολίτες τρέφουν βαθιά συμπάθεια για τον λαό του Ισραήλ που μάχεται ενάντια στις «αγγλο-αραβικές ορδές» και τους Βρετανούς ιμπεριαλιστές. Ωστόσο, σπεύδει να υπογραμμίσει ότι το Ισραήλ είναι ένα καπιταλιστικό, αστικό κράτος. Κατηγορεί την ηγεσία του Ισραήλ ότι είναι προκατειλημμένη υπέρ των αστών και εναντίον των εργατών, και προειδοποιεί ότι η ισραηλινή αστική τάξη είναι έτοιμη να «πουλήσει τα εθνικά της συμφέροντα για τα δολάρια των ΗΠΑ».
Ο Έρενμπουργκ υποστηρίζει ότι οι αντισημίτες (αυτοί που μισούν τους Εβραίους) έλεγαν πάντα ένα ψέμα: ότι οι Εβραίοι δεν μπορούν να ενσωματωθούν σε καμία χώρα, ότι δεν έχουν πραγματική πατρίδα, ότι είναι «αιώνιοι περιπλανώμενοι» και ότι νοιάζονται μόνο ο ένας για τον άλλον σε όλο τον κόσμο, σαν μια κρυφή ομάδα. Έρχεται τώρα ο Σιωνισμός (το κίνημα που θέλει οι Εβραίοι να φύγουν από τις χώρες τους και να πάνε όλοι στο Ισραήλ) και λέει πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα: ότι οι Εβραίοι δεν έχουν πατρίδα στις χώρες που ζουν και ότι η μόνη πραγματική τους πατρίδα είναι το Ισραήλ.
Επομένως, ο Έρενμπουργκ υποστηρίζει ότι ο Σιωνισμός και ο αντισημιτισμός συμφωνούν κατά λάθος στο ίδιο πράγμα: ότι ένας Εβραίος που ζει, για παράδειγμα, στη Μόσχα, δεν είναι πραγματικός Σοβιετικός πολίτης, αλλά ένας «ξένος» που η καρδιά του βρίσκεται αλλού. Για τον Έρενμπουργκ, αυτή η λογική είναι επικίνδυνη και λανθασμένη. Η δική του θέση (και η επίσημη γραμμή που θέλει να περάσει) είναι ότι οι Σοβιετικοί Εβραίοι είναι εκατό τοις εκατό Σοβιετικοί πολίτες, η πατρίδα τους είναι η ΕΣΣΔ, βοήθησαν να νικηθεί ο Χίτλερ για αυτή τη χώρα και δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το Ισραήλ. Το καθεστώς θεωρεί ότι έθεσε τα όρια. Όμως λίγες μέρες μετά, το Σάββατο 4 Οκτωβρίου, περίπου πενήντα χιλιάδες Σοβιετικοί Εβραίοι πλημμυρίζουν τους δρόμους γύρω από τη Χορωδιακή Συναγωγή της Μόσχας για να υποδεχτούν την Γκόλντα. Το ίδιο γίνεται λίγες μέρες μετά, στην εκδήλωση του Γιομ Κιπούρ. Η μαζικότητα και το πάθος των εκδηλώσεων σοκάρουν το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας (Министерство государственной безопасности – МГБ, μετά το 1954 γνωστό ως КГБ), το οποίο είναι πεπεισμένο ότι υφίσταται μια βαθιά, εσωτερική «απειλή». Ο Στάλιν κατηγορεί για τούτες τις εκδηλώσεις την Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή. Στις 20 Νοεμβρίου το Πολιτικό Γραφείο με απόφαση του διατάσσει την άμεση διάλυση της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής. Το σκεπτικό της απόφασης αναφέρει ότι ο οργανισμός έχει μετατραπεί σε κέντρο «αντισοβιετικής προπαγάνδας και δίνει τακτικά αντισοβιετικές πληροφορίες σε όργανα της ξένης αντικατασκοπείας». Με βάση αυτή την κομματική εντολή, η МГБ στις 21 Νοεμβρίου αναλαμβάνει την εκτέλεση της απόφασης, προχωρώντας στο σφράγισμα των γραφείων, της εφημερίδας και του εβραϊκού εκδοτικού οίκου της Επιτροπής. Τον Δεκέμβριο ξεκινούν οι πρώτες αθόρυβες συλλήψεις βασικών στελεχών. Στις 24 Δεκεμβρίου συλλαμβάνεται ο διάσημος ποιητής Ιτζίκ Φέφερ και ο κορυφαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης Βενιαμίν Ζούσκιν.
Ο Στάλιν βοηθά να γεννηθεί το Ισραήλ για να πλήξει τη Βρετανική Αυτοκρατορία, αλλά η ίδια αυτή επιτυχία πυροδοτεί μέσα στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ έναν από τους πιο σκοτεινούς και ιδεολογικά φορτισμένους διωγμούς της ύστερης σταλινικής περιόδου.
16 Σεπτεμβρίου 1948: Μετά την αποτυχία της πρώτης πρότασής του, ο Μεσολαβητής του ΟΗΕ κόμης Μπερναντότ εγκαταλείπει την ιδέα της Ένωσης και παρουσιάζει νέο σχέδιο: δύο χωριστά κράτη, ένα πλήρως κυρίαρχο ισραηλινό κράτος και το υπόλοιπο τμήμα της Παλαιστίνης υπό Εντολή να συγχωνευθεί με την Υπεριορδανία· τα σύνορα μεταξύ των δύο κρατών να είναι ουσιαστικά ίδια με εκείνα της πρώτης πρότασης, με εξαίρεση την Ιερουσαλήμ, που «θα πρέπει να τεθεί υπό αποτελεσματικό έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών»· επιστροφή ή αποζημίωση των προσφύγων· και σύσταση Συμφιλιωτικής Επιτροπής για την Παλαιστίνη. Το νέο σχέδιο απορρίπτεται τόσο από τον Αραβικό Σύνδεσμο όσο και από το Ισραήλ.
16 Σεπτεμβρίου 1948: Προκειμένου να προσδώσει αόριστη νομική ισχύ στον ισραηλινό έλεγχο παλαιστινιακού εδάφους πέρα από τα όρια του Σχεδίου Διχοτόμησης του ΟΗΕ, και ειδικότερα της Δυτικής Ιερουσαλήμ – που θεωρείται τμήμα του Corpus Separatum υπό ειδικό διεθνές καθεστώς – το Προσωρινό Συμβούλιο του Ισραήλ εκδίδει διάταγμα που ορίζει ειδικότερα: «Κάθε νόμος που εφαρμόζεται στο σύνολο του Κράτους του Ισραήλ θεωρείται ότι εφαρμόζεται στο σύνολο της περιοχής που περιλαμβάνει τόσο το Κράτος του Ισραήλ όσο και οποιοδήποτε τμήμα της Παλαιστίνης που ο Υπουργός Άμυνας έχει ορίσει με διακήρυξη ως κατεχόμενο από τον Αμυντικό Στρατό του Ισραήλ». Το διάταγμα ορίζει ότι εφαρμόζεται αναδρομικά από τις 15 Μαΐου 1948, επικυρώνοντας έτσι σιωπηρά τα στρατιωτικά διατάγματα που είχαν εκδοθεί στις 2 Αυγούστου σχετικά με την Ιερουσαλήμ.
17 Σεπτεμβρίου 1948: Ο Σουηδός Μεσολαβητής του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη, κόμης Φόλκε Μπερναντότ, δολοφονείται στην Ιερουσαλήμ. Ταξιδεύοντας με αυτοκινητοπομπή στη συνοικία Καταμόν της Δυτικής Ιερουσαλήμ, πέφτει θύμα ενέδρας τριών ενόπλων της Λέχι, που τον εκτελούν εν ψυχρώ μαζί με τον Γάλλο συνταγματάρχη Αντρέ Σερό. Οι δολοφόνοι ανήκουν στην ομάδα Χαζίτ Χαμολεντέτ («Πατριωτικό Μέτωπο»), παρακλάδι της Λέχι. Η δολοφονία έχει εγκριθεί από την ηγεσία της Λέχι, στην οποία συμμετέχει και ο Γιτζχάκ Σαμίρ, μετέπειτα πρωθυπουργός του Ισραήλ. Ο Μπερναντότ είχε υποβάλει μόλις δύο μέρες νωρίτερα, στις 16 Σεπτεμβρίου, τη δεύτερη ειρηνευτική πρότασή του, που ήταν δυσμενής για τα ισραηλινά συμφέροντα, προβλέποντας μεταξύ άλλων διεθνή έλεγχο της Ιερουσαλήμ και επιστροφή του Νεγκέβ στους Άραβες. Η κυβέρνηση Μπεν Γκουριόν καταδικάζει επίσημα τη δολοφονία, διαλύει τη Λέχι και συλλαμβάνει ορισμένα μέλη της, αλλά κανείς δεν δικάζεται ποτέ για την πράξη αυτή. Ο Σαμίρ δεν διώκεται ποτέ δικαστικά.
21 Σεπτεμβρίου 1948: Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Μάρσαλ ανακοινώνει την υποστήριξη των ΗΠΑ για πλήρη αποδοχή των συστάσεων του δολοφονηθέντος Μεσολαβητή του ΟΗΕ κόμη Φόλκε Μπερναντότ για την επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος.
22 Σεπτεμβρίου – 2 Οκτωβρίου 1948: Στις 22 Σεπτεμβρίου η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή εκδίδει ανακοίνωση για τη σύσταση «Πανπαλαιστινιακής Κυβέρνησης» με επικεφαλής τον Αχμάντ Χιλμί Αμπντ αλ-Μπακί. Στις 30 Σεπτεμβρίου 75 επιφανείς Παλαιστίνιοι συγκροτούν αυτό που αποκαλούν Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο. Το Συμβούλιο εγκρίνει με ψηφοφορία τη νέα κυβέρνηση και εκλέγει τον Χατζ Αμίν αλ-Χουσεΐνι πρόεδρό του. Στη δεύτερη σύνοδό του υιοθετεί ομόφωνα διακήρυξη ανεξαρτησίας «ελεύθερου, δημοκρατικού, κυρίαρχου κράτους» σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. Αποτέλεσμα του ενδοαραβικού ανταγωνισμού, η Πανπαλαιστινιακή Κυβέρνηση, που τυπικά αποτελεί την επίσημη κυβέρνηση της Παλαιστίνης, παύει να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική λειτουργία από τον Δεκέμβριο του 1948. Μεταφερόμενη στο Κάιρο, θα διατηρεί μια κατά κύριο λόγο τυπική ύπαρξη έως το 1963, οπότε αποβιώνει ο Αχμάντ Χιλμί Αμπντ αλ-Μπακί.
24 Σεπτεμβρίου 1948: Ξεκινά η επιχείρηση «Βελόνα» (Operation Velveta), η οποία αποτελεί το αποκορύφωμα των αεροπορικών logistics. Η πρώτη ομάδα από τα 50 πλεονάζοντα βρετανικά μαχητικά αεροσκάφη Spitfire που αγόρασε το Ισραήλ από την Πράγα, απογειώνεται από το Κούνοβιτσε και πετούν προς το Ισραήλ με ενδιάμεσο σταθμό στη Γιουγκοσλαβία.
1 Οκτωβρίου 1948: Ως απάντηση στην ανακοίνωση της ίδρυσης της Πανπαλαιστινιακής Κυβέρνησης στη Γάζα, επιφανείς Παλαιστίνιοι, μεταξύ των οποίων ο Σουλεϊμάν αλ-Τάτζι αλ-Φαρούκι, ο Σααντ αλ-Ντιν Αλαμί και ο Ατζάτζ Νουουάιχεντ, συνέρχονται στο Αμμάν και διακηρύσσουν την αφοσίωσή τους στον βασιλιά Αμπντάλα και στην παλαιστινιορδανική ενότητα.
15 Οκτωβρίου – 4 Νοεμβρίου 1948: Παραβιάζοντας τη Δεύτερη Εκεχειρία, ο ισραηλινός στρατός εξαπολύει την Επιχείρηση Γιοάβ (γνωστή και ως Επιχείρηση Δέκα Πληγές) εναντίον των αιγυπτιακών δυνάμεων που είναι παρατεταγμένες κατά μήκος ενός άξονα που εκτείνεται από τη Χεβρώνα έως το αλ-Μάτζνταλ (στην ακτή), περνώντας από το Μπέιτ Τζιμπρίν και την αλ-Φαλούτζα. Στόχος είναι η άρση της πολιορκίας των ισραηλινών εποικισμών στο Νεγκέβ και η κατάκτηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου εδάφους στη νότια Παλαιστίνη. Η επιχείρηση ξεκινά με τον εντονότερο αεροπορικό βομβαρδισμό του Πολέμου της Παλαιστίνης έως εκείνη τη στιγμή, ναυτικά πυρά και χερσαίες επιθέσεις σε σχετικά μεγάλο μέτωπο. Η στρατιωτική εκστρατεία καταφέρνει να συνδέσει τον ισραηλινό στρατό με τον εβραϊκό θύλακα στο Νεγκέβ, προκαλεί τη φυγή και εκδίωξη δεκάδων χιλιάδων Παλαιστινίων προς τη Χεβρώνα ή τη Γάζα, και οδηγεί στην κατάκτηση του Μπιρ αλ-Σαμπί (21 Οκτωβρίου), του Μπέιτ Τζιμπρίν (27 Οκτωβρίου), του Ισντούντ (28 Οκτωβρίου), του αλ-Νταουάιμα (29 Οκτωβρίου, όπου διαπράττεται σφαγή για να εξαναγκαστούν οι κάτοικοί του να φύγουν) και του αλ-Μάτζνταλ (4 Νοεμβρίου). Μεταξύ 19 και 24 Οκτωβρίου ο ισραηλινός στρατός εξαπολύει παρεμφερή επίθεση, την Επιχείρηση χα-Χαρ, νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ, και καταλαμβάνει τα Μπέιτ Ναττίφ, Ζακαρίγια και αλ-Μπουράιτζ. Αξίζει να σημειωθεί ότι αιγυπτιακά στρατεύματα, μεταξύ των οποίων και ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, περικυκλώνονται στον «Θύλακα της Φαλούτζα» (που περιλαμβάνει τα χωριά αλ-Φαλούτζα και Ιράκ αλ-Μανσίγια) και θα συνεχίσουν να αντιστέκονται έως μετά τη λήξη του πολέμου και την υπογραφή της Συμφωνίας Ανακωχής Αιγύπτου-Ισραήλ.
21 Οκτωβρίου 1948: Με την ιδιότητά του ως υπουργού Άμυνας, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν ιδρύει επίσημα τη Στρατιωτική Διοίκηση για να αντικαταστήσει τις ad hoc διοικήσεις που είχε εγκαταστήσει ο στρατός στις περιοχές που εξακολουθούν να φιλοξενούν σημαντικό αριθμό Παλαιστινίων. Σκοπός της Στρατιωτικής Διοίκησης είναι να επιβάλει όσο το δυνατόν περισσότερους περιορισμούς στην καθημερινή ζωή των Παλαιστινίων, να εμποδίσει την επιστροφή προσφύγων που διασχίζουν τις αραβοϊσραηλινές γραμμές προς τα σπίτια τους και να διευκολύνει την κατάσχεση παλαιστινιακών ιδιοκτησιών. Στις περιοχές που υπάγονται στην ευθύνη τους, οι στρατιωτικοί διοικητές κάνουν άμεση χρήση δύο άρθρων των Κανονισμών Άμυνας (Έκτακτης Ανάγκης) του 1945 που είχε εκδώσει η Βρετανική Εντολή: του άρθρου 124, που τους επιτρέπει να επιβάλλουν απαγόρευση κυκλοφορίας σε οποιαδήποτε περιοχή για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, και του άρθρου 125, που τους επιτρέπει να απαγορεύουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο να εισέρχεται ή να εξέρχεται από περιοχή που έχει κηρυχθεί κλειστή εάν το πρόσωπο αυτό δεν διαθέτει σχετική άδεια. Η Στρατιωτική Διοίκηση θα καταργηθεί το 1966.
29 Οκτωβρίου 1948: Στο πλαίσιο της Επιχείρησης Γιοάβ, το 89ο Τάγμα Καταδρομών του ισραηλινού στρατού καταλαμβάνει το χωριό αλ-Νταουάιμα κοντά στη Χεβρώνα, που έχει πληθυσμό περίπου 6.000 κατοίκων και φιλοξενεί επιπλέον 4.000 πρόσφυγες. Οι ισραηλινές δυνάμεις δεν συναντούν αντίσταση. Η σφαγή πραγματοποιείται σε τρία στάδια: στα σπίτια και τα σοκάκια του χωριού, στο τζαμί όπου σκοτώνονται περίπου 60 ηλικιωμένοι που έχουν καταφύγει εκεί, και σε σπήλαιο στην περιοχή Τορ αλ-Ζάγκ, όπου βρίσκονται 85 πτώματα ανδρών, γυναικών και παιδιών. Ο μουχτάρης του χωριού Χασάν Μαχμούντ Ιχντέιμπ υπολογίζει σε 455 τον αριθμό των αγνοουμένων, εκ των οποίων 280 είναι άνδρες. Ο ισραηλινός ιστορικός Μπένι Μόρις εκτιμά ότι σκοτώνονται «εκατοντάδες», ο Μπεν Γκουριόν αναφέρει 70-80 νεκρούς, ενώ η ισραηλινή έρευνα καταλήγει σε περίπου 100 νεκρούς. Ισραηλινός στρατιώτης περιγράφει σε επιστολή προς εφημερίδα του κόμματος Μαπάμ ότι τα παιδιά σκοτώνονται με χτυπήματα στο κεφάλι με ρόπαλα και ότι σπίτια ανατινάσσονται με κατοίκους εντός. Τον Δεκέμβριο του 1948 ο υπουργός Γεωργίας Ααρόν Ζίσλινγκ χαρακτηρίζει τις πράξεις αυτές «ναζιστικές», αλλά οι υπουργοί αποφασίζουν να μην προχωρήσουν σε δημόσια παραδοχή για να προστατέψουν τη φήμη του Ισραήλ. Η σφαγή του αλ-Νταουάιμα θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ως η μεγαλύτερη και πλέον βάναυση σφαγή Παλαιστινίων κατά τον Πόλεμο της Παλαιστίνης, χειρότερη ακόμη και από εκείνη του Ντέιρ Γιασίν.
4 Νοεμβρίου 1948: Το Ψήφισμα 61 του Συμβουλίου Ασφαλείας (SC Res. 61) ζητά την αποχώρηση των δυνάμεων στις θέσεις που κατείχαν πριν από τις 14 Οκτωβρίου, την καθιέρωση μόνιμων γραμμών εκεχειρίας και τη δημιουργία ουδέτερων ή αποστρατικοποιημένων ζωνών.
8 Νοεμβρίου 1948 – 1 Φεβρουαρίου 1949: Μετά από εντατικές προετοιμασίες και προαναγγελθείσα απαγόρευση κυκλοφορίας επτά ωρών για τις 8 Νοεμβρίου, εκατοντάδες απογραφείς εισέρχονται σε σπίτια, Εβραίων και Αράβων, στις περιοχές που ελέγχει το νέο κράτος και επαληθεύουν πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά τις προηγούμενες εβδομάδες παρουσία όλων των μελών των νοικοκυριών. Η απογραφή έχει διπλό σκοπό: την καταμέτρηση του πληθυσμού για στατιστικούς σκοπούς και την εγγραφή ως δυνητικών πολιτών όσων καταγράφονται, με την προεκβολή ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες αποκλείονται. Ο αριθμός των Παλαιστινίων που καταγράφονται ανέρχεται σε 69.000. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι που βρίσκονται σε περιοχές υπό ισραηλινό έλεγχο δεν καταγράφονται, και άρα ενδέχεται να αποκλειστούν από την ιθαγένεια ή και να απελαθούν. Ανήκουν στις ακόλουθες αλληλεπικαλυπτόμενες κατηγορίες: εκτοπισμένοι εντός των περιοχών υπό ισραηλινό έλεγχο· πρόσφυγες που έχουν διασχίσει εκ νέου τις ισραηλινές γραμμές επιστρέφοντας από τον Λίβανο ή από περιοχές υπό ιορδανικό έλεγχο· όσοι παραμένουν σε περιοχές που κατέλαβε το Ισραήλ πέρα από το έδαφος που του παραχωρούσε το Σχέδιο Διχοτόμησης του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου του θύλακα της κεντρικής και Άνω Γαλιλαίας που είχε κατακτηθεί 8 ημέρες νωρίτερα κατά την Επιχείρηση Χιράμ, και των οποίων ο αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 30.000 και 40.000· μεταξύ 13.000 και 15.000 Βεδουίνοι· και 5.000 έως 8.000 αγόρια και άνδρες ηλικίας μεταξύ 15 και 60 ετών που κρατούνται σε στρατόπεδα εργασίας και φυλακές.
16 Νοεμβρίου 1948: Το Ψήφισμα 62 του Συμβουλίου Ασφαλείας (SC Res. 62) ζητά τη σύναψη ανακωχής σε όλους τους τομείς της Παλαιστίνης ως «μετάβαση από την παρούσα εκεχειρία στη μόνιμη ειρήνη στην Παλαιστίνη».
19 Νοεμβρίου 1948: Το Ψήφισμα 212 (ΙΙΙ) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ συστήνει Ειδικό Ταμείο για την ανακούφιση της κρίσιμης κατάστασης των Παλαιστινίων προσφύγων, «ζητά από τον Γενικό Γραμματέα να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την παροχή βοήθειας στους Παλαιστινίους πρόσφυγες και να συγκροτήσει την απαιτούμενη διοικητική οργάνωση για τον σκοπό αυτό», και να διορίσει Διευθυντή της Υπηρεσίας Αρωγής των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστινίους Πρόσφυγες.
11 Δεκεμβρίου 1948: Το Ψήφισμα 194 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ [UNGA Res. 194 (III)] συστήνει Επιτροπή Συνδιαλλαγής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη (UNCCP), αποτελούμενη από τρία μέλη, που θα είναι τελικά η Γαλλία, η Τουρκία και οι ΗΠΑ, με σκοπό να αναλάβει τα καθήκοντα του δολοφονηθέντος Μεσολαβητή του ΟΗΕ κόμη Φόλκε Μπερναντότ και να επικουρεί τις κυβερνήσεις και τις αρχές που εμπλέκονται στην επίτευξη οριστικής διευθέτησης όλων των εκκρεμών ζητημάτων μεταξύ τους. Ορίζει ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί η προστασία και η ελεύθερη πρόσβαση στην Ιερουσαλήμ και σε άλλους Αγίους Τόπους υπό αποτελεσματικό έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών και ζητά από τη Επιτροπή Συνδιαλλαγής να υποβάλει λεπτομερή πρόταση για μόνιμο διεθνές καθεστώς στην επικράτεια της Ιερουσαλήμ. Όσον αφορά τους Παλαιστινίους πρόσφυγες, η Γενική Συνέλευση αποφαίνεται ότι «στους πρόσφυγες που επιθυμούν να επιστρέψουν στις εστίες τους και να ζήσουν ειρηνικά με τους γείτονές τους πρέπει να επιτραπεί να το πράξουν το συντομότερο δυνατόν» και ότι πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση για την περιουσία όσων επιλέγουν να μην επιστρέψουν, καθώς και για απώλεια ή ζημία περιουσίας η οποία, βάσει των αρχών του διεθνούς δικαίου ή της επιείκειας, πρέπει να αποκατασταθεί από τις κυβερνήσεις ή τις αρχές που φέρουν ευθύνη. Μέχρι τα τέλη του 1948, ο αριθμός των Παλαιστινίων που έχουν εκτοπιστεί ανέρχεται σε περίπου 750.000 — το 80% του αραβικού πληθυσμού της Παλαιστίνης.
Ιανουάριος 1949 – Δεκέμβριος 1956: Αντιμέτωπος με αυξανόμενο αριθμό Παλαιστινίων προσφύγων που διασχίζουν τις αραβοϊσραηλινές γραμμές επιστρέφοντας στα χωριά τους, ο πρωθυπουργός και υπουργός Άμυνας Νταβίντ Μπεν Γκουριόν εξουσιοδοτεί τον στρατό να εγκαταστήσει ζώνες ελεύθερης βολής κατά μήκος των γραμμών. Μόνο το 1949 σκοτώνονται περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι, η πλειοψηφία των οποίων είναι άμαχοι. Υπολογίζεται ότι μεταξύ 2.700 και 5.000 άνθρωποι σκοτώνονται έως το 1956. Άλλα ισραηλινά μέτρα περιλαμβάνουν την τοποθέτηση παγίδων στις περιοχές κατά μήκος των γραμμών κατάπαυσης του πυρός, τη διενέργεια αιφνιδιαστικών ελέγχων ταυτότητας στους δρόμους, την επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας σε χωριά για έρευνα από σπίτι σε σπίτι, ή τη σύλληψη ολόκληρων πληθυσμών χωριών προκειμένου να εντοπιστούν — συχνά αυθαίρετα — όσοι αδυνατούν να επιδείξουν τα κατάλληλα έγγραφα και να απελαθούν εκτός του εδάφους υπό ισραηλινό έλεγχο. Υπολογίζεται ότι περίπου 20.000 Παλαιστίνιοι απελαύνονται μεταξύ 1949 και 1956, επιπλέον 17.000 Βεδουίνων από το Νακάμπ. Σε στρατηγικότερο επίπεδο, τα ισραηλινά μέτρα περιλαμβάνουν τη συστηματική κατεδάφιση «εγκαταλελειμμένων» χωριών για να αποθαρρυνθούν οι δυνητικοί «επιστρέφοντες» και την ίδρυση νέων εποικισμών κοντά στα παλαιστινιακά χωριά και κατά μήκος των γραμμών κατάπαυσης του πυρός. Παρά την πολιτική αυτή, δεκάδες χιλιάδες (εκτιμήσεις κυμαίνονται από 30.000 έως 90.000) καταφέρνουν να διασχίσουν τις γραμμές, να φιλοξενηθούν από συγγενείς ή φίλους ή να πλαστογραφήσουν ισραηλινές αποδείξεις εγγραφής και να παραμείνουν στο έδαφος υπό ισραηλινό έλεγχο.
6 Ιανουαρίου 1949: Ο Ισραηλινός πρεσβευτής Εχούντ Αβριέλ πραγματοποιεί έκτακτο διάβημα στο τσεχοσλοβακικό Υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας εξηγήσεις για πληροφορίες του ισραηλινού τύπου που αναφέρουν επικείμενη παράδοση 20 αεροσκαφών τύπου Sokol από την Τσεχοσλοβακία στην Αίγυπτο. Οι Τσεχοσλοβάκοι διπλωμάτες καθησυχάζουν τον Αβριέλ, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για αεροσκάφη αποκλειστικά πολιτικής χρήσης. Τελικά, η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση απορρίπτει το αίτημα της Αιγύπτου, αποδεικνύοντας ότι, παρά την ψύχρανση, συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στο Ισραήλ έναντι των αραβικών κρατών.
12 Ιανουαρίου 1949: Υπό την καθοδήγηση του αναπληρωτή Μεσολαβητή του ΟΗΕ Ράλφ Μπάνς, ξεκινούν διαπραγματεύσεις με στόχο τη σύναψη συμφωνιών ανακωχής μεταξύ Ισραήλ και των γειτονικών αραβικών κρατών που συμμετείχαν στον πόλεμο του 1948, δηλαδή της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, του Λιβάνου και της Συρίας. Οι συνομιλίες θα καταλήξουν σε χωριστές συμφωνίες που εδραιώνουν την κατάπαυση του πυρός και χαράζουν τις γραμμές εκεχειρίας. Αν και οι συμφωνίες ανακωχής σηματοδοτούν το τέλος των κύριων εχθροπραξιών του πολέμου του 1948, δεν αντιμετωπίζουν τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα που βρίσκονται στη ρίζα της σύγκρουσης.
17 Ιανουαρίου 1949: Ο Όττο Φέλιξ (που πλέον υπηρετεί ως γραμματέας της ισραηλινής πρεσβείας στην Πράγα με το όνομα Ουριέλ Ντορόν) επιχειρεί να αναζωογονήσει τη στρατιωτική συνεργασία. Καταθέτει επίσημη πρόταση στο τσεχοσλοβακικό υπουργείο Εξωτερικών για κοινή συνεργασία στρατιωτικών επιστημόνων στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης αμυντικών τεχνολογιών. Παρόλο που οι Τσεχοσλοβάκοι υπόσχονται να το εξετάσουν, η απάντηση της Πράγας είναι τελικά αρνητική, λόγω της σταδιακής αλλαγής της πολιτικής της στάσης.
24 Ιανουαρίου 1949: Η Γαλλία αναγνωρίζει το Ισραήλ de facto μετά από ανταλλαγή διπλωματικών νοτών μεταξύ του Ζαν Σοβέλ, Γενικού Γραμματέα του γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών, και του Μωρίς Φίσερ, εκπροσώπου του Ισραήλ στο Παρίσι, γνωστή ως «ανταλλαγή Σοβέλ-Φίσερ», που διεξάγεται μεταξύ 6 Σεπτεμβρίου 1948 και 24 Ιανουαρίου 1949. Οι νότες περιέχουν την αναγνώριση εκ μέρους του Ισραήλ των προνομίων που απολαμβάνουν τα γαλλικά ιδρύματα βάσει των συμφωνιών της Μυτιλήνης (1901) και της Κωνσταντινούπολης (1913). Η Γαλλία θα χορηγήσει στο Ισραήλ de jure αναγνώριση στις 20 Μαΐου 1949.
25 Ιανουαρίου – 14 Φεβρουαρίου 1949: Το Ισραήλ διεξάγει τις πρώτες εκλογές του για τη Συντακτική Συνέλευση, όπως προβλεπόταν στη Διακήρυξη Ίδρυσης του Κράτους του Ισραήλ (14 Μαΐου 1948). Η απογραφή της 8ης Νοεμβρίου 1948 είχε καταδείξει ότι υπήρχαν μισό εκατομμύριο εκλογείς με δικαίωμα ψήφου. Εικοσιένα κόμματα συμμετέχουν στις εκλογές: το κόμμα του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, το Μαπάι, κερδίζει 46 έδρες από τις 120· το Μαπάμ αποκτά 19 έδρες· και το Ενωμένο Θρησκευτικό Μέτωπο εξασφαλίζει 16 έδρες. Η Συνέλευση συνέρχεται στις 14 Φεβρουαρίου και αποφασίζει να αυτοαποκληθεί Πρώτη Κνέσετ. Ο Μπεν Γκουριόν αναλαμβάνει πρωθυπουργός.
30 Ιανουαρίου 1949: Η βρετανική κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος υπό τον Κλήμεντ Άτλι αναγνωρίζει τελικά την ισραηλινή κυβέρνηση de facto, πέντε μέρες μετά τις πρώτες εκλογές στο Ισραήλ. Η καθυστέρηση σε σχέση με την έγκαιρη αναγνώριση από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, καθώς και η μη de jure αναγνώριση, οφείλονται σε διάφορους παράγοντες: στην επιθυμία να περιοριστεί η αντιπαράθεση με τις αραβικές χώρες, με σκοπό τη διατήρηση της βρετανικής υπεροχής στη Μέση Ανατολή και την αποτροπή της σοβιετικής επιρροής· στη βούληση να επιτύχει, σε αντάλλαγμα για την αναγνώριση του Ισραήλ, αμερικανική αναγνώριση της Υπεριορδανίας, συμπεριλαμβανομένης της κατοχής τμήματος της Παλαιστίνης από αυτήν· και στην ανάγκη να ληφθεί υπόψη η θέση ορισμένων χωρών της Κοινοπολιτείας, ιδίως της Ινδίας και του Πακιστάν.
31 Ιανουαρίου 1949: Η αμερικανική αναγνώριση της Υπεριορδανίας πραγματοποιείται σχεδόν ταυτόχρονα με τη βρετανική de facto αναγνώριση του Ισραήλ, σε ένα είδος αντισταθμίσματος στις αμερικανο-βρετανικές σχέσεις. Τον Απρίλιο του 1946, μετά την υπογραφή της Βρετανο-Υπεριορδανικής Συνθήκης (22 Μαρτίου 1946) και τη βρετανική αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Υπεριορδανίας, και ενώ η Αγγλοαμερικανική Επιτροπή Έρευνας εξέταζε το μέλλον της Παλαιστίνης και το ζήτημα της εβραϊκής μετανάστευσης σε αυτήν, το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν πρόωρο «να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση αυτή τη στιγμή σχετικά με το ζήτημα της αναγνώρισης της Υπεριορδανίας ως ανεξάρτητου κράτους».
31 Ιανουαρίου 1949: Έχοντας αναγνωρίσει την κυβέρνηση του Ισραήλ de facto στις 15 Μαΐου 1948 και έχοντας παρατηρήσει τη διεξαγωγή των πρώτων γενικών εκλογών στο Ισραήλ στις 25 Ιανουαρίου 1949, ο Λευκός Οίκος ανακοινώνει ότι αναγνωρίζει την κυβέρνηση του Ισραήλ de jure. Το πρωτότυπο κείμενο αναφέρει ρητά «Government of Israel», αν και στο διεθνές δίκαιο αναγνωρίζεται το κράτος, όχι η κυβέρνηση. Η τυπική de jure αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ από τις ΗΠΑ θεωρείται ότι επήλθε ουσιαστικά με την εισδοχή του Ισραήλ στον ΟΗΕ στις 11 Μαΐου 1949, όταν οι ΗΠΑ ψήφισαν υπέρ της ένταξής του.
Φεβρουάριος – Μάρτιος 1949: Ολοκληρώνεται η μυστική μεταφορά των 50 βρετανικών μαχητικών αεροσκαφών Spitfire, καθώς τα τελευταία 31 φτάνουν στο Ισραήλ διά θαλάσσης, μέσω του γιουγκοσλαβικού λιμανιού του Σιμπενίκ. Τα προγράμματα εκπαίδευσης τερματίζονται, έχοντας αποφέρει στην Πράγα 12.200.000 δολάρια, ποσό που καλύπτει το ένα τρίτο των ετήσιων εσόδων της σε συνάλλαγμα.
Το βασικό κίνητρο του Στάλιν πίσω από την αποστολή των τσεχοσλοβακικών όπλων δεν είναι ο σιωνιστικός ιδεαλισμός, αλλά η επιδίωξη να εκδιώξει τη Βρετανία από τη Μέση Ανατολή και να δημιουργήσει ένα φιλοσοβιετικό προπύργιο. Η Μόσχα ελπίζει ότι οι αριστερές δυνάμεις (όπως το κόμμα Mapam και οι κομμουνιστές) θα κυριαρχήσουν πολιτικά. Εντούτοις, στις πρώτες ισραηλινές εκλογές (Ιανουάριος 1949), το μετριοπαθές εργατικό κόμμα Mapai του Μπεν Γκουριόν κερδίζει την πλειοψηφία και αρνείται να συμπεριλάβει τους κομμουνιστές στην κυβέρνηση. Ο Στάλιν συνειδητοποιεί άμεσα ότι το Ισραήλ επιλέγει τον δρόμο της δημοκρατίας δυτικού τύπου και δεν πρόκειται να μετατραπεί σε σοβιετικό δορυφόρο. Η εσωτερική αντι-σιωνιστική στροφή του Κρεμλίνου, που έχει ξεκινήσει από το φθινόπωρο του 1948, μετατρέπεται πλέον σε πλήρη γεωπολιτική ρήξη και η Μόσχα διατάσσει την Τσεχοσλοβακία να τερματίσει οριστικά κάθε νέα πώληση όπλων στο Ισραήλ.
1 Φεβρουαρίου 1949: Διάταγμα υποχρεώνει όλους τους κατοίκους να προσέλθουν στις αρμόδιες υπηρεσίες και να λάβουν δελτίο ταυτότητας. Το καλοκαίρι του 1949, ο συνολικός αριθμός των Παλαιστινίων θα ανέλθει σε 156.000, συμπεριλαμβανομένων όσων καταγράφηκαν στην απογραφή και όσων θα έχουν προσέλθει στις αρμόδιες υπηρεσίες για εγγραφή. Ως προς την ιθαγένεια, η τύχη της δεύτερης ομάδας, των λεγόμενων «παρόντων-απόντων» και άλλων Παλαιστινίων που θα έχουν διασχίσει εκ νέου τις γραμμές κατάπαυσης του πυρός επιστρέφοντας στο έδαφος υπό ισραηλινό έλεγχο, θα καθοριστεί από τον ισραηλινό Νόμο περί Ιθαγένειας της 1ης Απριλίου 1952.
14 Φεβρουαρίου 1949: Ο βασιλιάς Αμπντάλα εκδίδει νόμο που επιτρέπει σε κάθε Άραβα Παλαιστίνιο κάτοχο παλαιστινιακής ιθαγένειας να αποκτήσει ιορδανικό διαβατήριο σύμφωνα με τον Νόμο περί Διαβατηρίων της Υπεριορδανίας του 1942.
24 Φεβρουαρίου 1949: Υπογράφεται στη Ρόδο η Συμφωνία Ανακωχής Αιγύπτου-Ισραήλ. Η Γραμμή Οριοθέτησης της Ανακωχής, αν και αποτελεί μόνο στρατιωτικό σύνορο εν αναμονή της διευθέτησης του παλαιστινιακού ζητήματος, θέτει επίσημα μια λωρίδα παλαιστινιακού εδάφους, γνωστή σήμερα ως Λωρίδα της Γάζας, υπό αιγυπτιακή στρατιωτική και διοικητική εξουσία. Η συμφωνία περιλαμβάνει την επιστροφή στην Αίγυπτο των δυνάμεων που είχαν περικυκλωθεί στον Θύλακα της Φαλούτζα.
1 Μαρτίου – 21 Απριλίου 1949: Ισραηλινές μονάδες εκφοβίζουν 2.000 έως 3.000 κατοίκους του Θύλακα της Φαλούτζα αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, κατά παράβαση της Συμφωνίας Ανακωχής Αιγύπτου-Ισραήλ. Ολοκληρώνουν παράλληλα την κατάληψη του Νεγκέβ έως το Ουμ αλ-Ρασράς (Εϊλάτ).
4 Μαρτίου 1949: Το ψήφισμα 69 του Συμβουλίου Ασφαλείας (SC Res. 69) συνιστά στη Γενική Συνέλευση την εισδοχή του Ισραήλ ως μέλους των Ηνωμένων Εθνών. Εγκρίνεται με 9 ψήφους υπέρ, 1 κατά (Αίγυπτος) και 2 αποχές (Ηνωμένο Βασίλειο και Βόρεια Ιρλανδία).
Το Ισραήλ υποβάλει αίτηση για πρώτη φορά στις 15 Μαΐου 1948, μια μέρα μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του. Η αίτηση αγνοείται από το Συμβούλιο Ασφαλείας, καθώς η επιτροπή εισδοχής κρίνει ότι δεν υπάρχουν «τα απαραίτητα στοιχεία» για να αποδειχθεί ότι το Ισραήλ είναι βιώσιμο κράτος. Στις 29 Νοεμβρίου 1948, ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Μόσε Σαρέτ (τότε Σέρτοκ) υποβάλει με επιστολή του δεύτερη αίτηση (S/1093) προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Παρόλο που 20 χώρες έχουν αναγνωρίσει το Ισραήλ, η Βρετανία καταφέρνει να αποτρέψει την εισδοχή του στον ΟΗΕ. Το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών διατυπώνει ρητά τη θέση του: «Εάν το ζήτημα της ένταξης του εβραϊκού κράτους στον ΟΗΕ προκύψει τώρα ή αργότερα, η Μεγάλη Βρετανία θα πρέπει να αρνηθεί να συμφωνήσει και, εάν χρειαστεί, να ασκήσει το βέτο της, εκτός εάν γίνει δεκτό και το Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας». Ο Αλεξάντερ Κάντογκαν, πρέσβης της Βρετανίας στον ΟΗΕ, αρνείται να αναφερθεί στο Ισραήλ ή στην «Προσωρινή Κυβέρνηση» ονομαστικά, καταφεύγοντας σε περιφράσεις όπως «οι εβραϊκές αρχές στην Παλαιστίνη». Η αντίρρηση της ΕΣΣΔ στην αίτηση ένταξης της Υπεριορδανίας ωθεί τη Γαλλία και τις ΗΠΑ να αποσύρουν την υποστήριξή τους. Ως αντίποινα, η Βρετανία επιχειρεί να μπλοκάρει την αίτηση του Ισραήλ μέχρι να γίνει δεκτή εκείνη της Υπεριορδανίας. Τελικά, στις 17 Δεκεμβρίου 1948, η αίτηση απορρίπτεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας με 5 ψήφους υπέρ, 1 κατά (Συρία) και 5 αποχές (Βέλγιο, Βρετανία, Καναδάς, Κίνα, Γαλλία), με το επιχείρημα ότι οι μάχες συνεχίζονται στην Παλαιστίνη και ότι το Ισραήλ δεν έχει καθιερώσει αποστρατικοποιημένη ζώνη. Στις 24 Φεβρουαρίου, την ημέρα υπογραφής της Συμφωνίας Ανακωχής Αιγύπτου-Ισραήλ, το Ισραήλ αποστέλλει επιστολή στον Γενικό Γραμματέα ζητώντας από τα μέλη του Συμβουλίου να επανεξετάσουν την αίτησή του. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει: διεξήχθησαν εκλογές και το Ισραήλ διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με 45 από τα 58 κράτη μέλη του ΟΗΕ. Το Ισραήλ κρίνει ότι πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εισδοχής.
16 Μαρτίου – 1 Δεκεμβρίου 1949: Η Ιορδανία εκδίδει στις 16 Μαρτίου τον «Νόμο περί Δημόσιας Διοίκησης στην Παλαιστίνη», που αντικαθιστά τη στρατιωτική διοίκηση που είχε συσταθεί τον Μάιο του 1948 στην παλαιστινιακή περιοχή υπό ιορδανικό έλεγχο με πολιτική διοίκηση. Στις 1 Δεκεμβρίου, τροποποίηση του νόμου μεταβιβάζει στον βασιλιά της Ιορδανίας όλες τις εξουσίες που ασκούσαν στην Παλαιστίνη ο βασιλιάς της Βρετανίας και ο Ύπατος Αρμοστής, αποτελώντας ένα ακόμη βήμα προς την ενσωμάτωση της Δυτικής Όχθης στο Βασίλειο. Κανένα από τα νομοθετικά αυτά μέτρα και από εκείνα που θα ακολουθήσουν δεν παρέχει ειδικό καθεστώς στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και την Παλαιά Πόλη. Η Ιορδανία θεωρεί την Ανατολική Ιερουσαλήμ αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της, όπως άλλωστε και το Ισραήλ θεωρεί τη Δυτική Ιερουσαλήμ. Ωστόσο η Ιορδανία δεν προχωρά στην ανακήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσάς της, σε αντίθεση με το Ισραήλ, που θα λάβει πρακτικά μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η μεταφορά της Κνέσετ και των κυβερνητικών υπουργείων στη Δυτική Ιερουσαλήμ.
17 Μαρτίου 1949: Στη Ραμάλα πραγματοποιείται το Γενικό Συνέδριο Προσφύγων, στο οποίο συμμετέχουν 800 αντιπρόσωποι που εκπροσωπούν πρόσφυγες από τις υποπεριφέρειες Τζενίν, Νάμπλους, Τούλκαρεμ, Ιερουσαλήμ, Χεβρώνας και Ραμάλας. Εκλέγουν Συμβούλιο 40 μελών, το οποίο με τη σειρά του εκλέγει Εκτελεστική Επιτροπή.
23 Μαρτίου 1949: Υπογράφεται στο Ρας αλ-Νακούρα η Συμφωνία Ανακωχής Λιβάνου-Ισραήλ. Το Ισραήλ αποχωρεί από το μεγαλύτερο μέρος του λιβανέζικου εδάφους που κατείχε.
3 Απριλίου 1949: Η Συμφωνία Ανακωχής Ιορδανίας-Ισραήλ επιβεβαιώνει το υφιστάμενο status quo στην Ιερουσαλήμ. Η Ιορδανία αναλαμβάνει τον έλεγχο του τριγώνου Νάμπλους-Τζενίν-Τούλκαρεμ, από τον οποίο αποχωρούν τα ιρακινά στρατεύματα που το κατείχαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά παραχωρεί στο Ισραήλ την περιοχή γύρω από το Ουάντι Άρα, ώστε το Ισραήλ να ελέγχει τον δρόμο Χαντέρα-Αφούλα. Η παραχώρηση αυτή θα προκαλέσει συγκρούσεις στη Νάμπλους και στην περιοχή του Τζενίν στις 7-12 Μαΐου.
24 Απριλίου – 27 Ιουλίου 1949: Ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, με την ιδιότητά του ως υπουργού Άμυνας, θεσπίζει τους Κανονισμούς Έκτακτης Ανάγκης (Ζώνες Ασφαλείας) βάσει του Διατάγματος Νόμου και Διοίκησης (Μάιος 1948), αν και ο κανονισμός εκδίδεται μετά την ίδρυση της Πρώτης Κνέσετ τον Φεβρουάριο. Ο κανονισμός καθιερώνει δύο «προστατευόμενες περιοχές» κατά μήκος των γραμμών κατάπαυσης του πυρός: μια ζώνη πλάτους 25 χιλιομέτρων νότια του 31ου παράλληλου, που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής του Νακάμπ (Νεγκέβ), και μια ζώνη πλάτους 10 χιλιομέτρων βόρεια του 31ου παράλληλου. Εξουσιοδοτεί τον υπουργό Άμυνας να χαρακτηρίζει ως «ζώνες ασφαλείας» όλες τις προστατευόμενες περιοχές ή τμήματά τους, να απαγορεύει την πρόσβαση σε ζώνη ασφαλείας χωρίς άδεια και να εκδιώκει από αυτήν οποιοδήποτε πρόσωπο, με ή χωρίς τα κινητά του αντικείμενα. Ο χάρτης των προστατευόμενων περιοχών περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες παλαιστινιακές τοπικές κοινότητες και αποκλείει όσο το δυνατόν περισσότερους εβραϊκούς εποικισμούς. Στις 27 Ιουλίου η Κνέσετ παρατείνει την ισχύ του κανονισμού και τον τροποποιεί προσθέτοντας ορισμένες λεπτομέρειες, όπως τη σύσταση συμβουλευτικής επιτροπής για κάθε ζώνη ασφαλείας και τον καθορισμό των διαδικασιών απέλασης που πρέπει να ακολουθούνται. Στα τέλη του 1950, οι κανονισμοί θα έχουν παράσχει «νομική» κάλυψη στη μετατροπή των περισσότερων παλαιστινιακών χωριών και τοπικών κοινοτήτων σε «κλειστές ζώνες» και στην εκδίωξη των κατοίκων τουλάχιστον 11 παλαιστινιακών χωριών.
27 Απριλίου – 12 Σεπτεμβρίου 1949: Ξεκινά στη Λωζάνη η πρώτη ειρηνευτική διάσκεψη για την Παλαιστίνη υπό την αιγίδα της Επιτροπής Συνδιαλλαγής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη (UNCCP). Στις 12 Μαΐου η Αίγυπτος, η Ιορδανία, ο Λίβανος και η Συρία αφενός, και το Ισραήλ αφετέρου, συμφωνούν σε Πρωτόκολλο της UNCCP που δηλώνει ότι, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του ψηφίσματος 194 (ΙΙΙ) της Γενικής Συνέλευσης «σχετικά με τους πρόσφυγες, τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους και τη διαφύλαξη της περιουσίας τους, καθώς και εδαφικά και άλλα ζητήματα», οι αντιπροσωπείες έχουν αποδεχθεί ότι ένα συνημμένο έγγραφο εργασίας, που περιλαμβάνει τον Χάρτη Διχοτόμησης της Παλαιστίνης του ψηφίσματος 181 της Γενικής Συνέλευσης, θα ληφθεί ως βάση για τις συζητήσεις με την Επιτροπή. Κατά τους επόμενους μήνες οι αραβικές και ισραηλινές αντιπροσωπείες ανταλλάσσουν έμμεσα (μέσω της UNCCP) θέσεις για τα σύνορα, την Ιερουσαλήμ, την προσάρτηση της Γάζας από το Ισραήλ και την επαναπατρισμό 100.000 προσφύγων. Στις 12 Σεπτεμβρίου η διάσκεψη διακόπτει τις εργασίες της χωρίς πρόοδο.
4 – 9 Μαΐου 1949: Ως απάντηση στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας που συνιστά την εισδοχή του Ισραήλ στον ΟΗΕ, η Έκτακτη Πολιτική Επιτροπή της Γενικής Συνέλευσης υιοθετεί ψήφισμα που ζητά από το Ισραήλ να διευκρινίσει τη στάση του ως προς τρία ζητήματα: τη διεθνοποίηση της Ιερουσαλήμ, το πρόβλημα των προσφύγων και τις έρευνες για τη δολοφονία του κόμη Φόλκε Μπερναντότ. Καλεί επομένως εκπρόσωπο του Ισραήλ να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής και να δώσει τις απαιτούμενες απαντήσεις. Ο εκπρόσωπος του Ισραήλ εκφράζει μόνο μια γενική δέσμευση στον Χάρτη του ΟΗΕ και δίνει ασαφείς και αμφίσημες απαντήσεις στα τρία ζητήματα που χρήζουν διευκρίνισης. Ωστόσο η πλειοψηφία των μελών της Έκτακτης Πολιτικής Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων αρκετών που εκφράζουν αμφιβολίες για τις απαντήσεις του Ισραήλ, υποστηρίζει την ένταξή του στον ΟΗΕ.
11 Μαΐου 1949: Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει την εισδοχή του Ισραήλ ως μέλους των Ηνωμένων Εθνών [UNGA Res. 273 (III)]. Υπέρ ψηφίζουν 37 χώρες. Απέχουν 9 χώρες: Βέλγιο, Βραζιλία, Δανία, Ελ Σαλβαδόρ, Ελλάδα, Σιάμ, Σουηδία, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά ψηφίζουν 12 χώρες: Αφγανιστάν, Βιρμανία, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ινδία, Ιράν, Ιράκ, Λίβανος, Πακιστάν, Σαουδική Αραβία, Συρία και Υεμένη. Η εισδοχή γίνεται υπό τον ρητό όρο ότι το Ισραήλ θα εφαρμόσει τις αποφάσεις 181 και 194, ειδικά ως προς το δικαίωμα επιστροφής των Παλαιστινίων προσφύγων. Ο όρος αυτός παραμένει ανεκπλήρωτος.
12 Μαΐου 1949: Η σημαία του Ισραήλ υψώνεται στα Ηνωμένα Έθνη (Lake Success, Νέα Υόρκη), από τον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ Μόσε Σαρέτ, δεξιά της σημαίας, και τον ισραηλινό αντιπρόσωπο στον ΟΗΕ Άμπα Έμπαν, αριστερά (βλ. φωτογραφία επάνω).
14 Μαΐου 1949: Ο πρωθυπουργός της Ιορδανίας Τάουφικ Αμπού αλ-Χούντα εκδίδει δημόσια ανακοίνωση (που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα στις 1 Ιουνίου) υπενθυμίζοντας σε όλους τους ενδιαφερομένους ότι οφείλουν να χρησιμοποιούν την επίσημη ονομασία της χώρας, δηλαδή «αλ-Μάμλακα αλ-Ουρντουνίγια αλ-Χασιμίγια» (κυριολεκτικά: Χασεμιτικό Ιορδανικό Βασίλειο) στα αραβικά και «the Hashemite Kingdom of the Jordan» στα αγγλικά. Ο Αμπού αλ-Χούντα επισημαίνει με αποδοκιμασία ότι το όνομα Υπεριορδανία (Transjordan) εξακολουθεί να χρησιμοποιείται «στα αραβικά και σε ξένες γλώσσες», σε αντίθεση με την απόφαση του Νομοθετικού Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1946 και το Σύνταγμα του 1946 που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1947. Η αναφορά του στην απόφαση του 1946 είναι ορθή ως προς τα αραβικά, αλλά εσφαλμένη ως προς την αγγλική εκδοχή. Μετά την απόφαση της 25ης Μαΐου 1946, το Αμμάν άλλαξε την ονομασία της χώρας στα αγγλικά από Εμιράτο σε Βασίλειο, διατηρώντας όμως τη γεωγραφική αναφορά στην Υπεριορδανία. Ειδικότερα, η επίσημη αλληλογραφία με τον ΟΗΕ σχετικά με τα αιτήματα ένταξης (1946, 1947 και 1948) διεξήχθη υπό την ονομασία «The Hashemite Kingdom of Trans-Jordan», όπως και η συνθήκη συμμαχίας που υπογράφηκε με τη Μεγάλη Βρετανία τον Μάρτιο του 1948. Αφού εδραίωσε τον έλεγχό της επί της Δυτικής Όχθης μέσω της Συμφωνίας Ανακωχής με το Ισραήλ υπό την αιγίδα του ΟΗΕ (που υπέγραψε ως «The Hashemite Jordan Kingdom») τον Απρίλιο, το Αμμάν βρίσκεται πλέον σε διπλωματική θέση να αποδεσμεύσει την ονομασία του από την «Υπεριορδανία» στα αγγλικά και να επιδιώξει διεθνή αναγνώριση της επέκτασης του εδάφους του. Το άρθρο «the» από τον όρο «Jordan» θα αφαιρεθεί τη δεκαετία του 1950, υποδηλώνοντας μια περαιτέρω μετατόπιση από τον Ιορδάνη ως ποταμό στην Ιορδανία ως έδαφος. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς γλωσσική, αλλά έχει σαφή πολιτική σημασία: σηματοδοτεί τη μετάβαση από ένα κράτος ορισμένο γεωγραφικά από έναν ποταμό στην Ιορδανία ως κράτος με αξιώσεις επί ενός ευρύτερου εδάφους που περιλαμβάνει πλέον και τη Δυτική Όχθη.
20 Ιουλίου 1949: Υπογράφεται η Συμφωνία Ανακωχής Συρίας-Ισραήλ, που καθιερώνει αποστρατικοποιημένες ζώνες γύρω από το Εν Γκεβ και το Ντάρνταρα. Ο Ισραηλινός Στρατός κατέχει το 78% της ιστορικής Παλαιστίνης – σημαντικά περισσότερο από το 56,47% που προέβλεπε η απόφαση 181. Η Νάκμπα (αραβ.: Καταστροφή) έχει αλλάξει οριστικά τη δημογραφία και γεωγραφία της περιοχής: περίπου 400–500 αραβικά χωριά και πόλεις έχουν ερημωθεί ή κατεδαφιστεί, και περίπου 750.000 Παλαιστίνιοι παραμένουν πρόσφυγες στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη, τον Λίβανο, τη Συρία και την Ιορδανία.
8 Αυγούστου 1949: Ο αιγυπτιακός υπουργός Πολέμου εκδίδει διάταγμα που απονέμει στον Γενικό Διοικητή των περιοχών που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των αιγυπτιακών δυνάμεων στην Παλαιστίνη όλες τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες που κατείχε ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής.
23 Αυγούστου 1949: Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη (UNCCP) συστήνει την Οικονομική Επιτροπή Έρευνας για τη Μέση Ανατολή (United Nations Economic Survey Mission for the Middle East), γνωστή ως Επιτροπή Κλαπ από το όνομα του επικεφαλής της, του Αμερικανού Gordon R. Clapp, (προέδρου της Tennessee Valley Authority, του αμερικανικού ομοσπονδιακού Οργανισμού Ανάπτυξης της Λεκάνης του Τενεσί που είχε ιδρυθεί στο πλαίσιο του New Deal). Η Επιτροπή έχει καθαρά τεχνικό και οικονομικό χαρακτήρα και αποτελείται κυρίως από αμερικανούς και βρετανούς εμπειρογνώμονες. Η εντολή της είναι διπλή: αφενός να εξετάσει την οικονομική κατάσταση στις χώρες που επλήγησαν από τις εχθροπραξίες στην Παλαιστίνη και αφετέρου να υποβάλει συστάσεις για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που θα προωθούσε οικονομικές συνθήκες ευνοϊκές για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή.
Οκτώβριος 1949: Καθώς δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι δεν είχαν συμπεριληφθεί στην απογραφή του Νοεμβρίου 1948 ή κατείχαν πιστοποιητικά αμφίβολης ισχύος που είχαν εκδοθεί από την αστυνομία, τη στρατιωτική διοίκηση ή μία από τις ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας, το Ισραήλ αποφασίζει να εκδώσει κόκκινες Προσωρινές Άδειες Διαμονής (κόκκινες κάρτες ΠΑΔ). Η απόφαση αποσκοπεί στο να δώσει στις αρχές τη δυνατότητα να καθορίζουν ποιος θα λαμβάνει την ΠΑΔ και ποιος όχι, καθιστώντας τον τελευταίο δυνητικά «απελάσιμο». Αποτελεί μια ακόμη απόπειρα παγώματος της κατάστασης σε δημογραφικό επίπεδο, αποτρέποντας την επιστροφή επιπλέον προσφύγων, χωρίς να χρειαστεί να αποφασιστεί σε αυτό το πρώιμο στάδιο εάν ο κάτοχος ΠΑΔ δικαιούται τη μπλε ταυτότητα που χορηγείται στους Εβραίους και στους περισσότερους Παλαιστινίους που καταγράφηκαν στην απογραφή. Στην πράξη, η κατά διακριτική ευχέρεια χορήγηση ή παρακράτηση ΠΑΔ ή ταυτότητας παρέχει στον Στρατιωτικό Διοικητή τα μέσα για να απειλεί και να εκβιάζει τους Παλαιστινίους.
6 Νοεμβρίου 1949: Η Οικονομική Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ για τη Μέση Ανατολή, γνωστή ως Επιτροπή Κλαπ, υποβάλλει την ενδιάμεση έκθεσή της (A/1106) στην Επιτροπή Συνδιαλλαγής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη. Η ενδιάμεση έκθεση περιέχει τον πρώτο επίσημο υπολογισμό του αριθμού των Παλαιστινίων προσφύγων, που εκτιμάται σε περίπου 750.000 άτομα, και συνιστά πρόγραμμα δημόσιων έργων για την απασχόλησή τους ως πρώτο βήμα αποκατάστασης.
8 Δεκεμβρίου 1949: Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με το Ψήφισμα 302 (IV) ιδρύει την Υπηρεσία Αρωγής και Έργων των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστινίους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA), για να αντικαταστήσει την Υπηρεσία Αρωγής των Ηνωμένων Εθνών για τους Παλαιστινίους Πρόσφυγες που είχε συσταθεί με το ψήφισμα 212 της Γενικής Συνέλευσης στις 19 Νοεμβρίου 1948.
9 Δεκεμβρίου 1949: Το Ψήφισμα 303 (IV) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ «για την υπαγωγή της Ιερουσαλήμ σε μόνιμο διεθνές καθεστώς» επιβεβαιώνει τις διατάξεις του Ψηφίσματος Διχοτόμησης 181 (1947) σχετικά με την Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με τις οποίες η πόλη της Ιερουσαλήμ «θα καθιερωθεί ως corpus separatum υπό ειδικό διεθνές καθεστώς και θα διοικείται από τα Ηνωμένα Έθνη». Τόσο η Ιορδανία όσο και το Ισραήλ εκφράζουν αμέσως την αντίθεσή τους στον διεθνή έλεγχο της πόλης.
13 Δεκεμβρίου 1949: Ο βασιλιάς Αμπντάλα εκδίδει «Συμπληρωματικό Νόμο» στον Νόμο περί Κοινοβουλευτικών Εκλογών του 1947. Ο συμπληρωματικός νόμος προβλέπει την επέκταση των κοινοβουλευτικών εκλογών στη Δυτική Περιφέρεια (Δυτική Όχθη) που διοικείται από το Βασίλειο. Καθορίζεται έτσι η κατανομή 20 εδρών μεταξύ των 7 υποπεριφερειών της Δυτικής Όχθης.
28 Δεκεμβρίου 1949: Η Επιτροπή Συνδιαλλαγής των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη (UNCCP) δημοσιεύει την Τελική Έκθεση της Οικονομικής Επιτροπής Έρευνας του ΟΗΕ για τη Μέση Ανατολή («Επιτροπή Κλαπ»), Το έγγραφο φέρει τον κωδικό A/AC.25/6/Part.1 και τιτλοφορείται «Μια Προσέγγιση στην Οικονομική Ανάπτυξη στη Μέση Ανατολή» (An Approach to Economic Development in the Middle East). Η τελική αυτή έκθεση επεκτείνει και εμβαθύνει τα ευρήματα της ενδιάμεσης έκθεσης της 6ης Νοεμβρίου 1949, χωρίς να ασχολείται άμεσα με το προσφυγικό, αλλά εστιάζοντας στην ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη της Μέσης Ανατολής ως προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη αποκατάσταση των προσφύγων.
Στη σελίδα 23 της έκθεσης περιέχεται ο αναλυτικός υπολογισμός του αριθμού των Παλαιστινίων προσφύγων που εκτοπίστηκαν κατά τον πόλεμο του 1948. Η Επιτροπή Κλαπ εκτιμά τον αριθμό των προσφύγων που έχουν φύγει από τις περιοχές υπό ισραηλινό έλεγχο και αδυνατούν να επιστρέψουν σε 726.000 άτομα. Στον αριθμό αυτό προστίθενται 25.000 λεγόμενα «οριακά περιστατικά», δηλαδή άτομα που εξακολουθούν να κατοικούν στις εστίες τους αλλά αδυνατούν να έχουν πρόσβαση στις γαίες τους λόγω των γραμμών ανακωχής. Συνολικά επομένως ο αριθμός των προσφύγων που εμπίπτει στους όρους αναφοράς της Επιτροπής ανέρχεται σε 751.000. Από αυτούς, εκτιμάται ότι 20.000 εργάζονται και είναι σε θέση να συντηρήσουν άλλους 60.000, ενώ 19.000 θεωρείται ότι δεν λαμβάνουν μερίδες της Υπηρεσίας Αρωγής του ΟΗΕ για τους Παλαιστινίους Πρόσφυγες (UNRPR).
Η γεωγραφική κατανομή των προσφύγων στα τέλη του 1949 είναι η εξής: περίπου 200.000 στη Λωρίδα της Γάζας, που έχουν τριπλασιάσει τον πληθυσμό της περιοχής, με 30.000 Βεδουίνους από την περιοχή της Μπιρ αλ-Σαμπί να συμπεριλαμβάνονται στον αριθμό αυτό· οι υπόλοιποι έχουν καταφύγει στη Δυτική Όχθη, την Ιορδανία, τον Λίβανο και τη Συρία.
Ως προς τον συνολικό αριθμό των προσφύγων, οι εκτιμήσεις διαφέρουν ανάλογα με την πηγή: οι γειτονικές αραβικές χώρες εκτιμούν τον αριθμό μεταξύ 750.000 και 800.000, ενώ το Ισραήλ υποστηρίζει ότι δεν ξεπερνά τους 550.000. Η εκτίμηση της Επιτροπής Κλαπ των 726.000 θεωρείται από τους ιστορικούς ως η πιο αξιόπιστη σύγχρονη με τα γεγονότα πηγή. Η έκθεση χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως μία από τις πλέον αξιόπιστες πρωτογενείς πηγές από ιστορικούς, πολιτικούς αναλυτές και νομικούς που μελετούν τις ρίζες του παλαιστινιακού προσφυγικού ζητήματος.
Βιβλιογραφία
A. Ruth & Mann P., 1978. The Secret Ship. New York: Publisher Doubleday & Company
Cohen H., 2009. Army of Shadows: Palestinian Collaboration with Sionism, 1917–1948. University of California Press
EDGAR M., 2007. Ο ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
Gilbert M., 2020. ИЗРАЕЛ. ИСТОРИЯ. София: Издателство РИВА
Goldschmidt A. & Boum A., 2016. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Ηρακλείδης Α., 1991. Η Αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση, η προβληματική της ειρηνικής επίλυσης. Ίδρυμα Μεσογειακών Σπουδών. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
HOURANI A., 2017. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΑΒΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. (e-book)
Kedourie E., . & Haim S. (Ed.), 1982. Palestine and Israel in the 19th and 20th Centuries. London and New York: Publisher Routledge
Kedourie E. & Haim S. (Ed.), 2015. Zionism and Arabism in Palestine and Israel. London and New York: Publisher Routledge
Khalidi W. (editor), 1971. From Haven to Conquest: Readings in Sionism and the Palestine Problem Until 1948. Beirut: Institute for Palestine Studies
Корм Ж., 2009. История на Близкия изток. София: Издателство РИВА
Krammer Α., 1974. The Forgotten Friendship: Israel and the Soviet Bloc, 1947-53. Publisher: University of Illinois Press
Lapidot Y., Besieged Jerusalem 1948: Memories of an Irgun Fighter. Στο: https://www.daat.ac.il/daat/english/history/lapidot/2.htm
Lapidot Y. THE IRGUN (A SHORT HISTORY). Στο: https://www.daat.ac.il/EPUB/books/irgun.pdf
Laqueur W. & Schueftan (Editors), 2016. The Israel-Arab Reader: A Documentary History of the Middle East Conflict. Eighth Revised and Updated Edition. Publisher: Penguin Books
Montefiore S., 2016. История на Йерусалим. София: Издателство ПРОЗОРЕЦ
Morris B., 2001. Righteous Victims: A History of the Zionist-Arab Conflict, 1881-2001. New York: Vintage Books, a division of Random House, Inc.
Morris B., 2013. 1948: A History of the First Arab-Israeli War. London: Published by Yale University Press
Παναγιωτίδης Ν., 2020. Σε αναζήτηση Κράτους – Το Παλαιστινιακό και οι ευθύνες των μεγάλων δυνάμεων για τη μη επίλυσή του από τις συμφωνίες Σάικς-Πικό έως το σχέδιο Τραμπ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Pappe, Ι., 2007. Η Ιστορία της Σύγχρονης Παλαιστίνης. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος
Pappe, Ι., 2024. ΔΕΚΑ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ. Αθήνα: Εκδόσεις Οκτάνα
Pearlman W., 2011. Violence, Nonviolence, and the Palestinian National Movement. Cambridge University Press.
ΡΟΥΣΣΟΣ Σ., 2022. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ. Αθήνα: Εκδόσεις GUTENBERG
Rogan E. L & Shlaim A., 2001. The war for Palestine: rewriting the history of 1948. New York: Cambridge University Press
ΣΑΚΚΑΣ Γ., 2005. ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ). Ο ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ, ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ 1882-1948. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
RUBENSTEIN, J., 2017. ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ. Αθήνα: Εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ».
Smith C., 2020. Palestine and the Arab-Israeli Conflict. Tenth Edition. Boston / NY: Publisher Macmillan Higher Education
Anglo-American Committee of Inquiry (1946) Στο: https://avalon.law.yale.edu/20th_century/angch01.asp
Discussion of the report of the First Committee on the establishment of a special committee on Palestine (documents A/307 and A/307/Corr. 1. Στο: https://www.idcommunism.com/2024/06/ussr-and-creation-of-israel-remarks-by-andrei-gromyko-at-the-un-general-assembly-may-1947.html?utm_source=chatgpt.com
INTERACTIVE ENCYCLOPEDIA OF THE PALESTINE QUESTION. The UN and Palestine: General Assembly Resolutions. https://www.palquest.org/en/overallchronology?nid=141&chronos=141
United Nations. History of the question of Palestine. https://www.un.org/unispal/history/
United Nations. History of the question of Palestine. First Special Session of the GA – Meeting record, https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-178314/
United Nations. History of the question of Palestine. Establishment of UN Special Committee on Palestine (UNSCOP) – GA first special session. A/RES/106 (S-1). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-183472/
United Nations. History of the question of Palestine. Remarks by Soviet Foreign Minister Andrei Gromyko to the UN Special Committee on Palestine (14 May 1947). Documents A/307 and A/307/Corr. 1. https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-183337/
United Nations. History of the question of Palestine. UN Palestine Commission/Appreciation of its work – GA second special session – Resolution 189 (S-2). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-188140/
United Nations. History of the question of Palestine. Assistance to Palestine refugees/Establishing UNRPR, special fund – GA resolution 212 (III). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-179872/
United Nations. History of the question of Palestine. Palestine plan of partition with economic union – General Assembly resolution 181 (II) Future government of Palestine. https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-185393/
United Nations. History of the question of Palestine. Progress Report of the United Nations Mediator. GA resolution 194 (III). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-177019/
United Nations. History of the question of Palestine. Israel membership in the UN – GA resolution 273 (III) https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-187677/
United Nations. History of the question of Palestine. Assistance to Palestine Refugees. GA resolution 302 (IV). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-180266/
United Nations. History of the question of Palestine. Jerusalem/International regime/ Protection of holy places – GA resolution 303 (IV). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-176255/
United Nations. History of the question of Palestine. UNCCP – Economic survey mission Final report (“Clapp report”). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-211397/
UN Conference on Palestine Refugees (26-27 April 2000). The United Nations Conciliation Commission for Palestine and a Durable Solution for Palestine Refugees (working paper). https://badil.org/phocadownload/Badil_docs/Working_Papers/UNCCP.Refugees.pdf
Statistical Handbook Of Jewish Palestine For 1947. https://www.google.bg/books/edition/Statistical_Handbook_of_Jewish_Palestine/vosBaljSXlcC?hl=en&gbpv=1&pg=PA8&printsec=frontcover
Taterova E., 2023. The Contribution of Czechoslovakia to Creation of the Independent State of Israel. https://www.researchgate.net/publication/380435672_The_Contribution_of_Czechoslovakia_to_Creation_of_the_Independent_State_of_Israel
The Declaration of the Establishment of the State of Israel, 14 May 1948. An Ambiguous Constitutional-Legal Status. https://www.palquest.org/en/highlight/36402/declaration-establishment-state-israel-14-may-1948

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .




