23 Ιανουαρίου 1940: Το πλοίο «Hilda», με 729 παράνομους μετανάστες από την Κεντρική Ευρώπη, αποπλέει στις 8 Ιανουαρίου, από το Μπαλτσίκ (που τότε ακόμη ανήκει στη Ρουμανία) για την Παλαιστίνη. Μετά τον απόπλου του «Hilda» από την Κωνσταντινούπολη, όπου είχε σταματήσει για ανεφοδιασμό, δύο πλοία του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού το σταματούν για έλεγχο και ανακαλύπτουν τους παράνομους μετανάστες. Στις 23 Ιανουαρίου το «Hilda» συνοδευόμενο από τα δύο βρετανικά πλοία δένει στο λιμάνι της Χάιφα. Μετά από μια εξάμηνη κράτηση, οι 729 παράνομοι μετανάστες αφήνονται ελεύθεροι.
13 Φεβρουαρίου 1940: Το πλοίο «Sakaria», με 2 300 παράνομους μετανάστες αναχωρεί την 1η Φεβρουαρίου από τον Σουλινά, μια παραποτάμια πόλη και λιμένα της Ρουμανίας, για την Παλαιστίνη. Δέκα μέρες αργότερα, αφού περνά τα Δαρδανέλια και απομακρύνεται από τα τουρκικά χωρικά ύδατα, συλλαμβάνεται από βρετανικό πολεμικό. Στις 13 Φεβρουαρίου, το «Sakaria» φτάνει στη Χάιφα. Οι γυναίκες και τα παιδιά θα αφεθούν ελεύθεροι, ενώ οι άνδρες θα μεταφερθούν στα στρατόπεδα κράτησης στο Atlit και στο Sarafand, όπου θα παραμείνουν έξι μήνες πριν αφεθούν ελεύθεροι.
28 Φεβρουαρίου 1940: Στην Επίσημη Εφημερίδα της Παλαιστίνης (Συμπλήρωμα αρ. 2, τεύχος αρ. 988, 28 Φεβρουαρίου 1940) δημοσιεύονται οι Κανονισμοί Μεταβιβάσεων Γης, που έχουν αναδρομική ισχύ από την 18η Μαΐου 1939, καθώς και η Αιτιολογική Έκθεση που εξηγεί το σκεπτικό τους. Σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο MacDonald (1939), ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής εξουσιοδοτείται να περιορίζει αυστηρά τις περαιτέρω αποκτήσεις γης από Εβραίους. Βάσει των Κανονισμών αυτών, η Παλαιστίνη χωρίζεται σε δύο ζώνες: Ζώνη Α (περίπου 63% της Παλαιστίνης) και Ζώνη Β (περίπου 32%), εντός των οποίων θα ελέγχονται οι μεταβιβάσεις γης.

Πηγή: https://www.palquest.org/en/media/10661/land-transfers-regulations-zones-b#&gid=1&pid=1
Στην Αιτιολογική Έκθεση που συνοδεύει τους Κανονισμούς, η παράγραφος 2 αναφέρει ότι: «Η ζώνη Α περιλαμβάνει τη λοφώδη χώρα στο σύνολό της μαζί με ορισμένες περιοχές στις υποπεριοχές της Γάζας και της Beersheba όπου η διαθέσιμη γη είναι ήδη ανεπαρκής για την υποστήριξη του υπάρχοντος πληθυσμού. Σε αυτή τη ζώνη θα απαγορεύεται η μεταβίβαση γης σε άλλο πρόσωπο πλην Παλαιστίνιου Άραβα εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς.». Στο άρθρο 3 των Κανονισμών αναφέρονται οι δυνατότητες που έχει ο Ύπατος Αρμοστής να μην εφαρμόσει την απαγόρευση της μεταβίβασης εάν το κρίνει επιθυμητό ή σκόπιμο:
«(α) άδεια υποθήκης τέτοιας γης σε εταιρείες που μπορεί να εγκρίνει·
(β) να επιτρέψει τη μεταβίβαση αυτής της γης από Παλαιστίνιους Άραβες σε θρησκευτικά ή φιλανθρωπικά ιδρύματα·
(γ) να επιτρέψει τη μεταβίβαση αυτής της γης σε πρόσωπα που δεν είναι Παλαιστίνιοι Άραβες, εάν κατά τη γνώμη του αυτή η μεταβίβαση είναι απαραίτητη για τον σκοπό της ενοποίησης των υφιστάμενων εκμεταλλεύσεων…
(δ) στην περίπτωση γης εντός της εν λόγω Ζώνης που ανήκει σε άτομα που δεν είναι Παλαιστίνιοι Άραβες, με γενική ή ειδική εντολή, να επιτρέπεται η μεταβίβαση της γης αυτής σε άτομα που δεν είναι Παλαιστίνιοι Άραβες·
Νοείται περαιτέρω ότι ο Ύπατος Αρμοστής μπορεί, εάν το κρίνει σκόπιμο να το πράξει, να επιτρέψει τη μεταβίβαση οποιασδήποτε γης που βρίσκεται εντός της εν λόγω Ζώνης σε πρόσωπα που δεν είναι Παλαιστίνιοι Άραβες, εάν η αίτηση για την καταχώριση αυτής της μεταβίβασης υποβλήθηκε στο Κτηματολόγιο πριν την ημερομηνία δημοσίευσης των Κανονισμών αυτών στην Εφημερίδα».
Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση: «Η κύρωση του Ύπατου Αρμοστή που απαιτείται από τους Κανονισμούς για Μεταβιβάσεις Γης σε αυτή τη Ζώνη μεταξύ προσώπων που δεν είναι Παλαιστίνιοι Άραβες μπορεί να χορηγηθεί με γενική διαταγή, καταργώντας έτσι την ανάγκη ειδικής εντολής σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.».
Με βάση το άρθρο 4 των Κανονισμών: «Η μεταβίβαση της γης που βρίσκεται εντός της Ζώνης Β, από έναν Παλαιστίνιο Άραβα σε έναν μη Παλαιστίνιο Άραβα, θα απαγορεύεται εκτός εάν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει αυτή η μεταβίβαση έχει λάβει την έγγραφη έγκριση του Ύπατου Αρμοστή.».
Στην Αιτιολογική Έκθεση, η παράγραφος 5 αναφέρει οι εξαιρέσεις της απαγόρευσης:
«Μεταβιβάσεις γης στη Ζώνη Β από Παλαιστίνιο Άραβα σε οποιοδήποτε πρόσωπο μη Παλαιστίνιο Άραβα θα είναι άκυρες, εκτός εάν έχει προηγουμένως ζητηθεί και ληφθεί η κύρωση του Ύπατου Αρμοστή για τη μεταβίβαση.Κανονικά δεν θα χορηγείται κύρωση για μεταβίβαση γης εντός της Ζώνης Β από Παλαιστίνιο Άραβα σε μη Παλαιστίνιο Άραβα εκτός εάν η μεταβίβαση μπορεί να αποδειχθεί ότι γίνεται:
(i) για σκοπούς ενοποίησης, επέκτασης ή διευκόλυνσης της άρδευσης των εκμεταλλεύσεων που βρίσκονται ήδη στην κατοχή του εκδοχέα ή της κοινότητάς του, η γη που πρόκειται να μεταβιβαστεί γειτνιάζει με αυτές τις εκμεταλλεύσεις· ή
(ii) με σκοπό να καταστεί δυνατή η κατανομή της γης που κατέχεται σε αδιαίρετα μερίδια από τον εκχωρητή και τον εκδοχέα· ή
(iii) για την προώθηση κάποιου ειδικού σχεδίου ανάπτυξης προς τα κοινά συμφέροντα τόσο των Αράβων όσο και των Εβραίων στο οποίο η κυβέρνηση μπορεί να έχει δηλώσει την έγκρισή της.».
Επίσης, η παράγραφος 3 της Αιτιολογικής Έκθεσης αναφέρει ότι: «Αυτή η ζώνη περιλαμβάνει τις πεδιάδες Esdraelon και Jezreel, την Ανατολική Γαλιλαία, τις θαλάσσιες πεδιάδες μεταξύ της Χάιφα και της Ταντούρα και μεταξύ των νότιων ορίων της υποπεριοχής Ramie και της Beer Tuviya, και το νότιο τμήμα της υποπεριοχής Beersheba (το Negeb).».
Τόσο για τη Ζώνη Α, όσο και για τη Ζώνη Β, η Αιτιολογική Έκθεση διευκρινίζει ότι: «…οι παρόντες Κανονισμοί δεν εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση γης που γίνεται κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ή διαταγής Δικαστηρίου, ή Υπεύθυνου Διακανονισμού γης:
(α) για την ικανοποίηση υποθήκης που έχει εκτελεστεί και εγγραφεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των παρόντων Κανονισμών, ή
(β) παραδόθηκαν ή έγιναν πριν από την ημερομηνία δημοσίευσης των παρόντων Κανονισμών στην Εφημερίδα.».
Στο υπόλοιπο 5% της χώρας, ή «ελεύθερη ζώνη» (οι πιο εύφορες περιοχές), δεν επιβάλλεται περιορισμός. Η Αιτιολογική Έκθεση αναφέρει: «Δεν θα υπάρχουν περιορισμοί στις μεταφορές σε εκείνα τα μέρη της Παλαιστίνης που δεν περιλαμβάνονται στη Ζώνη Α ή στη Ζώνη Β. Αυτά τα μέρη περιλαμβάνουν όλες τις δημοτικές περιοχές, τη Βιομηχανική Ζώνη της Χάιφα… και σε γενικές γραμμές την θαλάσσια πεδιάδα μεταξύ της Ταντούρα και του νότιου ορίου της υποπεριοχής Ramie.».
Τέλος, η Αιτιολογική Έκθεση αναφέρει: «Οι κανονισμοί ισχύουν από τις 18 Μαΐου 1939, αλλά ο Ύπατος Αρμοστής έχει την εξουσία, κατά την κρίση του, να εγκρίνει αναδρομικά οποιαδήποτε μεταβίβαση γης είτε στη Ζώνη Α είτε στη Ζώνη Β, η οποία θα ήταν παράνομη σύμφωνα με τους όρους των Κανονισμών, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση για την εγγραφή της εν λόγω μεταβίβασης είχε υποβληθεί στο Κτηματολόγιο πριν από την ημερομηνία δημοσίευσής τους. Σε γενικές γραμμές, θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι η συναλλαγή ξεκίνησε καλόπιστα πριν από τις 18 Μαΐου, ενώ το βάρος της απόδειξης βαρύνει τον εκδοχέα. Εάν δεν υπάρχει τέτοια κύρωση, η εν λόγω συναλλαγή θα είναι άκυρη.
Η αίτηση κύρωσης για μεταβιβάσεις γης, όπου απαιτείται από τους Κανονισμούς, θα πρέπει να απευθύνεται στον Επαρχιακό Επίτροπο της Περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η γη, ο οποίος θα τη διαβιβάσει στον Ύπατο Αρμοστή για τις εντολές του.».

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Avraham_Stern
26 Ιουνίου 1940: Ο επιχειρησιακός αρχηγός της Έτζελ (Irgun Tzvai Leumi) Αβραάμ Στερν (Avraham Stern, 1907 – 1942) και μια ομάδα αξιωματικών διαφωνούν με τη στρατηγική συνεργασίας της Irgun με τη Βρετανία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και αποχωρούν από την οργάνωση, ιδρύοντας μια άλλη παραστρατιωτική οργάνωση, τη «Lohamei Herut Israel» (Μαχητές για την Ελευθερία του Ισραήλ) γνωστότερη με το ακρωνύμιο «Lehi» ή ως «Stern Gang» (Συμμορία του Στερν). Η Λέχι έχει ως κύριο στόχο την απομάκρυνση των Βρετανών από την Παλαιστίνη και την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους, χρησιμοποιώντας βίαιες τακτικές. Ο Στερν πιστεύει πως ο εβραϊκός λαός πρέπει να εκμεταλλευτεί την αποδυνάμωση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας κατά τον πόλεμο, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει συμμαχίες με εχθρούς της Βρετανίας, όπως η φασιστική Ιταλία ή η ναζιστική Γερμανία.
15 και 24 Ιουλίου 1940: Η Χάιφα βομβαρδίζεται από ιταλικά αεροσκάφη.
4 Αυγούστου 1940: Ο Ζέεβ Ζαμποτίνσκι, ενώ βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο εκπαίδευσης της Εβραϊκής Λεγεώνας στο Χάντερ, μια μικρή πόλη στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, πεθαίνει από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 59 ετών. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ μετά από 8 χρόνια θα ιδρυθεί το κράτος του Ισραήλ, ο Μπεν Γκουριόν ως πρωθυπουργός δεν θα επιτρέψει να μεταφερθούν τα λείψανά του στο Ισραήλ. Μόλις το 1964, μετά την αποχώρηση του Μπεν Γκουριόν από την πολιτική σκηνή, θα μπορέσει τελικά να ταφεί στην Ιερουσαλήμ.
18 Αυγούστου 1940: Βίαια σύγκρουση μεταξύ Χαγκάνα και Έτζελ (Irgun) στην Ερζλίγια (παραλιακή πόλη βόρεια του Τελ Αβίβ). Η Χαγκάνα έχει αναλάβει να προστατεύσει τις εβραϊκές κοινότητες και να διατηρήσει την ειρήνη με τις βρετανικές αρχές, ενώ η Έτζελ έχει αρχίσει να οργανώνει επιθέσεις εναντίον βρετανικών στόχων, κάτι που θεωρείται επικίνδυνο και προβοκατόρικο από την ηγεσία της Χαγκάνα. Η ένταση κορυφώνεται εκείνη την ημέρα όταν οι δυνάμεις της Χαγκάνα συγκρούονται με μέλη της Έτζελ, προσπαθώντας να εμποδίσουν τις επιθέσεις τους. Η σύγκρουση προκαλεί πολλούς τραυματισμούς και στις δύο πλευρές, αλλά και βαθύτερο διχασμό στο εβραϊκό εθνικιστικό κίνημα. Αυτές οι συγκρούσεις αντανακλούν την εσωτερική διαμάχη για τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί στον αγώνα για την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.
9 Σεπτεμβρίου 1940: Ιταλικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν το Τελ Αβίβ. Πάνω από 100 κάτοικοι τραυματίζονται.
13 Σεπτεμβρίου 1940: Ο ιταλικός στρατός περνά στην Αίγυπτο από τον Λίβανο.
14 Σεπτεμβρίου 1940: Η βρετανική κυβέρνηση αποφασίζει να δημιουργήσει ένα παλαιστινιακό σύνταγμα στρατού με στόχο την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεών της στην Παλαιστίνη. Αυτή η απόφαση έρχεται ως απάντηση στις αυξανόμενες απειλές από τον Άξονα και στην ανάγκη για στρατηγική σταθερότητα στην περιοχή. Το σύνταγμα περιλαμβάνει χωριστά τάγματα για τους Εβραίους και τους Άραβες. Οι Εβραίοι είναι πιο πρόθυμοι να συμμετάσχουν στις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, καθώς οι Εβραϊκές οργανώσεις, όπως η Χαγκάνα, υποστηρίζουν τη βρετανική προσπάθεια στον πόλεμο με την ελπίδα ότι θα κερδίσουν υποστήριξη για την ίδρυση ενός εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Η πρώτη ποσόστωση των 400 που έχει δοθεί στους Εβραίους συμπληρώνεται εντός 24 ωρών. Η προσπάθεια επιστράτευσης επεκτείνεται με τον καιρό και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1942 θα συγκροτηθούν 15 τάγματα. Η συμμετοχή των Αράβων από την άλλη είναι περιορισμένη. Οι Άραβες είναι γενικά επιφυλακτικοί απέναντι στις βρετανικές αρχές, κυρίως λόγω της απογοήτευσής τους από τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί για εθνική αυτοδιάθεση. Επιπλέον, υπάρχει έντονη πολιτική αντίσταση κατά των βρετανικών δυνάμεων, και αυτό επηρεάζει την επιθυμία των Αράβων να ενταχθούν στον στρατό.
16 Σεπτεμβρίου 1940: Μέλη της Lehi κλέβουν χιλιάδες λίρες από την Αγγλοπαλαιστινιακή Τράπεζα για να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους. Οι βρετανικές αρχές με τη σειρά τους θα ενισχύσουν τα μέτρα ασφαλείας και θα προχωρήσουν σε συλλήψεις μελών της Lehi.
21 Σεπτεμβρίου 1940: Η Χάιφα βομβαρδίζεται ξανά από ιταλικά αεροσκάφη.
21 Σεπτεμβρίου 1940: Με την κλιμάκωση της βίας και των πολιτικών εντάσεων στην Παλαιστίνη, η Χαγκάνα αναγνωρίζει την ανάγκη να έχει μια οργανωμένη υπηρεσία πληροφοριών που να μπορεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να συλλέγει πληροφορίες σχετικά με τις βρετανικές δυνάμεις, τις αραβικές ομάδες και τις πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Έτσι ιδρύει τη «Σάι» – την υπηρεσία πληροφοριών της. Εκτός από τη συλλογή πληροφοριών, η Σάι είναι υπεύθυνη και για την προπαγάνδα, προωθώντας τις σιωνιστικές θέσεις και την ανάγκη για ένα εβραϊκό κράτος. Η ενημέρωση του κοινού και η διαχείριση των δημοσίων σχέσεων είναι επίσης μέρος της αποστολής της. Καθώς οι εντάσεις μεταξύ των σιωνιστικών οργανώσεων αυξάνονται, η Σάι θα βρεθεί και αυτή σε συγκρούσεις με άλλες παραστρατιωτικές ομάδες, όπως η Lehi και η Έτζελ, που έχουν διαφορετικές στρατηγικές και προσεγγίσεις.
Νοέμβριος 1940: Πριν η κυβέρνηση της ναζιστικής Γερμανίας αποφασίσει, το φθινόπωρο του 1941, να απαγορεύσει τη μετανάστευση των Εβραίων και να ενεργοποιήσει, τον Ιανουάριο του 1942, στη Διάσκεψη του Wannsee, το σχέδιο φυσικής τους εξόντωσης σε όλη την Ευρώπη, η πολιτική της είναι να μετατρέψει τη Γερμανία σε «judenrein» (κράτος απαλλαγμένο από τους Εβραίους) μέσω της μαζικής μετανάστευσής τους. Εβραϊκές οργανώσεις διεξάγουν επιχειρήσεις μεταφοράς Εβραίων από την Ευρώπη στην Παλαιστίνη κατά παράβαση των κανόνων μετανάστευσης που εφαρμόζει η βρετανική κυβέρνηση. Αυτό απαιτεί συνεργασία με τις ναζιστικές αρχές, οι οποίες εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να δημιουργήσουν προβλήματα στη Βρετανία καθώς και να απαλλαγούν από τους Εβραίους. Κεντρικός συντονιστής είναι το «Κέντρο του Ράιχ για την Εβραϊκή Μετανάστευση» (Reichszentrale für jüdische Auswanderung – ZjA), με επικεφαλής από τον Οκτώβριο του 1939, τον Adolf Eichmann. Τον Σεπτέμβριο του 1940 το ZjA για να μεταφέρει 3 415 πρόσφυγες από τις εβραϊκές κοινότητες της Βιέννης, του Ντάντσιχ και της Πράγας, ναυλώνει 4 ποταμόπλοια (Uranus, Schönbrunn, Helios και Melk), από την Βιέννη για το ρουμανικό λιμάνι Tulcea και από κει τρία ατμόπλοια, τα «Pacific», «Milos» και «Atlantic», για την Παλαιστίνη. Το Pacific φτάνει στα παλαιστινιακά ύδατα την 1η Νοεμβρίου και το Milos στις 3 Νοεμβρίου. Αμέσως συλλαμβάνονται από πλοία του Βασιλικού Ναυτικού και συνοδεύονται στο λιμάνι της Χάιφα. Προειδοποιημένο εκ των προτέρων για την άφιξη των πλοίων, το Βρετανικό Αποικιακό Γραφείο είναι αποφασισμένο να αρνηθεί την είσοδο στους μετανάστες. Με την κατάσταση ασφάλειας στην περιοχή να βελτιώνεται μετά τις βρετανικές επιτυχίες στην εκστρατεία της Δυτικής Ερήμου, το Αποικιακό Γραφείο αποφασίζει ότι είναι λιγότερο επικίνδυνο να προκαλέσει την οργή των Εβραίων παρά να διακινδυνεύσει μια εξέγερση των Αράβων και ότι θα μπορούσε να γίνει ένα παράδειγμα για να αποτρέψει άλλους πιθανούς μετανάστες να προσπαθήσουν το ίδιο. Ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής για την Παλαιστίνη, Sir Harold MacMichael, εκδίδει εντολή απέλασης στις 20 Νοεμβρίου, για να μεταφερθούν οι πρόσφυγες στο βρετανικό έδαφος του Μαυρικίου στον Ινδικό Ωκεανό και του Τρινιντάντ στην Καραϊβική. Αμέσως οι 1770 επιβάτες του Pacific και του Milos μεταφέρονται σε ένα άλλο πλοίο, το «Patria», για το ταξίδι στον Μαυρίκιο. Το Patria ήταν ένα γαλλικό υπερωκεάνιο που είχε φτάσει στο λιμάνι της Χάιφα λίγο πριν η Ιταλία κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία και τη Βρετανία και στη συνέχεια παρέμεινε στο λιμάνι για ασφάλεια. Μετά την παράδοση των Γάλλων στη ναζιστική Γερμανία, οι βρετανικές αρχές στη Χάιφα κατάσχουν το Patria και αρχίζουν να το χρησιμοποιούν ως στρατιωτικό πλοίο. Ως πολιτικό πλοίο επιτρέπεται να μεταφέρει 805 άτομα, συμπεριλαμβανομένου του πληρώματός του, αλλά μετά την επίταξή του εξουσιοδοτείται να μεταφέρει 1 800 στρατιώτες (εξαιρουμένου του πληρώματος). Εν τω μεταξύ, οι σιωνιστικές οργανώσεις εξετάζουν πώς να ματαιώσουν το σχέδιο απέλασης. Η γενική απεργία που έχει προκηρυχθεί από το μεσημέρι έως τα μεσάνυχτα τις 20ης Νοεμβρίου έχει μικρό αποτέλεσμα.

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Patria_disaster
Η παραστρατιωτική ομάδα Χαγκάνα αποφασίζει να τοποθετήσει και ενεργοποιήσει εκρηκτικό μηχανισμό στα κύτη του πλοίου με σκοπό να προκληθούν ζημιές που θα αναγκάσουν το Patria να μείνει στο λιμάνι για επισκευές και έτσι να κερδίσει χρόνο για να πιέσει η Εβραϊκή Υπηρεσία τους Βρετανούς να ακυρώσουν την εντολή απέλασης. Ο αξιωματικός της Χαγκάνα υπεύθυνος για την επιχείρηση είναι ο Yitzhak Sadeh, εξουσιοδοτημένος από τον Moshe Sharett, ο οποίος ηγείται του Πολιτικού Τμήματος της Εβραϊκής Υπηρεσίας λόγω της προσωρινής απουσίας του David Ben-Gurion στις ΗΠΑ. Στις 22 Νοεμβρίου, πράκτορες της Χαγκάνα τοποθετούν μια βόμβα 2 κιλών στο πλοίο, η οποία έχει προγραμματιστεί να εκραγεί στις 9 μ.μ. εκείνης της ημέρας. Η πυροδότηση αποτυγχάνει, έτσι μια δεύτερη, πιο ισχυρή βόμβα τοποθετείται στα κύτη του πλοίου στις 24 Νοεμβρίου. Την ίδια μέρα επιβιβάζονται στο Patria άλλοι 134 επιβάτες από το τρίτο πλοίο που είχε αποπλεύσει στις 12 Οκτωβρίου από το λιμάνι Tulcea – το «Atlantic» με 1645 επιβάτες και που μόλις είχαν συλληφθεί από το Βασιλικό Ναυτικό. Στις 9 το πρωί της 25ης Νοεμβρίου, η ωρολογιακή βόμβα εκρήγνυται ανοίγοντας μια μεγάλη τρύπα διαστάσεων 3 επί 2 μέτρα στην κύτη του πλοίου, με αποτέλεσμα να πάρει νερά, και να βυθιστεί σε μόλις 16 λεπτά. Οι περισσότεροι από τους επιβαίνοντες διασώζονται από βρετανικά και αραβικά σκάφη που σπεύδουν στο σημείο. Ωστόσο, 267 άνθρωποι θα δηλωθούν αγνοούμενοι – περισσότεροι από 200 Εβραίοι πρόσφυγες, 50 μέλη πληρώματος και Βρετανοί στρατιώτες – και άλλοι 172 θα τραυματιστούν. Πολλοί από τους νεκρούς παγιδεύονται στο αμπάρι του Patria και δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν καθώς εκείνο έγειρε στο πλάι και βυθίστηκε. Τελικά θα βρεθούν 209 πτώματα και θα θαφτούν στη Χάιφα.
14 Δεκεμβρίου 1940: Το «Σαλβαδόρ» (Salvador), ένα μικρό βουλγαρικό σκαρί (ονομαζόταν παλαιότερα «τσάρος Κρουμ»), που μεταφέρει περίπου 180 Εβραίους παράνομους μετανάστες, κυρίως από τη Βουλγαρία προς την Παλαιστίνη, δεν αντέχει τις σφοδρές καιρικές συνθήκες και βυθίζεται στη Θάλασσα του Μαρμαρά, παίρνοντας μαζί του στο βυθό 103 ανθρώπους, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά.
Απρίλιος – Μάιος 1941: Αγγλο-Ιρακινός πόλεμος. Στις 30 Ιουνίου 1930 στο Λονδίνο υπογράφεται η Συνθήκη Φιλίας και Συμμαχίας ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Βασίλειο του Ιράκ η οποία θα τεθεί σε ισχύ με την ένταξη του Ιράκ στην Κοινωνία των Εθνών – το 1932. Η Συνθήκη προβλέπει την κατάργηση της Εντολής και την επίσημη αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Ιράκ. Ουσιαστικά όμως η Συνθήκη εδραιώνει την εξαρτημένη θέση της χώρας στον τομέα της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής από την Βρετανία, στην οποία θα επιτραπεί να έχει δύο στρατιωτικές βάσεις στο Ιράκ (στο Al-Habbaniya και στο Shuaibah) και να διατηρεί τα στρατεύματά της εκεί. Οι πατριωτικοί κύκλοι της χώρας δεν είναι ευχαριστημένοι με αυτή την κατάσταση, γεγονός που οδηγεί τον βασιλιά Φεϊζάλ, τον Οκτώβριο του 1932, να απολύσει τον φιλοβρετανό πρωθυπουργό Νούρι αλ-Σαΐντ (Nuri al-Said, 1888 – 1958) που υπέγραψε την Συνθήκη και στη θέση του να διορίσει τον Naji Shawkat (1891 – 1980). Τον ίδιο μήνα αναλαμβάνει χρέη Γερμανού πρέσβη στο Βασίλειο του Ιράκ ο Fritz Grobba (1886 – 1973), στέλεχος του Τρίτου Τμήματος του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, αρμόδιου για τη Μέση Ανατολή. Αντιμέτωπη με την έντονη αντίθεση από το εσωτερικό του ιρακινού πολιτικού κατεστημένου και την εκστρατεία κατά της Συνθήκης, η κυβέρνηση του Shawkat διαρκεί μόνο πέντε μήνες. Τη διαδέχεται άλλη μια βραχύβια (οκτώ μηνών) κυβέρνηση, αυτή του ένθερμου Άραβα εθνικιστή Ρασίντ Αλί αλ-Γκαϊλάνι (Rashid Ali al-Gailani, 1892-1965). Μετά τον θάνατο του βασιλιά Φεϊζάλ Α’ στις 8 Σεπτεμβρίου 1933, ο Γερμανός πρέσβης Γκρομπά πείθει τον νέο βασιλιά Γκάζι (Ghazi ibn Faisal 1912 – 1939), γιο του Φεϊζάλ, να επιτρέψει την ανταλλαγή αξιωματικών που θα συμμετέχουν σε διάφορα στρατιωτικά γυμνάσια. Η ομάδα των Ιρακινών αξιωματικών αμέσως μετά την ολοκλήρωση της άσκησης, επιστρέφουν στην πατρίδα τους, όχι όμως και οι πενήντα Γερμανοί αξιωματικοί οι οποίοι θα παραμείνουν στο Ιράκ για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μεταξύ 1932 και 1941, η γερμανική πρεσβεία στο Ιράκ, με την ενεργό συμμετοχή του πρέσβη, παρέχει σημαντική υποστήριξη στις τοπικές αντιεβραϊκές και φιλοφασιστικές οργανώσεις, με πιο γνωστή τη Λέσχη Al-Muthanna. Η γερμανική πρεσβεία αποκτά την εφημερίδα Al-alam Al-arabi («Αραβικός κόσμος»), η οποία, εκτός από την αντισημιτική προπαγάνδα, θα δημοσιεύσει αποσπάσματα από το βιβλίο του Χίτλερ «Ο αγώνας μου» μεταφρασμένο στα αραβικά από τον Yunis al-Sabawi την περίοδο 1933-1934. Επίσης, η γερμανική πρεσβεία θα συμβάλει στην ίδρυση της οργάνωσης νεολαίας Al-Fatwa, οι αρχές της οποίας θυμίζουν τη Χιτλερική Νεολαία (Hitlerjugend). Τότε δημιουργείται στον ιρακινό στρατό μια σουνιτική εθνικιστική οργάνωση από μια ομάδα αξιωματικών, γνωστή ως ο «Κύκλος των Επτά», που βρίσκεται υπό την επιρροή του Γερμανού πρέσβη. Τέσσερις από αυτούς, οι συνταγματάρχες: Salah al-Din al-Sabbagh (αρχηγός της ομάδας και διοικητής της 3ης Μεραρχίας Πεζικού), Kamil Shabib (διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού), Fahmi Said (διοικητής της Ανεξάρτητης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας), Mahmud Salman (αρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας), θα αποτελέσουν τον ηγετικό πυρήνα της οργάνωσης γνωστό ως το «Χρυσό Τετράγωνο» ή ως οι «Τέσσερις Συνταγματάρχες». Με τον καιρό, αυτή η αντιβρετανική ομάδα γίνεται ο ρυθμιστικός παράγοντας καθώς οι διαδοχικές ιρακινές κυβερνήσεις επιδιώκουν την υποστήριξη του στρατού για να επιβιώσουν.
Στις 4 Απριλίου 1939, ο βασιλιάς Γκάζι σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο γιος του Φεϊζάλ Β’ (1935 – 1958), θα ανέβει στον θρόνο σε ηλικία τεσσάρων ετών και για τον λόγο αυτό θα δημιουργηθεί η θέση της αντιβασιλείας υπό τον θείο του πρίγκιπα ‘Αμπντ αλ-Ιλάχ (Abd al-Ilah, 1913-1958), μέχρι την ενηλικίωση του νέου βασιλιά. Ο νέος αντιβασιλέας αρχικά βασίζεται στον έμπειρο πρωθυπουργό Νούρι αλ-Σαΐντ, μιας και αυτός τον βοήθησε να αναλάβει τη θέση. Με τη σειρά του ο πρωθυπουργός βασίζεται στην ομάδα των Τεσσάρων Συνταγματαρχών και πρωτίστως στον αρχηγό τους – Salah al-Din al-Sabbagh, που θα τον τοποθετήσουν ξανά στον πρωθυπουργικό θώκο στις 24 Δεκεμβρίου 1938, μετά το επιτυχές πραξικόπημα που οργάνωσαν και έριξαν την κυβέρνηση του Τζαμίλ αλ Μιντφάι (Jamil al Midfai, 1890 – 1958).
Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλει στην Πολωνία και ξεκινά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία κηρύσσουν τον πόλεμο στη Γερμανία. Αφού η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έγιναν εχθροί, το Βασίλειο του Ιράκ θα απελάσει τους Γερμανούς αξιωματούχους και στις 5 Σεπτεμβρίου 1939, θα διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τη Γερμανία. Ωστόσο, ο αντιβασιλέας και ο πρωθυπουργός, υπό την πίεση των Τεσσάρων Συνταγματαρχών, επιλέγουν να μην κηρύξει το Ιράκ πόλεμο στη Γερμανία, παρά την πρόβλεψη του άρθρου 4 της Αγγλο-Ιρακινής Συνθήκης του 1930 που αναφέρει ότι: «Εάν … ένα από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη εμπλακεί σε πόλεμο, το άλλο Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος… θα έρθει αμέσως σε βοήθεια με την ιδιότητα του συμμάχου». Εκτός από την άρνησή του να κηρύξει πόλεμο, ο Νούρι αλ-Σαΐντ ανακοινώνει επίσης ότι οι ιρακινές ένοπλες δυνάμεις δεν θα απασχολούνται εκτός Ιράκ. Ο πρωθυπουργός πρέπει να κινηθεί προσεκτικά μεταξύ της στενής του σχέσης με τη Βρετανία και της εξάρτησής του από αξιωματικούς του φιλογερμανικού στρατού και μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Τελικά δεν θα τα καταφέρει. Στις 31 Μαρτίου 1940, ο Ρασίντ Αλί αλ-Γκαϊλάνι διορίζεται ξανά πρωθυπουργός. Ο αλ-Γκαϊλάνι αρνείται να επιτρέψει στα συμμαχικά στρατεύματα να περάσουν από το Ιράκ στο μέτωπο και απορρίπτει τις εκκλήσεις προς το Ιράκ να διακόψει τους δεσμούς του με τη φασιστική Ιταλία. Στέλνει τον υπουργό Δικαιοσύνης του, Naji Shawkat, στην Άγκυρα για να συναντηθεί με τον πρεσβευτή της Γερμανίας στην Τουρκία, Franz von Papen, με σκοπό να κερδίσει τη γερμανική υποστήριξη για την κυβέρνησή του. Εκείνη την εποχή, το Ιράκ γίνεται καταφύγιο για Άραβες ηγέτες που διέφυγαν από την Παλαιστίνη ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης εξέγερσης των Παλαιστινίων Αράβων εναντίον των Βρετανών. Μεταξύ αυτών είναι και ο μεγάλος μουφτής της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ-Χουσεΐνι, ο οποίος αρχικά — από τον Οκτώβριο του 1937 — είχε βρει καταφύγιο στη Βυρηττό. Η Βρετανία θα απαντήσει με αυστηρές οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράκ. Εν τω μεταξύ, οι ειδήσεις για βρετανικές νίκες κατά των ιταλικών δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική («Επιχείρηση Πυξίδα» τον Δεκέμβριο του 1940, κατάληψη του Τομπρούκ τον Ιανουάριο του 1941) αποδυναμώνουν την υποστήριξη προς τον Γκαϊλάνι. Στις 31 Ιανουαρίου 1941, υπό την πίεση του αντιβασιλέα ‘Αμπντ αλ-Ιλάχ, ο Γκαϊλάνι παραιτείται από την πρωθυπουργία και αναλαμβάνει ο Taha al-Hashimi (1888-1961). Όμως ο Γκαϊλάνι μαζί με την ομάδα των Τεσσάρων Συνταγματαρχών κάνει σχέδια δολοφονίας του αντιβασιλέα και κατάληψης της εξουσίας. Στις 31 Μαρτίου, ο ‘Αμπντ αλ-Ιλάχ ανακαλύπτει το σχέδιο για τη δολοφονία του και φυγαδεύεται από τη χώρα. Την 1η Απριλίου 1941, εκδηλώνεται το πραξικόπημα των Τεσσάρων Συνταγματαρχών. Ο Αλ-Χασίμι παραιτείται και αναλαμβάνει μια «Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας» με πρωθυπουργό πάλι τον αλ-Γκαϊλάνι.
Η Βρετανία δεν θα αναγνωρίσει αυτή την κυβέρνηση ως νόμιμη σε αντίθεση με την Γερμανία. Ο Τσόρτσιλ θέλει μια πιο φιλική ιρακινή κυβέρνηση που να προστατεύει τα βρετανικά συμφέροντα στο Ιράκ, ιδίως τα κοιτάσματα πετρελαίου των οποίων η βρετανικής ιδιοκτησίας Αγγλο-Περσική Εταιρεία Πετρελαίου είναι κάτοχος παραχώρησης. Στις 9 Απριλίου ο μεγάλος μουφτής της Ιερουσαλήμ Αμίν αλ-Χουσεΐνι εκδίδει φετβά σε ραδιοφωνική ομιλία από τη Βαγδάτη, καλώντας τους μουσουλμάνους να συμμετάσχουν σε ιερό πόλεμο κατά της Μεγάλης Βρετανίας.

Στις 18 Απριλίου, τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα (τμήματα της 8ης και της 10ης Ινδικής Μεραρχίας) μέσω θαλάσσης αποβιβάζονται στη Βασόρα και την καταλαμβάνουν, ενώ ένα τάγμα πεζικού μεταφέρεται στην αεροπορική βάση της Χαμπανίγια από αέρος. Στις 30 Απριλίου φτάνει μια δεύτερη ταξιαρχία. Η κυβέρνηση Γκαϊλάνι απαιτεί να απομακρυνθούν οι βρετανικές δυνάμεις από το Ιράκ και στέλνει μια ιρακινή δύναμη πυροβολικού να πάρει θέσεις γύρω από τη βάση της RAF στη Χαμπανίγια. Στις 2 Μαΐου, βρετανικά αεροσκάφη από τη Χαμπανίγια εξαπολύουν αιφνιδιαστική επίθεση κατά των ιρακινών δυνάμεων σε ολόκληρη τη χώρα. Από την Παλαιστίνη, μια άλλη δύναμη δημιουργείται για να εισέλθει στο Ιράκ από τα δυτικά, η Δύναμη Habbaniya γνωστή με την συντομογραφία της ως Habforce. Σε συμφωνία με το καθεστώς του Βισύ στις 7 Μαΐου, η Γερμανία ξεκινά τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού στο Ιράκ μέσω της γαλλικής Εντολής της Συρίας, αλλά, απασχολημένη με την προετοιμασία για τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ, η Γερμανία δεν θα μπορέσει να παράσχει σημαντική βοήθεια στους Ιρακινούς εθνικιστές. Στις 19 Μαΐου, οι Ιρακινοί στη Φαλούτζα παραδίδονται. Στις 25 Μαΐου, το κύριο σώμα του Habforce φτάνει στη Χαμπανίγια και εντάσσεται στην προέλαση προς τη Βαγδάτη. Στις 29 Μαΐου, ο δήμαρχος της Βαγδάτης, Arshad al-Umari, σχηματίζει την Επιτροπή Εσωτερικής Ασφάλειας, με σκοπό να διαπραγματευτεί μια εκεχειρία. Το βράδυ της 30ης Μαΐου ο Γκαϊλάνι συνοδευόμενος από τους κύριους συνεργάτες του, τους πρεσβευτές της Γερμανίας και της Ιταλίας και τον μεγάλο μουφτή της Ιερουσαλήμ Αμίν αλ-Χουσεΐνι εγκαταλείπουν την Βαγδάτη και καταφεύγουν στο Ιράν. Στις 31 του μήνα τα βρετανικά στρατεύματα εισέρχονται στη Βαγδάτη. Ο δήμαρχος πηγαίνει στην κατοικία του Βρετανού πρέσβη, Sir Kinahan Cornwallis, και υπογράφει συμφωνία ανακωχής, τους όρους της οποίας υπαγορεύουν οι Βρετανοί.
Ο εξόριστος αντιβασιλιάς του Ιράκ ‘Αμπντ αλ-Ιλάχ επίσης στις 31 Μαΐου 1941, ανακοινώνει την επιστροφή του στη Βαγδάτη την επόμενη κιόλας μέρα. Εκείνη την ημέρα –1η Ιουνίου, εν μέσω κενού εξουσίας στη Βαγδάτη, κατά τη διάρκεια της εβραϊκής γιορτής του Shavuot, ξεσπά ένα μεγάλης κλίμακας εβραϊκό πογκρόμ, το οποίο θα μείνει γνωστό με τον αραβικό όρο Φαρχούντ (Farhud), δηλαδή «βίαιη εκκένωση». Στη δεκαετία του 1940 περίπου 135 000 Εβραίοι ζουν στο Ιράκ (σχεδόν το 3 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού), με περίπου 90 000 στη Βαγδάτη, 10 000 στη Βασόρα και οι υπόλοιποι διάσπαρτοι σε πολλές μικρές πόλεις και χωριά.
Ιρακινοί στρατιώτες και αστυνομικοί που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα του αλ-Γκαϊλάνι τον Απρίλιο του 1941 και νεαροί της οργάνωσης Al-Fatwa υποκινούν και ηγούνται των ταραχών. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν είναι γνωστός. Κατά τη διάρκεια των δύο ημερών της βίας, σύμφωνα με την επίσημη έκθεση της επιτροπής που διερευνά το περιστατικό, 128 Εβραίοι σκοτώνονται, 210 τραυματίζονται και πάνω από 1 500 επιχειρήσεις και σπίτια θα υποστούν ζημιές. Οι ταραχές σταματούν μετά τις 17:00 της Δευτέρας, 2 Ιουνίου 1941, όταν τα ιρακινά στρατεύματα εισέρχονται στη Βαγδάτη, επιβάλλουν απαγόρευση κυκλοφορίας και ανοίγουν πυρ σε όποιον παραβιάσει τη διαταγή.
Μετά το Φαρχούντ εκατοντάδες Εβραίοι καταφεύγουν στο Ιράν, άλλοι πηγαίνουν στη Βηρυτό και κάποιοι καταφέρνουν να λάβουν ακόμη και προσωρινές βίζες για την Ινδία. Μερικές εκατοντάδες Εβραίοι προσπαθούν να φτάσουν στην Παλαιστίνη, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς αναγκάζονται να σταματήσουν κάποια στιγμή στη διαδρομή, είτε από την ιρακινή αστυνομία, η οποία απαγορεύει στους Εβραίους να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη, είτε από την παλαιστινιακή αστυνομία, μιας και είχαν επιβληθεί αυστηρές ποσοστώσεις μετανάστευσης. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες, ωστόσο, θα επιστρέψουν στη Βαγδάτη όταν η πολιτική κατάσταση σταθεροποιηθεί.
Στις 4 Ιουνίου ο αντιβασιλέας διορίζει τη νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Τζαμίλ αλ Μιντφάι. Η μοναρχική κυβέρνηση ενεργεί γρήγορα για να καταστείλει τους υποστηρικτές του Ρασίντ Αλί αλ-Γκαϊλάνι. Ως αποτέλεσμα, πολλοί Ιρακινοί θα εξοριστούν και εκατοντάδες θα φυλακιστούν. Συγκαλούνται στρατοδικεία για να δικαστούν οι ταραχοποιοί και οι υπεύθυνοι για το πραξικόπημα. Ορισμένοι, συμπεριλαμβανομένου του Yunis al-Sabawi και πολλοί αξιωματικοί και αστυνομικοί, καταδικάζονται σε θάνατο.
15 Μαΐου 1941: Το Εθνικό Αρχηγείο της Χαγκάνα αποφασίζει να δημιουργήσει ένα επίλεκτο σώμα μάχης κυρίως για δολιοφθορές και καταδρομικές επιχειρήσεις – το Παλμάχ (Palmach). Κατά τον πρώτο χρόνο της ύπαρξής του, το Παλμάχ αριθμεί 600 άνδρες και γυναίκες, οργανωμένους σε έξι τάγματα. Ο πρώτος διοικητής του Παλμάχ είναι ο Yitzhak Sadeh. Το 1941 θα λάβει μέρος σε αρκετές αποστολές σε συνεργασία με τις βρετανικές ειδικές δυνάμεις στο Ιράκ, αλλά κυρίως στη Συρία και τον Λίβανο που ελέγχονται από τις φιλοναζιστικές δυνάμεις της κυβέρνησης του Βισύ. 11 Οκτωβρίου 1941: Ο εξόριστος μεγάλος μουφτής Χατζ Αμίν αλ-Χουσεΐνι φτάνει στη Ρώμη και συναντάται με τον Μπενίτο Μουσολίνι σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει στενούς δεσμούς με τις δυνάμεις του Άξονα.

Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Amin_al-Husseini
28 Νοεμβρίου 1941: Ο Χίτλερ δέχεται την επίσκεψη του Χατζ Αμίν αλ-Χουσεΐνι. Ο μεγάλος μουφτής της Ιερουσαλήμ ζητά την υποστήριξη του Χίτλερ για την εκδίωξη των Βρετανών από την Παλαιστίνη και την ανατροπή των σιωνιστικών σχεδίων. Θέλει να εξασφαλίσει τη δέσμευση της ναζιστικής Γερμανίας για την ανεξαρτησία των αραβικών χωρών από τη βρετανική κυριαρχία. Ο Χίτλερ δεν δίνει συγκεκριμένες υποσχέσεις για τη μελλοντική ανεξαρτησία της Παλαιστίνης. Ωστόσο, καθιστά σαφές στον Άραβα επισκέπτη του ότι στον αγώνα του κατά των Εβραίων είναι αδιάλλακτος και σε αυτό τον αγώνα συμπεριλαμβάνει επίσης τους Εβραίους εποίκους στην Παλαιστίνη. Το παρακάτω είναι το επίσημο γερμανικό αρχείο της συνάντησης μεταξύ του Αδόλφου Χίτλερ και του μεγάλου μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ-Χουσεΐνι, στις 28 Νοεμβρίου 1941, στην Καγκελαρία του Ράιχ στο Βερολίνο. (Πηγή: Documents on German Foreign Policy 1918-1945, Series D, Vol XIII, Λονδίνο, 1964.)
«ΜΕΓΑΣ ΜΟΥΦΤΗΣ:
Ο Μεγάλος Μουφτής ξεκίνησε ευχαριστώντας τον Φύρερ για τη μεγάλη τιμή που του είχε κάνει με την υποδοχή του. Ήθελε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να μεταφέρει στον Φύρερ του Μείζονος Γερμανικού Ράιχ, τον οποίο θαύμαζε ολόκληρος ο αραβικός κόσμος, τις ευχαριστίες του για τη συμπάθεια που έδειχνε πάντα για τον αραβικό και ιδιαίτερα τον παλαιστινιακό σκοπό, και στην οποία είχε έκφραση ξεκάθαρα στις δημόσιες ομιλίες του. Οι αραβικές χώρες ήταν ακράδαντα πεπεισμένες ότι η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο και ότι τότε η αραβική υπόθεση θα ευημερούσε. Οι Άραβες ήταν οι φυσικοί φίλοι της Γερμανίας γιατί είχαν τους ίδιους εχθρούς με τη Γερμανία, δηλαδή τους Άγγλους, τους Εβραίους και τους Κομμουνιστές. Ως εκ τούτου, ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με τη Γερμανία με όλη τους την καρδιά και ήταν έτοιμοι να συμμετάσχουν στον πόλεμο, όχι μόνο αρνητικά με τη διάπραξη πράξεων δολιοφθοράς και την υποκίνηση εξεγέρσεων, αλλά και θετικά με τη συγκρότηση μιας Αραβικής Λεγεώνας. […] Η Αραβική Λεγεώνα θα ήταν πολύ εύκολο να αναπτυχθεί. Μια έκκληση του Μουφτή προς τις αραβικές χώρες και τους αιχμαλώτους αραβικής, αλγερινής, τυνησιακής και μαροκινής υπηκοότητας στη Γερμανία θα παρήγαγε μεγάλο αριθμό εθελοντών πρόθυμων να πολεμήσουν. […]Σε αυτόν τον αγώνα, οι Άραβες προσπαθούσαν για την ανεξαρτησία και την ενότητα της Παλαιστίνης, της Συρίας και του Ιράκ. Είχαν την απόλυτη εμπιστοσύνη στον Φύρερ και έψαχναν στο χέρι του το βάλσαμο στις πληγές τους, που τους είχαν προκαλέσει οι εχθροί της Γερμανίας. Στη συνέχεια, ο Μουφτής ανέφερε την επιστολή που είχε λάβει από τη Γερμανία, η οποία ανέφερε ότι η Γερμανία δεν θα κρατούσε αραβικά εδάφη και κατανοούσε και αναγνώριζε τις φιλοδοξίες των Αράβων για ανεξαρτησία και ελευθερία, όπως ακριβώς υποστήριζε την εξάλειψη της εβραϊκής εθνικής εστίας. Μια δημόσια δήλωση με αυτή την έννοια θα ήταν πολύ χρήσιμη για την προπαγανδιστική της επίδραση στους αραβικούς λαούς αυτή τη στιγμή. Θα ξεσήκωσε τους Άραβες από τον στιγμιαίο λήθαργο και θα τους έδινε νέο κουράγιο. Θα διευκόλυνε επίσης το έργο του Μουφτή να οργανώσει κρυφά τους Άραβες… οι οποίοι με αυστηρή πειθαρχία θα περίμεναν υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή και θα χτυπούσαν μόνο κατόπιν εντολής του Βερολίνου. Όσον αφορά τα γεγονότα στο Ιράκ, ο Μουφτής παρατήρησε ότι οι Άραβες σε αυτή τη χώρα σίγουρα δεν είχαν υποκινηθεί από τη Γερμανία να επιτεθούν στην Αγγλία, αλλά απλώς είχαν ενεργήσει ως αντίδραση σε μια άμεση αγγλική επίθεση κατά της τιμής τους.Οι Τούρκοι, πίστευε, θα καλωσόριζαν τη δημιουργία μιας αραβικής κυβέρνησης στα γειτονικά εδάφη, επειδή θα προτιμούσαν πιο αδύναμες αραβικές από ισχυρές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στις γειτονικές χώρες […] Η Γαλλία επίσης δεν θα είχε καμία αντίρρηση για το σχέδιο ενοποίησης επειδή είχε παραχωρήσει την ανεξαρτησία της στη Συρία ήδη από το 1936 και είχε δώσει την έγκρισή της για την ενοποίηση του Ιράκ και της Συρίας υπό τον βασιλιά Φεϊζάλ ήδη από το 1933. Υπό αυτές τις συνθήκες, ανανέωνε το αίτημά του να κάνει ο Φύρερ μια δημόσια δήλωση, ώστε οι Άραβες να μην χάσουν την ελπίδα τους, … Δεν πίεζαν για άμεση πραγματοποίηση των φιλοδοξιών τους, θα μπορούσαν εύκολα να περιμένουν μισό χρόνο ή έναν ολόκληρο χρόνο. Αλλά αν δεν τους ενέπνεε μια τέτοια ελπίδα από μια τέτοια δήλωση, θα ήταν αναμενόμενο ότι οι Άγγλοι θα ήταν οι κερδισμένοι.
ΧΙΤΛΕΡ:
Ο Φύρερ απάντησε ότι η θεμελιώδης στάση της Γερμανίας σε αυτά τα ζητήματα, όπως είχε ήδη δηλώσει ο ίδιος ο Μουφτής, ήταν σαφής. Η Γερμανία τάχθηκε υπέρ του ασυμβίβαστου πολέμου κατά των Εβραίων. Αυτό περιελάμβανε φυσικά την ενεργό αντίθεση στο εβραϊκό εθνικό σπίτι στην Παλαιστίνη, που δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα κέντρο, υπό τη μορφή κράτους, για την άσκηση καταστροφικής επιρροής από τα εβραϊκά συμφέροντα. Η Γερμανία γνώριζε επίσης ότι ο ισχυρισμός ότι οι Εβραίοι εκτελούσαν τα καθήκοντα των οικονομικών πρωτοπόρων στην Παλαιστίνη ήταν ψέμα. Η δουλειά εκεί έγινε μόνο από τους Άραβες, όχι από τους Εβραίους. Η Γερμανία αποφάσισε, να ζητήσει από κάθε ευρωπαϊκό έθνος ξεχωριστά να λύσει το εβραϊκό του πρόβλημα και την κατάλληλη στιγμή να απευθύνει παρόμοια έκκληση και σε μη ευρωπαϊκά έθνη. Η Γερμανία βρισκόταν αυτή τη στιγμή σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου με δύο ακροπόλεις της εβραϊκής εξουσίας: τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σοβιετική Ρωσία. Θεωρητικά υπήρχε διαφορά μεταξύ του καπιταλισμού της Αγγλίας και του κομμουνισμού της Σοβιετικής Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι Εβραίοι και στις δύο χώρες επιδίωκαν έναν κοινό στόχο. Αυτός ήταν ο αποφασιστικός αγώνας. Στο πολιτικό επίπεδο, παρουσιάστηκε κυρίως ως σύγκρουση μεταξύ Γερμανίας και Αγγλίας, αλλά ιδεολογικά ήταν μια μάχη μεταξύ του εθνικοσοσιαλισμού και των Εβραίων. Είναι αυτονόητο ότι η Γερμανία θα παρείχε θετική και πρακτική βοήθεια στους Άραβες που συμμετείχαν στον ίδιο αγώνα, επειδή οι πλατωνικές υποσχέσεις ήταν άχρηστες σε έναν πόλεμο επιβίωσης ή καταστροφής στον οποίο οι Εβραίοι ήταν σε θέση να κινητοποιήσουν όλη τη δύναμη της Αγγλίας για τους σκοπούς τους. Η βοήθεια προς τους Άραβες θα έπρεπε να είναι υλική. Το πόσο μικρή βοήθεια ήταν μόνο οι συμπάθειες σε μια τέτοια μάχη είχε καταδειχθεί ξεκάθαρα από την επιχείρηση στο Ιράκ, όπου οι συνθήκες δεν επέτρεψαν την παροχή πραγματικά αποτελεσματικής, πρακτικής βοήθειας. Παρ’ όλες τις συμπάθειες, η γερμανική βοήθεια δεν ήταν επαρκής και το Ιράκ κατακτήθηκε από τη δύναμη της Βρετανίας, δηλαδή του φύλακα των Εβραίων. Στη συνέχεια, ο Φύρερ έκανε την ακόλουθη δήλωση στον Μουφτή, ζητώντας τον να την κλειδώσει στα απώτατα βάθη της καρδιάς του:
1. Αυτός (ο Φύρερ) θα συνέχιζε τη μάχη για την ολοκληρωτική καταστροφή της ιουδαιοκομμουνιστικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη.
2. Κάποια στιγμή που ήταν αδύνατο να οριστεί ακριβώς σήμερα αλλά που εν πάση περιπτώσει δεν ήταν μακρινή, οι γερμανικοί στρατοί θα έφταναν στην πορεία αυτού του αγώνα στη νότια έξοδο από τον Καύκασο.
3. Μόλις συνέβαινε αυτό, ο Φύρερ θα έδινε από μόνος του στον αραβικό κόσμο τη διαβεβαίωση ότι η ώρα της απελευθέρωσής του είχε φτάσει. Ο στόχος της Γερμανίας θα ήταν τότε αποκλειστικά η καταστροφή του εβραϊκού στοιχείου που κατοικούσε στην αραβική σφαίρα υπό την προστασία της βρετανικής ισχύος. Εκείνη την ώρα ο Μουφτής θα ήταν ο πιο έγκυρος εκπρόσωπος του αραβικού κόσμου. Τότε θα ήταν καθήκον του να ξεκινήσει τις αραβικές επιχειρήσεις, τις οποίες είχε προετοιμάσει κρυφά.
ΜΕΓΑΣ ΜΟΥΦΤΗΣ:
Ο Μεγάλος Μουφτής απάντησε ότι πίστευε πως όλα θα γίνονταν όπως ακριβώς είχε υποδείξει ο Φύρερ. Ήταν πλήρως καθησυχασμένος και ικανοποιημένος από τα λόγια που είχε ακούσει από τον αρχηγό του γερμανικού κράτους. Ρώτησε, ωστόσο, εάν δεν θα ήταν δυνατό, τουλάχιστον κρυφά, να συνάψουμε μια συμφωνία με τη Γερμανία όπως αυτή που μόλις είχε περιγράψει για τον Φύρερ.
ΧΙΤΛΕΡ:
Ο Φύρερ απάντησε ότι μόλις τώρα είχε δώσει στον Μεγάλο Μουφτή ακριβώς αυτή την εμπιστευτική δήλωση.
ΜΕΓΑΣ ΜΟΥΦΤΗΣ:Ο Μεγάλος Μουφτής τον ευχαρίστησε γι’ αυτό και δήλωσε εν κατακλείδι ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Φύρερ για το ενδιαφέρον που έδειξε για την αραβική υπόθεση.».

12 Δεκεμβρίου 1941 – 24 Φεβρουαρίου 1942: Το πλοίο «Στρούμα» που έχει ναυλωθεί από τη Νέα Σιωνιστική Οργάνωση και το κίνημα νεολαίας Betar στις 12 Δεκεμβρίου 1941, με δεκαμελές πλήρωμα, αποπλέει από την Κωνστάντζα της Ρουμανίας με προορισμό την Παλαιστίνη, μεταφέροντας 791 Εβραίους μετανάστες, κυρίως από τη Ρουμανία. Το «Στρούμα» είχε ναυπηγηθεί το 1867, αρχικά ως πολυτελές ατμόπλοιο μιας Βρετανίδας μαρκησίας, αλλά τη δεκαετία του 1930 είχε επανασχεδιαστεί με μια αναξιόπιστη μεταχειρισμένη μηχανή ντίζελ, για να μεταφέρει βοοειδή στον ποταμό Δούναβη, υπό τη σημαία ευκαιρίας του Παναμά. Στους επιβάτες λένε ότι θα έπλεαν σε ένα ανακαινισμένο σκάφος με σύντομη στάση στην Κωνσταντινούπολη για να παραλάβουν τις παλαιστινιακές μεταναστευτικές τους βίζες. Η κυβέρνηση του Ρουμάνου πρωθυπουργού Ίον Αντονέσκου εγκρίνει το ταξίδι. Στις 15 Δεκεμβρίου 1941, ο κινητήρας του Στρούμα θα παρουσιάσει βλάβη και βρισκόμενο στα τουρκικά ύδατα, θα ρυμουλκηθεί στην Κωνσταντινούπολη. Ενώ οι Τούρκοι μηχανικοί κάνουν ανεπιτυχείς προσπάθειες να επισκευάσουν τη μηχανή του πλοίου, η βρετανική κυβέρνηση, αρνείται να χορηγήσει βίζες για την Παλαιστίνη στους επιβάτες του και η Τουρκία με τη σειρά της αρνείται να τους δώσει άδεια να βγουν στη ξηρά γιατί θα αναγκαζόταν να τους δώσει άσυλο. Το Στρούμα παραμένει αγκυροβολημένο στην Κωνσταντινούπολη για περισσότερο από δύο μήνες, με τις τουρκικές αρχές να προσπαθούν να επιλύσουν το ζήτημα σε συνεννόηση με τους Βρετανούς. Οι τελευταίοι θα δεχτούν να ανανεώσουν τις παλαιστινιακές βίζες 8 επιβατών που είχαν λήξει, αλλά θα έπρεπε να αποβιβαστούν και να συνεχίσουν το ταξίδι τους δια ξηράς. Εν τω μεταξύ οι επιβάτες ζουν σε απελπιστικές συνθήκες, καθώς το πλοίο είναι υπερπλήρες και δεν υπάρχουν αρκετά τρόφιμα και νερό. Μάλιστα μια έγκυος, η Madeea Solomonovici, θα αποβάλει και θα εισαχθεί σε νοσοκομείο της Κωνσταντινούπολης. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Τουρκίας και Βρετανίας καταλήγουν σε αδιέξοδο. Τελικά, στις 23 Φεβρουαρίου 1942, οι τουρκικές αρχές θα ρυμουλκήσουν το πλοίο στα ανοιχτά του Βοσπόρου, μιας και ο κινητήρας του δεν είχε επιδιορθωθεί, και θα το αφήσουν στην τύχη του. Καθώς το ρυμουλκούσαν κατά μήκος του Βοσπόρου, πολλοί επιβάτες κρεμούν πινακίδες στις πλευρές του πλοίου που γράφουν «ΣΩΣΤΕ ΜΑΣ» στα αγγλικά και τα εβραϊκά που είναι ορατές σε όσους ζουν στις όχθες των στενών. Την επόμενη μέρα, στις 24 Φεβρουαρίου 1942, το σοβιετικό υποβρύχιο Shch-213, έχοντας εντολή να βυθίζει όλα τα ουδέτερα και εχθρικά πλοία που έμπαιναν στη Μαύρη Θάλασσα για να μειώσει τη ροή στρατηγικού υλικού προς τη Ναζιστική Γερμανία, θα τορπιλίσει το Στρούμα. Το πλοίο βυθίζεται άμεσα, και πολλοί άνθρωποι θα πνιγούν. Ορισμένοι που επιβιώνουν από τη βύθιση γαντζώνονται σε κομμάτια συντριμμιών, αλλά για ώρες δεν θα έρθει διάσωση και όλοι (781 επιβάτες και 10 μέλη πληρώματος) εκτός από έναν – τον 19χρονο Νταβίντ Στόλιαρ, θα πεθάνουν από πνιγμό ή υποθερμία.
18 Ιανουαρίου 1942: Ξεκινά η στρατολόγηση Εβραίων γυναικών στην Παλαιστίνη για τη Βρετανική Βοηθητική Εδαφική Υπηρεσία (British Auxiliary Territorial Service – ATS). Η ATS είναι γυναικείο εφεδρικό σώμα του Βρετανικού Στρατού που παρέχει υποστηρικτικό ρόλο στις ένοπλες δυνάμεις, όπως: Γραμματειακά και διοικητικά καθήκοντα, μεταφορές προσωπικού και υλικών, τηλεπικοινωνίες, νοσηλευτική και πρώτες βοήθειες.
12 Φεβρουαρίου 1942: Ο Αβραάμ Στερν δολοφονείται από τη βρετανική αστυνομία στην Ιερουσαλήμ. Η αστυνομία τον εντοπίζει σε ένα διαμέρισμα όπου κρυβόταν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, συλλαμβάνεται άοπλος, αλλά λίγα λεπτά αργότερα οι αστυνομικοί τον πυροβολούν και τον σκοτώνουν. Οι Βρετανοί ισχυρίζονται ότι ο Στερν επιχείρησε να διαφύγει, ενώ οι υποστηρικτές του υποστηρίζουν ότι η εκτέλεσή του ήταν ψυχρή και σκόπιμη. Η δολοφονία του Στερν έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οργάνωση Lehi, καθώς γίνεται σύμβολο της αντίστασης κατά της βρετανικής κυριαρχίας στην Παλαιστίνη. Νέος ηγέτης της οργάνωσης θα αναλάβει ο Ισαάκ Σαμίρ (Yitzhak Shamir), ο οποίος αργότερα θα διατελέσει πρωθυπουργός του Ισραήλ (1983-1984 και 1986-1992).
Απρίλιος 1942: Ξεκινά η πρώτη σειρά σεμιναρίων δολιοφθοράς και καταδρομών του Παλμάχ στο κιμπούτζ Mishmar Haemek, που διεξάγεται και χρηματοδοτείται από τους Βρετανούς.
6 – 12 Μαΐου 1942: Λόγω του πολέμου, το 22ο σιωνιστικό συνέδριο δεν θα μπορέσει να διεξαχθεί εκείνη τη χρονιά. Έτσι εξακόσιοι περίπου σιωνιστές από 18 χώρες, στην πλειοψηφία τους από τις ΗΠΑ, θα κληθούν στο ξενοδοχείο Μπίλτμορ της Νέας Υόρκης σε μια Έκτακτη Σιωνιστική Διάσκεψη με σκοπό να διαμορφώσουν τη σιωνιστική πολιτική. Μεταξύ των παρευρισκομένων είναι ο Χάιμ Βάιζμαν, ως πρόεδρος της Σιωνιστικής Οργάνωσης, ο Ντέιβιντ Μπεν-Γκουριόν, ως πρόεδρος της Εβραϊκής Υπηρεσίας και ο Nahum Goldmann, ως πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής του Παγκόσμιου Εβραϊκού Κογκρέσου. Η κοινή δήλωση που εκδόθηκε στο τέλος της συνόδου είναι γνωστή ως Πρόγραμμα Μπίλτμορ. Αν και τη σύνταξή του ανέλαβε ο Meyer-Weisgal, βοηθός του Βάιζμαν, το Πρόγραμμα έχει πραγματικό δημιουργό τον Μπεν-Γκουριόν. Το Πρόγραμμα επαναλαμβάνει τις σιωνιστικές απαιτήσεις για απεριόριστη εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη και ότι η Παλαιστίνη θα πρέπει να λειτουργεί ως Εβραϊκή Κοινοπολιτεία. Ο επίσημος Σιωνισμός είχε αρνηθεί σταθερά μέχρι τότε να διατυπώσει τον απώτερο σκοπό του κινήματος, αλλά προτιμούσε να επικεντρώνεται στο πρακτικό έργο της οικοδόμησης της Εβραϊκής Εθνικής Εστίας. Η σημασία του προγράμματος για μια Εβραϊκή Κοινοπολιτεία ήταν η υπέρβαση των όρων της Διακήρυξης του Μπάλφουρ, η οποία είχε επιβεβαιωθεί ως βρετανική πολιτική από τη Λευκή Βίβλο του Ουίνστον Τσόρτσιλ το 1922, ότι θα έπρεπε να υπάρχει μια «Εθνική Εβραϊκή Εστία» στην Παλαιστίνη. Σύμφωνα με την Ami Isseroff, το πρόγραμμα είναι «ένα κρίσιμο βήμα στην ανάπτυξη του Σιωνιστικού κινήματος, το οποίο έβλεπε όλο και περισσότερο τον εαυτό του ως αντίθετο με τη Βρετανία παρά ως συνεργάτη της Βρετανίας, και καθόρισε ότι εφεξής ο Μπεν-Γκουριόν και η σιωνιστική εκτελεστική εξουσία στην Παλαιστίνη, αντί ο Βάιζμαν να ηγηθεί του Σιωνιστικού κινήματος και να καθορίσει την πολιτική απέναντι στους Βρετανούς». Στο Μπίλτμορ θα αναθεωρηθεί η μακροχρόνια σιωνιστική υπόθεση ότι η μοίρα της Παλαιστίνης θα αποφασιζόταν στο Λονδίνο. Αντίθετα, οι εκπρόσωποι θα συμφωνήσουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν το νέο σιωνιστικό «πεδίο μάχης» και ότι η Ουάσιγκτον θα έχει τον πρωταρχικό λόγο στον αγώνα για την εβραϊκή κυριαρχία. Στο εξής, το σιωνιστικό κίνημα θα αγωνίζεται για μια άνευ όρων εβραϊκή ανεξαρτησία στην Παλαιστίνη, για ένα κράτος με αναγνωρισμένα σύνορα, δημοκρατικούς θεσμούς και έναν κυρίαρχο στρατό, που θα επιτευχθεί σε συνεργασία με την Αμερική. Το Πρόγραμμα Μπίλτμορ αναφέρει τα εξής:
«1. Οι Αμερικανοί Σιωνιστές που συγκεντρώθηκαν σε αυτήν την Έκτακτη Διάσκεψη επιβεβαιώνουν την κατηγορηματική αφοσίωσή τους στην υπόθεση της δημοκρατικής ελευθερίας και της διεθνούς δικαιοσύνης στην οποία έχουν αφιερωθεί ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών, συμμαχώντας με τα άλλα Ηνωμένα Έθνη, και εκφράζουν την πίστη τους στην τελική νίκη της ανθρωπότητας και της δικαιοσύνης επί της ανομίας και της ωμής βίας.
2. Αυτή η Διάσκεψη προσφέρει ένα μήνυμα ελπίδας και ενθάρρυνσης στους συμπολίτες τους Εβραίους στα γκέτο και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Ευρώπης που κυριαρχείται από τον Χίτλερ και προσεύχεται ώστε η ώρα της απελευθέρωσής τους να μην είναι πολύ μακρινή.
3. Η Διάσκεψη στέλνει τους θερμότερους χαιρετισμούς της στο Εκτελεστικό της Εβραϊκής Υπηρεσίας στην Ιερουσαλήμ, στο Va`ad Leumi και σε ολόκληρο το Yishuv στην Παλαιστίνη, και εκφράζει τον βαθύ θαυμασμό της για τη σταθερότητα και τα επιτεύγματά τους μπροστά στον κίνδυνο και τις μεγάλες δυσκολίες…
4. Στη γενιά μας, και ειδικότερα τα τελευταία είκοσι χρόνια, ο εβραϊκός λαός έχει αφυπνιστεί και μεταμορφώσει την αρχαία πατρίδα του· από 50.000 στο τέλος του τελευταίου πολέμου ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σε περισσότερους από 500.000. Έκαναν τις άγονες περιοχές να καρποφορούν και την έρημο να ανθίζει. Τα πρωτοποριακά τους επιτεύγματα στη γεωργία και στη βιομηχανία, ενσωματώνοντας νέα πρότυπα συνεταιριστικών προσπαθειών, έχουν γράψει μια αξιοσημείωτη σελίδα στην ιστορία του αποικισμού.
5. Στις νέες αξίες που δημιουργήθηκαν με αυτόν τον τρόπο, έχουν συμμετάσχει και οι Άραβες γείτονές τους στην Παλαιστίνη. Ο εβραϊκός λαός, μέσα από το δικό του έργο της εθνικής λύσεως, χαιρετίζει την οικονομική, γεωργική και εθνική ανάπτυξη των αραβικών λαών και κρατών. Η Διάσκεψη επαναβεβαιώνει τη θέση που είχε προηγουμένως υιοθετηθεί από τα Συνέδρια του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Οργανισμού, εκφράζοντας την ετοιμότητα και την επιθυμία του εβραϊκού λαού για πλήρη συνεργασία με τους Άραβες γείτονές του.
6. Η Διάσκεψη ζητά την εκπλήρωση του αρχικού σκοπού της Διακήρυξης του Μπάλφουρ και η εντολή που αναγνωρίζει την ιστορική σύνδεση του εβραϊκού λαού με την Παλαιστίνη ήταν να τους δώσει την ευκαιρία, όπως δήλωσε ο Πρόεδρος Wilson, να ιδρύσουν εκεί μια Εβραϊκή Κοινοπολιτεία . Η Διάσκεψη επιβεβαιώνει την αμετάβλητη απόρριψη της Λευκής Βίβλου του Μαΐου 1939 και αρνείται την ηθική ή νομική της εγκυρότητα. Η Λευκή Βίβλος επιδιώκει να περιορίσει και μάλιστα να ακυρώσει τα δικαιώματα των Εβραίων στη μετανάστευση και την εγκατάσταση στην Παλαιστίνη και, όπως δήλωσε ο κ. Ουίνστον Τσόρτσιλ στη Βουλή των Κοινοτήτων τον Μάιο του 1939, συνιστά “παραβίαση και αποκήρυξη της Διακήρυξης του Μπάλφουρ”. Η πολιτική της Λευκής Βίβλου είναι σκληρή και αδικαιολόγητη όσον αφορά την άρνηση του καταφυγίου στους Εβραίους που δραπετεύουν από τη ναζιστική δίωξη. Kαι σε μια εποχή που η Παλαιστίνη έχει γίνει κεντρικό σημείο στο μέτωπο του πολέμου των Ηνωμένων Εθνών, και ο εβραϊκός λαός της Παλαιστίνης πρέπει να προσφέρει όλο το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό για τα αγροκτήματα, τα εργοστάσια και τα στρατόπεδα, βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τα συμφέροντα της συμμαχικής πολεμικής προσπάθειας.
7. Στον αγώνα ενάντια στις δυνάμεις της επιθετικότητας και της τυραννίας, των οποίων οι Εβραίοι ήταν τα πρώτα θύματα, και που απειλούν τώρα την Εβραϊκή Εθνική Εστία, πρέπει να αναγνωριστεί το δικαίωμα των Εβραίων της Παλαιστίνης να διαδραματίσουν πλήρως τον ρόλο τους στην πολεμική προσπάθεια και στην υπεράσπιση της χώρας τους, μέσω μιας εβραϊκής στρατιωτικής δύναμης που πολεμά υπό τη δική της σημαία και υπό την υψηλή διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών.
8. Η Διάσκεψη διακηρύσσει ότι η νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων που θα ακολουθήσει τη νίκη δεν μπορεί να εδραιωθεί σε θεμέλια ειρήνης, δικαιοσύνης και ισότητας, εκτός εάν λυθεί οριστικά το πρόβλημα της εβραϊκής έλλειψης στέγης. Η Διάσκεψη προτρέπει να ανοίξουν οι πύλες της Παλαιστίνης. Να ανατεθεί στην Εβραϊκή Υπηρεσία ο έλεγχος της μετανάστευσης στην Παλαιστίνη και με την απαραίτητη εξουσία για την ανοικοδόμηση της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης των μη κατεχόμενων και ακαλλιέργητων εδαφών της· και να καθιερωθεί η Παλαιστίνη ως Εβραϊκή Κοινοπολιτεία ενσωματωμένη στη δομή του νέου δημοκρατικού κόσμου.
Τότε και μόνο τότε θα αποκατασταθεί η παλιά αδικία προς τον εβραϊκό λαό».
21 Ιουνίου 1942: Το «Κέντρο Επιστράτευσης Yishuv» εκδίδει εντολή που υποχρεώνει κάθε άνδρα ηλικίας μεταξύ 18 και 45 ετών να παρουσιαστεί στο τοπικό γραφείο στρατολόγησης όπου θα αποφασιστεί η θέση του στην αμυντική εκστρατεία των Yishuv: στον στρατό, στο Palmach, στην Πολιτοφυλακή ή αλλού.
6 Αυγούστου 1942: Οι Βρετανοί ανακοινώνουν το σχηματισμό εβραϊκών ταγμάτων που εντάσσονται στο Βασιλικό Σύνταγμα Ανατολικού Κεντ (Royal East Kent Regiment «The Buffs»).
11 Αυγούστου 1942: Ιδρύεται το πολιτικό κόμμα «Ihud» (Ενότητα), το οποίο υποστηρίζει τη δημιουργία ενός αραβο-εβραϊκού κράτους με ίσα πολιτικά δικαιώματα για τους Εβραίους και τους Άραβες σε μια αδιαίρετη Παλαιστίνη. Η Ihud ονομάζει αυτό το όραμα «πολιτική ισοτιμία». Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η εβραϊκή μετανάστευση πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την αρχή της «αριθμητικής ισοτιμίας» με τους Άραβες και την ικανότητα της Παλαιστίνης να απορροφά τους μετανάστες οικονομικά. Προτείνει τη δημιουργία κοινών οργάνων διακυβέρνησης και τη διαίρεση της χώρας σε περιφέρειες με βάση μια κοινοτική βάση. Η Ihud θεωρείται η διεθνική απάντηση στη Διάσκεψη Μπίλτμορ, η οποία έθεσε την ίδρυση μιας Εβραϊκής Κοινοπολιτείας στην Παλαιστίνη, πολιτική του σιωνιστικού κινήματος. Η Ihud θεωρείται διάδοχος της οργάνωσης Brit Shalom. Η τελευταία η οποία ιδρύθηκε το 1925, ήταν μια οργάνωση που προώθησε την ιδέα της συνεργασίας και της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ Εβραίων και Αράβων στην Παλαιστίνη. Όταν οι πολιτικές συνθήκες στην περιοχή άλλαξαν και οι εντάσεις μεταξύ Εβραίων και Αράβων εντάθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η Brit Shalom αρχίζει να χάνει τη δυναμική της. Ωστόσο, οι ιδέες και οι αρχές της συνεχίζουν να επηρεάζουν την εβραϊκή αριστερά και τη σοσιαλιστική κίνηση. Έτσι, η Ihud μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια της Brit Shalom, επεκτείνοντας και εξελίσσοντας τις ιδέες της για μια ειρηνική και συνεργατική κοινωνία στην Παλαιστίνη, ενώ προσαρμόζεται στις πολιτικές προκλήσεις και τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής, δίνοντας περισσότερη έμφαση στη σοσιαλιστική ιδεολογία και τη διατήρηση της εβραϊκής εθνικής ταυτότητας. Ορισμένοι από τους Εβραίους διανοούμενους που συμμετέχουν στην ίδρυση της Ihud είναι οι: Judah L. Magnes, Martin Buber, Ernst Simon, Henrietta Szold, David Werner Senator, Moshe Smilansky, Haim Margaliot-Kalvarisky, Joseph Moshe Valero.
30 Οκτωβρίου 1942: Μετανάστες από την Αυστρία και τη Γερμανία που είχαν φτάσει στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της Πέμπτης Aliyah ιδρύουν μια πολιτική οργάνωση με την ονομασία «Η Νέα Αλίγια» (The New Aliyah), η οποία δεν λαμβάνει μέρος στις εκλογές του Yishuv και του σιωνιστικού κινήματος. Ιδρυτής και αρχηγός του νέου κόμματος είναι ο Πίνχας Ρόζεν (Pinchas Rosen, 1887 – 1978).
10 Νοεμβρίου 1942: Το πρόγραμμα Μπίλτμορ εγκρίνεται από την Εσωτερική Επιτροπή του Σιωνιστικού Γενικού Συμβουλίου (ZGC) στην έδρα του στην Ιερουσαλήμ, όπου θα του δοθεί το όνομα «Πρόγραμμα Ιερουσαλήμ».

1 Ιανουαρίου 1943: Στην Ιερουσαλήμ πεθαίνει ο Άρθουρ Ρούπιν (Arthur Ruppin). Γεννήθηκε το 1876 στο Rawicz της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (σήμερα στην Πολωνία). Η οικογένεια μετακομίζει στο Μαγδεμβούργο όταν είναι 11 ετών. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στα νομικά και τα οικονομικά, το 1904 διορίζεται διευθυντής του Γραφείου Εβραϊκής Στατιστικής και Δημογραφίας του Βερολίνου. Το 1905 ο Ρούπιν εντάχθηκε στη Σιωνιστική Οργάνωση και το 1907 στέλνεται από τον David Wolffsohn, τον πρόεδρο της Σ.Ο., για να μελετήσει την κατάσταση της εβραϊκής κοινότητας στην Παλαιστίνη, ενώ ένα χρόνο αργότερα θα έρθει ο ίδιος να ζήσει στην Παλαιστίνη με απόφαση του όγδοου Σιωνιστικού Συνεδρίου. Ανοίγει το Γραφείο Παλαιστίνης της Σιωνιστικής Οργάνωσης στη Γιάφα, με στόχο να διευθύνει τις εποικιστικές δραστηριότητες του σιωνιστικού κινήματος. Το 1926, ο Ρούπιν εντάσσεται στη σχολή του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ και ίδρυσε το Τμήμα Κοινωνιολογίας των Εβραίων. Ο Ρούπιν ήταν μεταξύ των ιδρυτών του ειρηνευτικού κινήματος Brit Shalom, το οποίο υποστήριζε ένα διεθνικό κράτος, αλλά εγκαταλείπει το Brit Shalom μετά τη σφαγή της Χεβρώνας το 1929. Στη συνέχεια, είναι πεπεισμένος ότι μόνο ένα ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος είναι δυνατό, και πιστεύει ότι ο τρόπος για να δημιουργηθεί αυτό το κράτος είναι μέσω του συνεχούς εποικισμού. Την περίοδο 1933 – 1935 διετέλεσε πρόεδρος της Εβραϊκής Υπηρεσίας. Ο Ρούπιν είναι υπέρμαχος της ψευδοεπιστημονικής φυλετικής θεωρίας. Πιστεύει ότι οι πρώτοι Εβραίοι είναι ένας μη Σημιτικός αγροτικός λαός, που ζούσε στην Παλαιστίνη μέχρι την καταστροφή του Πρώτου Ναού. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Ρούπιν, αρχίζουν να παντρεύονται με τους γύρω σημιτικούς λαούς και με αυτόν τον τρόπο συμβιβάστηκαν και αποδυνάμωσαν τη φυλετική τους αγνότητα. Ήταν η έγχυση του σημιτικού αίματος, πίστευε, που παρέσυρε τους Εβραίους από την αγροτική εργασία και, αντ’ αυτού, τους οδήγησε να επικεντρωθούν στο εμπόριο, μια μεταμόρφωση που πίστευε ότι ευθύνεται για την μετέπειτα προκατάληψη της «απληστίας» που αποδόθηκε στους Εβραίους. Ο Ρούπιν θεωρεί την αφομοίωση ως τη χειρότερη απειλή για την ύπαρξη των Εβραίων ως λαού και ως απάντηση σε αυτή την απειλή υποστήριξε τη συγκέντρωση των Εβραίων σε έναν κοινό χώρο, που θα πραγματοποιηθεί με τον αποικισμό της Παλαιστίνης. Ο Ρούπιν αποδέχεται την ιδέα μιας διαίρεσης της ανθρωπότητας σε τρεις σημαντικές ανθρώπινες φυλές, τη «λευκή» , την «κίτρινη» και τη «μαύρη» και θεωρεί τους Εβραίους ως μέρος της «λευκής» φυλής. Όμως μέσα σε αυτή τη «φυλή» των Εβραίων, υπάρχουν σύμφωνα με τον Ρούπιν, ανοιχτόχρωμοι και σκούρου χρώματος. Για αυτό η εβραϊκή φυλή πρέπει να «καθαριστεί» και δήλωσε ότι «μόνο οι φυλετικά αγνοί έρχονται στη γη του Ισραήλ». Μάλιστα, όταν γίνεται επικεφαλής της Εβραϊκής Υπηρεσίας, είναι κατά της μετανάστευσης Εβραίων της Αιθιοπίας λόγω της έλλειψης «συνδέσμου αίματος» τους και αυτοί που ήδη είχαν έρθει στην Παλαιστίνη θα έπρεπε να περιοριστούν σε ευτελή εργασία.
Μάρτιος 1943: Οι Βρετανοί αποκαλύπτουν ένα δίκτυο μεγάλης κλίμακας, συνδεδεμένο με το Χαγκάνα, για κλοπή όπλων και εκρηκτικών από βρετανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συνεργασίας μεταξύ του Παλμάχ και του βρετανικού στρατού.
23 Απριλίου 1943: Ο Ύπατος Αρμοστής Sir Harold MacMichael ανακοινώνει ένα ολοκληρωμένο μεταπολεμικό οικονομικό σχέδιο που βασίζεται στα θεμέλια της Λευκής Βίβλου.
29 Απριλίου 1943: Οι Βρετανοί ερευνούν το γραφείο στρατολόγησης της Εβραϊκής Υπηρεσίας στο Τελ Αβίβ. Οι σχέσεις μεταξύ των Yishuv και των Βρετανών επιδεινώνονται.
2 Αυγούστου 1943: Εκλογές για τη τέταρτη Συνέλευση των Αντιπροσώπων της Παλαιστινιακής Εβραϊκής Κοινότητας. Στις εκλογές ψηφίζουν 200 881. Το Mapai με επικεφαλής τον Μπεν Γκουριόν αναδεικνύεται το μεγαλύτερο κόμμα, με 36,85% κερδίζοντας 64 από τις 173 έδρες. Στη δεύτερη θέση έρχεται το Αριστερό μπλοκ (Hashomer Hatzair-Poale Zion Left) με 12,39% και 21 έδρες. Η Συνέλευση εκλέγει το Εθνικό Συμβούλιο των Εβραίων με πρόεδρο τον David Remez (1886-1951).
12 Αυγούστου 1943: Ξεκινά η δίκη εναντίον δύο μελών της Χαγκάνα, του Avraham Reichlin και του Leib Sirkin. Στις 27 Σεπτεμβρίου καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης 10 και 7 ετών για τη μεταφορά μεγάλης ποσότητας τουφεκιών και πυρομαχικών από την Αίγυπτο στη Χάιφα.
2 Οκτωβρίου 1943: Οι Βρετανοί σκληραίνουν τη στάση τους απέναντι στη Χαγκάνα και το Yishuv. Έρευνα για όπλα στο κιμπούτζ Hulda.
Νοέμβριος 1943: Το όριο των 5 ετών για την εβραϊκή μετανάστευση, που ορίζεται στη Λευκή Βίβλο MacDonald (1939) και το οποίο πρόκειται να λήξει τον Απρίλιο του 1944, παρατείνεται από τη Βρετανία, επειδή 31 000 βίζες (σε σύνολο 75 000 που επιτρέπονται από τη Λευκή Βίβλο) είναι ακόμη αχρησιμοποίητες.
1 Νοεμβρίου 1943: Είκοσι κρατούμενοι Lehi δραπετεύουν από το στρατόπεδο κράτησης Latrun μέσω μιας σήραγγας που έσκαψαν.
16 Νοεμβρίου 1943: Νέα έρευνα των Βρετανών για όπλα, αυτή τη φορά στο κιμπούτζ Ramat Hakovesh με το πρόσχημα ότι ψάχνουν για λιποτάκτες από τον Πολωνικό Στρατό, οι οποίοι βρίσκονταν στην Παλαιστίνη. Τα μέλη του κιμπούτζ αντιστέκονται και ακολουθούν βίαιες συγκρούσεις. Ένα μέλος του κιμπούτζ, ο Shmuel Wolynetz, σκοτώνεται, 14 τραυματίζονται και 35 συλλαμβάνονται.
18 Νοεμβρίου 1943: Όλες οι εβραϊκές ημερήσιες εφημερίδες τυπώνουν τον ίδιο τίτλο που δεν υποβάλλεται εκ των προτέρων σε λογοκρισία: «Βάναυση πράξη σε έναν εβραϊκό οικισμό – Αστυνομική επίθεση στο κιμπούτζ Ramat Hakovesh».
19 Νοεμβρίου 1943: Ως απάντηση στην παραβίαση των κανονισμών λογοκρισίας, οι Βρετανοί διατάσσουν την αναστολή των «Davar» και «Haboker» για δύο εβδομάδες. Όλα τα άλλα έντυπα παύουν να εκδίδονται για 11 ημέρες, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους στις δύο τιμωρημένες εφημερίδες.
1 Δεκεμβρίου 1943: Ο Μεναχέμ Μπέγκιν (Menachem Begin, 1913 – 1992), διορίζεται νέος διοικητής της Ιργκούν Τζβάι Λεούμι.

Το 1943, είναι ήδη ξεκάθαρο ότι η νίκη των Συμμάχων είναι μόνο ζήτημα χρόνου. Αν και η συστηματική εξόντωση των Εβραίων από τους ναζί και τους συμμάχους τους είναι γνωστή στην Παλαιστίνη, η βρετανική κυβέρνηση τηρεί την πολιτική της Λευκής Βίβλου και συνεχίζει να εμποδίζει την εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη. Επιπλέον, εκείνα τα μεταναστευτικά πλοία που καταφέρνουν να διαφύγουν από την κατεχόμενη Ευρώπη, όχι μόνο απαγορεύεται να εισέλθουν στην Παλαιστίνη, αλλά μερικές φορές αναγκάζονται ακόμη και να επιστρέψουν στην Ευρώπη, αν και η μοίρα που περιμένει τους επιβάτες τους είναι ξεκάθαρη σε όλους. Η συμπεριφορά της βρετανικής κυβέρνησης εξοργίζει τους νεαρούς Εβραίους στην Παλαιστίνη. Το δε Γενικό Αρχηγείο της Ιργκούν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκεχειρία που είχε κηρύξει όταν ξέσπασε ο πόλεμος πρέπει να τερματιστεί και ότι είναι απαραίτητο να αναλάβουν δράση κατά των Βρετανών χωρίς να περιμένουν μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Στα ανώτερα κλιμάκια της Ιργκούν κυριαρχεί η αίσθηση ότι, για να ανανεωθεί ο αγώνας ενάντια στους Βρετανούς, είναι απαραίτητο να γίνουν εκτενείς αλλαγές στην ηγεσία. Σύμφωνα με έναν από τους διοικητές της Ιργκούν: «Είπαμε ότι έπρεπε να βρούμε έναν άνθρωπο να μας κουμαντάρει που δεν είχε καμία σχέση με όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια και μετά τη διάσπαση (δηλ. την αποχώρηση της ομάδας του Αβραάμ Στερν), αλλά ήταν δύσκολο να βρεις έναν τέτοιο άνθρωπο στη Γη του Ισραήλ». Ο Μεναχέμ Μπέγκιν, ηγέτης των Betar στην Πολωνία, φτάνει στο Eretz Israel σε αυτή τη στιγμή. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, είχε συλληφθεί από τις σοβιετικές αρχές και είχε σταλεί σε στρατόπεδο κράτησης στη Σιβηρία. Περίπου ένα χρόνο αργότερα αφήνεται ελεύθερος σύμφωνα με τους όρους της σοβιετο-πολωνικής συνθήκης, η οποία απελευθέρωσε όλους τους Πολωνούς υπηκόους από τις σοβιετικές φυλακές. Τον Ιούλιο του 1941, αμέσως μετά την επίθεση της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση, εντάσσεται στον Ελεύθερο Πολωνικό Στρατό Άντερς και τον Μάιο του 1942 στέλνεται με αυτόν τον στρατό στο Έρετζ Ισραήλ. Τον Δεκέμβριο του 1942 εγκαταλείπει τον Στρατό Άντερς και κατατάσσεται στο Ιργκούν. Ο Eliyahu Lankin, ένας από αυτούς που πλησίασαν τον Μπέγκιν, θυμάται ότι η απάντησή του ήταν: «Κύριοι, υπήρξα Μπεταρίτης και στρατιώτης στον πολωνικό στρατό, αλλά δεν έχω στρατιωτική εμπειρία». «Του είπαμε», θυμάται ο Λάνκιν, «ότι δεν μας έλειπαν οι μαχητές. Χρειαζόμασταν έναν ηγέτη εξουσίας για να πυροδοτήσει την πολιτική και ιδεολογική μας πορεία». Τον Δεκέμβριο του 1943, ο Begin επιλέγεται ως Διοικητής του Irgun. Ιδρύει ένα νέο Γενικό Αρχηγείο, το οποίο περιλαμβάνει τους Aryeh Ben Eliezer, Eliyahu Lankin και Shlomo Levi (Lev-Ami). (Ο Λέβι ήταν ο μόνος που ήταν μέλος της προηγούμενης διοίκησης). Στην πρώτη του συνεδρίαση, το Γενικό Αρχηγείο ψηφίζει δύο σημαντικά ψηφίσματα: το πρώτο είναι ότι πρέπει να ξεκινήσει χωρίς καθυστέρηση ένοπλος αγώνας ενάντια στη βρετανική υποχρεωτική κυβέρνηση και το δεύτερο ότι το Irgun πρέπει να αποσπαστεί από το Ρεβιζιονιστικό κόμμα και καθορίσει τη δική του πορεία.
Δεκέμβριος 1943: Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ καλεί το πολεμικό του Υπουργικό Συμβούλιο να επανεξετάσει το ζήτημα της διχοτόμησης της Παλαιστίνης. Σχηματίζει μια επιτροπή υψηλού επιπέδου για την Παλαιστίνη, στην οποία συμμετέχει και ο Leo Amery, ο υπουργός Εξωτερικών για την Ινδία. Στην έκθεσή της, τον Δεκέμβριο του 1943, η Επιτροπή συνιστά τη διχοτόμηση ως την καλύτερη λύση στο πρόβλημα της Παλαιστίνης, αλλά επικρίνει βασικά στοιχεία του σχεδίου της Επιτροπής Woodhead. Είναι ιδιαίτερα επικριτική για την ιδέα του διαχωρισμού του Τελ Αβίβ και της Γιάφα, που είναι — υποστηρίζει — «στην πραγματικότητα, μια πόλη». Γι’ αυτό προτείνει την τοποθέτηση της Γιάφα στο εβραϊκό κράτος.
Ιανουάριος 1944: Το Κογκρέσο των ΗΠΑ εγκρίνει το Πρόγραμμα Biltmore με Ψήφισμα του.
5 Ιανουαρίου 1944: Η ηγεσία του Εργατικού κόμματος – Μαπάι διχάζεται στο θέμα του Προγράμματος Biltmore.
1 Φεβρουαρίου 1944: Υπό τη νέα ηγεσία του Μεναχέμ Μπέγκιν η Ιργκούν κηρύσσει πόλεμο ενάντια στη βρετανική κυριαρχία. Οι κύριοι στόχοι των επιθέσεων είναι: τα γραφεία μετανάστευσης σε Ιερουσαλήμ, Τελ Αβίβ και Χάιφα (12 Φεβρουαρίου), τα γραφεία φορολογίας εισοδήματος σε αυτές τις τρεις πόλεις (27 Φεβρουαρίου), τα κεντρικά γραφεία CID στην Ιερουσαλήμ, τη Γιάφα και τη Χάιφα (23 Μαρτίου και 23 Αυγούστου), τον ραδιοφωνικό σταθμό στη Ραμάλα (17 Μαΐου) και τα αστυνομικά οχυρά στο Bet Dagon, το Kalkily, τη Χάιφα και την Κάντρα (27 Σεπτεμβρίου).
Μάιος 1944: Πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση της Λευκής Βίβλου, η σθεναρή εφαρμογή της ρήτρας μετανάστευσης από τις βρετανικές αρχές έχει ως αποτέλεσμα τη μη χρήση 20 000 από τα 75 000 πιστοποιητικά που είναι διαθέσιμα για μετανάστευση.
20 Μαΐου 1944: Το Μαπάι (Κόμμα των Εργατών της Γης του Ισραήλ) το κύριο σιωνιστικό, σοσιαλιστικό κόμμα στην Παλαιστίνη, διασπάται. Το Μαπάι είχε ιδρυθεί στις 6 Ιανουαρίου 1930 από τη συγχώνευση του Hapoel Hatzair («Ο Νέος Εργάτης» που ιδρύθηκε από τον A. D. Gordon, το 1905) και του αρχικού Ahdut HaAvoda (που ιδρύθηκε το 1919 από τη δεξιά, πιο μετριοπαθή, πτέρυγα του σιωνιστικού σοσιαλιστικού Poale Zion με επικεφαλής τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν). Υπό την ηγεσία του Μπεν-Γκουριόν, το Μαπάι έχει καθιερωθεί ως το κυρίαρχο πολιτικό κόμμα της εβραϊκής κοινότητας, αλλά οι εσωτερικές συγκρούσεις θα οδηγήσουν στη διάσπαση. Ένα από τα κύρια σημεία διαφωνιών είναι η σχέση που πρέπει να έχει με την Βρετανία. Η αριστερή πτέρυγα του κόμματος, τάσσεται υπέρ μιας πιο σκληρής γραμμής εναντίον της βρετανικής πολιτικής, καθώς αντιτάσσεται στους περιορισμούς της μετανάστευσης και της ίδρυσης εβραϊκού κράτους. Ο Μπεν – Γκουριόν έχει υιοθετήσει μια πιο ρεαλιστική πολιτική, που επέβαλε τη συνεργασία με τους Βρετανούς την περίοδο του Β’ΠΠ. Η διάσπαση αντανακλά και τις ιδεολογικές διαφορές σχετικά με το πώς θα προωθηθεί το όραμα του σοσιαλιστικού εβραϊκού κράτους. Αυτό συνδέεται και με τη σχέση που θα πρέπει να κρατήσει το κόμμα σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση. Η αριστερή πτέρυγα έχει μια σαφή φιλοσοβιετική προσέγγιση πιστεύοντας πως η Σοβιετική Ένωση θα είναι πολύτιμος σύμμαχος στην οικοδόμηση του σοσιαλιστικού εβραϊκού κράτους. Αυτή η ομάδα, γνωστή και ως Φράξια Β, αποχωρεί από το Μαπάι υιοθετώντας το όνομα «Κίνημα Ahdut HaAvoda». Σε αυτή τη φιλοσοβιετική ομάδα που απορρίπτει κάθε εδαφικό συμβιβασμό προσχωρεί η πλειοψηφία των ανώτερων στελεχών της Χαγκάνα και ειδικότερα του Παλμάχ. Βασικοί ηγέτες είναι ο Yisrael Galili (1911 – 1986) και ο Yigal Allon (1918 – 1980). Άλλοι με στενούς δεσμούς είναι ο David Elazar (1925 – 1976), ο Yitzhak Hofi (1927 – 2014), ο Avraham Adan (1926 – 2012) και ο Yitzhak Rabin (1922 – 1995).
Αύγουστο 1944: Ο Ύπατος Αρμοστής γλιτώνει οριακά τον θάνατο σε μια ενέδρα έξω από την Ιερουσαλήμ.
20 Σεπτεμβρίου 1944: Με επίσημο ανακοινωθέν, το Γραφείο Πολέμου ανακοινώνει τον σχηματισμό της Εβραϊκής Ταξιαρχίας του Βρετανικού Στρατού. Το αρχηγείο της Εβραϊκής Ταξιαρχίας ιδρύεται στην Αίγυπτο στα τέλη Σεπτεμβρίου 1944. Περιλαμβάνει περισσότερους από 5.000 στρατιώτες οργανωμένους σε τρία τάγματα πεζικού, ένα σύνταγμα πυροβολικού και αρκετές μονάδες υποστήριξης. Η ταξιαρχία στη συνέχεια αναπτύσσεται στην Ιταλία, όπου εντάσσεται στη Βρετανική Όγδοη Στρατιά, η οποία συμμετέχει στην ιταλική εκστρατεία υπό την 15η Ομάδα Στρατιών.
7 Οκτωβρίου 1944: Υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Αλεξάνδρειας, από τις αντιπροσωπείες πέντε Αραβικών χωρών (Αίγυπτος, Ιράκ, Συρία, Υπεριορδανία, Λίβανος) με στόχο την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ τους και τον συντονισμό της πολιτικής τους δράσης. Στο Πρωτόκολλο δηλώνεται η πρόθεση των πέντε κρατών να συστήσουν ένα Σύνδεσμο Αραβικών Κρατών. Επίσης, οι χώρες δηλώνουν την υποστήριξή τους στην ανεξαρτησία της Παλαιστίνης και τα νόμιμα δικαιώματα των Αράβων στην Παλαιστίνη. Ζητούν να γίνει διάκριση μεταξύ του σιωνισμού «και των δεινών που έχουν πλήξει τους Εβραίους στα χέρια ορισμένων δικτατορικών ευρωπαϊκών κρατών». Στη συνάντηση συμμετέχει και ο Μούσα Αλάμι, που εκπροσωπεί τους Παλαιστίνιους.
6 Νοεμβρίου 1944: Ο Βρετανός Υπουργός Επικρατείας στη Μέση Ανατολή (Γουόλτερ Γκίνες, Λόρδος Μόιν) δολοφονείται στο Κάιρο από δύο μέλη της ομάδας Stern (Lehi) τους Eliyahu Bet-Zuri και Eliyahu Hakim. Ο συγγραφέας Τζέιμς Μπαρ υπονοεί ότι πίσω από τη δολοφονία του Μόιν βρίσκεται μια πρωτοβουλία των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, λόγω της υποστήριξής του στο σχέδιο για τη Μεγάλη Συρία.

Πηγή: https://www.palquest.org/en/overallchronology?show=intro&sideid=6056
14 Φεβρουαρίου 1945: Ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ συναντά τον Σαουδάραβα βασιλιά Αμπντούλ Αζίζ Ιμπν Σαούντ σε ένα αμερικανικό καταδρομικό, το USS Quincy, στη Διώρυγα του Σουέζ. Ο Ρούσβελτ βρίσκεται στην τέταρτη θητεία του ως εκλεγμένος πρόεδρος της πιο ισχυρής χώρας στον κόσμο και στις παραμονές της νίκης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιστρέφει από τη σύνοδο κορυφής της Γιάλτας με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ και τον Ιωσήφ Στάλιν. Είναι σοβαρά άρρωστος και του απομένουν μόνο εβδομάδες ζωής. Αλλά είναι πεπεισμένος ότι η Σαουδική Αραβία θα είναι κρίσιμη για τις ΗΠΑ στον μεταπολεμικό κόσμο, χάρη στο πετρέλαιό της. Ο Ιμπν Σαούντ δεν έχει ξαναβρεθεί στη θάλασσα ή εκτός της Αραβικής Χερσονήσου, εκτός από ένα σύντομο ταξίδι στη Βασόρα του Ιράκ. Είναι ένας πολεμιστής που έχει δημιουργήσει το σύγχρονο σαουδαραβικό βασίλειο μέσα από ατελείωτες μάχες. Έχει μικρή εμπειρία στη διεθνή διπλωματία. Είναι ένας απόλυτος μονάρχης υποστηριζόμενος από τον φανατικό ουαχαμπιτικό κλήρο. Αλλά έχει στείλει δύο από τους γιους του, τον Φαϊζάλ και τον Χαλέντ, στις ΗΠΑ το 1943 για να συναντήσουν τον Ρούσβελτ, να περιηγηθούν σε όλη τη χώρα και να διαβεβαιώσουν τον πατέρα τους ότι οι ΗΠΑ ήταν η ισχυρότερη και πιο προηγμένη χώρα στον κόσμο. Ο Σαουδάραβας βασιλιάς στη συνάντησή του με τον Ρούσβελτ επισημαίνει «την αυξανόμενη απειλή για την ύπαρξη των Αράβων και την κρίση που έχει προκύψει από τη συνεχιζόμενη εβραϊκή μετανάστευση και την αγορά γης από τους Εβραίους» και δηλώνει ότι «οι Άραβες θα επέλεγαν να πεθάνουν παρά να παραχωρήσουν τις γαίες τους στους Εβραίους». Απαντώντας, ο Ρούσβελτ διαβεβαιώνει τον Σαουδάραβα βασιλιά ότι «δεν θα έκανε τίποτα για να βοηθήσει τους Εβραίους εναντίον των Αράβων και δεν θα έκανε καμία κίνηση εχθρική προς τον αραβικό λαό». Ο Ρούσβελτ θα πεθάνει στις 12 Απριλίου.
22 Μαρτίου 1945: Στο Κάιρο ιδρύεται ο Σύνδεσμος των Αραβικών Κρατών ή αλλιώς Αραβικός Σύνδεσμος, αρχικά με επτά μέλη: Αίγυπτο, Ιράκ, Υπεριορδανία, Λίβανο, Σαουδική Αραβία, Συρία και Βόρεια Υεμένη. Στο άρθρο 2 του Συμφώνου αναφέρει ότι: «Σκοπός του Συνδέσμου είναι η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και ο συντονισμός των πολιτικών τους δραστηριοτήτων με στόχο την επίτευξη στενής συνεργασίας μεταξύ τους, τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας τους και τη γενική εξέταση των υποθέσεων και των συμφερόντων των αραβικών χωρών. Έχει επίσης μεταξύ των σκοπών του τη στενή συνεργασία των κρατών μελών, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη δομή καθενός από αυτά τα κράτη και τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτά, στα ακόλουθα θέματα: (α) Οικονομικά και χρηματοοικονομικά θέματα, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου, των τελωνείων, του νομίσματος, της γεωργίας και της βιομηχανίας· (β) Επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των σιδηροδρόμων, των δρόμων, της αεροπορίας, της ναυσιπλοΐας, καθώς και των ταχυδρομείων και των τηλεγράφων· (γ) Πολιτιστικά ζητήματα· (δ) Θέματα σχετικά με την ιθαγένεια, τα διαβατήρια, τις θεωρήσεις, την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και την έκδοση· (ε) Θέματα κοινωνικής πρόνοιας· (στ) Θέματα υγείας.». Σύμφωνα με το άρθρο 4: «Για καθεμία από τις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 2, θα συσταθεί ειδική Επιτροπή, στην οποία θα εκπροσωπούνται τα κράτη μέλη. Οι επιτροπές αυτές θα είναι επιφορτισμένες με τον καθορισμό της βάσης και του πεδίου εφαρμογής της συνεργασίας με τη μορφή σχεδίων συμφωνιών, τα οποία θα υποβληθούν στο Συμβούλιο για εξέταση πριν από την υποβολή τους στα αναφερόμενα κράτη.». Κάθε κράτος μέλος έχει μία ψήφο στο Συμβούλιο του Αραβικού Συνδέσμου και οι αποφάσεις είναι δεσμευτικές μόνο για τα κράτη που τις έχουν ψηφίσει. Σε αντίθεση με το Πρωτόκολλο της Αλεξάνδρειας, το Σύμφωνο δεν ασχολείται με το παλαιστινιακό ζήτημα. Το εξετάζει μόνο σε ένα Παράρτημα. Το τελευταίο δεν επιβεβαιώνει τα δικαιώματα των Αράβων της Παλαιστίνης. Απλώς αναφέρεται στο Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών (1919), σαν το ζήτημα να ήταν μόνο ιστορικής σημασίας, και συμπεραίνει από το Σύμφωνο και τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923) ότι η «ύπαρξη και η ανεξαρτησία της Παλαιστίνης μεταξύ των εθνών δεν μπορούν, επομένως, να αμφισβητηθούν de jure όπως η ανεξαρτησία οποιουδήποτε άλλου αραβικού κράτους». Τα κράτη μέλη δηλώνουν ότι «δεδομένων των ειδικών συνθηκών της Παλαιστίνης, το Συμβούλιο του Συνδέσμου θα πρέπει να ορίσει έναν Άραβα αντιπρόσωπο από την Παλαιστίνη για να συμμετάσχει στις εργασίες του μέχρις ότου αυτή η χώρα απολαύσει πραγματική ανεξαρτησία».
25 Απριλίου – 26 Ιουνίου 1945: Ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.), στο Σαν Φρανσίσκο.
8 Μαΐου 1945: Υπογράφεται στο Κάρλσχορστ η γενική πράξη της άνευ όρων συνθηκολόγησης των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, στους Συμμάχους.
Μάιος 1945: Στις 5 Μαΐου ο Χατζ Αμίν αλ-Χουσεΐνι συλλαμβάνεται στην Κωστάντζα από τα γαλλικά στρατεύματα κατοχής και στις 19 Μαΐου μεταφέρθηκε στην περιοχή του Παρισιού όπου τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Οι γαλλικές αρχές ανέμεναν βελτίωση της θέσης της Γαλλίας στον αραβικό κόσμο μέσω των μεσολαβητών του και του παρείχαν ειδικές συνθήκες κράτησης, του ίδιου και της συνοδείας του. Ήδη από τις 24 Μαΐου 1945, η Μεγάλη Βρετανία ζητά την έκδοση του αλ-Χουσεΐνι, υποστηρίζοντας ότι ήταν Βρετανός πολίτης που είχε συνεργαστεί με τους Ναζί. Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στον κατάλογο των εγκληματιών πολέμου, η Γαλλία αποφασίζει να τον θεωρήσει πολιτικό κρατούμενο και αρνείται να συμμορφωθεί με το βρετανικό αίτημα. Επίσης αρνείται να τον εκδώσει στη Γιουγκοσλαβία, όπου η κυβέρνηση ήθελε να τον διώξει για τις σφαγές των Σέρβων. Οι ηγέτες του Yishuv στην αρχή αποφασίζουν να τον εξοντώσουν. Αν και ο αλ-Χουσεΐνι εντοπίζεται από μέλη του Εβραϊκού Στρατού και αρχίζουν να σχεδιάζουν τη δολοφονία του, η αποστολή ακυρώνεται τον Δεκέμβριο από τον Μοσέ Σαρέτ ή από τον Ντέιβιντ Μπεν-Γκουριόν, πιθανώς επειδή φοβούνται μήπως μετατρέψουν τον Μεγάλο Μουφτή σε μάρτυρα.
26 Ιουνίου 1945: Υπογράφεται ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών στο Σαν Φρανσίσκο, στο τέλος της διασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για τη Διεθνή Οργάνωση.
Αύγουστος 1945: Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν ζητά από τους Βρετανούς να δεχθούν 100.000 Εβραίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος στην Παλαιστίνη.
6 Αυγούστου 1945: Το αμερικανικό βομβαρδιστικό B-29 Enola Gay ρίχνει την πρώτη ατομική βόμβα «Little Boy» στη Χιροσίμα.
9 Αυγούστου 1945: Το αμερικανικό βομβαρδιστικό B-29 Bockscar ρίχνει τη δεύτερη ατομική βόμβα «Fat Man» στο Ναγκασάκι.
Σεπτέμβριος 1945: Η αιγυπτιακή κυβέρνηση ζητά την αναθεώρηση της αγγλο-αιγυπτιακής συνθήκης του 1936. Ακολουθούν διαπραγματεύσεις και επέρχεται συμφωνία για μερική αποχώρηση των Βρετανών, την οποία το κοινοβούλιο της χώρας αρνείται να επικυρώσει. Οι διαπραγματεύσεις σταματούν και οι Βρετανοί αρχίζουν να θεωρούν ως καλύτερη εναλλακτική λύση στην πιθανή απώλεια της Αιγύπτου τη γειτονική περιοχή της Παλαιστίνης.
Οκτώβριος 1945: Οι οργανώσεις Χαγκάνα, Ιργκούν και Λέχι διεξάγουν αμείλικτο πόλεμο εναντίον της βρετανικής αρμοστείας, με σκοπό βραχυπρόθεσμα να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις, κυρίως στο θέμα της μετανάστευσης, και μεσοπρόθεσμα να την αναγκάσουν να αποχωρήσει από την Παλαιστίνη. Ξεχωριστά ή από κοινού οργανώνουν επιθέσεις δολιοφθοράς εναντίον βρετανικών υποδομών (οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, σταθμών ραντάρ, διυλιστηρίων πετρελαίου, αστυνομικών σταθμών), προβαίνουν σε συλλήψεις Βρετανών στρατιωτικών και αξιωματούχων και ενθαρρύνουν την παράνομη μετανάστευση συνοδεύοντας πλοία με λαθρομετανάστες. Σε διπλωματικό επίπεδο κύριος αντίπαλός τους είναι ο Έρνεστ Μπέβιν, Υπουργός Εξωτερικών της βρετανικής κυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος υπό τον πρωθυπουργό Κλήμεντ Άτλι, τον οποίο κατηγορούν για αντισημιτισμό.
Νοέμβριος 1945: Με πρωτοβουλία της Αιγύπτου, του ηγετικού μέλους του Αραβικού Συνδέσμου, επανιδρύεται η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή (ΑΑΕ), ως το ανώτατο εκτελεστικό όργανο που εκπροσωπεί τους Άραβες στην Παλαιστίνη. Η 12μελής ΑΑΕ κυριαρχείται από το Αραβικό Κόμμα της Παλαιστίνης, το οποίο ελέγχεται από την οικογένεια Χουσεΐνι.
13 Νοεμβρίου 1945: Ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν ανακοινώνει τη σύσταση Αγγλοαμερικανικής Επιτροπής Έρευνας με αποστολή «να εξετάσει το ζήτημα των Εβραίων της Ευρώπης και να προβεί σε περαιτέρω επανεξέταση του παλαιστινιακού προβλήματος υπό το πρίσμα αυτής της εξέτασης». Αν και επισημαίνει ότι η Παλαιστίνη δεν μπορεί από μόνη της να προσφέρει επαρκή διέξοδο για την αντιμετώπιση του συνόλου του εβραϊκού προβλήματος, ανακοινώνει ταυτόχρονα τη συνέχιση της εβραϊκής μετανάστευσης στην Παλαιστίνη «με τον τρέχοντα μηνιαίο ρυθμό», δηλαδή 1.500 άτομα τον μήνα. Την ίδια μέρα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν δημοσιοποιεί μια επιστολή που είχε γράψει τον Αύγουστο, προτρέποντας τη βρετανική κυβέρνηση να δεχτεί 100.000 Εβραίους μετανάστες στην Παλαιστίνη. Οι Άραβες ηγέτες θεωρούν αυτό ως αποκήρυξη της Λευκής Βίβλου του 1939, η οποία περιόριζε την εβραϊκή μετανάστευση και απέρριπτε τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης.
17 – 19 Δεκεμβρίου 1945: Η αμερικανική Γερουσία εγκρίνει ψήφισμα (γνωστό ως Ψήφισμα Βάγκνερ-Τάφτ) που ζητά την ελεύθερη είσοδο των Εβραίων στην Παλαιστίνη και την ίδρυση εβραϊκής κοινοπολιτείας. Δύο μέρες αργότερα, η Βουλή των Αντιπροσώπων υιοθετεί παρόμοιο ψήφισμα. Τα κείμενα των δύο ψηφισμάτων ενστερνίζονται στην ουσία το Πρόγραμμα Μπίλτμορ που είχε συμφωνηθεί τον Μάιο του 1942 από σιωνιστές ηγέτες της Παλαιστίνης και των ΗΠΑ.
Συνεχίζεται
Βιβλιογραφία
A. Ruth & Mann P., 1978. The Secret Ship. New York: Publisher Doubleday & Company
Black E., 2009. The Transfer Agreement: The Dramatic Story of the Pact Between the Third Reich and Jewish Palestine. New York: Macmillan.
Breitman R. Kraut A. M., 1987. American Refugee Policy and European Jewry, 1933-1945. Indiana University Press.
Caestecker F. & Moore B., 2010. Refugees From Nazi Germany and the Liberal European States. Berghahn Books
Cohen H., 2009. Army of Shadows: Palestinian Collaboration with Sionism, 1917–1948. University of California Press
EDGAR M., 2007. Ο ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
Gilbert M., 2020. ИЗРАЕЛ. ИСТОРИЯ. София: Издателство РИВА
Goldschmidt A. & Boum A., 2016. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Khalidi W. (editor), 1971. From Haven to Conquest: Readings in Sionism and the Palestine Problem Until 1948. Beirut: Institute for Palestine Studies
Корм Ж., 2009. История на Близкия изток. София: Издателство РИВА
Lapidot Y., Besieged Jerusalem 1948: Memories of an Irgun Fighter. Στο: https://www.daat.ac.il/daat/english/history/lapidot/2.htm
Lapidot Y., THE IRGUN (A SHORT HISTORY). Στο: https://www.daat.ac.il/EPUB/books/irgun.pdf
Laqueur W. & Schueftan (Editors), 2016. The Israel-Arab Reader: A Documentary History of the Middle East Conflict. Eighth Revised and Updated Edition. Publisher: Penguin Books
Morris B., 2001. Righteous Victims: A History of the Zionist-Arab Conflict, 1881-2001. New York: Vintage Books, a division of Random House, Inc.
Morris B., 2013. 1948: A History of the First Arab-Israeli War. London: Published by Yale University Press
Motadel D., 2014. Islam and Nazi Germany’s war. . London: The Belknap Press of Harvard University Press
Παναγιωτίδης Ν., 2020. Σε αναζήτηση Κράτους – Το Παλαιστινιακό και οι ευθύνες των μεγάλων δυνάμεων για τη μη επίλυσή του από τις συμφωνίες Σάικς-Πικό έως το σχέδιο Τραμπ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Pappe, Ι., 2007. Η Ιστορία της Σύγχρονης Παλαιστίνης. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος
Pappe, Ι., 2017. The Biggest Prison on Earth: A History of Gaza and the Occupied Territories. Publisher: Oneworld Publications
Pappe, Ι., 2024. ΔΕΚΑ ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ. Αθήνα: Εκδόσεις Οκτάνα
Pearlman W., 2011. Violence, Nonviolence, and the Palestinian National Movement. Cambridge University Press.
ΡΟΥΣΣΟΣ Σ., 2022. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ. Αθήνα: Εκδόσεις GUTENBERG
ΣΑΚΚΑΣ Γ., 2005. ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ). Ο ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ, ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ 1882-1948. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Smith C., 2020. Palestine and the Arab-Israeli Conflict. Tenth Edition. Boston / NY: Publisher Macmillan Higher Education
INTERACTIVE ENCYCLOPEDIA OF THE PALESTINE QUESTION. The UN and Palestine: General Assembly Resolutions. https://www.palquest.org/en/overallchronology?nid=141&chronos=141
INTERACTIVE ENCYCLOPEDIA OF THE PALESTINE QUESTION. Land Transfers Regulations, 1940. Jerusalem, 20 February 1940. https://www.palquest.org/en/historictext/23188/land-transfers-regulations-1940
Statistical Abstract of Palestine, 1940. https://www.palestineremembered.com/Acre/Books/Statistical-Abstract-of-Palestine-1940.pdf
General Monthly Bulletin of Current Statistics – April 1945. https://www.palestineremembered.com/images/pdf/General-monthly-bulletin-of-current-statistics-vol-10-no4-1945.pdf