Το Ανθρώπινο Κόστος της ΕΣΣΔ στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο (1941-1945): Από τις Συνολικές Ανθρώπινες Απώλειες στις Επιχειρησιακές Απώλειες των Σοβιετικών Ενόπλων Δυνάμεων (Δεύτερο Μέρος)

Προσδιορισμός των ανθρώπινων απωλειών της Σοβιετικής Ένωσης με τη μέθοδο του δημογραφικού ισοζυγίου

Την Άνοιξη του 1989, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ δινόταν εντολή στην Κρατική Στατιστική Υπηρεσία (Γκοσκομστάτ), το υπουργείο Άμυνας και την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ να συγκροτήσουν μία «Προσωρινή Επιστημονική Ομάδα – ΠΕΟ», (Временный научный коллектив – ВНК), με σκοπό τον υπολογισμό των συνολικών ανθρώπινων απωλειών του κράτους στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Σε σχέση με το έργο της ΠΕΟ η ηγεσία του Κόμματος έδωσε την έγκριση στη Γκοσκομστάτ να αφαιρέσει τον χαρακτηρισμό «Απόρρητο» από τα δεδομένα για τον πληθυσμό που φυλάσσονταν στο Κεντρικό Κρατικό Αρχείο της Εθνικής Οικονομίας. Έτσι, οι ερευνητές για πρώτη φορά απέκτησαν πρόσβαση στα υλικά των απογραφών του πληθυσμού και στα δεδομένα για τη δημογραφική κίνηση της ΕΣΣΔ και των επιμέρους περιοχών της1.

Οι επαγγελματίες δημογράφοι της Γκοσκομστάτ στους οποίους ανατέθηκε στην πράξη ο πυρήνας του δημογραφικού υπολογισμού, ήταν ο Ε. Μ. Αντρέεφ, ο Λ. Ε. Ντάρσκι και η Τ. Λ. Χάρκοβα (αναφέρονται στην ιστοριογραφία με τα αρχικά γράμματα των ονομάτων τους που στα ρωσικά είναι АДХ). Το τρίο АДХ δεν ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν τη δημογραφική μέθοδο στις σοβιετικές απώλειες. Ήταν όμως αυτοί που παρήγαγαν την πρώτη πλήρη, αρχειακά θεμελιωμένη ανακατασκευή, η οποία έγινε το επίσημο μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών της Σοβιετικής Ένωσης και η βάση της επιστημονικής συναίνεσης.

Σύμφωνα με τους АДХ «οι ανθρώπινες απώλειες, όπως εκτιμώνται με τη μέθοδο του δημογραφικού ισοζυγίου, περιλαμβάνουν:

(1) όλους όσοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα στρατιωτικών και άλλων ενεργειών του εχθρού,

(2) όσους πέθαναν λόγω της αύξησης της θνησιμότητας κατά την περίοδο του πολέμου, τόσο στα μετόπισθεν όσο και στην πρώτη γραμμή και στις κατεχόμενες περιοχές, καθώς και

(3) εκείνους από τον πληθυσμό της ΕΣΣΔ της 22ας Ιουνίου 1941 που εγκατέλειψαν την επικράτεια της ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου και δεν επέστρεψαν μέχρι τη λήξη του (μη συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, των στρατιωτικών που βρίσκονταν εκτός της επικράτειας της ΕΣΣΔ και άλλων πολιτών που εργάζονταν στο εξωτερικό, καθώς και των οικογενειών τους).»2.

Οι τρεις ερευνητές κάνουν διάκριση ανάμεσα στις απώλειες και τους νεκρούς. Το δημογραφικό ισοζύγιο μετράει το φυσικό έλλειμμα των ανθρώπων που «λείπουν» από τη χώρα στο τέλος του πολέμου σε σχέση με την αρχή του, ανεξάρτητα από το αν λείπουν επειδή έχασαν τη ζωή τους ή επειδή εγκατέλειψαν οριστικά την επικράτεια της ΕΣΣΔ.

Οι АДХ κάνουν επίσης τον διαχωρισμό μεταξύ των «δημογραφικών απωλειών» (που περιλαμβάνουν και τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ λόγω της πτώσης των γεννήσεων) και των «ανθρώπινων απωλειών», τις οποίες μελετούν και υπολογίζουν:

«Στις ανθρώπινες απώλειες δεν περιλαμβάνονται τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου λόγω της μείωσης της γεννητικότητας, ούτε όσοι πέθαναν ως αποτέλεσμα της αυξημένης θνησιμότητας στα μεταπολεμικά χρόνια, ούτε άλλες περισσότερο ή λιγότερο μακροπρόθεσμες δημογραφικές συνέπειες του πολέμου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, σε αντίθεση με τις συχνά χρησιμοποιούμενες εκτιμήσεις, οι ανθρώπινες απώλειες με την έννοια που υιοθετούμε εδώ είναι πολύ ευρύτερες από τις άμεσες στρατιωτικές απώλειες του πολέμου και πολύ στενότερες από τις συνολικές “δημογραφικές απώλειες” που αποδίδονται στον πόλεμο, στις οποίες περιλαμβάνεται και ο “ανεπίτευκτος αριθμός γεννήσεων” των πολεμικών και μεταπολεμικών ετών λόγω της μείωσης της γεννητικότητας, καθώς και το λεγόμενο “δημογραφικό αντίλαλο” του πολέμου, δηλαδή η μεταγενέστερη μείωση των γεννήσεων στις περιόδους όπου τεκνοποιούν οι ολιγάριθμες γενιές ανδρών και γυναικών των ετών του πολέμου3.

1. Η επιλογή της περιόδου καταμέτρησης

Θεωρείται αυτονόητο ότι ως αρχική ημερομηνία για την εκτίμηση του προπολεμικού πληθυσμού πρέπει να λαμβάνεται η 22α Ιουνίου 1941, ημέρα της επίθεσης της φασιστικής Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, αυτό είναι αυτονόητο μόνο εκ πρώτης όψεως. Ως αρχική ημερομηνία για τον υπολογισμό των ανθρώπινων απωλειών μπορεί να ληφθεί όχι μόνο τα μέσα, αλλά και η αρχή του 1941, διότι η αύξηση του πληθυσμού κατά το πρώτο εξάμηνο (Ιανουάριος – Ιούνιος 1941) απλώς μετατοπίζει τη βάση υπολογισμού, χωρίς να επηρεάζει το συνολικό μέγεθος των απωλειών4.

Ο πόλεμος, όπως είναι γνωστό, τελείωσε με την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας τον Μάιο του 1945, αν και σε ορισμένα σημεία εξακολουθούσαν να διεξάγονται τοπικές μάχες. Επιπλέον, σε ορισμένες δυτικές περιοχές και στις Βαλτικές χώρες η διαδικασία «εκκαθάρισης» συνεχίστηκε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Παράλληλα, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο διεξήχθησαν πολεμικές επιχειρήσεις κατά της Ιαπωνίας. Έως το 1952 επέστρεφαν ακόμη στην πατρίδα πρώην οσταρμπάιτερ και αιχμάλωτοι πολέμου. Όλα αυτά τα φαινόμενα επιτρέπουν η τελική ημερομηνία για τον υπολογισμό των πολεμικών απωλειών να μην ταυτίζεται αποκλειστικά με το τέλος του πολέμου, αλλά να μετατίθεται και σε άλλες χρονικές στιγμές.

Ο Α. Κβάσα, ο οποίος ήταν και αυτός μέλος της «Προσωρινής Επιστημονικής Ομάδας» θεωρεί ότι, αφού ο πόλεμος με την Ιαπωνία ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1945, είναι πιο πρακτικό οι υπολογισμοί να γίνονται για το τέλος του έτους. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι ανεπανόρθωτες απώλειες στον πόλεμο με την Ιαπωνία ανήλθαν σε λίγο περισσότερους από 12 χιλιάδες ανθρώπους, δηλαδή σε μέγεθος αμελητέο για την εκτίμηση των συνολικών ανθρώπινων απωλειών.

Οι АДХ επιλέγουν και αυτοί την 31η Δεκεμβρίου 1945 «ώστε να ληφθούν υπόψη οι θάνατοι τραυματιών στα νοσοκομεία, η επαναπατρισμός στη Σοβιετική Ένωση των αιχμαλώτων πολέμου και των εκτοπισμένων αμάχων, καθώς και η επαναπατρισμός από την ΕΣΣΔ πολιτών άλλων χωρών5.

Πράγματι, στα νοσοκομεία παρέμεναν στο τέλος του πολέμου περισσότεροι από 1 εκατομμύριο τραυματίες. Όπως όμως θα παρατηρήσει ο Ριμπακόφσκι, τραυματίες, πέθαιναν όχι μόνο στο δεύτερο εξάμηνο του 1945, αλλά και αργότερα, αν και όχι με την ίδια ένταση. Μάλιστα θυμίζει ότι, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία στις ανεπανόρθωτες απώλειες συμπεριλήφθηκαν όλοι οι τραυματίες που υπέκυψαν στα τραύματά τους έως τις 31 Δεκεμβρίου 19336.

2. Αποτίμηση του προπολεμικού πληθυσμού

 Το πιο απαιτητικό βήμα ήταν ο καθορισμός του πραγματικού πληθυσμού στα μέσα του 1941. Αυτό περιελάμβανε τρία συστατικά: α) τον αριθμό που προέκυψε από την Πανενωσιακή απογραφή της 17ης Ιανουαρίου 1939, β) τον πληθυσμό των εδαφών που προσαρτήθηκαν στην ΕΣΣΔ μετά τον Σεπτέμβριο του 1939, γ) τη φυσική κίνηση του πληθυσμού κατά την περίοδο 1939 μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 1941, συμπεριλαμβανομένων των προσαρτημένων περιοχών. Αξιόπιστα στοιχεία για αυτά τα συστατικά δεν υπήρχαν7.

Σύμφωνα με τους АДХ «από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 δεν υπήρχαν αξιόπιστα δεδομένα για το μέγεθος του πληθυσμού. Οι δημογραφικές στατιστικές υπόκειντο σε εκούσιες ή ακούσιες στρεβλώσεις και άμεση παραποίηση»8. Το τρίο γίνεται πιο συγκεκριμένο: «Τόσο τα αρχειακά όσο και τα πενιχρά δημοσιευμένα δεδομένα της εποχής προετοιμάζονταν από ανθρώπους που βρίσκονταν σε εξάρτηση από τις κυρίαρχες πολιτικές επιταγές της κοινωνίας. Συνεχώς πραγματοποιούσαν συγκρίσεις των επιπέδων γεννητικότητας και θνησιμότητας στην ΕΣΣΔ και στις “καπιταλιστικές” χώρες και προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι υπό τον σοσιαλισμό ο πληθυσμός αυξάνεται ταχύτερα απ’ ό,τι υπό τον καπιταλισμό – κάτι που θεωρούνταν θετικό φαινόμενο και επιβεβαίωνε για ακόμη μία φορά τα πλεονεκτήματα του σοσιαλισμού. Γι’ αυτό, όταν οι αριθμοί που προέκυπταν δεν συμφωνούσαν με αυτόν τον ισχυρισμό, δεν δημοσιεύονταν, χαρακτηρίζονταν απόρρητοι και χρησιμοποιούνταν μόνο σε υπηρεσιακές αναλυτικές σημειώσεις ή ενημερωτικά δελτία. Αλλά ακόμη και κατά την προετοιμασία αυτών των δελτίων, οι συντάκτες προσπαθούσαν να τηρούν τους αντίστοιχους “κανόνες του παιχνιδιού” και αναζητούσαν εξηγήσεις που δεν θα έρχονταν σε αντίθεση με τις ιδεολογικές επιταγές.»9.

Αν οι ερευνητές διόρθωναν μόνο την απογραφή του 1939, θα είχαν έναν μεμονωμένο αριθμό για ένα έτος, χωρίς τρόπο να επαληθεύσουν αν είναι σωστός. Η μέθοδος του δημογραφικού ισοζυγίου όμως δεν χρειάζεται απλώς έναν προπολεμικό αριθμό, αλλά ολόκληρη την ηλικιακή και κατά φύλο δομή του πληθυσμού, καθώς και τις σειρές γεννήσεων και θανάτων όλων των ενδιάμεσων ετών. Όπως δήλωσαν ρητά, ανακατασκεύασαν τη δομή του πληθυσμού ανά έτος για την περίοδο από το 1927 έως το 1941. Για να γίνει αυτό, πρέπει η αφετηρία να στηρίζεται σε στέρεο έδαφος, και αυτό το έδαφος είναι η πρώτη αξιόπιστη απογραφή, εκείνη του 1926.

Η απογραφή του 1926 είναι κρίσιμη επειδή προηγείται όλων των μεγάλων δημογραφικών καταστροφών της δεκαετίας του 1930, της κολεκτιβοποίησης, του λιμού του 1933 και των διώξεων. Αποτελεί δηλαδή την τελευταία σχετικά καθαρή εικόνα του πληθυσμού πριν αρχίσουν οι μαζικές, μη φυσιολογικές απώλειες.

Υπάρχει και ένας δεύτερος, εξίσου ουσιαστικός λόγος για την αναδρομή ως το 1926. Η συγκεκριμένη ιστορική βάση είναι αναγκαία για τη συγκρότηση του λεγόμενου ειρηνικού σεναρίου αναφοράς, ενός υποθετικού μοντέλου που προσομοιώνει την εξέλιξη του πληθυσμού υπό συνθήκες ειρήνης προκειμένου να προσδιοριστεί με ακρίβεια η πολεμική υπερθνησιμότητα. Εφαρμόζοντας τη μέθοδο της αντίστροφης επιβίωσης, οι δημογράφοι ανασυνθέτουν τον πληθυσμό προς τα πίσω χρησιμοποιώντας τα δεδομένα της μεταγενέστερης απογραφής του 1959. Αν η προς τα πίσω αυτή προβολή δεν συναντήσει και δεν επαληθευτεί από τα πραγματικά δεδομένα του 1926, το μοντέλο αδυνατεί να βαθμονομήσει σωστά τους δείκτες θνησιμότητας, με αποτέλεσμα η ηλικιακή δομή του 1941 να μην ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Η παράκαμψη αυτής της μεθοδολογικής προσέγγισης και μια αυθαίρετη εκκίνηση της έρευνας από το 1941 θα οδηγούσε σε σοβαρά σφάλματα επιμερισμού των απωλειών. Το μοντέλο θα υπέθετε λανθασμένα την ύπαρξη ενός μεγαλύτερου και υγιέστερου όγκου νέων ανθρώπων το 1941, με αποτέλεσμα η προϋπάρχουσα έλλειψη πληθυσμού για παράδειγμα από τον λιμό του 1933 να χρεωθεί ανακριβώς στις πολεμικές συγκρούσεις της περιόδου 1941–1945. Έτσι, η αναδρομή στο 1926 λειτουργεί ως απαραίτητη δικλίδα ασφαλείας για τον σαφή διαχωρισμό των συνεπειών των εσωτερικών σοβιετικών κρίσεων της δεκαετίας του 1930 από τις άμεσες και έμμεσες απώλειες του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.

Η απογραφή του 1937, είναι το πιο πολύτιμο και ταυτόχρονα το πιο επικίνδυνο σημείο, και γι’ αυτό δεν μπορούσε να παραλειφθεί. Είναι πολύτιμη επειδή είναι η μοναδική απευθείας μέτρηση του πληθυσμού αμέσως μετά τον λιμό και τις διώξεις, δηλαδή το μόνο ανεξάρτητο στιγμιότυπο της καταστροφής. Ακυρώθηκε, όπως θα δούμε αναλυτικά παρακάτω, ακριβώς επειδή έδειχνε πολύ μικρότερο πληθυσμό από τον επίσημα αναμενόμενο, αποκαλύπτοντας το μέγεθος των απωλειών. Οι АДХ, αντί να την απορρίψουν όπως το καθεστώς, την αποκαθιστούν ως έγκυρο ενδιάμεσο σημείο ελέγχου.

Η ίδια η απογραφή του 1939 είναι, αντίθετα, η πιο πολιτικά μολυσμένη. Έγινε υπό την άμεση σκιά της ακύρωσης του 1937, με σαφή εντολή να επιβεβαιώσει την επίσημη αφήγηση περί πληθυσμιακής ανάπτυξης. Ακριβώς επειδή η απογραφή του 1939 είναι διογκωμένη, δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως μόνη βάση. Πρέπει να ελεγχθεί και να δεθεί με τις δύο προηγούμενες απογραφές.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της μεθόδου των τριών ερευνητών. Δεν αντιμετώπισαν τις τρεις απογραφές ως ανεξάρτητες, αλλά τις ανήγαγαν στις αρχές του 1927, του 1937 και του 1939 αντίστοιχα, τις εξομάλυναν και τις έδεσαν μεταξύ τους, ώστε να προκύψουν εύλογες σειρές ζωτικής κίνησης και συνεκτικά μεγέθη των διαδοχικών γενεών. Με άλλα λόγια, η κάθε απογραφή λειτουργεί ως έλεγχος για τις άλλες δύο. Έχοντας και τα τρία σημεία, μπορεί να ικανοποιείται η απαίτηση ότι η εξίσωση του δημογραφικού ισοζυγίου πρέπει να κλείνει ανάμεσα σε δύο απογραφές, δηλαδή ότι ο πληθυσμός της πρώτης απογραφής, αυξημένος κατά τη φυσική μεταβολή και προσαρμοσμένος κατά το καθαρό μεταναστευτικό ισοζύγιο, πρέπει να αναπαράγει τον μετρημένο πληθυσμό της επόμενης. Τυπικά, αν P₁ και P₂ είναι ο πληθυσμός στις δύο απογραφές, Γ οι γεννήσεις, Θ οι θάνατοι και Μ το καθαρό μεταναστευτικό ισοζύγιο της ενδιάμεσης περιόδου, η σχέση είναι P₂ ίσον P₁ συν Γ μείον Θ συν Μ, οπότε η μεταβολή του πληθυσμού ΔP ισούται με τη φυσική μεταβολή, δηλαδή Γ μείον Θ, συν το Μ. Η φυσική μεταβολή από μόνη της αναπαράγει τη μεταβολή του πληθυσμού μόνο στην ειδική περίπτωση που το Μ είναι μηδέν, δηλαδή σε κλειστό πληθυσμό. Όπου η εξίσωση δεν ικανοποιείται, το υπόλοιπο επιμερίζεται ανάμεσα στη διόρθωση της ελλιπούς ληξιαρχικής καταγραφής και στη διόρθωση της μετανάστευσης, και δεν αποδίδεται αποκλειστικά στην υποκαταγραφή γεννήσεων και θανάτων.

Συνοψίζοντας, οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα δεν πήγαν πίσω στο 1926 και στο 1937 από φιλολογική σχολαστικότητα, αλλά από μεθοδολογική αναγκαιότητα. Το 1926 τους δίνει μια καθαρή αφετηρία πριν τις καταστροφές, το 1937 τους δίνει το μοναδικό απευθείας στιγμιότυπο μέσα στις καταστροφές, και το 1939 τους δίνει το πιο πρόσφατο αλλά και το πιο αλλοιωμένο σημείο. Μόνο δένοντας και τα τρία μεταξύ τους, μέσα από την πλήρη εξίσωση του ισοζυγίου που περιλαμβάνει και τη φυσική μεταβολή και τη μετανάστευση, μπορεί να προκύψει ένας αξιόπιστος προπολεμικός πληθυσμός στα μέσα του 1941.

2.1 Η απογραφή του 1926

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, η χώρα άρχισε να επιστρέφει στην κανονικότητα. Η Νέα Οικονομική Πολιτική συνέβαλε στην αναβίωση της οικονομίας, οι συνθήκες διαβίωσης βελτιώθηκαν και η υγειονομική περίθαλψη άρχισε να κερδίζει έδαφος. Όλα αυτά συνέβαλαν στη σχετική σταθεροποίηση των δημογραφικών διεργασιών. Η Πανενωσιακή Απογραφή του 1926 ήταν η πρώτη απογραφή που κάλυψε ολόκληρο τον πληθυσμό της νεοσύστατης τότε Σοβιετικής Ένωσης. Η απογραφή ξεκίνησε στις 17 Δεκεμβρίου 1926. Η διάρκειά της ήταν μία εβδομάδα για τις πόλεις και δύο εβδομάδες για τις αγροτικές περιοχές. Η καταγραφή του πληθυσμού έγινε κυρίως με τη μέθοδο της συνέντευξης/ερωτηματολογίου (αν και επιτρεπόταν και η αυτο-απογραφή) και καταμετρούσε τον πραγματικό, παρόντα πληθυσμό εκείνης της στιγμής. Επικεφαλής της απογραφής ήταν οι σημαντικότεροι Ρώσοι επιστήμονες–στατιστικοί: ο Ο. Α. Κβίτκιν, ο Β. Γ. Μιχαΐλοφσκι.

Πηγή: Википедия – Перепись населения СССР (1926)

Το κεντρικό σύνθημα της καμπάνιας για την απογραφή ήταν: «Εργάτη! Αγρότη! Χτίζεις τη ζωή. Σε αυτό θα σε βοηθήσει η απογραφή του πληθυσμού»10.

Τα πλήρη αποτελέσματα, αφού πέρασαν από την επεξεργασία της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος και έλαβαν την προσωπική υπογραφή του Ιωσήφ Στάλιν, τυπώθηκαν σταδιακά σε 56 τόμους από τις αρχές του 1928 έως τα τέλη του 1933. Καταμετρήθηκαν 147.027.915 άνθρωποι σε ολόκληρη την ΕΣΣΔ. Ο αστικός πληθυσμός ανερχόταν σε 26,3 εκατομμύρια, αποτελώντας μόλις το 18% του συνόλου, κάτι που καταδεικνύει τον συντριπτικά αγροτικό χαρακτήρα της χώρας εκείνη την εποχή11. Ο Ριμπακόφσκι αναφέρει ότι η απογραφή του 1926 είχε τεράστια ιστορική αξία διότι αποτύπωσε με ακρίβεια τις συνέπειες των προηγούμενων μεγάλων καταστροφών που είχε βιώσει η χώρα. Κατέγραψε την πρώτη μεγάλη ανισορροπία των φύλων, αποκαλύπτοντας ότι η αναλογία των γυναικών στον πληθυσμό είχε αυξηθεί κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες (συγκεκριμένα από 51% το 1897 στο 53% το 1926), εξαιτίας της μεγάλης απώλειας ανδρών κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Πολέμου που ακολούθησε12. Παράλληλα, απέδειξε τη γρήγορη δημογραφική ανάκαμψη της χώρας σε καιρό ειρήνης, καταγράφοντας ότι ο γενικός δείκτης γεννητικότητας το 1926 είχε φτάσει στο 44 τοις χιλίοις, προσεγγίζοντας τα πολύ υψηλά προπολεμικά επίπεδα του 1913 (που ήταν 45,5 τοις χιλίοις)13.

Οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα αναφέρουν ότι έκριναν αναγκαίο να διορθώσουν το καταγεγραμμένο μέγεθος δύο μόνο πληθυσμιακών ομάδων. Συγκεκριμένα:

«Συγκρίναμε τους αριθμούς των γεννήσεων το 1924, 1925 και 1926, σύμφωνα με τα στοιχεία της ληξιαρχικής καταγραφής, με τους αντίστοιχους αριθμούς των παιδιών ηλικίας 0, 1 και 2 ετών σύμφωνα με τα δεδομένα της απογραφής, καθώς και με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις της παιδικής θνησιμότητας σε αυτές τις ηλικίες15. […] Εκτιμήσαμε την υποκαταγραφή στην ηλικιακή ομάδα 0–2 ετών σε 10%, δηλαδή 1,412 εκατομμύρια ανθρώπους16.

Επιπλέον, κατά την περίοδο της απογραφής του 1926 διεξαγόταν εντατικός αγώνας κατά των υπερβολικά πρώιμων γάμων κοριτσιών και κατά της πολυγαμίας. Ως αποτέλεσμα, τα νεαρά κορίτσια που είχαν δοθεί ως σύζυγοι είτε αποκρύπτονταν εντελώς από την απογραφή είτε, αν γινόταν λόγος γι’ αυτές, αλλοιωνόταν η ηλικία τους. Έτσι, η αναλογία των δύο φύλων στην απογραφή στις περιοχές της Κεντρικής Ασίας και του Αζερμπαϊτζάν είχε παραμορφωθεί: τα δεδομένα της απογραφής περιέχουν τεχνητό έλλειμμα γυναικών στις ηλικίες περίπου από 8 έως 27 ετών.

Η ανάλυση των δεδομένων για το Αζερμπαϊτζάν έδειξε ότι αυτές οι παραμορφώσεις δεν επηρέαζαν όλες τις εθνότητες στον ίδιο βαθμό. Μεταξύ Αρμενίων και Αζερμπαϊτζανών ήταν σημαντικά μεγαλύτερες απ’ ό,τι μεταξύ Ρώσων. Επιπλέον, η υποκαταγραφή ήταν πιο χαρακτηριστική για τις Αζερμπαϊτζανές, ενώ στις Αρμένισσες συναντάται συχνότερα απλώς αλλοίωση της ηλικίας. Για την Κεντρική Ασία δεν πραγματοποιήσαμε ανάλυση διαφοροποιημένη κατά εθνότητα.

Η ανάλυση της δομής μάς οδήγησε στην απόφαση όχι μόνο να εξομαλύνουμε ειδικά την ηλικιακή δομή των γυναικών, η οποία περιείχε αυτές τις ιδιόμορφες παραμορφώσεις ηλικίας, αλλά και να διορθώσουμε τον αριθμό των γυναικών αυτών των ηλικιών, με αφετηρία τον τυπικό λόγο των δύο φύλων.

Μια τέτοια διόρθωση πραγματοποιήθηκε για την Κεντρική Ασία και τον Υπερκαύκασο (Αζερμπαϊτζάν), όπου η υποκαταγραφή των γυναικών ήταν η πιο εμφανής. Για το Καζακστάν και τις αυτόνομες περιοχές του Βόρειου Καυκάσου δεν εφαρμόσαμε καμία διόρθωση και δεν κάναμε καμία προσαρμογή, επειδή, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, η υποκαταγραφή εκεί ήταν αμελητέα.

Οι διορθώσεις για την υποκαταγραφή ανήλθαν:

– για την Κεντρική Ασία σε 62,5 χιλιάδες, δηλαδή 5% των γυναικών ηλικίας 8–27 ετών,

– για το Αζερμπαϊτζάν σε 24,6 χιλιάδες Αζερμπαϊτζανές, δηλαδή 10,7% των γυναικών ηλικίας 8–27 ετών,

– και για τις Αρμένισσες σε 2,6 χιλιάδες, δηλαδή 4,9% των γυναικών ηλικίας 8–27 ετών.

Η συνολική διόρθωση των δημοσιευμένων δεδομένων της απογραφής του 1926 ανήλθε σε 1% (148.530 χιλιάδες αντί του δημοσιευμένου συνόλου των 147.028 χιλιάδων ατόμων)»17.

2.2 Η απογραφή του 1937

Αν και η αύξηση του πληθυσμού άρχισε σταδιακά να επιβραδύνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1920, παρέμενε γενικά υψηλότερη από τα προεπαναστατικά επίπεδα. «Δεν προκαλεί έκπληξη», δήλωσε ο Ι.Β. Στάλιν στις 27 Ιουνίου 1930, στην έκθεσή του προς το 16ο Συνέδριο του Κόμματος, «ότι οι εργάτες και οι αγρότες μας, στο σύνολό τους, ζουν αρκετά καλά. Το ποσοστό θνησιμότητας έχει μειωθεί σε σύγκριση με την προπολεμική εποχή κατά 36% για τον γενικό πληθυσμό και κατά 42,5% για τα παιδιά, και η ετήσια αύξηση του πληθυσμού μας ανέρχεται σε περισσότερες από 3 εκατομμύρια ψυχές»18.

Η σοβιετική ηγεσία διαμόρφωσε ένα απλοϊκό ιδεολογικό δόγμα με τη λογική «σε εμάς συμβαίνει το αντίθετο από τον καπιταλισμό». Υποστήριζαν ότι στον σοσιαλισμό δεν υπάρχει υπερπληθυσμός ή ανεργία· αντίθετα, οι γεννήσεις πρέπει διαρκώς να αυξάνονται, η θνησιμότητα να μειώνεται και «όσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο». Αυτό το ιδεολόγημα, σε συνδυασμό με τον επιβεβλημένο «κανόνα» των 3 εκατομμυρίων νέων ψυχών ετησίως, καθόρισε για πολύ καιρό τη σοβιετική αντίληψη για τη δημογραφική ανάπτυξη.

Εν τω μεταξύ η έναρξη του πρώτου πενταετούς σχεδίου, η ευρείας κλίμακας κολεκτιβοποίηση και η εκβιομηχάνιση, προκάλεσαν τεράστιες μετακινήσεις μαζών που επηρέασαν βαθύτατα τις δημογραφικές διαδικασίες της χώρας. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, η φυσική αύξηση του πληθυσμού άρχισε να μειώνεται. Το γεγονός αυτό έθεσε σε άμεσο κίνδυνο το ιδεολογικό δόγμα που είχε διακηρύξει ο Στάλιν, σύμφωνα με το οποίο ο σοσιαλισμός συνεπάγεται νομοτελειακά και ταχεία αύξηση του πληθυσμού.

Ενώ η ιδεολογία μπορούσε να αρκείται σε διακηρύξεις, η πρακτική διακυβέρνηση είχε επιτακτική ανάγκη από ακριβή δημογραφικά στοιχεία. Η εισαγωγή δελτίων τροφίμων στα τέλη του 1929 και στις αρχές του 1930 στις πόλεις κατέστησε απόλυτα αναγκαία την ακριβή εκτίμηση του μεγέθους και της σύνθεσης του πληθυσμού. Τα δεδομένα της προηγούμενης απογραφής του 1926 ήταν πλέον ξεπερασμένα και οι τρέχουσες εκτιμήσεις δεν ενέπνεαν καμία εμπιστοσύνη.

Στις 22 Απριλίου 1932, το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ αποφάσισε η διεξαγωγή γενικής απογραφής πληθυσμού και απογραφής κατοικιών στις πόλεις να γίνει τον Δεκέμβριο του 1933. Ένα χρόνο αργότερα, στις 15 Απριλίου 1933, με νέα απόφασή του, η απογραφή πληθυσμού αναβλήθηκε μέχρι τις αρχές του 1935. Εν τω μεταξύ, στις 26 Ιανουαρίου 1934, στην έκθεσή του προς το 17ο Συνέδριο του Κόμματος, ο Στάλιν ανέφερε «την αύξηση του πληθυσμού της Σοβιετικής Ένωσης από 160,5 εκατομμύρια ανθρώπους στα τέλη του 1930 σε 168 εκατομμύρια στα τέλη του 1933»19 ως ένα από τα αποτελέσματα των επιτευγμάτων στη βελτίωση της υλικής κατάστασης και του πολιτισμού. Αυτή η πρόβλεψη αποτυπώθηκε στις επίσημες προβλέψεις της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού της ΕΣΣΔ, σύμφωνα με τις οποίες ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ θα ήταν 180 εκατομμύρια μέχρι το 1937 και 183 εκατομμύρια μέχρι το 1939.

Στις 23 Ιουνίου 1934 με απόφασή του, το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ ανέβαλε για άλλη μια φορά την απογραφή του πληθυσμού για τον Ιανουάριο του 1936. Θα ακολουθήσει νέα απόφαση στις 15 Ιουνίου 1935 για αναβολή και νέα ημερομηνία διεξαγωγής, ο Δεκέμβριος του 1936.

Την 1η Δεκεμβρίου 1935, μιλώντας σε μια συνάντηση κορυφαίων χειριστών θεριζοαλωνιστικών μηχανών με μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκων) και της κυβέρνησης, ο Στάλιν είπε: «Όλοι λέμε τώρα ότι η υλική κατάσταση των εργατών έχει βελτιωθεί σημαντικά, ότι η ζωή έχει γίνει καλύτερη και πιο χαρούμενη. Αυτό είναι, φυσικά, αλήθεια. Αλλά αυτό οδηγεί στο γεγονός ότι ο πληθυσμός έχει αρχίσει να πολλαπλασιάζεται πολύ πιο γρήγορα από ό,τι παλιά. Το ποσοστό θνησιμότητας έχει μειωθεί, το ποσοστό γεννήσεων έχει αυξηθεί και η καθαρή αύξηση είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη. Αυτό, φυσικά, είναι καλό και το χαιρετίζουμε. Τώρα έχουμε μια καθαρή αύξηση πληθυσμού περίπου τριών εκατομμυρίων ψυχών κάθε χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χρόνο έχουμε μια αύξηση ίση με ολόκληρη τη Φινλανδία. (Γέλια στην αίθουσα)»20.

Παρά την άμεση ανάγκη για νέα στατιστικά στοιχεία, η διεξαγωγή της Πανενωσιακής Απογραφής αναβαλλόταν σκόπιμα. Η βίαιη κολεκτιβοποίηση, η αποκουλακοποίηση, η μαζική φυγή των αγροτών από τα χωριά, η «εκκαθάριση» των πόλεων από αυτούς, οι αυξανόμενες μαζικές καταστολές και, πάνω απ’ όλα, ο τρομερός θανατηφόρος λιμός του 1933 είχαν προκαλέσει μια τεράστια δημογραφική καταστροφή. Όπως αναφέρει ο δημογράφος Βόλκοφ, ο Στάλιν και το περιβάλλον του ανέβαλαν διαρκώς την απογραφή προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο, ελπίζοντας ότι στο μεσοδιάστημα θα υπάρξει ανάκαμψη και φυσική αύξηση που θα κάλυπτε το κενό. Πήραν μάλιστα μέτρα, όπως η απαγόρευση των αμβλώσεων το 1936, για να τονώσουν τεχνητά την αύξηση του πληθυσμού21.

 Σύμφωνα με τους Σ. Κροπάτσεφ και Ε. Κρίνκο, ο Στάλιν γνώριζε για τη δημογραφική κρίση, αλλά υποτιμούσε το μέγεθός της, «δεν φανταζόταν αρκετά καλά τις δημογραφικές συνέπειες των μαζικών καταστολών, της κολεκτιβοποίησης και του λιμού του 1932-1933»22.

Στις 26 Απριλίου 1936 με απόφαση του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων η απογραφή πληθυσμού προγραμματίστηκε τελικά για τον Ιανουάριο του 1937.

Πηγή: Википедия – Перепись населения СССР (1937)

Η απογραφή διενεργήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1937 και είχε την ιδιαιτερότητα ότι διήρκεσε μόνο μία ημέρα (με προκαταρκτική συμπλήρωση δελτίων από την 1η έως τις 5 Ιανουαρίου), καταγράφοντας αποκλειστικά τον «παρόντα» πληθυσμό (наличное население) και όχι και τον «μόνιμο», όπως είχε γίνει με την απογραφή του 1926. Επίσης ορίστηκαν και άλλες πέντε ημέρες (από 7 έως 11 Ιανουαρίου), όπου ειδικά εκπαιδευμένοι ελεγκτές μαζί με τους απογραφείς, θα έκαναν ξανά τον γύρο των σπιτιών για την επαλήθευση της ακρίβειας της καταμέτρησης του πληθυσμού και της συμπλήρωσης των εντύπων. Για τη διεξαγωγή της κινητοποιήθηκαν 1,25 εκατομμύρια απογραφείς23.

Το Λαϊκό Κομισαριάτο Άμυνας (Народный комиссаριат обороны, ΝΚΟ) και το Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικών Υποθέσεων, ευρύτερα γνωστό με το ακρωνύμιο ΕνΚαΒεΝτε (Народный комиссариат внутренних дел, НКВД) θα έπρεπε να διεξάγουν την απογραφή εσωτερικά, με δικές τους δυνάμεις. Οι στρατιωτικές μονάδες, οι συνοριακοί σταθμοί και, κυρίως, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι οικισμοί εξορίας ήταν αυστηρά κλειστές περιοχές, στις οποίες οι απλοί πολίτες-απογραφείς δεν είχαν καμία πρόσβαση. Για να διασφαλιστεί η μυστικότητα, οι επίσημες οδηγίες της στατιστικής υπηρεσίας προς τους απογραφείς όριζαν ρητά ότι δεν έπρεπε να καταγράψουν στα δελτία άτομα τα οποία επιδείκνυαν «ειδικά πιστοποιητικά της στρατιωτικής διοίκησης ή των οργάνων της ΕνΚαΒεΝτε». Τα έγγραφα αυτά βεβαίωναν ότι οι συγκεκριμένοι πολίτες θα απογράφονταν με «ειδική διαδικασία».

Η ΕνΚαΒεΝτε δεν είχε υπό την ευθύνη της μόνο το δικό της υπαλληλικό και ένστολο προσωπικό (το οποίο υπολογίστηκε σε 270.700 άτομα), αλλά διαχειριζόταν έναν τεράστιο και απομονωμένο πληθυσμό περίπου 4 εκατομμυρίων κρατουμένων στα στρατόπεδα της Γκουλάγκ (Γενική Διεύθυνση Αναμορφωτικών Στρατοπέδων Εργασίας) και «ειδικών εποίκων» (εξόριστων, αποκουλακοποιημένων κ.λπ.). Αυτός ο πληθυσμός αποτελούσε το λεγόμενο «ειδικό σώμα» της ΕνΚαΒεΝτε. Η καταγραφή ενός τέτοιου όγκου ανθρώπων, χωρίς να διαρρεύσει στην κοινωνία ο πραγματικός αριθμός των κρατουμένων, απαιτούσε εσωτερική διαχείριση24.

Στις 24 Ιανουαρίου 1937, ο επικεφαλής της Κεντρικής Διεύθυνσης Στατιστικής της Εθνικής Οικονομίας της ΕΣΣΔ, Ιβάν Α. Κράβαλ, ανέφερε στον Στάλιν (Κεντρική Επιτροπή) και στον Μόλοτοφ (Σοβναρκόμ) τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της απογραφής: μόλις 156,9 εκατομμύρια κάτοικοι, χωρίς να υπολογίζεται το προσωπικό του Λαϊκού Κομισαριάτου Άμυνας και του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων και οι επιβάτες τρένων/πλοίων. Αυτός ο αριθμός προκάλεσε κατάπληξη στην ηγεσία, καθώς διέψευδε παταγωδώς τις δηλώσεις του ίδιου του Στάλιν για «168 εκατομμύρια στα τέλη του 1933» και τις προβλέψεις του για «καθαρή αύξηση πληθυσμού περίπου τριών εκατομμυρίων ψυχών κάθε χρόνο». Έτσι, το 1937 όλοι ήταν υποχρεωμένοι να περιμένουν τα 180 εκατομμύρια που προέβλεψε ο βοζντ για την αρχή του έτους. Αντί για αυτό το μέγεθος, ανακοινώνουν στον Στάλιν ότι ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ, χωρίς τους ένστολους του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας είναι 156,9 εκατομμύρια άτομα25.

Ο Μιχαήλ Β. Κούρμαν, Τομεάρχης στον Τομέα Πληθυσμού και Αναπληρωτής Διευθυντής της Διεύθυνσης Πληθυσμού και Υγείας της Στατιστικής Υπηρεσίας, προσπαθώντας να εξηγήσει επιστημονικά το τεράστιο δημογραφικό κενό ανάμεσα στα αναμενόμενα και τα πραγματικά μεγέθη, στις 14 Μαρτίου 1937, συνέταξε μια άκρως απόρρητη αναφορά/υπόμνημα προς τον προϊστάμενό του Κράβαλ. Στο υπόμνημά του, ο Κούρμαν ανέλυε την κίνηση του πληθυσμού μεταξύ των απογραφών 1926 και 1937 και δικαιολογούσε μερικώς την τεράστια απόκλιση εντοπίζοντας τρεις αιτίες:

Πρώτη αιτία, τη μαζική μετανάστευση και φυγή, περίπου 2 εκατομμυρίων ανθρώπων από το Καζακστάν Τουρκμενιστάν και Τατζικιστάν προς το εξωτερικό, λόγω της βίαιης κολεκτιβοποίησης.

Δεύτερη αιτία, την πιθανή υπερεκτίμηση του πληθυσμού στην απογραφή του 1926 και την αντίστοιχη υποεκτίμηση στην απογραφή του 1937. Ο Κούρμαν πιστεύει ότι η απογραφή του 1926, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της οργάνωσής της (διήρκεσε 15-20 ημέρες στις αγροτικές περιοχές και επτά ημέρες στην πόλη), επέτρεψε την διπλοεγγραφή κατά 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους. Δικαιολογεί αυτή την υπόθεση επικαλούμενος το γεγονός ότι σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω της μετανάστευσης του πληθυσμού από την πόλη στην ύπαιθρο και πίσω, πολλοί θα μπορούσαν να είχαν καταμετρηθεί δύο φορές. Ο Κούρμαν παραδέχεται ότι η μονοήμερη απογραφή του 1937 μπορεί να υποεκτίμησε τον πληθυσμό της ΕΣΣΔ κατά περίπου 1 εκατομμύριο ανθρώπους κατά μέσο όρο.

Τρίτη και κυριότερη αιτία την τεράστια αποτυχία των ληξιαρχείων να καταγράψουν τις πραγματικές απώλειες, τις οποίες υπολόγισε συνολικά σε 3,5 εκατομμύρια ακαταχώριστους θανάτους κατά την προηγούμενη δεκαετία. Ο Κούρμαν αναφέρει «Ορισμένες ειδικές επιτόπιες έρευνες έχουν δείξει ότι στην Ουκρανία, την περιοχή Αζόφ-Μαύρης Θάλασσας, τις περιοχές Σαράτοφ και Στάλινγκραντ, και τις περιοχές Κουρσκ και Βορόνεζ, υπήρξε ένας σημαντικός αριθμός θανάτων που δεν καταγράφηκαν26. Ο Κούρμαν επισημαίνει, χωρίς να αναφέρει τους λόγους, ότι η πλειονότητα των θανάτων σημειώθηκε το 1933. Δεν αναφέρει άμεσα τα θύματα του λιμού εδώ, αλλά παραθέτει τους δικούς του υπολογισμούς. Εκτιμά ότι 1 εκατομμύριο θάνατοι από τα συνολικά 3,5 εκατομμύρια, δεν καταγράφηκαν εκείνο το έτος, ενώ τα ληξιαρχεία είχαν καταφέρει να καταγράψουν ένα ήδη τεράστιο αριθμό 5,7 εκατομμυρίων θανάτων. Δηλαδή, συνολικά 6,7 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν το 1933, τόσο καταγεγραμμένοι όσο και μη καταγεγραμμένοι σε ολόκληρη την ΕΣΣΔ. Δεδομένου ότι η φυσιολογική μέση ετήσια θνησιμότητα τα προηγούμενα, πιο ομαλά χρόνια (1927-1931) ήταν περίπου 2,6 εκατομμύρια άνθρωποι, ο Κούρμαν αφαίρεσε αυτόν τον φυσιολογικό αριθμό από τους 6,7 εκατομμύρια συνολικούς θανάτους, αναδεικνύοντας έτσι μια «υπερβάλλουσα» θνησιμότητα 4,1 εκατομμυρίων ανθρώπων για το έτος 1933, η οποία οφειλόταν κυρίως στον λιμό και τις συνέπειές του27.

Η επικεφαλής του Κέντρου Μελέτης της Ιστορίας της Επικράτειας και του Πληθυσμού της Ρωσίας, στο Ινστιτούτο Ρωσικής Ιστορίας, της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, Β. Μπ. Ζιρόμσκαγια προβαίνει σε μια κριτική ανάγνωση αυτού του ιστορικού εγγράφου, επισημαίνοντας ότι ο Κούρμαν, δρώντας σε ένα καθεστώς τρόμου, αναγκάστηκε να είναι εξαιρετικά προσεκτικός και να αποφύγει την άμεση αναφορά στα θύματα του λιμού. Για παράδειγμα, πίσω από τον αριθμό της μαζικής φυγής 1,3 εκατομμυρίου κατοίκων από το Καζακστάν, η ερευνήτρια διακρίνει ότι ο Κούρμαν απέκρυψε τους μαζικούς θανάτους όσων προσπαθούσαν να διαφύγουν, θεωρώντας μάλιστα το συγκεκριμένο μέγεθος υποεκτιμημένο. Επιπλέον, ενώ ο Κούρμαν εντόπισε σωστά ότι ο κύριος όγκος των ακαταχώριστων θανάτων αφορούσε το έτος 1933 (τη χρονιά του λιμού) και υπολόγισε τις υπερβάλλουσες απώλειες εκείνης της χρονιάς σε 4,1 εκατομμύρια, η Ζιρόμσκαγια τονίζει ότι σύμφωνα με τις σύγχρονες έρευνες τα θύματα ήταν πολύ περισσότερα28.

Στα μέσα Μαρτίου του 1937, ο επικεφαλής της Στατιστικής Υπηρεσίας Ιβάν Κράβαλ απέστειλε την επίσημη επιστολή του προς τον Στάλιν και τον Μόλοτοφ σχετικά με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της απογραφής. Σε αυτό το έγγραφο ανακοινώθηκε στην ηγεσία της χώρας ότι, συνυπολογίζοντας τα άτομα που απογράφηκαν με δικές τους εσωτερικές διαδικασίες από την ΕνΚαΒεΝτε και τον στρατό, τους επιβάτες, οι οποίοι καταμετρήθηκαν εν κινήσει (σε τρένα και πλοία) την ημέρα της απογραφής και αυτούς που εντοπίστηκαν και προστέθηκαν νόμιμα στα δελτία κατά τη διάρκεια των επίσημων επαληθευτικών ελέγχων από σπίτι σε σπίτι, τις ημέρες που ακολούθησαν την απογραφή, το συνολικό προκαταρκτικό μέγεθος του πληθυσμού ήταν 162.003.225 άτομα. Στη συνέχεια, καθώς ολοκληρώθηκε πλήρως η καταμέτρηση, η επαλήθευση και η οριστική ταξινόμηση όλων των δελτίων, ο τελικός αριθμός που οριστικοποιήθηκε στα αυθεντικά κρατικά αρχεία ως ο πληθυσμός της απογραφής του 1937 ανήλθε σε 162.039.470 ανθρώπους29.

Ο Κράβαλ πρόβαλε μια σειρά από συγκεκριμένες δικαιολογίες για το τεράστιο δημογραφικό κενό, ανάμεσα στις προβλέψεις και στα αποτελέσματα της απογραφής, ενώ ταυτόχρονα απέκρυψε τις πραγματικές, πολιτικά ευαίσθητες αιτίες. Αυτό που ανέφερε ρητά στο έγγραφό του ήταν ότι ο πληθυσμός με βάση την απογραφή (τα 162 εκατομμύρια) ήταν σημαντικά χαμηλότερος από τον αναμενόμενο, υποστηρίζοντας πως η τρέχουσα ληξιαρχική καταγραφή δηλαδή ο μηχανισμός της συνεχούς, καθημερινής καταγραφής των φυσικών δημογραφικών μεταβολών, (γεννήσεων και θανάτων), η οποία πραγματοποιούνταν από τα τοπικά γραφεία ληξιαρχείων, ήταν εντελώς ανεπαρκής και έδινε λανθασμένα, δραματικά διογκωμένους αριθμούς για την φυσική αύξηση του πληθυσμού. Ρίχνοντας την ευθύνη στα ληξιαρχεία, επικαλέστηκε απλώς την «ανακριβή εργασία» τους, πατώντας βολικά πάνω στο γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές είχαν ήδη δεχτεί αυστηρή κριτική μέσα από μια ειδική απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος30. Όταν, όμως, χρειάστηκε να εξηγήσει συγκεκριμένα γιατί καταγράφηκαν τόσο δυσμενείς δείκτες φυσικής κίνησης του πληθυσμού (δηλαδή τεράστια μείωση) στις περιοχές που στην πραγματικότητα είχαν αποδεκατιστεί (όπως η Ουκρανία, το Καζακστάν, ο Βόρειος Καύκασος και η περιοχή του Βόλγα), ο Κράβαλ αρκέστηκε να αναφέρει ως μοναδική αιτία ένα «σχετικά μεγάλο ποσοστό κουλάκων που εκτοπίστηκαν εκτός των ορίων αυτών των περιφερειών»31. Δηλαδή, ενώ γνώριζε την πλήρη κατάρρευση του συστήματος, δεν έγραψε ούτε μισή λέξη για τον λιμό. Απέφυγε να αναφέρει ότι οι υπάλληλοι των ληξιαρχείων αδυνατούσαν να κάνουν καταγραφές επειδή συχνά πέθαιναν και οι ίδιοι από την πείνα, ή ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να καταμετρηθούν οι άνθρωποι που εγκατέλειπαν μαζικά τον τόπο τους για να σωθούν και πέθαιναν στους δρόμους32. Επίσης, δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στην τεράστια θνησιμότητα ανάμεσα στους φυλακισμένους και τους εξόριστους33.

Με λίγα λόγια, αρκέστηκε στην πιο ασφαλή και πολιτικά αποδεκτή εκδοχή της εποχής: δικαιολόγησε τα εκατομμύρια που έλειπαν ρίχνοντας το φταίξιμο στη γραφειοκρατική ανικανότητα των ληξιαρχείων και στις εσωτερικές μετακινήσεις/εκτοπίσεις πληθυσμών λόγω της αποκουλακοποίησης, κρύβοντας κάτω από το χαλί τον μαζικό θάνατο. Όπως αποκαλύπτουν τα αρχειακά έγγραφα που παραθέτει ο Βόλκοφ, η ΕνΚαΒεΝτε ενώ είχε ζητήσει από την Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία 1.082.000 κενά απογραφικά δελτία, ένας αριθμός που (με ένα μέσο ποσοστό συμπλήρωσης 50%, καθώς κάθε δελτίο χωρούσε πολλά ονόματα) επαρκούσε για να καταγραφούν πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι, επέστρεψε τελικά στοιχεία για μόλις 2.660.300 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου και του δικού της ένστολου προσωπικού των 270.700 μελών34. Ο Κράβαλ είχε συνειδητοποιήσει, αλλά δεν τόλμησε να αναφέρει ότι μέρος του τεράστιου δημογραφικού κενού κρυβόταν στους 1,6 εκατομμύρια νεκρούς των στρατοπέδων και των εξοριών που η ΕνΚαΒεΝτε απλώς δεν μπορούσε (ή δεν ήθελε) να καταγράψει ζωντανούς.

Μετά την υποβολή της προκαταρκτικής έκθεσης από τον Ιβάν Κράβαλ, η σοβιετική ηγεσία αρνήθηκε να παραδεχτεί τη δημογραφική καταστροφή και αντ’ αυτού εξαπέλυσε ένα κύμα σαρωτικών διώξεων εναντίον ολόκληρου του στατιστικού μηχανισμού της χώρας35.

Στις 31 Μαρτίου 1937 συνελήφθησαν τα βασικά στελέχη του σχεδιασμού της απογραφής, και οι επικεφαλής των Διευθύνσεων της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας όπως ο Ολύμπι Α. Κβίτκιν (Επικεφαλής του Γραφείου Απογραφής), ο Λάζαρ Σ. Μπραντ (Αναπληρωτής επικεφαλής του Γραφείου Απογραφής) ο Ι. Μ. Ομπλόμοφ (Αναπληρωτής Διευθυντής της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών), ο Βαάγκ Α. Αζατιάν (Αναπληρωτής Διευθυντής της Διεύθυνσης Τρέχουσας Καταγραφής) και ο Μ. Β. Κούρμαν36.

Λίγο αργότερα, στις 31 Μαΐου του 1937, συνελήφθη και ο ίδιος ο Κράβαλ, ο οποίος τελικά εκτελέστηκε. Στο εκτελεστικό απόσπασμα οδηγήθηκαν επίσης οι προκάτοχοί του στην ηγεσία της υπηρεσίας, Βαλέριαν Β. Ομπολένσκι (Οσίνσκι), Σεργκέι Β. Μινάεφ και Βλαντίμιρ Π. Μιλιούτιν, καθώς και ο διάδοχός του, Ιβάν Ντ. Βερμένιτσεφ, ο οποίος ανέλαβε προσωρινά τα ηνία για να διεξάγει τις πρώτες εκκαθαρίσεις εναντίον των υφισταμένων του, αλλά σύντομα εκτελέστηκε και ο ίδιος. Η ανώτατη ηγεσία της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας υπέστη βαρύτατο πλήγμα, καθώς από τους οκτώ προπολεμικούς επικεφαλής της οι πέντε κατέληξαν να εκτελεστούν. Στη συνέχεια, οι συλλήψεις σάρωσαν και τις υπόλοιπες διευθύνσεις37.

Τέλος, το κύμα των διώξεων επεκτάθηκε ραγδαία το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1937 σχεδόν σε όλες τις στατιστικές υπηρεσίες των δημοκρατιών της ΕΣΣΔ. Συνελήφθησαν ο Μ. Μ. Μούντρικ, επικεφαλής της υπηρεσίας στη Ρωσία, ο Μ. Σ. Σαμάτοφ, επικεφαλής στο Καζακστάν, καθώς και σύσσωμη η ηγεσία της υπηρεσίας στην Ουκρανία, η οποία περιλάμβανε τον Α. Ν. Ασάτκιν, τον διάδοχό του Ν. Σ. Σβανίτζε, τους αναπληρωτές Ε. Α. Κουστολιάν και Τ. Μ. Βαρφολομέεφ, και τον μετέπειτα επικεφαλής Σ. Μ. Ζελιάμπιν. Η ίδια μοίρα επιφύλασσε συλλήψεις, παύσεις ή εξαφανίσεις για δεκάδες άλλους προϊσταμένους και αναπληρωτές σε περιφέρειες όπως το Σβερντλόφσκ (Α. Π. Μπομπρόφ), το Λένινγκραντ (Κ. Π. Σέροφ), η Οδησσός (Β. Μ. Τσερβένκο), η Άπω Ανατολή (Ο. Γκ. Ιρ), το Στάλινγκραντ, η Σιβηρία και πολλές άλλες38.

Προκειμένου να αποσιωπηθούν τα πραγματικά στοιχεία και να εξαφανιστούν τα ίχνη της καταγραφής, στις 21 Ιουνίου εστάλη εγκύκλιος στα περιφερειακά γραφεία της απογραφής, δίνοντας εντολή να παραδοθούν όλα τα βοηθητικά υλικά, οι πίνακες και οι τηλεγραφικές αναφορές στις ειδικές απόρρητες διευθύνσεις. Τον Ιούλιο ακολούθησε νέα οδηγία, η οποία αυστηροποιούσε περαιτέρω το καθεστώς άκρας μυστικότητας γύρω από τα έγγραφα.

Η επίσημη κρατική καταδίκη της απογραφής ήρθε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1937, όταν το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων εξέδωσε ειδικό Διάταγμα με το οποίο τα αποτελέσματα της απογραφής κηρύχθηκαν εσφαλμένα και η ίδια η απογραφή χαρακτηρίστηκε μεθοδολογικά ελαττωματική («дефектной»)39. Το Διάταγμα αυτό, που συνοδεύτηκε από μια ευρεία εκστρατεία λάσπης στον σοβιετικό Τύπο, ισχυριζόταν ότι η απογραφή διεξήχθη σε «κατάφωρη παραβίαση των στοιχειωδών αρχών της στατιστικής επιστήμης» και των κυβερνητικών οδηγιών. Για να δικαιολογηθεί η τεράστια απόκλιση στα μεγέθη του πληθυσμού, το καθεστώς απέδωσε το υποτιθέμενο σαμποτάζ σε «τροτσκιστές-μπουχαρινικούς πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών» που θεωρήθηκε ότι είχαν διεισδύσει στη διοίκηση της στατιστικής υπηρεσίας40.

Οι επικεφαλής και οι στατιστικολόγοι της απογραφής κατηγορήθηκαν για δολιοφθορά (με τον ισχυρισμό ότι υποεκτίμησαν σκόπιμα τον πληθυσμό), φυλακίστηκαν και πολλοί από αυτούς πέθαναν στα στρατόπεδα της Γκουλάγκ ή εκτελέστηκαν, πριν τελικά αποκατασταθούν τη δεκαετία του 195041.

Σε επίσημες πηγές, όπως επισημαίνουν οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα: «ακόμη και το ίδιο το γεγονός της ύπαρξης της απογραφής του 1937 αποσιωπούταν μέχρι πρόσφατα. Έτσι, στη βιβλιογραφική οδηγία για τις απογραφές πληθυσμού, που εκδόθηκε από τη Γκοσκομστάτ της ΕΣΣΔ το 1987, μετά τη βιβλιογραφία για την απογραφή του 1926 ακολουθεί αμέσως η βιβλιογραφία για την απογραφή του 1939. Ακόμη και συνήθως καλά πληροφορημένοι εργαζόμενοι της κρατικής στατιστικής υπηρεσίας ήταν πεπεισμένοι ότι όλα τα αποτελέσματα της απογραφής του 1937 είχαν καταστραφεί. Πάντοτε βέβαια υπήρχαν άνθρωποι πεπεισμένοι ότι τα αποτελέσματα της απογραφής δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν χωρίς ίχνος και ότι ήταν αναγκαία μια επιμελής αναζήτηση στα υπηρεσιακά και κεντρικά αρχεία. Λόγω της απροσβασιμότητας των απόρρητων συλλογών, για μεγάλο χρονικό διάστημα μια τέτοια αναζήτηση ήταν αδύνατη. Το πέπλο της μυστικότητας άρχισε να σηκώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και στα αρχεία εντοπίστηκαν τα διασωθέντα δεδομένα της «κατεσταλμένης» απογραφής.[…] Για πρώτη φορά το μέγεθος του πληθυσμού της ΕΣΣΔ που καταγράφηκε από την απογραφή του 1937 (162,0 εκατομμύρια άνθρωποι) δημοσιεύθηκε μόλις το 1989, σε άρθρο του Β. Β. Τσαπλίν. Τα αποτελέσματα της απογραφής, τα οποία δεν έχουν διασωθεί πλήρως, παρέμεναν έως το 1989 κλειστά για τους ερευνητές42.

Οι АДХ, συγκρίνοντας τα δεδομένα ανά φύλο και ηλικία με εκείνα του 1939 και με τις στατιστικές γεννήσεων/θανάτων των ετών 1937-1938, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα μεθοδολογικά της ψεγάδια είχαν μεγαλοποιηθεί σκόπιμα. Αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Η υποκαταγραφή της απογραφής του 1937 εκτιμήθηκε στο 0,43% ή 700.000 άτομα». Ο A. Βόλκοφ συμφωνεί επίσης με αυτήν την εκτίμηση της απογραφής. Με τη σειρά της η Ζιρόμσκαγια, θεωρεί ότι η υποκαταγραφή στην απογραφή του 1937 ανερχόταν σε 0,5%, δηλαδή σε 0,8 εκατομμύρια ανθρώπους43.

Άρα, το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού της απογραφής του 1937 θα πρέπει να ήταν ανάμεσα στα 162,7 εκατομμύρια (АДХ) και 162,8 εκατομμύρια άτομα (Ζιρόμσκαγια).

2.3 Η απογραφή του 1939

Για να καλυφθεί οριστικά το δημογραφικό κενό και να παραχθούν τα επιθυμητά μεγέθη, με το ίδιο Διάταγμα του Σεπτεμβρίου του 1937 προκηρύχθηκε η διεξαγωγή μιας νέας, Πανενωσιακής απογραφής για τον Ιανουάριο του 1939. Σύμφωνα με τους Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα «στην απογραφή του 1939 είχαν εναποτεθεί ελπίδες ότι θα αποκαθιστούσε, έστω και εν μέρει, τις φανταστικές εκτιμήσεις. Από την αρχή κιόλας διεξαγόταν στοχευμένη δουλειά ώστε το μέγεθος του πληθυσμού σύμφωνα με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1939 να συμφωνεί με τους προκαθορισμένους αριθμητικούς στόχους της Γκόσπλαν44.

Το 1991, το Ινστιτούτο Εθνολογίας και Εθνοτικής Ανθρωπολογίας «И.И. Миклухо-Маклая» δημοσίευσε σημείωμα που φυλάσσεται στο αρχείο (ΡΓΑЭ, φ. 1562, οπ. 329, φ. 279, λ. 57–61), του Π. Ι. Ποπόφ, ο οποίος από το 1918 έως το 1926 ήταν προϊστάμενος της Κεντρικής Διεύθυνσης Οικονομικής Καταγραφής (της Γκόσπλαν) και κατά την απογραφή του 1939 προϊστάμενος του αγροτικού τμήματος της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού της ΕΣΣΔ. Το σημείωμα αυτό απευθυνόταν στον Ι. Β. Στάλιν και στον Β. Μ. Μόλοτοφ, και σε αυτό ο Ποπόφ δήλωνε: «Η έντονη αναντιστοιχία των δεδομένων της απογραφής με τους υπολογισμούς του πληθυσμού που δημοσιεύθηκαν από την Κεντρική Διεύθυνση Οικονομικής Καταγραφής της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού (Γκόσπλαν) και ανακοινώθηκαν από το υψηλό βήμα του Συνεδρίου των Σοβιέτ από τον σύντροφο Μόλοτοφ για τον πληθυσμό του 1933, καθώς και δημοσιευμένοι σε σειρά στατιστικών εκδόσεων στο εξωτερικό, ιδίως της Κοινωνίας των Εθνών, αποκτούν πολιτική σημασία μεγάλης κλίμακας».

Ο Ποπόφ προειδοποιούσε ότι:

«Οι φασίστες της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και η τροτσκιστικο‑μπουχαρινική συμμορία κατασκόπων και δολιοφθορέων θα προσπαθήσουν αναμφίβολα να χρησιμοποιήσουν αυτή την απόκλιση των αριθμών για τους εχθρικούς πολιτικούς τους σκοπούς… Πρέπει εκ των προτέρων να τους βγάλουμε τα δόντια – και αυτό είναι αναγκαίο και εφικτό να γίνει45.

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας αυτής της νέας καταμέτρησης, το ερωτηματολόγιο αναθεωρήθηκε δραστικά: το ερώτημα για την εθνικότητα απλοποιήθηκε σημαντικά, η ερώτηση για τον αλφαβητισμό αναδιατυπώθηκε με τρόπο που να εξασφαλίζει τον μέγιστο δυνατό αριθμό εγγράμματων, ενώ η εξαιρετικά «επικίνδυνη» και επίμαχη ερώτηση για τη θρησκεία, η οποία είχε αναδείξει τεράστιο αριθμό πιστών το 1937, αφαιρέθηκε εντελώς από τα δελτία του 1939. Επιπλέον, για να αποφευχθεί η υποεκτίμηση που καταλογίστηκε στην προηγούμενη απογραφή, εισήχθησαν ειδικά «δελτία ελέγχου».

Σε αντίθεση με την απογραφή του 1937, η οποία είχε μετρήσει αποκλειστικά τον «παρόντα» πληθυσμό, η απογραφή του 1939 σχεδιάστηκε για να καταγράψει τόσο τον μόνιμο όσο και τον παρόντα πληθυσμό. Η διαδικασία ξεκίνησε στις 17 Ιανουαρίου 1939, διήρκεσε 7 ημέρες στα αστικά κέντρα και 10 ημέρες στις αγροτικές περιοχές, και διεξήχθη με το σύνθημα «Κάθε συμπληρωμένο απογραφικό δελτίο θα είναι μια σύντομη και φωτεινή ιστορία για τη ζωή των υπέροχων σοβιετικών ανθρώπων».

Πηγή: Википедия – Перепись населения СССР (1939)

Με βάση τις έρευνες κορυφαίων δημογράφων και ιστορικών όπως των: Αντρέεφ, Ντάρσκι, Χάρκοβα, Τολτς, Ζιρόμσκαγια, Ριμπακόφσκι, Βόλκοφ, Βισνέφσκι, η απογραφή πραγματοποιήθηκε με έναν συνδυασμό μεθοδολογικών τεχνασμάτων και ωμής αλλοίωσης των δεδομένων. Οι τρόποι της παραποίησης μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις βασικούς μηχανισμούς:

Πρώτος μηχανισμός: Η άμεση αριθμητική διόγκωση και χρήση «δελτίων ελέγχου».

 Η Ζιρόμσκαγια μελετώντας τα αρχειακά έγγραφα της απογραφής αποκαλύπτει ότι τα πραγματικά, αρχικά αποτελέσματα που συλλέχθηκαν δεν ξεπερνούσαν τα 167,3 εκατομμύρια. Αυτό βεβαιώνεται από δύο άκρως απόρρητες επιστολές του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του 1939 προς τον Στάλιν και τον Μόλοτοφ, υπογεγραμμένες από τη νέα ηγεσία της στατιστικής υπηρεσίας (Ι. Σαούτιν) και της Γκόσπλαν (Ν. Βοζνεσένσκι).

Η πρώτη άκρως απόρρητη επιστολή συντάχθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1939 από τον νέο επικεφαλής της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Ιβάν Σαούτιν, ενώ η δεύτερη ακολούθησε στις 21 Μαρτίου 1939 και συνυπογράφτηκε από τον επικεφαλής της Γκόσπλαν, Νικολάι Βοζνεσένσκι, και τον Σαούτιν. Και τα δύο αυτά έγγραφα, τα οποία απευθύνονταν στον Ιωσήφ Στάλιν και τον Βιατσεσλάβ Μόλοτοφ, ανέφεραν ακριβώς το ίδιο αρχικό και αυθεντικό αποτέλεσμα της απογραφής: 167,3 εκατομμύρια ανθρώπους, αριθμός στον οποίο μάλιστα συμπεριλαμβάνονταν ήδη τα στοιχεία της ειδικής απογραφής των κρατουμένων της ΕνΚαΒεΝτε και του στρατιωτικού προσωπικού46.

Το έγγραφο της 21ης Μαρτίου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίο μεθοδεύτηκε η στατιστική απάτη, καθώς κατατέθηκε μόλις δέκα ημέρες αφότου ο Στάλιν είχε ανακοινώσει αυθαίρετα στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος (στις 10 Μαρτίου) ότι ο πληθυσμός της χώρας ανερχόταν στα 170 εκατομμύρια47.

Προκειμένου να καλύψουν τη διαφορά των περίπου 2,8 εκατομμυρίων και να ταιριάξουν τα μεγέθη με τη δημόσια δήλωση του ηγέτη, ο Βοζνεσένσκι και ο Σαούτιν πρότειναν στους Στάλιν και Μόλοτοφ, συγκεκριμένους τρόπους τεχνητής διόγκωσης. Αρχικά, υποστήριξαν ότι μέσω της επαλήθευσης των 4.569.000 «δελτίων ελέγχου» (τα οποία υποτίθεται ότι εντόπιζαν άτομα που είχαν παραλειφθεί κατά την κύρια καταγραφή), θα προσέθεταν στα επίσημα απογραφικά δελτία 1.142.000 άτομα. Ο Τολτς θα παρατηρήσει ότι το μέγεθος αυτό αποτελεί ακριβώς το 25% του συνολικού αριθμού των δελτίων ελέγχου (1.142.000 / 4.569.000), αποκαλύπτοντας με την αυθαίρετη μαθηματική αναλογία τη χειραγώγηση του αριθμού. Αναλύοντας μάλιστα δημογραφικά αυτό το 1,14 εκατομμύριο άτομα, διαπίστωσε το εξής παράδοξο: μέσα σε αυτόν τον αριθμό είχαν συμπεριληφθεί πάρα πολλά βρέφη και μικρά παιδιά κάτω του ενός έτους. Αυτό όμως είναι στατιστικά και λογικά παράλογο, διότι τα δελτία ελέγχου προορίζονταν κανονικά για άτομα που ταξίδευαν, διέμεναν σε πανδοχεία ή άλλαζαν προσωρινά τόπο διαμονής. Η εμφάνιση τόσο μεγάλου αριθμού βρεφών σε έγγραφα «ταξιδιωτών» αποδεικνύει ότι η διαδικασία «επαλήθευσης» για την οποία μιλάει το υπόμνημα ήταν εντελώς εικονική48.

Επιπλέον, ο Βοζνεσένσκι και ο Σαούτιν δικαιολόγησαν περαιτέρω προσθήκες προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ένα μέρος του πληθυσμού ήταν πρακτικά αδύνατον να καταγραφεί πλήρως με τη μέθοδο της απογραφής. Ως παραδείγματα ανέφεραν ανθρώπους που ζούσαν στις πόλεις χωρίς τη νόμιμη άδεια παραμονής και απέφευγαν την καταγραφή, θρησκευτικούς σεχταριστές, καθώς και εγκληματικά στοιχεία. Με βάση αυτό το σκεπτικό, εισηγήθηκαν μια αυθαίρετη οριζόντια «διόρθωση» της τάξης του 1% επί του συνολικού πληθυσμού, προσθέτοντας ακόμα 1.684.514 ανύπαρκτα άτομα49.

Το άθροισμα αυτών των δύο προσθηκών ανήλθε ακριβώς σε 2.826.514 άτομα, ανεβάζοντας τεχνητά τον αριθμό του πληθυσμού σε 170.135.875 κατοίκους, επιβεβαιώνοντας έτσι πλήρως την εξωπραγματική, προειλημμένη εκτίμηση που είχε ανακοινώσει ο Στάλιν50. Τον Μάρτιο του 1939, η επεξεργασία των δεδομένων και των δελτίων ελέγχου δεν είχε καν ολοκληρωθεί.

Η πρώτη επίσημη δημοσίευση του αποτελέσματος της απογραφής σχετικά με τον συνολικό πληθυσμό έγινε στο τεύχος Ιουνίου 1939, του περιοδικού της Γκόσπλαν, «Плановое хозяйство». Ο πληθυσμός της απογραφής του 1939 έτσι όπως παραποιήθηκε ήταν τελικά 170.467.186 άτομα. Μια ευρύτερη επίσημη ανακοίνωση για τον πληθυσμό έγινε στην εφημερίδα «Ιζβέστια» στις 29 Απριλίου 1940, όπου ο αριθμός αναφέρθηκε (στρογγυλοποιημένα) στα 170,47 εκατομμύρια άτομα.

 Οι ερευνητές Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα θα παρατηρήσουν ότι αυτό το μέγεθος του πληθυσμού ήταν : «κατά 331.311 άτομα μεγαλύτερος από τον αριθμό που αναφέρεται στην επιστολή προς την κυβέρνηση51. Μάλιστα, σημειώνουν ρητά πως «στα αρχεία δεν καταφέραμε να βρούμε καμία απολύτως εξήγηση για τη διαφορά ανάμεσα στη δημοσίευση του 1939 και αριθμό που αναφέρεται στην επιστολή προς την κυβέρνηση»52.

Η αριθμητική διόγκωση όμως δεν θα σταματήσει εδώ. Το 1956, το επίσημο μέγεθος της απογραφής του 1939 αναθεωρήθηκε ξανά προς τα πάνω, φτάνοντας πλέον τα 170.557.093 άτομα. Για να δικαιολογήσουν αυτή τη νέα απόκλιση σε σχέση με τη δημοσίευση του 1939, οι αρχές υποστήριξαν το 1956 ότι η αύξηση οφειλόταν σε «κάποιες διευκρινίσεις λόγω της συμπερίληψης δεδομένων για τις περιοχές του Άπω Βορρά και σε μικρές διευκρινίσεις κατά τον υπολογισμό των τελικών αποτελεσμάτων»53. Οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή τη δικαιολογία. Σημειώνουν ότι κάποιες εκτιμήσεις για τις περιοχές του Άπω Βορρά (780.000 άτομα) είχαν ήδη συμπεριληφθεί από την αρχή μέσα στον αρχειακό αριθμό των 167.3 εκατομμυρίων (βλ. πιν. 2). Το νέο μέγεθος που δημοσιεύθηκε το 1956 για τον πληθυσμό της απογραφής του 1939, εντός των συνόρων της ΕΣΣΔ κατά τον χρόνο διεξαγωγής της, ήταν πλέον κατά 419.048 άτομα μεγαλύτερο από το μέγεθος που αναφέρεται στην επιστολή προς την κυβέρνηση και κατά 3,2 εκατομμύρια από το αρχικό «αδιόρθωτο» 167,3 εκατομμύρια.

Δεύτερος μηχανισμός: Η γεωγραφικά στοχευμένη διόγκωση.

Η τεχνητή προσθήκη 2,8 εκατομμυρίων (1939) και τελικά 3,2 εκατομμυρίων (1956) ανύπαρκτων κατοίκων ωστόσο, δεν κατανεμήθηκε ομοιόμορφα σε όλη τη χώρα, αποτελώντας ένα δεύτερο επίπεδο παραποίησης με γεωγραφικά κριτήρια. Η στατιστική υπηρεσία αύξησε δραματικά τα ποσοστά της εικονικής προσθήκης σε εκείνες ακριβώς τις περιοχές που είχαν υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες από τον λιμό των αρχών της δεκαετίας του 1930 και τις μαζικές εκτοπίσεις. Για παράδειγμα, ενώ ο γενικός μέσος όρος της διόγκωσης ήταν μικρός, στη Δημοκρατία των Γερμανών του Βόλγα η τεχνητή προσθήκη έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη (από 9,6% έως σχεδόν 17%), και σε άλλες πληγείσες περιοχές του Βόρειου Καύκασου, του Σαράτοφ και του Βορόνεζ κυμάνθηκε από 3,5% έως 4,5%. Στο σύνολο της Δημοκρατίας του Καζακστάν, η γενική αναλογία της παραποίησης έφτασε το δυσθεώρητο 13% και αλλοίωσε δραματικά τα εθνολογικά δεδομένα της Δημοκρατίας. Για παράδειγμα, επειδή πολλά από τα δελτία αφορούσαν Εβραίους κρατούμενους των ρωσικών Γκουλάγκ, η εβραϊκή αγροτική κοινότητα του Καζακστάν εμφανίστηκε το 1939 διογκωμένη τεχνητά κατά περισσότερο από 40% (και κατά 300% στην ύπαιθρο), ενώ το ποσοστό των Ρώσων στο Καζακστάν εμφανίστηκε ψευδώς να υπερτερεί έναντι των γηγενών Καζάχων54.

Τρίτος μηχανισμός: Η μυστική αναδιανομή των κρατουμένων των Γκουλάγκ.

Για να αποκρυφτεί η ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων κρατουμένων στα στρατόπεδα της Βόρειας και Ανατολικής Ρωσίας (όπως η Καρελία, το Κόμι, η Άπω Ανατολή), δόθηκε μυστική οδηγία τον Σεπτέμβριο του 1939 να αφαιρεθούν περίπου 759.000 απογραφικά δελτία φυλακισμένων από τους πραγματικούς τόπους κράτησής τους. Πιο συγκεκριμένα, «εξαφανίστηκαν» στα χαρτιά περίπου 306.000 κρατούμενοι από την Άπω Ανατολή, 100.000 από την περιοχή του Αρχάγγελσκ, 100.000 από την Αυτόνομη Δημοκρατία των Κόμι, 80.000 από την Καρελία, 76.000 από το Νοβοσιμπίρσκ, σχεδόν 68.000 από το Σβερντλόφσκ και 30.000 από τη Μπουργιατο-Μογγολία. Αυτά τα δελτία χωρίς διεύθυνση κατανεμήθηκαν «ομοιόμορφα και σε μικρές δεσμίδες» και προστέθηκαν εικονικά ως κανονικός αγροτικός πληθυσμός κυρίως στην Ουκρανία (383.563 δελτία) και το Καζακστάν (375.180 δελτία) για να καλύψουν τα δημογραφικά κενά του λιμού. Η Ζιρόμσκαγια μάλιστα, εντόπισε «λάθη» σε αυτόν τον μηχανισμό: στην Καρελία, μετά την αναδιανομή, το «ειδικό» στοιχείο ξεπέρασε κατά πολύ τον ντόπιο πληθυσμό, αναγκάζοντας το κέντρο να κάνει νέες διορθώσεις για να σβήσει τα ίχνη55. Ο Μαρκ Τολτς με τη σειρά του, απέδειξε τον μηχανισμό αυτής της απάτης επισημαίνοντας ότι το 92,3% αυτών των «μεταφερόμενων» κατοίκων ήταν άνδρες, ποσοστό που ταυτίζεται απόλυτα με τη συνολική ανδρική σύνθεση των κρατουμένων στα Γκουλάγκ (91,6%)56.

Τέταρτος μηχανισμός: Η μυστική αναδιανομή του στρατιωτικού προσωπικού.

Με παρόμοιο τρόπο, από τα 2,1 εκατομμύρια απογραφικά δελτία των στρατιωτικών του Κόκκινου Στρατού, περίπου 800.000 δελτία αφαιρέθηκαν από τις πραγματικές τοποθεσίες των μονάδων τους και αναδιανεμήθηκαν μυστικά σε άλλες περιοχές. Ο σκοπός αυτού του μέτρου ήταν να μην αποκαλυφθούν από τα στατιστικά δεδομένα οι ακριβείς θέσεις των στρατιωτικών βάσεων της χώρας57.

Η αποκάλυψη

Το βασικό ερώτημα των ερευνητών είναι κατά πόσον ολόκληρη αυτή η αύξηση των 3,2 εκατομμυρίων ανθρώπων της απογραφής του 1939 ήταν αβάσιμη.

Κατά τη γνώμη του Β. Β. Τσαπλίν, η αδικαιολόγητη αναγραφή (υπερεγγραφή) για το σύνολο της ΕΣΣΔ ανήλθε σε 1,7 εκατομμύρια άτομα, κατά τον Σ. Μαξούντοφ και τον Α. Βόλκοφ σε 2 εκατομμύρια, τον Β. Ισούποφ σε 1,5 εκατομμύριο, τον M. Τολτς σε 2,4 εκατομμύρια, τη Β. Ζιρόμσκαγια σε 2,8 με 2,9 εκατομμύρια. Έτσι, σύμφωνα με αυτούς τους ερευνητές, το ποσοστό της αδικαιολόγητης αναγραφής κυμαίνεται μεταξύ 0,9 και 1,7% του συνολικού πληθυσμού της ΕΣΣΔ58.

Πιν. 3

Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε λεπτομερώς από τους Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα. Τη συλλογιστική τους την παρουσίασαν στον παραπάνω πίνακα. Στα αρχεία, οι ερευνητές βρήκαν ότι ο πραγματικός αριθμός των ατόμων που καταγράφηκαν στην απογραφή του 1939 (μαζί με τον στρατό, τους κρατούμενους και τις εκτιμήσεις του πληθυσμού της Άπω Βόρειας Ζώνης) ήταν 167.309.361 άτομα (βλ. πιν. 2). Οι επικεφαλής της Κεντρικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Ιβάν Σαούτιν, και της Γκόσπλαν, Νικολάι Βοζνεσένσκι, με την επιστολή τους προς τον Στάλιν, στις 21 Μαρτίου 1939, πρότειναν να προστεθούν περίπου 1,14 εκατ. από τα δελτία ελέγχου ανεβάζοντας τον πληθυσμό κατά 0,68% σε 168.451.361 άτομα. Οι АДХ απέρριψαν αυτό το ποσοστό και χρησιμοποίησαν ως αναλογία την απογραφή του 1959, καθώς και οι δύο απογραφές διεξήχθησαν με την ίδια ακριβώς μεθοδολογία. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Ο αριθμός των δελτίων ελέγχου το 1939 ανήλθε σε 6,8 ανά 1.000 απογεγραμμένους, ενώ το 1959 σε 3,8 ανά 1.000…». Βασιζόμενοι σε αυτή την αναλογία, οι ερευνητές έκριναν δικαιολογημένο να συμπεριληφθεί από τα δελτία ελέγχου στα απογραφικά δελτία μόνο «το 0,38% των απογεγραμμένων αντί για το 0,68%. Έτσι, ο αριθμός του απογεγραμμένου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων όσων καταχωρίστηκαν μέσω των δελτίων ελέγχου, θεωρείται ίσος με 167.945.137 άτομα59.

Επιπλέον της παραπάνω νοθείας, οι αξιωματούχοι το 1939 είχαν προσθέσει ακόμα ένα 1% (1.684.514 άτομα) ως γενική δικαιολογία για δήθεν «πιθανή υποκαταγραφή» ανεβάζοντας τον πληθυσμό σε 170.135.875 άτομα. Οι ερευνητές θεώρησαν αυτό το 1% εντελώς υπερβολικό. Όπως γράφουν: «Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των απογραφών του 1937 και του 1939 και αντλώντας τα δεδομένα για τον αριθμό των γεννήσεων και των θανάτων για τα έτη 1937 και 1938 με την αντίστοιχη διόρθωση, μπορούμε να δεχτούμε ως την πιο πιθανή διόρθωση για υποκαταγραφή στην απογραφή του 1939 το 0,3%60 Σε απόλυτους αριθμούς αυτό σημαίνει να προστεθούν επιπλέον 503.835 άτομα.

Σύμφωνα με τους АДХ, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις δικαιολογημένες διορθώσεις (635.776 + 503.835=1.139.611 άτομα), το μέγεθος του πληθυσμού της απογραφής του 1939, ήταν 168.448.972 άτομα. Για αυτούς η αδικαιολόγητη αναγραφή για το σύνολο της ΕΣΣΔ ανήλθε σε 2.108.121 (3.247.732 – 1.139.611) άτομα.

Στα υλικά της απογραφής του 1939 που διασώθηκαν και είχαν στη διάθεσή τους οι ερευνητές, υπήρχε μόνο ένας πίνακας που έδειχνε την κατανομή του πληθυσμού ανά φύλο και ηλικία. Αυτός ο μοναδικός πίνακας είχε δημιουργηθεί από τις σοβιετικές αρχές ώστε να αντιστοιχεί αποκλειστικά στο τελικό, επίσημα δημοσιευμένο (και νοθευμένο) μέγεθος των 170.557.093 ατόμων του 1956.

Οι ερευνητές είχαν βρει στα αρχεία τον πραγματικό, ακατέργαστο συνολικό αριθμό των απογραφέντων (τα 167,3 εκατ.), αλλά στα αρχεία δεν υπήρχε καμία απολύτως ένδειξη ή καταγραφή για το σε ποιες ακριβώς ηλικίες και σε ποια φύλα είχαν προσθέσει οι αρχές τα εκατομμύρια άτομα της νοθείας. Εφόσον οι ερευνητές δεν ήξεραν ποια ηλικιακή ομάδα είχε διογκωθεί και πόσο, δεν μπορούσαν απλώς να πάρουν το πραγματικό αρχειακό μέγεθος των 167,3 εκατ. και να του χτίσουν μια ηλικιακή πυραμίδα από το μηδέν. Ήταν απολύτως υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν ως «καλούπι» τη μοναδική διαθέσιμη ηλικιακή πυραμίδα (αυτήν των 170,5 εκατ.). Ο «αντίστροφος υπολογισμός» λοιπόν, ήταν ουσιαστικά η μαθηματική διαδικασία αποδόμησης της νοθευμένης πυραμίδας. Αφαίρεσαν αρχικά την τεχνητή προσαρμογή του 1% για τη δήθεν υποκαταγραφή, η οποία αντιστοιχούσε σε περίπου 1.689.000 άτομα. Στη συνέχεια αφαίρεσαν τα 1.140.000 άτομα που είχαν προστεθεί αυθαίρετα μέσω των δελτίων ελέγχου. Κάνοντας αυτή την αφαίρεση, βρήκαν ότι ο θεωρητικός αρχικός αριθμός του πληθυσμού, πριν από την προσθήκη των κρατικών «διορθώσεων», θα έπρεπε να είναι 167.728.409 άτομα. (βλ. πιν. 3)

Βρίσκοντας αυτή τη θεωρητική βάση, μπόρεσαν στη συνέχεια να εργαστούν ξανά προς τα εμπρός, εφαρμόζοντας πάνω της τα δικά τους, επιστημονικά τεκμηριωμένα ποσοστά διόρθωσης (0,38% και 0,3%). Έτσι προέκυψε το καθαρό μέγεθος των 168,8 εκατ., το οποίο στο τέλος, ελλείψει άλλης επιλογής, το κατένειμαν απλώς αναλογικά πάνω στις ηλικιακές και φυλετικές αναλογίες της πυραμίδας των 170,5 εκατ. (με εξαίρεση μόνο τα πρώτα έτη ζωής για τα οποία χρησιμοποίησαν στοιχεία γεννήσεων) (βλ. πιν. 3).

2.4 Ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ μετά την αλλαγή των κρατικών συνόρων

Η μέθοδος του ισοζυγίου προϋποθέτει τη σύγκριση δεδομένων για τον πληθυσμό μέσα στα ίδια ακριβώς σύνορα. Η αλλαγή των συνόρων της ΕΣΣΔ, η οποία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1939 και οριστικοποιήθηκε ουσιαστικά το 1946, αποτέλεσε ένα κομβικό μεθοδολογικό ζήτημα για τους ερευνητές, καθώς καθιστούσε ασύμβατα τα προπολεμικά με τα μεταπολεμικά δημογραφικά δεδομένα.

Οι АДХ επισημαίνουν ότι, «το 1939 και το 1940, ως αποτέλεσμα της εδαφικής επέκτασης που είχε εγκριθεί με το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ, η επικράτεια της ΕΣΣΔ αυξήθηκε σημαντικά. Στο τέλος του 1940, τα σύνορα περιλάμβαναν έκταση 22,1 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, δηλαδή κατά 0,4 εκατομμύρια περισσότερα από την έκταση εντός της οποίας διεξήχθη η απογραφή του 1939. Μέχρι το 1946, η έκταση αυξήθηκε κατά ακόμη 0,3 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Αν εξαιρέσουμε μικρές διορθώσεις, οι κύριες μεταβολές των συνόρων μετά την απογραφή του 1939 ήταν οι εξής: από τον Σεπτέμβριο 1939 έως τον Αύγουστο 1940 εντάχθηκαν στην ΕΣΣΔ η Λιθουανία, η Λετονία, η Εσθονία, οι δυτικές περιοχές της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, η Βεσσαραβία και η Βόρεια Βουκοβίνα· το 1944 η Αυτόνομη Περιοχή της Τούβας· το 1945 η περιοχή του Καλίνινγκραντ, το Νότιο Σαχαλίν και τα νησιά Κουρίλες, καθώς και η Υπερκαρπάθια περιοχή. Πριν από την οριστικοποίηση των συνόρων του 1946, ορισμένες περιοχές της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας, οι λεγόμενες περιοχές δυτικά της Γραμμής Κέρζον, παραχωρήθηκαν στην Πολωνία βάσει της συμφωνίας του 194561.

Η ένταξη αυτών των περιοχών συνοδεύτηκε από τεράστιες, χαοτικές μεταναστευτικές ροές, με ανθρώπους να διαφεύγουν προς τη Γερμανία για να γλιτώσουν από τους κομμουνιστές και άλλους να καταφεύγουν στην ΕΣΣΔ για να σωθούν από τους φασίστες62.

Παράλληλα, στα νέα αυτά εδάφη δεν διενεργήθηκαν άμεσα σοβιετικές απογραφές. Για να υπολογίσουν τον πληθυσμό τους, οι σοβιετικές στατιστικές υπηρεσίες αναγκάστηκαν να βασιστούν σε παλαιότερες απογραφές των γειτονικών κρατών63: για τις περιοχές της Δυτικής Ουκρανίας και της Δυτικής Λευκορωσίας τα αποτελέσματα της πολωνικής απογραφής του 1931, για τη Βόρεια Βουκοβίνα και τη Βεσσαραβία τα αποτελέσματα της ρουμανικής απογραφής του 1930, για τη Λιθουανία τα δεδομένα της απογραφής του 1923, για τη Λετονία τα δεδομένα της απογραφής του 1935, για την Εσθονία τα δεδομένα της απογραφής του 1934.

Προσθέτοντας σε αυτά τα παλαιά δεδομένα εκτιμήσεις για τη φυσική αύξηση, οι σοβιετικές αρχές υπολόγισαν αρχικά τον πληθυσμό των προσαρτημένων περιοχών στα 24,5 εκατομμύρια άτομα. Το μέγεθος αυτό όμως θεωρήθηκε γρήγορα υπερβολικό και ανακριβές.

Πολύ αργότερα, το 1959, η Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία προχώρησε σε αναθεώρηση των εκτιμήσεων, χρησιμοποιώντας ως βάση τους εκλογικούς καταλόγους από τις ψηφοφορίες που διενεργήθηκαν το 1940 (π.χ. στις Εθνοσυνελεύσεις και τις Δούμες των βαλτικών χωρών το 1940). Γνωρίζοντας το ηλικιακό όριο ψήφου και το ποσοστό των ενηλίκων επί του συνολικού πληθυσμού, έκαναν αναγωγές για να βρουν τον συνολικό πληθυσμό. Μέσα από αυτούς τους υπολογισμούς, η Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία μείωσε την εκτίμηση του προσαρτημένου πληθυσμού στα 22,3 ή 21,7 εκατομμύρια άτομα. Σε άλλα επίσημα έγγραφα αναφέρονται αριθμοί όπως 19,8 και 21,8 εκατομμύρια, ενώ η πιο διαδεδομένη εκτίμηση που επικράτησε μεταπολεμικά ήταν τα 20,1 εκατομμύρια άτομα. Στις χώρες της Βαλτικής, ωστόσο, οι АДХ εντόπισαν σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ αυτών των εκλογικών εκτιμήσεων και των εθνικών τους στατιστικών (π.χ. στη Λιθουανία υπήρχε διαφορά 270.000 ατόμων)64.

Μπροστά στη ρευστότητα των συνόρων, στις μεταβολές κατά τη διάρκεια του πολέμου και στις εδαφικές μεταβιβάσεις που έγιναν μετά το 1945 (π.χ. επιστροφή εδαφών στην Πολωνία, προσάρτηση Καλίνινγκραντ, Νότιας Σαχαλίν κ.λπ.), οι АДХ πήραν μια θεμελιώδη απόφαση65: να πραγματοποιήσουν όλους τους υπολογισμούς για την προπολεμική περίοδο 1939-1941 έχοντας ως σταθερή βάση τα μεταπολεμικά σύνορα της περιόδου 1946-1991.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να ανακατασκευάσουν την ηλικιακή και κατά φύλο, κατανομή των νέων πληθυσμών, αφαιρώντας θεωρητικά τη δομή του πληθυσμού στα παλαιά σύνορα από τη δομή στα νέα σύνορα. Αυτό αποκάλυψε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: η ηλικιακή πυραμίδα των προσαρτημένων περιοχών έμοιαζε εντυπωσιακά με την υπόλοιπη ΕΣΣΔ. Συγκεκριμένα, εμφάνιζε αισθητή πτώση των γεννήσεων το 1933. Παρότι χώρες όπως η Πολωνία, η Ρουμανία και τα βαλτικά κράτη δεν υπέστησαν τις συνέπειες της σταλινικής κολεκτιβοποίησης ούτε τον σοβιετικό λιμό του 1933, υπέστησαν εξίσου σοβαρό δημογραφικό πλήγμα. Οι συγγραφείς αποδίδουν αυτή την ταύτιση στις ολέθριες συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης (Κραχ του 1929-1933) που έπληξε τη γειτονική Ευρώπη.

Οι АДХ αφού εξομάλυναν μαθηματικά την ηλικιακή δομή, κατέληξαν στο απόλυτο μέγεθος-αφετηρία για τον πληθυσμό της χώρας. Στις αρχές του 1939, ο πληθυσμός της ΕΣΣΔ στα παλαιά (προ του Σεπτεμβρίου 1939) σύνορα εκτιμήθηκε στα 168.524.400 άτομα, ενώ υπολογιζόμενος στα διευρυμένα, μεταπολεμικά σύνορα της περιόδου 1946-1991 ανήλθε στα 188.793.600 άτομα66. Αυτός ο τελευταίος αριθμός αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο (μαζί με την απογραφή του 1939) πάνω στον οποίο χτίστηκε όλο το μετέπειτα δημογραφικό ισοζύγιο των απωλειών.

2.5 Γεννητικότητα και θνησιμότητα στην ΕΣΣΔ τα προπολεμικά έτη 1939-1941

Οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα προκειμένου να φτάσουν στο μέγεθος του πληθυσμού την παραμονή της γερμανικής εισβολής (22 Ιουνίου 1941), έπρεπε να υπολογίσουν τη φυσική κίνηση του πληθυσμού (γεννήσεις και θανάτους) για τα έτη 1939, 1940 και το πρώτο εξάμηνο του 1941. Η διαδικασία αυτή απαίτησε ειδικές μεθοδολογικές προσαρμογές, καθώς τα δεδομένα ήταν εξαιρετικά ελλιπή.

Για να καλύψουν τα κενά των γεννήσεων και θανάτων για τα έτη 1939-1940, οι ερευνητές εφάρμοσαν ποσοστά διόρθωσης.

Σχετικά με τις γεννήσεις, οι ερευνητές διαπίστωσαν μια πραγματική πτώση των γεννήσεων το 1940, την οποία απέδωσαν στην προσαρμογή του πληθυσμού στον νόμο του 1936 που απαγόρευε τις αμβλώσεις, καθώς και στην ευρεία επιστράτευση ανδρών εξαιτίας του Σοβιετο-Φινλανδικού Πολέμου. «Σύμφωνα με τα στοιχεία καταγραφής (στα σύνορα πριν από τις 17 Σεπτεμβρίου 1939), ο αριθμός των γεννήσεων το 1939 ήταν 6.268 χιλιάδες, ενώ το 1940, 6.095 χιλιάδες. Το 1940, μετά την ένταξη της Δυτικής Ουκρανίας και της Δυτικής Λευκορωσίας στην ΕΣΣΔ, αυξήθηκε κάπως ο αριθμός των περιοχών με ελλιπή καταγραφή. Επιπλέον, φαίνεται ότι γενικά η ποιότητα της καταγραφής επιδεινώθηκε, επειδή μετά την απογραφή του 1939 η προσοχή προς αυτήν χαλάρωσε. Λαμβάνοντας υπόψη τη διόρθωση για τις περιοχές χωρίς τακτική καταγραφή και για την υποκαταγραφή των γεννήσεων, ο αριθμός των γεννήσεων στα σύνορα της ΕΣΣΔ στο τέλος του 1945 θα έπρεπε να ανέρχεται για το 1940 σε 6.998,7 χιλιάδες.»67.

Όσον αφορά τους θανάτους, ο υπολογισμός έγινε με τη μαθηματική μετατόπιση του πληθυσμού του 1939 και τη χρήση τροποποιημένων πινάκων θνησιμότητας, υποθέτοντας μια υποκαταγραφή των θανάτων της τάξης του 10-11% για τα έτη 1939 και 1940. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αύξηση του απόλυτου αριθμού των θανάτων το 1940, η οποία αποδίδεται εν μέρει στις μαζικές καταστολές και διώξεις στις νέες περιοχές, αλλά και στο γεγονός ότι πλέον στα γενικά στατιστικά στοιχεία άρχισαν να ενσωματώνονται μερικώς και οι θάνατοι των κρατουμένων στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ. Παράλληλα, ειδικά για τον υπολογισμό της βρεφικής θνησιμότητας, εφαρμόστηκε ένα επιπλέον ποσοστό διόρθωσης 15-20% για τους μη καταγεγραμμένους θανάτους βρεφών και 7% για τις μη καταγεγραμμένες γεννήσεις68.

Εφαρμόζοντας όλες αυτές τις διορθώσεις, η συνολική καθαρή φυσική αύξηση (γεννήσεις μείον θάνατοι) για τα έτη 1939 και 1940 υπολογίστηκε στα 6,6 εκατομμύρια άτομα.

Για το πρώτο εξάμηνο του 1941, καθώς η απευθείας καταμέτρηση ήταν πρακτικά αδύνατη, οι АДХ έκαναν την παραδοχή ότι οι ηλικιακοί δείκτες γεννητικότητας και θνησιμότητας παρέμειναν ακριβώς στα ίδια επίπεδα με το 1940, υπολογίζοντας τα μεγέθη στο ήμισυ της προηγούμενης χρονιάς. Επιπλέον, για τη διευκόλυνση των μαθηματικών πράξεων, επέλεξαν να αγνοήσουν τη χρονική διαφορά της μίας περίπου εβδομάδας που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικής έναρξης του πολέμου (22 Ιουνίου) και του ακριβούς μέσου του έτους (1η Ιουλίου)69.

Ως τελικό αποτέλεσμα και αφετηρία για τον υπολογισμό των απωλειών, οι АДХ ξεκίνησαν από τον πληθυσμό-βάση των 188.793.600 ατόμων ο οποίος αναφέρεται στον πληθυσμό της ΕΣΣΔ στις αρχές του 1939 (προσαρμοσμένος στα μεταπολεμικά σύνορα 1946-1991). Προκειμένου οι ερευνητές να βρουν πόσος ήταν ο πληθυσμός ακριβώς την παραμονή του πολέμου (τη στιγμή δηλαδή που ξεκινά το ισοζύγιο των απωλειών), έπρεπε να προβάλουν τον αρχικό πληθυσμό κατά δυόμισι χρόνια στο μέλλον, μιας και η γερμανική εισβολή δεν έγινε το 1939, αλλά τον Ιούνιο του 1941. Έπρεπε, δηλαδή, να προσθέσουν τη φυσική αύξηση (γεννήσεις μείον θανάτους) που μεσολάβησε τα έτη 1939, 1940 και το πρώτο εξάμηνο του 1941.

Αρχικά πρόσθεσαν τη φυσική αύξηση της διετίας 1939-1940. Αφού συνυπολόγισαν τις διορθώσεις για τη μη καταγραφή γεννήσεων και θανάτων στα νέα σύνορα, κατέληξαν ότι σε αυτά τα δύο χρόνια ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 6,6 εκατομμύρια άτομα. Έπειτα πρόσθεσαν τη φυσική αύξηση για το πρώτο εξάμηνο του 1941. Επειδή δεν υπήρχαν άμεσα δεδομένα για αυτούς τους μήνες, υπέθεσαν ότι οι γεννήσεις και οι θάνατοι κινήθηκαν ακριβώς στα επίπεδα του 1940 (λαμβάνοντας το ήμισυ των μεγεθών).

Τελικά οι АДХ κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός της Σοβιετικής Ένωσης στα μέσα του 1941 (22 Ιουνίου 1941) ήταν 196.716.000 άτομα, εκ των οποίων 94.338.000 άνδρες και 102.378.000 γυναίκες.

Στον πίνακα 6 δίνεται «η ηλικιακή και κατά φύλο δομή του πληθυσμού της ΕΣΣΔ, όπως την υπολογίσαμε για τα μέσα του 1941. Ήδη τότε, πριν από την έναρξη του πολέμου, έφερε τα ίχνη δύο δημογραφικών καταστροφών. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος προκάλεσαν σημαντική δυσαναλογία μεταξύ των φύλων στις ηλικίες άνω των 40 ετών και βαθιά «κοιλώματα» στις γενεές που γεννήθηκαν το 1916–1921. Ο λιμός του 1933, ο οποίος οδήγησε σε μείωση της γεννητικότητας και σε απότομη αύξηση της θνησιμότητας (ιδίως της παιδικής), άφησε επίσης εμφανές κενό στην ηλικιακή δομή στις ηλικίες 5–9 ετών.»70.

Οι ερευνητές επισημαίνουν επικριτικά ότι η δική τους εκτίμηση (196,7 εκατ.) είναι χαμηλότερη από την επίσημη προπολεμική εκτίμηση της Σοβιετικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η οποία έκανε λόγο για 198,7 εκατομμύρια. Εξηγούν71 ότι τα παλαιότερα εκείνα μεγέθη ήταν υπερβολικά και λανθασμένα, καθώς βασίστηκαν στην άκριτη αποδοχή των δεδομένων της απογραφής του 1939 και στην ψευδή εικόνα για την υποτιθέμενη πληρότητα της καταγραφής του πληθυσμού τα έτη 1939-1940.

Το μέγεθος αυτό των 196,7 εκατομμυρίων αποτέλεσε το απόλυτο θεμέλιο και το πρώτο σκέλος στην εφαρμογή της μεθόδου του δημογραφικού ισοζυγίου, αφού ήταν ο αρχικός αριθμός-κλειδί που, όταν αργότερα συγκρίθηκε με τον υπολογισμένο πληθυσμό στο τέλος του 1945, τους επέτρεψε να καθορίσουν το τελικό μέγεθος των συνολικών ανθρώπινων απωλειών της ΕΣΣΔ72.

2.6 Εξωτερικοί παράγοντες: Η μεταβολή των κρατικών συνόρων και οι μεταναστεύσεις

Εάν οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα μετρούσαν τις απώλειες με βάση τα σύνορα που άλλαζαν διαρκώς κατά τη διάρκεια του πολέμου, κάθε προσάρτηση εδάφους (π.χ. η Δυτική Ουκρανία το 1939) θα καταγραφόταν δημογραφικά ως μια τεράστια «εισροή» εκατομμυρίων κατοίκων στην ΕΣΣΔ, και κάθε απώλεια εδάφους ως «εκροή». Με τη μεταφορά του σημείου εκκίνησης (1941) και του σημείου λήξης (1946) σταθερά στα ίδια, τελικά (μεταπολεμικά) σύνορα, οι πληθυσμοί αυτοί αντιμετωπίζονται εξαρχής ως τμήμα της εξίσωσης. Επομένως, οι διοικητικές εδαφικές αλλαγές παύουν να συμπεριφέρονται ως μεταναστευτικές μεταβλητές.

Χάρη σε αυτό το σταθερό γεωγραφικό πλαίσιο, «παράλληλα, απλουστεύεται το ζήτημα της εκτίμησης της εξωτερικής μετανάστευσης, καθώς όσοι εισήλθαν και κατόπιν εξήλθαν από τη χώρα μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και αρχών 1946 δεν συμμετέχουν στους υπολογισμούς.»73. Αφού τα άτομα αυτά απουσίαζαν τόσο από τον αρχικό πληθυσμό βάσης του 1941 όσο και από τον τελικό πληθυσμό ελέγχου του 1946, η καθαρή δημογραφική τους επίδραση στην εξίσωση ήταν μηδενική.

Αντίθετα, τα άτομα που ανήκαν στον προπολεμικό πληθυσμό της ΕΣΣΔ (στις 22 Ιουνίου 1941) και τα οποία εγκατέλειψαν τη χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου (π.χ. αιχμάλωτοι, εκτοπισμένοι οσταρμπάιτερ) και δεν επέστρεψαν μέχρι το τέλος του, καταγράφηκαν ως καθαρές ανθρώπινες απώλειες. Είτε αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν στο εξωτερικό είτε επέλεξαν να παραμείνουν στη Δύση ως φυγάδες, η απουσία τους από την καταμέτρηση του 1946 αύξησε απευθείας το τελικό μέγεθος των απωλειών.

Το μόνο στατιστικό κενό που παραδέχτηκαν οι ερευνητές αφορούσε τα άτομα που εισήλθαν εκούσια ή ακούσια στην ΕΣΣΔ μεταξύ μέσων του 1941 και αρχών του 1946 και παρέμειναν εκεί μόνιμα, όπως υπολείμματα της πρώτης γενιάς μεταναστών από τη Μαντζουρία, τη Γιουγκοσλαβία και άλλες χώρες74. Εάν αυτός ο αριθμός ήταν μεγάλος, θα μείωνε τεχνητά το υπολογιζόμενο μέγεθος των απωλειών, καθώς θα προσέθετε πληθυσμό στο 1946 που δεν υπήρχε το 1941. Επειδή οι АДХ δεν διέθεταν στοιχεία για να μετρήσουν με ακρίβεια αυτή την κατηγορία, προχώρησαν στην παραδοχή-ελπίδα ότι αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες ήταν αριθμητικά ασήμαντες και, συνεπώς, δεν διατάραξαν το συνολικό δημογραφικό ισοζύγιο.

3. Αποτίμηση του μεταπολεμικού πληθυσμού

3.1 Η απογραφή του 1959

Λίγο μετά το τέλος του πολέμου, όλες οι εμπόλεμες χώρες διεξήγαγαν απογραφή πληθυσμού: η Δανία το 1945· η Βουλγαρία, η Γερμανία, η Νορβηγία, η Πολωνία, η Γαλλία και η Ιαπωνία το 1946· η Τσεχοσλοβακία το 1946–1947· το Βέλγιο και οι Κάτω Χώρες το 1947· η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία το 1948· το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ουγγαρία το 1949· η ΛΔΓ και οι ΗΠΑ το 1950· η Αυστρία, η Ελλάδα, η Ιταλία και ο Καναδάς το 1951. Μόνο στην ΕΣΣΔ η απογραφή πραγματοποιήθηκε το 1959.

Σύμφωνα με τους АДХ «σε μια περίοδο όπου η ανάγκη για αξιόπιστη δημογραφική πληροφορία ήταν εξαιρετικά οξεία, η σοβιετική ηγεσία απέφευγε τη διεξαγωγή απογραφής. Προφανώς, αυτό συνδεόταν όχι μόνο με τις οικονομικές δυσκολίες της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά και με την απροθυμία να δοθεί δημοσιότητα στις αδικαιολόγητα τεράστιες ανθρώπινες απώλειες που υπέστη η χώρα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο75.

Πηγή: ИТОГИ ВСЕСОЮЗНОЙ ПЕРЕПИСИ НАСЕЛЕНИЯ 1959 ГОДА CCCР (СВОДНЫЙ ТОМ). М.: ГОССТАТИЗДАТ, ЦСУ СССР, σ. 13

Τα ζητήματα που αφορούσαν τη μεθοδολογία και την οργάνωση της απογραφής είχαν συζητηθεί νωρίτερα, στην Πανενωσιακή Σύσκεψη Στατιστικολόγων τον Ιούνιο του 1957.

Το ερωτηματολόγιο της απογραφής περιλάμβανε συνολικά 15 ερωτήματα (σημεία). Το επίσημο σύνθημα της εκστρατείας ήταν: «Διευκολύνετε με κάθε τρόπο την επιτυχή διεξαγωγή της απογραφής! Η Πανενωσιακή απογραφή πληθυσμού είναι παλλαϊκή υπόθεση»76.

Η συγκεκριμένη απογραφή υπήρξε πρωτοποριακή, καθώς ήταν η πρώτη απογραφή πληθυσμού στην ΕΣΣΔ που χρησιμοποίησε εξειδικευμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή (ЭВМ) για την επεξεργασία των αποτελεσμάτων. Ο υπολογιστής αυτός ονομαζόταν «Απογραφή» («Перепись») και είχε αναπτυχθεί στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Μαθηματικών Μηχανών του Ερεβάν77.

Τα αποτελέσματα της Πανενωσιακής Απογραφής Πληθυσμού του 1959 εκδόθηκαν σε 16 τόμους – έναν συνολικό τόμο για ολόκληρη την ΕΣΣΔ και έναν τόμο για κάθε ένωση-δημοκρατία. Στον πρόλογο του συγκεντρωτικού τόμου διαβάζουμε:

«Η απογραφή πληθυσμού διεξήχθη με ημερομηνία αναφοράς την 15η Ιανουαρίου 1959.[…] Η απογραφή διήρκεσε 8 ημέρες – από τις 15 έως τις 22 Ιανουαρίου 1959. Ο πληθυσμός απογραφόταν στον τόπο κατοικίας, έστω και προσωρινής, και όχι στον τόπο εργασίας ή υπηρεσίας. Τα δελτία απογραφής συμπληρώνονταν από τους απογραφείς με τη μέθοδο της επίσκεψης σε όλους τους χώρους όπου κατοικούσε ή μπορούσε να κατοικεί πληθυσμός, συμπεριλαμβανομένων χώρων που καταλαμβάνονταν από επιχειρήσεις, οργανισμούς και ιδρύματα. Στα δελτία απογραφής κάθε χώρου καταγράφονταν όλα τα παρόντα άτομα κατά την 12η νυχτερινή ώρα από 14 προς 15 Ιανουαρίου (τοπική ώρα), συμπεριλαμβανομένων των προσωρινά διαμενόντων. Επιπλέον, από τον μόνιμο πληθυσμό καταγράφονταν και οι προσωρινά απόντες.[…] Τα στοιχεία για όλους, εκτός από τα παιδιά, τους βαριά ασθενείς και τους προσωρινά απόντες, συλλέγονταν από τους απογραφείς με προσωπική συνέντευξη.[…] Κατά τη διάρκεια των 10 ημερών μετά την απογραφή, από τις 23 Ιανουαρίου έως την 1η Φεβρουαρίου 1959, πραγματοποιήθηκε έλεγχος της ορθότητας της απογραφής μέσω πλήρους ελέγχου όλων των χώρων από τους επόπτες–ελεγκτές μαζί με τους απογραφείς· στις αγροτικές περιοχές συμμετείχαν επίσης εντεταλμένοι των αγροτικών συμβουλίων. Κατά τον έλεγχο εξεταζόταν αν υπήρξαν παραλείψεις ή διπλές καταγραφές, καθώς και η ορθότητα των εγγραφών για προσωρινή απουσία και προσωρινή διαμονή. Για όλα τα άτομα που δεν είχαν απογραφεί στον συγκεκριμένο χώρο ως μέρος του παρόντος πληθυσμού, διερευνούταν πού βρίσκονταν τη νύχτα της 15ης Ιανουαρίου. Τα στοιχεία για τα άτομα που έπρεπε να απογραφούν στον συγκεκριμένο χώρο καταχωρίζονταν στα δελτία απογραφής. Για να αποφευχθεί η διπλή καταμέτρηση του πληθυσμού, σε όλους τους προσωρινά διαμένοντες – συμπεριλαμβανομένων όσων απογράφηκαν σε τρένα, πλοία, σιδηροδρομικούς σταθμούς, σταθμούς, λιμάνια, αεροδρόμια κ.λπ. – ο απογραφέας χορηγούσε βεβαίωση συμμετοχής στην απογραφή.

Επιπλέον, βεβαιώσεις δίνονταν και σε άτομα που δήλωναν ότι κατά την περίοδο διεξαγωγής της απογραφής ή του ελέγχου (δηλαδή έως την 1η Φεβρουαρίου) επρόκειτο να μετακινηθούν σε άλλο τόπο. Για την αποφυγή παραλείψεων κατά την απογραφή και τον έλεγχο, για όλα τα άτομα σχετικά με τα οποία υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν είχαν απογραφεί στον τόπο όπου βρίσκονταν τη νύχτα από 14 προς 15 Ιανουαρίου, συμπληρωνόταν δελτίο ελέγχου.

Το δελτίο αυτό περιείχε τις ίδιες ερωτήσεις με το δελτίο απογραφής, και επιπλέον καταγραφόταν λεπτομερής διεύθυνση του τόπου όπου το συγκεκριμένο άτομο όφειλε να απογραφεί ως μέρος του παρόντος πληθυσμού. Στη διεύθυνση αυτή ελεγχόταν αν το άτομο είχε πράγματι απογραφεί. Τα δελτία ελέγχου που είχαν συνταχθεί για άτομα τα οποία τελικά βρέθηκαν καταγεγραμμένα στα δελτία απογραφής ακυρώνονταν, ενώ τα δεδομένα από τα δελτία ελέγχου για άτομα που δεν είχαν απογραφεί στον τόπο όπου βρίσκονταν την ημέρα της απογραφής μεταφέρονταν στα δελτία απογραφής.

Κατά τη διάρκεια της απογραφής, οι απογραφείς κατέγραψαν στα δελτία απογραφής 207.753 χιλιάδες άτομα.

Επιπλέον, κατά τους ελέγχους καταχωρίστηκαν:

  • 285 χιλιάδες άτομα κατά τους επιτόπιους ελέγχους,
  • 789 χιλιάδες άτομα μέσω των δελτίων ελέγχου,

δηλαδή συνολικά 1.074 χιλιάδες άτομα, που αντιστοιχούν σε 0,51% του συνολικού παρόντος πληθυσμού της χώρας.

Ο παρών πληθυσμός της ΕΣΣΔ στις 15 Ιανουαρίου 1959 ανερχόταν σε 208.827 χιλιάδες άτομα, ενώ ο μόνιμος πληθυσμός σε 208.247 χιλιάδες άτομα.

Στον παρόντα πληθυσμό ανήκαν τα άτομα που κατά τη στιγμή της απογραφής βρίσκονταν στον συγκεκριμένο χώρο, ανεξάρτητα από το αν κατοικούσαν εκεί μόνιμα ή προσωρινά. Από τα άτομα που κατοικούσαν μόνιμα στον χώρο αλλά απουσίαζαν τη στιγμή της απογραφής, στον παρόντα πληθυσμό περιλαμβάνονταν και όσοι βρίσκονταν σε άλλο σημείο εντός της επικράτειας του ίδιου αστικού ή αγροτικού Σοβιέτ (π.χ. όσοι είχαν πάει σε επισκέψεις, εργάζονταν σε νυχτερινή βάρδια κ.λπ.), καθώς και όσοι κατοικούσαν στον συγκεκριμένο χώρο αλλά τη στιγμή της απογραφής βρίσκονταν εκτός της επικράτειας του Σοβιέτ για λόγους εργασίας ή σε μέρη όπου δεν ήταν δυνατόν να απογραφούν (π.χ. σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, εργαζόμενοι στη ναυσιπλοΐα, πιλότοι, οδηγοί· άτομα που βρίσκονταν καθ’ οδόν με αυτοκίνητο, άμαξα, άλογο ή πεζή· όσοι είχαν μεταβεί για ψάρεμα, για ξύλευση, για κυνήγι κ.λπ.).

Στους προσωρινά απόντες κατατάσσονταν τα άτομα που κατοικούσαν μόνιμα στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά κατά τη στιγμή της απογραφής βρίσκονταν εκτός της επικράτειας του Σοβιέτ (εξαιρουμένων όσων βρίσκονταν στη δουλειά ή σε μέρη όπου δεν ήταν δυνατόν να απογραφούν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω), εφόσον η απουσία τους δεν υπερέβαινε τους 6 μήνες. Τα άτομα αυτά, στον τόπο όπου βρίσκονταν κατά τη στιγμή της απογραφής, καταγράφονταν από τους απογραφείς ως προσωρινά διαμένοντες.

Για παράδειγμα, άτομα που βρίσκονταν σε υπηρεσιακή αποστολή, σε προσωρινή ή εποχική εργασία, σε πρακτική άσκηση, ή φιλοξενούμενα σε συγγενείς ή γνωστούς, καταγράφονταν στον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους ως προσωρινά απόντες, ενώ στον τόπο της προσωρινής παραμονής τους ως προσωρινά διαμένοντες, εφόσον η απουσία από τον τόπο μόνιμης κατοικίας δεν υπερέβαινε τους 6 μήνες.

Τα άτομα που είχαν αποχωρήσει από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους περισσότερο από 6 μήνες πριν από την ημέρα της απογραφής δεν καταγράφονταν από τους απογραφείς στα δελτία απογραφής του προηγούμενου τόπου κατοικίας τους· απογράφονταν ως μέρος του μόνιμου πληθυσμού στον νέο τόπο κατοικίας τους.

Τα άτομα που είχαν μετακομίσει σε άλλο τόπο για μόνιμη εγκατάσταση, οι μαθητές και φοιτητές που κατοικούσαν στον τόπο σπουδών τους, καθώς και τα άτομα που είχαν κληθεί στον στρατό, δεν απογράφονταν στον προηγούμενο τόπο κατοικίας τους ακόμη και αν η απουσία τους ήταν μικρότερη από 6 μήνες· όλα αυτά τα άτομα απογράφονταν ως μόνιμος πληθυσμός στον νέο τόπο κατοικίας τους. Παρόλα αυτά, στα συνολικά αποτελέσματα της απογραφής οι στρατιωτικοί συμπεριλήφθηκαν στον τόπο κατάταξης, και όχι στον τόπο όπου απογράφηκαν.

[…] Ο αστικός πληθυσμός της ΕΣΣΔ κατά την απογραφή της 15ης Ιανουαρίου 1959 ανερχόταν σε 99.978 χιλιάδες άτομα (48%), ενώ ο αγροτικός πληθυσμός σε 108.849 χιλιάδες άτομα (52%). Ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε το 1959 σε σχέση με το 1939 κατά 39.569 χιλιάδες άτομα, δηλαδή σχεδόν κατά 66%.»78.

3.2 Η Κριτική και η Διόρθωση της Απογραφής του 1959

Οποιοσδήποτε υπολογισμός του μεγέθους και της κίνησης του πληθυσμού για τα χρόνια του πολέμου μέσω της προέκτασης των προπολεμικών σειρών ήταν αδύνατος. Ο πόλεμος αποδιοργάνωσε σε τεράστιο βαθμό το σύστημα καταγραφής, όχι μόνο στις κατεχόμενες και τις παραμεθόριες ζώνες, αλλά και στα μετόπισθεν. Τα πρώτα σχετικά αξιόπιστα δεδομένα για τον πληθυσμό προήλθαν πολλά χρόνια αργότερα, από τα αποτελέσματα της απογραφής του 1959. Συνεπώς, όλες οι εκτιμήσεις για την περίοδο 1945-1958 έπρεπε να γίνουν αναδρομικά, δηλαδή «επιστρέφοντας από την απογραφή του 1959» προς τα πίσω.

Πριν εργαστούν προς τα πίσω, οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα έπρεπε να εξομαλύνουν τα σφάλματα της ίδιας της απογραφής του 1959.

Αρχικά, η εξομάλυνση της ηλικιακής δομής βάσει των δεδομένων της απογραφής εφαρμόστηκε ξεκινώντας από την ηλικία των 15 ετών, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του κινητού μέσου όρου πέντε ετών με διωνυμικούς συντελεστές. Στη συνέχεια, μετέφεραν τα δεδομένα από την ημερομηνία της απογραφής (15 Ιανουαρίου) στην 1η Ιανουαρίου 1959, αξιοποιώντας πίνακες θνησιμότητας και τις γεννήσεις του πρώτου 15ημέρου79.

Σε ένα δεύτερο στάδιο η πρόσθετη εξομάλυνση δεν έγινε ομοιόμορφα, αλλά εφαρμόστηκε ξεχωριστά για δύο διαφορετικές ηλικιακές ομάδες με διαφορετική μεθοδολογία.

Για τις ηλικίες 0–13 ετών (γενεές που γεννήθηκαν μετά τον πόλεμο): Πραγματοποιήθηκε μια «συμφωνημένη» (συνδυαστική) εξομάλυνση των αποτελεσμάτων της απογραφής με τα ληξιαρχικά δεδομένα γεννήσεων της περιόδου 1946-1958. Εδώ αποκαλύφθηκε το πρόβλημα της υποκαταγραφής των βρεφών. Συγκεκριμένα, το 1957 καταγράφηκαν 5.164.000 γεννήσεις και το 1958 καταγράφηκαν 5.240.000. Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι υπήρχε υποκαταγραφή και στα ίδια τα ληξιαρχεία κατά 3,1% και 2,4% αντίστοιχα. Με βάση την απογραφή, χωρίς διόρθωση, ο συντελεστής επιβίωσης θα ήταν 943 στα 1000 βρέφη, ενώ με τη διόρθωση του ληξιαρχείου θα έπεφτε στο 920. Παρόλα αυτά, οι επίσημοι κρατικοί πίνακες του 1958-1959 (που βασίζονταν αποκλειστικά στα ληξιαρχεία και αγνοούσαν την απογραφή) έδιναν 972 επιζώντες. Για να υπάρξει ισορροπία, η πιο ρεαλιστική υπόθεση ήταν ότι οι απογραφείς «έχασαν» το 4,0% των παιδιών κάτω του 1 έτους (δίνοντας έναν λογικό συντελεστή 956,5) και το 2,7% των παιδιών 1 έτους, ποσοστά με τα οποία και αύξησαν τους τελικούς αριθμούς της απογραφής.

Για τις ηλικίες 14 ετών και άνω: Η εξομάλυνση έγινε μέσω των συντελεστών επιβίωσης (1939-1959 και 1959-1979). Όταν συνέκριναν τις απογραφές 1939, 1959 και 1979, διαπίστωσαν ότι η μέγιστη σχετική απόκλιση εντοπίζεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ στις ηλικίες έως 65 ετών για τις πενταετείς ηλικιακές ομάδες το μέγεθος της απόκλισης δεν είναι σημαντικό.

Με βάση τα στοιχεία του πίνακα 7, η απογραφή κατέγραψε 13.011.600 ηλικιωμένους, ενώ το διορθωμένο/εξομαλυμένο μέγεθος μειώθηκε στα 12.939.500 άτομα. Προκύπτει δηλαδή μια καθαρή μείωση κατά 72.100 άτομα. Όμως η ανάλυση αυτών των στοιχείων δείχνει επίσης ότι η ηλικιακή συσσώρευση και η ανακρίβεια δεν επηρέασε ομοιόμορφα τα δύο φύλα. Ειδικά οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας φαίνεται πως εμφάνιζαν εντονότερα την τάση να δηλώνουν λανθασμένα ή να υπερβάλλουν την ηλικία τους στην απογραφή του 1959, γεγονός που ανάγκασε τους ερευνητές να κάνουν μεγαλύτερη προς τα κάτω διόρθωση (-115.000) σε σύγκριση με τους άνδρες80.

Κατά την επεξεργασία της απογραφής του 1959, οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα αναγκάστηκαν να περικόψουν (να μειώσουν μαθηματικά) τον αριθμό των νέων ηλικίας 20-24 ετών (όσων δηλαδή γεννήθηκαν μεταξύ 1934 και 1938), επειδή τα αρχικά μεγέθη της απογραφής ήταν αφύσικα διογκωμένα. Οι ερευνητές εξηγούν αυτή την τεχνητή διόγκωση με δύο λόγους:

Ηλικιακή συσσώρευση: Πολλοί νέοι 19 ή 21 ετών δήλωσαν στην απογραφή ότι ήταν στρογγυλά «20 ετών», μεταφέροντας πληθυσμό από άλλες ηλικιακές ομάδες σε αυτήν. Έτσι η γενεά όσων φαίνονταν γεννημένοι το 1938 εμφανίστηκε αφύσικα διογκωμένη. Κατά τη μαθηματική εξομάλυνση, οι ερευνητές αφαίρεσαν αυτό το πλεόνασμα από τους 20χρονους, γεγονός που από μόνο του τράβηξε το συνολικό άθροισμα ολόκληρης της πενταετούς ομάδας (20-24 ετών) προς τα κάτω.

Διπλή καταγραφή λόγω κινητικότητας: Η απογραφή του 1959 μέτρησε τόσο τον παρόντα όσο και τον μόνιμο πληθυσμό. Ο συνολικός παρών πληθυσμός βρέθηκε κατά 579.000 άτομα μεγαλύτερος από τον μόνιμο. Επειδή η ηλικία 20-24 ετών είναι η πιο κινητική (περιλαμβάνει φοιτητές που φεύγουν για σπουδές, νεαρούς εργάτες που πάνε σε μεγάλα εργοτάξια, και κυρίως τους κληρωτούς στρατιώτες), ήταν εξαιρετικά σύνηθες αυτοί οι νέοι να μετρηθούν δύο φορές: μία φορά εκεί που βρίσκονταν φυσικά (π.χ. στο στρατόπεδο ή στη φοιτητική εστία) και άλλη μία φορά στο πατρικό τους σπίτι, από τους γονείς τους που τους δήλωναν ως μέλη του νοικοκυριού που απλώς έλειπαν προσωρινά.

Στα αρχικά δεδομένα της απογραφής η ομάδα 20-24 ετών εμφανίζεται με 20.343.000 άτομα, ενώ μετά την εξομάλυνση μειώνεται στα 19.334.300 άτομα81.

Οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα μετά τη συνολική εξομάλυνση και τις διορθώσεις κατέληξαν σε ένα νέο, μεγαλύτερο μέγεθος του πληθυσμού από αυτό της απογραφής. Την 1η Ιανουαρίου οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο παρών πληθυσμός ήταν, όπως δείχνει ο πίνακας 7, 209.035.100 άτομα (εκ των οποίων: 94.156.300 άνδρες και 114.878.800 γυναίκες).

4. Ανακατασκευή της δημογραφικής εικόνας της ΕΣΣΔ για τη μεταπολεμική περίοδο 1946-1958

4.1 Η φυσική κίνηση του πληθυσμού της ΕΣΣΔ για την περίοδο 1946-1958

Για να ανακατασκευάσουν τα δεδομένα, οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα χρησιμοποίησαν ως βάση την απογραφή του 1959 και τα ληξιαρχικά στοιχεία φυσικής κίνησης (γεννήσεις, θάνατοι). Προκειμένου να ελέγξουν την αξιοπιστία των στοιχείων και να υπολογίσουν την πραγματική θνησιμότητα και γονιμότητα, χώρισαν τον πληθυσμό σε δύο υποσύνολα: όσους γεννήθηκαν μετά το 1946 και όσους γεννήθηκαν πριν.

Η εξέταση της ομάδας των παιδιών που γεννήθηκαν την περίοδο 1946-1958 αποκάλυψε το τεράστιο μέγεθος της ληξιαρχικής ανεπάρκειας, το οποίο αποτυπώνεται στον πίνακα 8.

Για το σύνολο της περιόδου (1946-1958), καταγράφηκαν στα ληξιαρχεία 62.802.000 γεννήσεις, ενώ η απογραφή του 1959 βρήκε 57.525.000 επιζώντα παιδιά της ίδιας γενεάς. Η διαφορά είναι 5.277.000 άτομα. Λογικά, αυτή η διαφορά θα έπρεπε να αντιστοιχεί στα παιδιά που πέθαναν. Τα ληξιαρχεία, όμως, κατέγραψαν 5.953.000 θανάτους για αυτή την ομάδα, δημιουργώντας ένα αριθμητικό έλλειμμα («υπερβάλλουσα υποκαταγραφή γεννήσεων») 676.000 ατόμων82.

Το παράδοξο αυτό γίνεται εντυπωσιακό αν απομονώσουμε την πιο δύσκολη περίοδο 1946-1950: Τα ληξιαρχεία κατέγραψαν 22.536.000 γεννήσεις, όμως η απογραφή του 1959 βρήκε 24.333.000 παιδιά (διαφορά -1.797.000). Δηλαδή, ο πληθυσμός των παιδιών που επιβίωσαν ήταν κατά σχεδόν 2 εκατομμύρια μεγαλύτερος από αυτούς που υποτίθεται ότι είχαν γεννηθεί, αποδεικνύοντας αδιαμφισβήτητα την τεράστια υποκαταγραφή των γεννήσεων στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Το παραπάνω παράδοξο γίνεται ακόμη πιο δραματικό αν συνυπολογίσουμε τους θανάτους. Δεδομένου ότι τα ληξιαρχεία κατέγραψαν 2.281.000 θανάτους για αυτά τα παιδιά, οι πραγματικές γεννήσεις της πενταετίας έπρεπε να είναι τουλάχιστον 26.614.000 (επιζώντες + καταγεγραμμένοι θανόντες). Αφαιρώντας τις 22.536.000 γεννήσεις που είχαν δηλωθεί, προκύπτει ότι τα ληξιαρχεία «έχασαν» τουλάχιστον 4.078.000 γεννήσεις.

Ακόμα χειρότερα, οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι έδειξαν ότι η υποκαταγραφή των θανάτων (ειδικά των βρεφών) ήταν ποσοστιαία έως και 5 φορές υψηλότερη από ό,τι στους ενήλικες. Επομένως, ούτε οι 2.281.000 θάνατοι ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Για να βρουν τα πραγματικά μεγέθη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το μαθηματικό μοντέλο του Brass, το οποίο αναγκάστηκαν να τροποποιήσουν (με πίνακες του ΟΗΕ) ώστε να αποτυπώνει σωστά την εξέλιξη της βρεφικής θνησιμότητας.

Η διόρθωση μέσω του μοντέλου έδωσε τις πραγματικές διαστάσεις της υποκαταγραφής (Πίνακας 9).

Για όλη την περίοδο 1946-1958, η υποκαταγραφή ανήλθε στο 6,9% για τις γεννήσεις και στο 18,5% για τους θανάτους. Την πρώτη, δύσκολη περίοδο 1946-1950, το ποσοστό έφτασε το 11,0% στις γεννήσεις και το 23,4% στους θανάτους (με την υποκαταγραφή στους θανάτους βρεφών και παιδιών έως 4 ετών να εκτοξεύεται στο ακραίο 48,2%).

Στους Πίνακες 10, 11 και 12 οι ερευνητές παρουσιάζουν τα οριστικά, διορθωμένα μεγέθη που προέκυψαν από την αναδρομική τους μεθοδολογία.

Ο πληθυσμός την 1η Ιανουαρίου 1959, με βάση τις διορθώσεις της απογραφής του 1959 από τους Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα καθορίστηκε στα 209.035.000 άτομα. Από εδώ ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση. Για να βρουν τον πληθυσμό στις αρχές του 1958, έπρεπε να πάρουν τον πληθυσμό του 1959, να αφαιρέσουν όσους γεννήθηκαν μέσα στο 1958, να προσθέσουν πίσω όσους πέθαναν και να συνυπολογίσουν τη μετανάστευση:

  • Παίρνουν τα 209.035.000 (1959).
  • Αφαιρούν τις διορθωμένες γεννήσεις του 1958 (5.370.000) και προσθέτουν τους διορθωμένους θανάτους (1.664.000). Μαζί με το μεταναστευτικό ισοζύγιο (-16.000), η συνολική καθαρή αύξηση της χρονιάς ήταν 3.689.000
  • Πράξη: 209.035.000 – 3.689.000 = 205.346.000 άτομα (Πληθυσμός 1ης Ιανουαρίου 1958).

Συνεχίζοντας την ίδια ακριβώς αντίστροφη αφαίρεση χρονιά προς χρονιά:

Από το 1958 (205.346) αφαιρούν την αύξηση του 1957 (3.408) = 201.937.000 (Πληθυσμός 1957).

Αφαιρούν την αύξηση του 1956 (3.464) = 198.473.000 (Πληθυσμός 1956).

Με τον ίδιο ρυθμό φτάνουν μέχρι το 1950, βρίσκοντας 179.217.000 άτομα.

Κάθε βήμα προς τα πίσω αποκαλύπτει έναν όλο και μικρότερο πληθυσμό, καθώς αφαιρείται η φυσική αύξηση της δεκαετίας.

Φτάνοντας στο 1948, ο πληθυσμός υπολογίζεται στα 173.702.000 άτομα. Τώρα πρέπει να κάνουν το μαθηματικό βήμα μέσα από το έτος-σοκ του 1947:

  • Παίρνουν το 173.702.000 του 1948.
  • Αφαιρούν τις γεννήσεις του 1947 (5.118.000) και προσθέτουν πίσω τον τεράστιο αριθμό των νεκρών του λιμού (3.518.000).
  • Η συνολική φυσική αύξηση που αφαιρούν για το 1947 είναι πολύ μικρή, μόλις 1.600.000.
  • Πράξη: 173.702.000 – 1.600.000 = 172.102.000 άτομα (Πληθυσμός 1ης Ιανουαρίου 1947).

Φτάνοντας στην 1η Ιανουαρίου 1946, βρίσκονται πλέον ένα βήμα πριν από την ολοκλήρωση του σκοπού τους.

  • Παίρνουν τον πληθυσμό των αρχών του 1947 (172.102.000).
  • Αφαιρούν τις γεννήσεις του 1946 (4.886.000) και προσθέτουν τους θανάτους του (2.710.000). Η φυσική αύξηση είναι 2.181.000.
  • Εδώ υπάρχει και μια τεράστια αρνητική μετανάστευση -622.000 (που σημαίνει ότι έφυγαν άνθρωποι, άρα πηγαίνοντας προς τα πίσω πρέπει να τους προσθέσουν πίσω στον πληθυσμό του 1946).
  • Η συνολική καθαρή αύξηση του 1946 που πρέπει να αφαιρεθεί είναι 1.554.000.
  • Πράξη: 172.102.000 – 1.554.000 = 170.548.000 άτομα.

Έχοντας πλέον τεκμηριώσει επιστημονικά το μέγεθος του πληθυσμού (170.548.000 άτομα) την 1η Ιανουαρίου 1946, μπορούσαν επιτέλους να το αντιπαραβάλουν με τον προπολεμικό πληθυσμό του 1941 (196.716.000) και, μέσω της μεθόδου του δημογραφικού ισοζυγίου, να βρουν τον αριθμό των απωλειών του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου.

Στη δημογραφία, οι απόλυτοι αριθμοί (εκατομμύρια γεννήσεις και θάνατοι) από μόνοι τους δεν αποδεικνύουν την ορθότητα ενός μοντέλου, αν δεν μεταφραστούν σε δείκτες. Οι συγγραφείς έπρεπε να παρουσιάσουν τις εκτιμήσεις τους για τους βασικούς δείκτες αναπαραγωγής όπως αποτυπώνονται στον πίνακα 11 για να αποδείξουν στην επιστημονική κοινότητα ότι οι αναδρομικές αφαιρέσεις που έκαναν από το 1959 προς το 1946 (οι οποίες παρήγαγαν τον πίνακα 10) οδηγούσαν σε λογικά και ομαλά δημογραφικά ποσοστά, και όχι σε μαθηματικά παράδοξα ή παράλογες διακυμάνσεις.

Έχοντας ως βάση τον διορθωμένο πληθυσμό της απογραφής του 1959, οι ερευνητές έκαναν το πρώτο βήμα προς τα πίσω για να βρουν τους δείκτες του 1958. Για να βγάλουν τον Γενικό Δείκτη Γεννητικότητας, δεν μπορούσαν να βασιστούν απλώς στα ληξιαρχεία. Έλεγξαν τα καταγεγραμμένα 5.240.000 βρέφη του 1958, εφάρμοσαν ποσοστό υποκαταγραφής 2,4% και βρήκαν τις πραγματικές γεννήσεις (5.370.000). Διαιρώντας αυτόν τον αριθμό με τον πληθυσμό του έτους, εξήγαγαν τον πραγματικό Γενικό Δείκτη Γεννητικότητας (25,9‰) και τον Γενικό Δείκτη Φυσικής Αύξησης (17,9‰) του 1958. Παράλληλα, εξήγαγαν τον Συνολικό Δείκτη Γονιμότητας (2,916 παιδιά ανά γυναίκα) και τον Καθαρό Δείκτη Αναπαραγωγής (1,303).

Καθώς πήγαιναν προς τα πίσω, η ποιότητα των επίσημων στατιστικών κατέρρεε. Για να βρουν τους δείκτες των προηγούμενων ετών (π.χ. της περιόδου 1946-1950, όπου υπήρχε τεράστιο έλλειμμα καταγραφής), αναγκάστηκαν να «ανακρίνουν» το παρελθόν μέσα από το παρόν:

  • Για τη Γεννητικότητα: Πήραν τα παιδιά ηλικίας 0-12 ετών που βρέθηκαν ζωντανά στην απογραφή του 1959 (57.525.000) και, πηγαίνοντας προς τα πίσω (προσθέτοντας όσα παιδιά είχαν πεθάνει στο ενδιάμεσο), βρήκαν πόσα παιδιά έπρεπε να είχαν γεννηθεί σε κάθε ημερολογιακό έτος.
  • Για τη Γονιμότητα (TFR): Για να επιβεβαιώσουν τη γονιμότητα σε ατομικό επίπεδο, χρησιμοποίησαν ανεξάρτητα δεδομένα από μια δειγματοληπτική έρευνα του 1960. Ρωτώντας τις γυναίκες πόσα παιδιά είχαν κάνει στο παρελθόν, υπολόγισαν αναδρομικά τον Συνολικό Δείκτη Γονιμότητας κάθε έτους της δεκαετίας του ’50 και του ’40.

Ακολουθώντας αυτή τη μαθηματική κάθοδο στο παρελθόν, μπόρεσαν τελικά να φτάσουν στο 1946. Έχοντας υπολογίσει αναδρομικά τις πραγματικές γεννήσεις (αποδεικνύοντας ότι τα ληξιαρχεία του 1946 είχαν χάσει το 17% των γεννήσεων) και τους πραγματικούς θανάτους, μπόρεσαν επιτέλους να παράγουν τους τελικούς δείκτες του πίνακα 11 για τη χρονιά που τους ενδιέφερε.

Μέσω αυτής της αντίστροφης πορείας, ο πίνακας 11 οριστικοποίησε για το 1946 τα εξής μεγέθη, απολύτως καθαρισμένα από τα ληξιαρχικά λάθη της εποχής:

  • Γενικός Δείκτης Γεννητικότητας: 28,5‰.
  • Γενικός Δείκτης Θνησιμότητας: 15,8‰.
  • Γενικός Δείκτης Φυσικής Αύξησης: 12,7‰.
  • Συνολικός Δείκτης Γονιμότητας: 3,161 παιδιά ανά γυναίκα.
  • Καθαρός Δείκτης Αναπαραγωγής: 1,077.

Ουσιαστικά, διαβάζοντας τον πίνακα 11 αντίστροφα, κατανοούμε ότι οι δείκτες του 1946 δεν ήταν η «αφετηρία» του υπολογισμού (αφού κανείς δεν ήξερε την αλήθεια το 1946), αλλά το τελικό επιστημονικό πόρισμα που προέκυψε μόνο αφού οι ερευνητές ανέλυσαν διαδοχικά τη γονιμότητα και τη φυσική αύξηση προς τα πίσω, ξεκινώντας από το 1958.

Όπως ακριβώς ο πίνακας 11 εξήγησε την πορεία των γεννήσεων, ο πίνακας 12 (Εκτιμήσεις δεικτών θνησιμότητας) αποτελεί την απαραίτητη μαθηματική μήτρα που παρήγαγε τους απόλυτους αριθμούς των θανάτων και του πληθυσμού στον πίνακα 10. Χωρίς τον Πίνακα 12, ο Πίνακας 10 θα ήταν πρακτικά αδύνατο να υπολογιστεί.

Ακολουθώντας την αυστηρά αντίστροφη πορεία των ερευνητών (από το 1958 προς το 1946), η τεκμηρίωση λειτουργεί ως εξής:

1. Η αφετηρία της θνησιμότητας (1958): Ξεκινώντας από το 1958 (έχοντας ως βάση την απογραφή του 1959), οι ερευνητές έπρεπε να βρουν πόσοι πραγματικά πέθαναν εκείνη τη χρονιά για να τους «προσθέσουν πίσω» στον πληθυσμό. Επειδή υπήρχε υποκαταγραφή θανάτων ακόμα και το 1958, υπολόγισαν πρώτα τους πραγματικούς δείκτες: τεκμηρίωσαν ότι η βρεφική θνησιμότητα ήταν 55‰ και το προσδόκιμο ζωής 66,9 έτη. Εφαρμόζοντας αυτούς ακριβώς τους δείκτες (του πίνακα 12) στην ηλικιακή δομή του πληθυσμού, παρήγαγαν μαθηματικά τον απόλυτο αριθμό των 1.664.000 θανάτων (πίνακας 10), κάνοντας το πρώτο ασφαλές βήμα προς τα πίσω.

2. Ληξιαρχεία: Καθώς προχωρούσαν αναδρομικά στις αρχές της δεκαετίας του ’50, η ληξιαρχική καταγραφή κατέρρεε (φτάνοντας στο σημείο την περίοδο 1946-1950 να μην καταγράφεται το 48,2% των θανάτων ηλικίας 0-4 ετών). Για να βρουν πόσους νεκρούς έπρεπε να προσθέτουν κάθε χρονιά, ήταν αδύνατον να βασιστούν σε απόλυτα μεγέθη. Αντίθετα, χρησιμοποίησαν το μαθηματικό μοντέλο θνησιμότητας του Brass. Ο πίνακας 12 αποδεικνύει ότι οι ερευνητές υπολόγιζαν αναδρομικά την πιθανότητα θανάτου (το προσδόκιμο ζωής) για κάθε ημερολογιακό έτος. Αυτοί οι δείκτες τροφοδοτούσαν το μοντέλο, το οποίο με τη σειρά του μεταφραζόταν στα εκατομμύρια των νεκρών που βλέπουμε να αφαιρούνται αναδρομικά στον πίνακα 10.

3. Η μαθηματική απόδειξη του λιμού (1947): Φτάνοντας στο έτος-σοκ του 1947, ο πίνακας 12 λειτουργεί ως η απόλυτη τεκμηρίωση του γιατί ο πίνακας 10 εμφανίζει 3.518.000 νεκρούς, τη στιγμή που τα κρατικά ληξιαρχεία είχαν καταγράψει πολύ λιγότερους (μόλις 2.629.000). Η απόδειξη βρίσκεται στο ότι το αναδρομικό μοντέλο «διάβασε» τη μαζική απουσία παιδιών από την απογραφή του 1959 και την μετέφρασε στους δείκτες του πίνακα 12: αποκάλυψε την εκτόξευση της βρεφικής θνησιμότητας στο 190‰ και την κατακρήμνιση του προσδόκιμου ζωής στα 40,4 έτη. Μόνο εφαρμόζοντας αυτούς τους ακραίους δείκτες επιβίωσης μπορούσαν να δικαιολογήσουν μαθηματικά τον τεράστιο απόλυτο αριθμό των νεκρών του λιμού στον πίνακα 10.

4. Ο τερματισμός στο 1946: Φτάνοντας τελικά στην Πρωτοχρονιά του 1946, ο πίνακας 12 αποτυπώνει την αλήθεια για την κρίσιμη χρονιά. Μέσω της αντίστροφης πορείας, το προσδόκιμο ζωής υπολογίστηκε στα 46,1 έτη και η βρεφική θνησιμότητα στο 167‰. Αυτές οι συγκεκριμένες πιθανότητες θανάτου, πολλαπλασιαζόμενες με την ηλικιακή δομή της χρονιάς, παρήγαγαν τα 2.710.000 των πραγματικών θανάτων (πίνακας 10).

Συμπερασματικά83, διαβάζοντας αντίστροφα, ο πίνακας 12 δεν είναι απλώς μια παράθεση στατιστικών. Είναι το «πρόγραμμα λογισμικού» (οι ακριβείς πιθανότητες θανάτου ανά έτος) που εκτέλεσαν οι ερευνητές προς τα πίσω. Μέσω των δεικτών του πίνακα 12 μπόρεσαν να παρακάμψουν τις ελλείψεις των ληξιαρχείων, να βρουν τους αόρατους νεκρούς και να παράγουν τα απόλυτα εκατομμύρια που προσθαφαιρούνται στον πίνακα 10, προκειμένου να φτάσουν με ασφάλεια στα 170.548.000 άτομα των αρχών του 1946.

5. Συνολικές ανθρώπινες απώλειες κατά τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο

Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος αναφέρθηκε ότι το δημογραφικό ισοζύγιο βασίζεται στον εξής θεμελιώδη μαθηματικό τύπο:

Απώλειες = Μείωση Πληθυσμού + Συνολικές Γεννήσεις – Φυσιολογική Θνησιμότητα ± Εξωτερικοί Παράγοντες

Η μεταβλητή των «Εξωτερικών Παραγόντων» (εδαφικές μεταβολές και μεταναστευτικό ισοζύγιο), όπως είδαμε αδρανοποιήθηκε μαθηματικά, καθώς όλοι οι υπολογισμοί μεταφέρθηκαν εξ αρχής στα σταθερά μεταπολεμικά σύνορα του 1946, ενώ οι μετακινήσεις πολιτών που δεν επέστρεψαν στη χώρα ενσωματώθηκαν απευθείας στην τελική έννοια των ανθρώπινων απωλειών:

Απώλειες = Μείωση Πληθυσμού + Συνολικές Γεννήσεις – Φυσιολογική Θνησιμότητα

Κατόπιν ο θεμελιώδης μαθηματικός τύπος του δημογραφικού ισοζυγίου προσαρμόστηκε από τους ερευνητές με έναν εξαιρετικά ευφυή τρόπο, καθώς ο πληθυσμός διαιρέθηκε σε δύο διακριτές ηλικιακές ομάδες: σε όσους γεννήθηκαν πριν από τον πόλεμο και σε όσους γεννήθηκαν κατά τη διάρκειά του84. Η συλλογιστική πίσω από αυτή την απόφαση αποτέλεσε μια απόλυτη επιστημονική αναγκαιότητα, προκειμένου οι ερευνητές να μπορέσουν να διαχωρίσουν με αυστηρότητα τις πραγματικές «ανθρώπινες απώλειες» (δηλαδή τους φυσικούς θανάτους και όσους δεν επέστρεψαν) από τις ευρύτερες «δημογραφικές απώλειες», οι οποίες εμπεριείχαν και το τεράστιο έλλειμμα των παιδιών που δεν γεννήθηκαν ποτέ λόγω της κατακόρυφης πτώσης της γονιμότητας στα χρόνια του πολέμου. Εξαιτίας της κατάρρευσης του συστήματος των ληξιαρχείων, αν οι ερευνητές αντιμετώπιζαν τον πληθυσμό ως ένα ενιαίο σύνολο, η μαθηματική αφαίρεση θα σύγχεε τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους με τα παιδιά που απλώς δεν γεννήθηκαν. Διαχωρίζοντας τον πληθυσμό, μπόρεσαν αφενός να μετρήσουν το φυσικό έλλειμμα των προπολεμικών γενεών, μια ηλικιακή ομάδα στην οποία η πτώση των γεννήσεων δεν παίζει κανέναν μαθηματικό ρόλο, και αφετέρου να εφαρμόσουν μια εντελώς διαφορετική μέθοδο για τα παιδιά του πολέμου, εκτιμώντας πρώτα πόσα πράγματι γεννήθηκαν, ώστε στη συνέχεια να υπολογίσουν με ακρίβεια μόνο τους επιπλέον θανάτους αυτών των παιδιών.

Για την πρώτη ομάδα, δηλαδή τις προπολεμικές γενεές, η μεταβλητή των «Συνολικών Γεννήσεων» κατά τη διάρκεια της σύρραξης είναι εξ ορισμού μηδέν, αφού εξετάζονται μόνο άτομα που βρίσκονταν ήδη εν ζωή. Επομένως, ο μαθηματικός τύπος απλοποιείται στη μορφή:

Απώλειες = Μείωση Πληθυσμού + 0 – Φυσιολογική Θνησιμότητα

Ως βάση χρησιμοποιήθηκαν οι εκτιμήσεις του πληθυσμού την 1η Ιουλίου 1941, λίγες μέρες μετά από τη γερμανική εισβολή, ο οποίος προσδιορίστηκε αναδρομικά στα 196,7 εκατομμύρια άτομα85. Από αυτή την πληθυσμιακή βάση, οι άνθρωποι που επιβίωσαν και καταγράφηκαν στις αρχές του 1946 ανέρχονταν σε 159,5 εκατομμύρια, δημιουργώντας ένα αρχικό, μεικτό δημογραφικό έλλειμμα της τάξης των 37,2 εκατομμυρίων ατόμων86. Προκειμένου να απομονωθούν οι καθαρές ανθρώπινες απώλειες που προκλήθηκαν αποκλειστικά εξαιτίας του πολέμου, οι ερευνητές έπρεπε να αφαιρέσουν από αυτό το έλλειμμα την φυσιολογική θνησιμότητα. Χρησιμοποιώντας ως μέτρο σύγκρισης τους δείκτες θνησιμότητας του ειρηνικού έτους 1940, υπολογίστηκε ότι 11,9 εκατομμύρια άνθρωποι θα πέθαιναν ούτως ή άλλως υπό φυσιολογικές συνθήκες στο διάστημα αυτών των τεσσεράμισι ετών, διαμορφώνοντας έτσι το καθαρό πολεμικό ισοζύγιο για τους γεννηθέντες πριν από τον πόλεμο στα 25,3 εκατομμύρια ανθρώπινες απώλειες.

Στο δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά αποκλειστικά τα παιδιά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου (1941-1945), η λογική της εξίσωσης αναστρέφεται. Η μεταβλητή της αρχικής μείωσης, όπως αυτή εννοείται από έναν πληθυσμό αφετηρίας το 1941, δεν υφίσταται, καθώς πρόκειται για νέο πληθυσμό που εισέρχεται στο σύστημα μέσω της μεταβλητής των «Συνολικών Γεννήσεων». Ο τύπος μετατρέπεται ουσιαστικά σε σύγκριση των πραγματικών θανάτων αυτών των παιδιών με τους θανάτους που θα αναμένονταν υπό ειρηνικές συνθήκες.

Απώλειες = (0 – Τελικός Πληθυσμός) + Συνολικές Γεννήσεις – Φυσιολογική Θνησιμότητα

Αν αναδιατάξουμε τους όρους για να αποκτούν λογικό νόημα, παίρνουμε την εξής μορφή:

Απώλειες = (Συνολικές Γεννήσεις – Τελικός Πληθυσμός) – Φυσιολογική Θνησιμότητα

Η παρένθεση (Συνολικές Γεννήσεις – Τελικός Πληθυσμός) μας δίνει ακριβώς τους Πραγματικούς Θανάτους αυτών των παιδιών (δηλαδή πόσα γεννήθηκαν μείον πόσα βρέθηκαν ζωντανά το 1946). Επομένως, η εξίσωση μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής:

Απώλειες = Πραγματικοί Θάνατοι – Φυσιολογική Θνησιμότητα

Δεδομένης της έλλειψης ληξιαρχικών καταγραφών, οι ερευνητές αναγκάστηκαν να υπολογίσουν τις γεννήσεις αναδρομικά, διασταυρώνοντας τα δεδομένα των επιζώντων παιδιών του 1946 με τα αποτελέσματα μιας ειδικής έρευνας γονιμότητας87 που είχε διεξαχθεί το 1960. Η πρώτη έμμεση μέθοδος βασίστηκε στη δημογραφική προβολή. Οι ερευνητές μελέτησαν πρώτα τη γενεά των παιδιών που είχαν γεννηθεί λίγο πριν τον πόλεμο (1936–1940) και τα οποία κατά τη διάρκεια της σύρραξης βρίσκονταν στην ηλικία των 5-9 ετών. Συγκρίνοντας την επιβίωσή τους, βρήκαν ότι η θνησιμότητά τους αυξήθηκε δραματικά σε σχέση με το ειρηνικό έτος 1940 (κατά 60% για τα αγόρια και 48% για τα κορίτσια).

Με τη βοήθεια τυπικών πινάκων θνησιμότητας του ΟΗΕ, μετέφεραν αυτή την αυξημένη ένταση θνησιμότητας στα βρέφη που γεννήθηκαν μέσα στον πόλεμο (ηλικίες 0-4 ετών). Η μέθοδος αυτή υπολόγισε ότι γεννήθηκαν 16,49 εκατομμύρια παιδιά. Εφαρμόζοντας το μαθηματικό τύπο της υπερβάλλουσας θνησιμότητας (Πραγματικοί Θάνατοι – Φυσιολογική Θνησιμότητα), κατέληξαν ότι υπήρξαν 1,31 εκατομμύρια επιπλέον θάνατοι παιδιών από όσους θα αναμένονταν με τα ποσοστά του 1940.

Η δεύτερη άμεση μέθοδος, την οποία χαρακτηρίζουν «αυστηρότερη», βασίστηκε σε πραγματικά δεδομένα από την έρευνα γονιμότητας του 1960.

Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας μειώθηκε δραματικά, καταγράφοντας πτώση μεγαλύτερη του 50% κατά τη διάρκεια του πολέμου. Συγκεκριμένα, από 4.378,0 γεννήσεις (ανά 1.000 γυναίκες) το 1941, κατακρημνίστηκε στις 1.939,0 το 1944 και παρέμεινε στο εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο των 1.962,0 το 1945.

Η μεγαλύτερη κατάρρευση των γεννήσεων συντελέστηκε στα δύο πρώτα, κρίσιμα χρόνια του πολέμου. Από το 1941 έως το 1943, ο συνολικός δείκτης έπεσε βίαια από το 4.378,0 στο 2.000,5. Αυτό αντανακλά άμεσα τις ραγδαίες επιπτώσεις της γερμανικής εισβολής, την απότομη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης και τις μαζικές επιστρατεύσεις του ανδρικού πληθυσμού στο μέτωπο.

Το μεγαλύτερο βάρος της πτώσης εντοπίζεται στις ηλικιακές ομάδες των 20-24, 25-29 και 30-34 ετών, οι οποίες παραδοσιακά αποτελούν τον πυρήνα της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Ενδεικτικά, στις γυναίκες 25-29 ετών ο δείκτης έπεσε από 209,0 το 1941 στο 85,3 το 1943, ενώ στις γυναίκες 20-24 ετών υποχώρησε από 177,5 το 1941 στο 79,5 το 1945. Ανάλογη (αναλογικά) συρρίκνωση παρατηρείται σε όλες ανεξαιρέτως τις ηλικιακές κλίμακες του πίνακα.

Από μεθοδολογική άποψη, τα δεδομένα του πίνακα 13 υπερεκτιμούν την πραγματική γονιμότητα της περιόδου, εάν διαβαστούν και εφαρμοστούν χωρίς στατιστική διόρθωση. Αν οι ηλικιακοί δείκτες του πίνακα εφαρμόζονταν αυτούσιοι (όπως δηλαδή προέκυψαν από την έρευνα χωρίς καμία προσαρμογή), θα οδηγούσαν στο λανθασμένο υπολογισμό περίπου 17 εκατομμυρίων γεννήσεων στα 4,5 χρόνια του πολέμου. Επειδή τα στοιχεία προέκυψαν από την έρευνα του 1960, αποτυπώνουν μόνο τη γονιμότητα των γυναικών που κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι τότε, οι οποίες αντικειμενικά είχαν μια πιο «ευνοϊκή» πορεία επιβίωσης μέσα στη φρίκη του πολέμου (π.χ. ίσως δεν βρέθηκαν στις χειρότερες ζώνες κατοχής ή λιμού), άρα ίσως είχαν κάνει και περισσότερα παιδιά.

Για να εξαλείψουν αυτή την υπερεκτίμηση, συνέκριναν τα δεδομένα της έρευνας με δικούς τους αναδρομικούς υπολογισμούς για τα ειρηνικά χρόνια (1937–1940 και 1946–1949) και βρήκαν μια μικρή απόκλιση. Δημιούργησαν έτσι έναν διορθωτικό συντελεστή (0,974) τον οποίο εφάρμοσαν αναδρομικά στα χρόνια του πολέμου. Το νέο, διορθωμένο αποτέλεσμα ήταν 16,53 εκατομμύρια γεννήσεις και 1,28 εκατομμύρια υπερβάλλουσες παιδικές απώλειες88.

Οι АДХ χρησιμοποιώντας δύο εντελώς διαφορετικές μεθόδους (η μία μαθηματική/αναλογική και η άλλη βασισμένη σε στατιστικές συνεντεύξεων με διορθωτικό συντελεστή) καταλήγουν σχεδόν στο ίδιο μέγεθος: περίπου 16,5 εκατομμύρια γεννήσεις και περίπου 1,3 εκατομμύρια νεκρά παιδιά.

Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητες πηγές, όπως η μελέτη του διακεκριμένου Γάλλου δημογράφου J.-N. Biraben, ο οποίος με διαφορετικές παραδοχές, υπολόγισε τον αριθμό των γεννήσεων το 1941–1945 σε 16,25 εκατομμύρια.

Η απόλυτη αυτή σύγκλιση επέτρεψε στους ερευνητές να οριστικοποιήσουν με σιγουριά την υπερβάλλουσα θνησιμότητα των βρεφών της περιόδου στο στρογγυλοποιημένο 1,3 εκατομμύριο.

Βασιζόμενοι στη μεθοδολογία και τους υπολογισμούς των Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα, η τελική σύνθεση του δημογραφικού ισοζυγίου αποτυπώνεται μαθηματικά ως το άθροισμα των δύο επιμέρους εξισώσεων για τις δύο ηλικιακές ομάδες:

Συνολικές Απώλειες = Απώλειες (Γεν/ντων πριν τον πόλεμο) + Απώλειες (Γεν/ντων στον πόλεμο)

Αντικαθιστώντας τα επιμέρους σκέλη:

Συνολικές Απώλειες = (Μείωση Πληθυσμού – Φυσ. Θνησιμότητα) + (Πραγμ. Θάνατοι – Φυσ. Θνησιμότητα)

Εισάγοντας τα ακριβή αριθμητικά δεδομένα των ερευνητών (σε εκατομμύρια):

Συνολικές Απώλειες = [ (Πληθ. 1941 – Επιζώντες 1946) – Φυσ. Θνησιμότητα ] + [ Υπερ/σα Θνησιμότητα Παιδιών ]

Εφαρμόζοντας τους αριθμούς:

Συνολικές Ανθρώπινες Απώλειες = [(196,7 – 159,5) – 11,9] + [ 1,3 ]

Εκτελώντας τις πράξεις:

Συνολικές Ανθρώπινες Απώλειες = [ 37,2 – 11,9 ] + 1,3

Συνολικές Ανθρώπινες Απώλειες = 25,3 + 1,3

Συνολικές Ανθρώπινες Απώλειες = 26,6 εκατομμύρια.

Τα 25,3 εκατομμύρια καθαρών απωλειών των προπολεμικών γενεών αθροίστηκαν με το 1,3 εκατομμύριο των επιπλέον νεκρών παιδιών που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύρραξης, για να παραγάγουν τον τελικό, αριθμό των 26,6 εκατομμυρίων ανθρώπινων απωλειών της ΕΣΣΔ στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο.

Οι АДХ παραδέχονται ανοιχτά ότι: «Όπως προκύπτει από τη μέθοδο υπολογισμού, η εκτίμηση αυτή έχει προσεγγιστικό χαρακτήρα και μπορεί να διευκρινιστεί περαιτέρω στο πλαίσιο μελλοντικών ερευνών. Ωστόσο, βρίσκεται πολύ κοντά στα μεγέθη που έχουν προκύψει από άλλους συγγραφείς, οι οποίοι βασίστηκαν σε διαφορετικές παραδοχές, και είναι μάλλον απίθανο οι διορθώσεις της να είναι σημαντικές89.

Οι ερευνητές γνωρίζουν ότι το δημογραφικό ισοζύγιο χτίστηκε πάνω σε μια στατιστική «κινούμενη άμμο»: η απογραφή του 1937 είχε ακυρωθεί ως «ελαττωματική» από τον Στάλιν, η απογραφή του 1939 είχε υποστεί πολιτικές παρεμβάσεις για να διογκώσουν τα μεγέθη, και τα ληξιαρχεία είχαν καταρρεύσει. Επομένως, αναγνωρίζουν ότι ένας υπολογισμός που βασίζεται σε αναδρομικές διορθώσεις προπολεμικών απογραφών δεν μπορεί να έχει ακρίβεια μονοψήφιου αριθμού.

Για να αποδείξουν πόσο στιβαρό είναι το μοντέλο τους, δεν μένουν σε μία μόνο εκδοχή. Εφαρμόζουν αυτό που στα μαθηματικά και τη στατιστική λέγεται «έλεγχος ευαισθησίας»: μεταβάλλουν μια βασική μεταβλητή για να δουν πόσο θα αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, εξετάζουν τι θα συμβεί αν η αφετηρία τους (ο πληθυσμός της απογραφής του 1939, πριν τις εδαφικές προσαρτήσεις του Σεπτεμβρίου) ήταν ελαφρώς μικρότερη, επειδή π.χ. οι διορθώσεις στις υπερεκτιμήσεις της απογραφής έπρεπε να είναι πιο αυστηρές:

  • Κύριο σενάριο: Πληθυσμός 1939 στα 168,5 εκατομμύρια → Πληθυσμός 1941 στα 195,4 εκατομμύρια (196,7 στα μέσα του έτους) → Συνολικές απώλειες 26,6 εκατομμύρια.
  • Εναλλακτικό σενάριο: Πληθυσμός 1939 στα 167,9 εκατομμύρια → Πληθυσμός 1941 στα 194,8 εκατομμύρια → Καθαρές απώλειες προπολεμικών γενεών 24,74 εκατομμύρια → Συνολικές απώλειες 26,0 εκατομμύρια.

Αυτή η άσκηση δείχνει ότι, ακόμα και αν θεωρήσουμε τον προπολεμικό πληθυσμό μικρότερο, η τελική διαφορά στις απώλειες είναι μόλις 600.000 άτομα.

Το τελικό συμπέρασμα των ερευνητών («είναι μάλλον απίθανο οι διορθώσεις της να είναι σημαντικές») βασίζεται στο γεγονός ότι μια απόκλιση 600.000 θυμάτων, αν και τραγική ως απόλυτο μέγεθος ανθρώπων, αποτελεί ένα περιθώριο σφάλματος μόλις ~2,2% σε σχέση με το συνολικό μέγεθος των πάνω από 26 εκατομμυρίων. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι εντελώς διαφορετικές μέθοδοι από άλλους ανεξάρτητους ερευνητές (όπως οι υπολογισμοί του Γάλλου δημογράφου J.-N. Biraben) καταλήγουν σε πολύ παρόμοια μεγέθη, τους επιβεβαιώνει.

Με την προσέγγιση αυτή, οι Αντρέεφ, Ντάρσκι και Χάρκοβα αποκόβουν οριστικά το ζήτημα των ανθρώπινων απωλειών της ΕΣΣΔ από την πολιτική σκοπιμότητα. Ορίζοντας το στενό επιστημονικό εύρος μεταξύ 26,0 και 26,6 εκατομμυρίων (βασισμένο στις δύο εκδοχές της απογραφής του 1939), μετατρέπουν τον απολογισμό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από ένα πεδίο προπαγάνδας (όπου στο παρελθόν τα μεγέθη κυμαίνονταν αυθαίρετα από 7 έως 20 εκατομμύρια ανάλογα με τις διαθέσεις της ηγεσίας) σε ένα αυστηρά οριοθετημένο επιστημονικό δεδομένο.

6. Δομή των ανθρώπινων απωλειών στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο

Ο Πίνακας 14 αποτελεί ίσως το σημαντικότερο δημογραφικό «αποτύπωμα» της τραγωδίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για τη Σοβιετική Ένωση, καθώς κατανέμει τα 26,6 εκατομμύρια των ανθρώπινων απωλειών ανά ηλικία και φύλο.

Το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό του πίνακα είναι η συντριπτική δυσαναλογία των απωλειών μεταξύ των δύο φύλων. Από τα συνολικά θύματα, περισσότερο από το 76% ήταν άνδρες. Σε απόλυτους αριθμούς, χάθηκαν 20,05 εκατομμύρια άνδρες έναντι 6,56 εκατομμυρίων γυναικών. Αυτό το τεράστιο χάσμα αντανακλά κυρίως τις άμεσες στρατιωτικές απώλειες στο μέτωπο και προκάλεσε την τεράστια μετεπολεμική ανισορροπία των φύλων στη σοβιετική κοινωνία, η οποία αποτυπώθηκε δραματικά σε όλες τις μετέπειτα απογραφές.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι το βαρύτερο τίμημα του πολέμου το πλήρωσαν οι άνδρες που γεννήθηκαν μεταξύ 1901 και 1931 (δηλαδή όσοι ήταν περίπου 10 έως 40 ετών κατά την έναρξη του πολέμου). Όπως αναφέρουν ρητά, οι γενεές αυτές συγκεντρώνουν περισσότερο από το 55% των συνολικών ανθρώπινων απωλειών της χώρας90. Αρκεί να δούμε τον πίνακα για να διαπιστώσουμε ότι μόνο στις παραγωγικές/στρατεύσιμες ηλικίες 20-34 ετών, εξοντώθηκαν συνολικά σχεδόν 9 εκατομμύρια άνδρες (3,409 + 2,514 + 3,082 εκατομμύρια).

Αν εστιάσουμε στις μικρότερες ηλικιακές ομάδες (0-4 και 5-9 ετών), παρατηρούμε κάτι πολύ σημαντικό: οι απώλειες είναι σχεδόν απόλυτα ισομοιρασμένες ανάμεσα στα δύο φύλα. Στην ομάδα 0-4 ετών χάθηκαν 647 χιλιάδες αγόρια και 661 χιλιάδες κορίτσια (συνολικά ~1,3 εκατομμύριο), ενώ στην ομάδα 5-9 ετών 585 χιλιάδες αγόρια και 630 χιλιάδες κορίτσια (συνολικά ~1,2 εκατομμύριο). Αυτή η συμμετρία στα φύλα επιβεβαιώνει τη μεθοδολογία των ερευνητών ότι στις ηλικίες αυτές ο θάνατος επήλθε ως άμεση συνέπεια της έμμεσης ανθρωπιστικής κρίσης του πολέμου (υπερβάλλουσα βρεφική και παιδική θνησιμότητα).

Παρότι οι άνδρες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων, τα 6,56 εκατομμύρια νεκρών γυναικών  υπογραμμίζουν τη μοναδική αγριότητα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο. Σε αντίθεση με προηγούμενους πολέμους, η γραμμή του μετώπου σάρωσε τις κατοικημένες περιοχές. Οι γυναίκες αυτές πέθαναν από τους μαζικούς βομβαρδισμούς, από την πείνα (όπως στην πολιορκία του Λένινγκραντ), από εκτελέσεις και γενοκτονικές πρακτικές των Ναζί στις κατεχόμενες περιοχές, αλλά και από τις απάνθρωπες συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας, αποτελώντας ένα τεράστιο μέρος των «έμμεσων» απωλειών των 9-10 εκατομμυρίων που αναφέρουν οι ερευνητές91.

Ένα εξαιρετικά κρίσιμο συμπέρασμα που εξάγουν οι ερευνητές από την ηλικιακή κατανομή αυτού του πίνακα είναι η εκτίμηση για το πώς επήλθε ο θάνατος. Οι συγγραφείς υπολογίζουν ότι 9 έως 10 εκατομμύρια από τους νεκρούς του πολέμου χάθηκαν αποκλειστικά λόγω της γενικότερης επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης. Αναφέροντας ρητά τη Σιβηρία, επισημαίνουν ότι ο αρνητικός φυσικός πληθυσμιακός ρυθμός δεν χτύπησε μόνο τις κατεχόμενες από τους Ναζί περιοχές (όπως η Ουκρανία και η Λευκορωσία), αλλά απλώθηκε παντού. Αυτό αποδεικνύει ότι ολόκληρη η σοβιετική ενδοχώρα υπέστη ακραία αφαίμαξη πόρων, τροφίμων και ιατρικής περίθαλψης για να στηριχθεί το μέτωπο, οδηγώντας εκατομμύρια αμάχους στα βαθιά μετόπισθεν σε θάνατο από ασιτία, ασθένειες και εξάντληση.

Παραθέτοντας τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού (που δημοσιεύθηκαν υπό τον στρατηγό Κριβοσέεφ και είναι αντικείμενο μελέτης στο τρίτο μέρος του αφιερώματος), τα οποία κάνουν λόγο για 8.668.400 νεκρούς στρατιωτικούς, οι ερευνητές κάνουν μια έμμεση, αλλά αποκαλυπτική μαθηματική αφαίρεση. Αν από τα 26,6 εκατομμύρια αφαιρέσουμε τα περίπου 8,7 εκατομμύρια των ενόπλων δυνάμεων, προκύπτει ότι σχεδόν 18 εκατομμύρια θύματα ήταν άμαχοι (γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι). Ο πόλεμος στο Ανατολικό Μέτωπο δεν ήταν μια σύγκρουση στρατών, αλλά ένας πόλεμος ολοκληρωτικής εξόντωσης του πληθυσμού.

Συνεχίζεται

Σημειώσεις

  1. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1998, σ. 11
  2. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σ. 73
  3. Πάλι εκεί, σσ. 73 – 74
  4. Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό ας πάρουμε ενδεικτικά και στρογγυλά μεγέθη.
    Ας ορίσουμε τα δεδομένα. Στην 1η Ιανουαρίου 1941 ο πληθυσμός είναι 195,0 εκατομμύρια. Κατά το πρώτο, ειρηνικό εξάμηνο του 1941 υπάρχουν 3,0 εκατομμύρια γεννήσεις και 1,5 εκατομμύρια φυσιολογικοί θάνατοι, άρα η φυσική αύξηση είναι Π = 3,0 – 1,5 = 1,5 εκατομμύρια. Επομένως στις 22 Ιουνίου 1941 ο πληθυσμός είναι 195,0 + 1,5 = 196,5 εκατομμύρια. Για την πολεμική περίοδο (22 Ιουνίου 1941 έως το τέλος του πολέμου) έστω ότι ο τελικός πληθυσμός είναι 170,0 εκατομμύρια, οι γεννήσεις 9,0 εκατομμύρια, η φυσιολογική θνησιμότητα 16,0 εκατομμύρια, και οι εξωτερικοί παράγοντες +1,5 εκατομμύρια.
    Πρώτος υπολογισμός, με αφετηρία την 22α Ιουνίου 1941:
    Μείωση Πληθυσμού = 196,5 – 170,0 = 26,5 εκατομμύρια
    Απώλειες = 26,5 + 9,0 – 16,0 + 1,5 = 21,0 εκατομμύρια
    Δεύτερος υπολογισμός, με αφετηρία την 1η Ιανουαρίου 1941. Τώρα η φυσική αύξηση περιλαμβάνει και το ειρηνικό εξάμηνο, οπότε αλλάζουν τρεις όροι. Η βάση γίνεται 195,0 αντί 196,5, οι γεννήσεις γίνονται 3,0 + 9,0 = 12,0 εκατομμύρια, και η φυσιολογική θνησιμότητα γίνεται 1,5 + 16,0 = 17,5 εκατομμύρια. Οι εξωτερικοί παράγοντες μένουν +1,5, γιατί το προστιθέμενο εξάμηνο είναι ειρηνικό και δεν εισάγει πολεμικές μετακινήσεις.
    Μείωση Πληθυσμού = 195,0 – 170,0 = 25,0 εκατομμύρια
    Απώλειες = 25,0 + 12,0 – 17,5 + 1,5 = 21,0 εκατομμύρια
    Το αποτέλεσμα είναι ταυτόσημο, 21,0 εκατομμύρια και στις δύο περιπτώσεις. Με μια φράση, το ειρηνικό εξάμηνο δεν παράγει καμία πολεμική απώλεια, οπότε όταν μπαίνει μέσα στο πλαίσιο υπολογισμού πρέπει να συνεισφέρει μηδέν στο τελικό μέγεθος, και ο τύπος ακριβώς αυτό κάνει. Γι’ αυτό η επιλογή ανάμεσα στην 1η Ιανουαρίου και στην 22α Ιουνίου 1941 είναι ζήτημα λογιστικής οργάνωσης και όχι ουσίας, ενώ αν η αφετηρία έμπαινε μέσα στην πολεμική περίοδο, θα άφηνε απέξω πραγματικές απώλειες και το αποτέλεσμα θα άλλαζε.
  5. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σ. 74
  6. Рыбаковский Л. Л., 2020, σ. 126
  7. Πάλι εκεί, σ. 121
  8. Andreev E. M., Darsky L. E. and Kharkova T. L., 1994, σσ. 423-424
  9. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1998, σ. 11
  10. Википедия – Перепись населения СССР (1926)
  11. Πάλι εκεί
  12. Рыбаковский Л. Л., 2010, σ. 119
  13. Πάλι εκεί, σ. 124
  14. Πάλι εκεί
  15. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σ. 16–17
  16. Andreev E. M., Darsky L. E. and Kharkova T. L., 1994, σσ. 424-425
  17. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σσ. 20–22
  18. ВОЛКОВ А. Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  19. Жиромская В.Б, 2007, https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php#_FN_1
  20. ВОЛКОВ А. Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  21. Πάλι εκεί
  22. Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 15
  23. Википедия – Перепись населения СССР (1937))
  24. ВОЛКОВ А. Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  25. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  26. Википедия – Перепись населения СССР (1937)
  27. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  28. Πάλι εκεί
  29. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σ. 27
  30. Википедия – Перепись населения СССР (1937)
  31. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  32. Википедия – Перепись населения СССР (1937)
  33. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  34. ВОЛКОВ А. Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  35. Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 16
  36. ВОЛКОВ А. Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  37. Вишневский А., 2016, https://cyberleninka.ru/article/n/demograficheskie-posledstviya-velikoy-otechestvennoy-voyny
  38. ВОЛКОВ А. Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  39. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σ. 23
  40. Википедия – Перепись населения СССР (1937)
  41. Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012, σ. 16
  42. Андреев Е. М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993, σσ. 24–25
  43. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  44. Андреев Е. М., Дарский Л. E., Харькова T. Л. 1993, σ. 29
  45. Πάλι εκεί, σ. 30
  46. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  47. Вишневский А., 2016 https://cyberleninka.ru/article/n/demograficheskie-posledstviya-velikoy-otechestvennoy-voyny
  48. Tolts M., 2009, https://www.academia.edu/92384072/ και ВОЛКОВ А.Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  49. ВОЛКОВ А.Г., https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html
  50. Πάλι εκεί
  51. Андреев Е. М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993, σσ. 32–33
  52. Πάλι εκεί, σ. 33
  53. Πάλι εκεί
  54. Tolts M., 2009, https://www.academia.edu/92384072/The_Soviet_Censuses_of_1937_and_1939_Some_Problems_of_Data_Evaluation
  55. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  56. Tolts M., 2009, https://www.academia.edu/92384072/The_Soviet_Censuses_of_1937_and_1939_Some_Problems_of_Data_Evaluation
  57. Жиромская В.Б., https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php
  58. Πάλι εκεί
  59. Андреев Е. М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993, σ. 32
  60. Πάλι εκεί, σ. 33
  61. Πάλι εκεί, σσ. 50-51
  62. Πάλι εκεί, σ. 51
  63. Πάλι εκεί
  64. Πάλι εκεί, σ. 52
  65. Πάλι εκεί, σ. 53
  66. Πάλι εκεί
  67. Πάλι εκεί, σ. 54
  68. Πάλι εκεί, σ. 55
  69. Πάλι εκεί
  70. Πάλι εκεί
  71. Πάλι εκεί, σ. 56
  72. Πάλι εκεί σσ. 73-74
  73. Πάλι εκεί, σ. 74
  74. Πάλι εκεί, σ. 79
  75. Андреев Е. М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1998, σ. 42
  76. Википедия – Перепись населения СССР (1959)
  77. Πάλι εκεί
  78. ИТОГИ ВСЕСОЮЗНОЙ ПЕРЕПИСИ НАСЕЛЕНИЯ 1959 ГОДА СССР (СВОДНЫЙ ТОМ). М.: ГОССТАТИЗДАТ, ЦСУ СССР, σσ. 6–7
  79. Андреев Е. М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993, σσ. 61–62
  80. Πάλι εκεί σσ. 62 – 64
  81. Πάλι εκεί, σ. 64
  82. Πάλι εκεί, σσ. 65 – 66
  83. Πάλι εκεί, σσ. 70 – 72
  84. Πάλι εκεί, σσ. 74-75
  85. Πάλι εκεί, σ. 74
  86. Πάλι εκεί σ. 75
  87. Πάλι εκεί, σσ. 75–76
  88. Πάλι εκεί, σ. 76
  89. Πάλι εκεί σ. 77
  90. Πάλι εκεί, σ. 78
  91. Πάλι εκεί

Βιβλιογραφία

Андреев Е.М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1993. Население Советского Союза: 1922-1991. Москва: „НАУКА“. https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/naselenie/naselenie_1922-1991.pdf

Andreev E. M., Darsky L. E. and Kharkova T. L., 1994. Population Dynamics: Consequences of Regular and Irregular Changes (Chapter 23). Στο: DEMOGRAPHIC. TRENDS AND PATTERNS. IN THE SOVIET UNION. BEFORE 1991. Edited by. Wolfgang Lutz, Sergei Scherbov and Andrei Volkov. London and New York: International Institute for Applied Systems Analysis

Андреев Е. М., Дарский Л.E., Харькова T.Л. 1998. Демографическая история России: 1927–1959. М: «Информатика», https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/andr_dars_khar/Demographic%20history%20of%20Russia%201927-1959.pdf

Богоявленский Д., 2012. Как утаивали величину военных потерь. http://demoscope.ru/weekly/2012/0513/arxiv01.php

Богоявленский Д., 2013. Еще раз о потерях в Великой отечественной войне: историкам о демографии. https://www.demoscope.ru/weekly/2013/0559/analit03.php

Валентей Д. И. (гл. ред.), 1985. Демографический энциклопедический словарь. Москва: Большая Советская Энциклопедия

Вишневский А., 2016. Демографические последствия Великой отечественной войны. НАЦИОНАЛЬНЫЙ ИССЛЕДОВАТЕЛЬСКИЙ УНИВЕРСИТЕТ «ВЫСШАЯ ШКОЛА ЭКОНОМИКИ» (РОССИЯ) https://cyberleninka.ru/article/n/demograficheskie-posledstviya-velikoy-otechestvennoy-voyny

Вишневский А., 2025 Демография — наука о свободе, https://novayagazeta.ru/articles/2025/04/02/demografiia-nauka-o-svobode

ВОЛКОВ А.Г. Перепись населения 1937 года: вымыслы и правда. Электронная версия бюллетеня Население и общество Центр демографии и экологии человека Института народнохозяйственного прогнозирования РАН, https://www.demoscope.ru/weekly/knigi/polka/gold_fund08.html

 Земсков В. Н. 2017. Людские потери СССР в 1941—1945 гг. (к вопросу о степени достоверности имеющихся подсчётов) // Труды Института российской истории РАН / Отв. ред. Ю. А. Петров. — М.: ИРИ РАН

Галкин С. С., (пред. ред. кол.), 2025. Великая Отечественная война. Юбилейный статистический сборник «Цифры Победы». М.: Стат. сб./Росстат https://finlibrary.ru/files/original/2e4966bb899337aa4fdeb38a893e563395002c34.pdf

Земсков В. Н. 2012. О масштабах людских потерь СССР в Великой Отечественной войне, https://www.politpros.com/journal/read/?ID=1571

Жиромская В.Б., 2007. Динамика численности населения России в 30-е годы. https://www.demoscope.ru/weekly/2007/0313/analit07.php

Кривошеев Г. Ф. и др., 1993. Гриф секретности снят. Потери Вооружённых сил СССР в войнах, боевых действиях и военных конфликтах. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. — М.: Воениздат

Кривошеев Г. Ф. и др., 2001. Россия и СССР в войнах XX века. Потери вооружённых сил: Статистическое исследование. Под общ. ред. канд. воен. наук, проф. АВН ген.-полк. Г. Ф. Кривошеева. — М.: Олма-Пресс

Кропачев С. А., Кринко Е. Ф., 2012. Людские потери СССР в период второй мировой войны: масштабы и формы. Отечественная историография. Москва.: Российская политическая энциклопедия (РОССПЭН).

Малков П. В. (председатель редакционной коллегии). Великая Отечественная война. Юбилейный статистический сборник: Стат. сб./Росстат. — М., 2020.

Михалев С. Н., 2000. Людские потери в Великой Отечественной войне 1941-45г. Статистическое исследование. 2-е изд. Красноярск: РИО-КПГУ

Рыбаковский Л. Л., 2010. Людские потери СССР и России в Великой Отечественной войне / Гос. учреждение Российской акад. наук, Ин-т социально-политических исследований РАН. — 2-е, испр. и доп. – М.: Экон-Информ, https://militera.lib.ru/research/0/pdf/rybakovsky_ll01.pdf

Рыбаковский Л. Л. 2001. Великая отечественная: людские потери России. Социс. № 6., https://www.gumer.info/bibliotek_Buks/History/Article/_Rubak_VelOtech.php

Рыбаковский Л. Л., 2011. Людские потери СССР и России. К 70-летию начала ВОВ. НАРОДОНАСЕЛЕНИЕ №1-2011

Рыбаковский Л. Л. (ред.), 1988. Население СССР за 70 лет.. М.

Рыбаковский Л. Л., 2020. Великая Отечественная. Особенности. Людские потери. Факторы победы. М.: Изд-во «Экон-Информ»

Tolts M., 2009. THE SOVIET CENSUSES OF 1937 AND 1939: SOME PROBLEMS OF DATA EVALUATION, https://www.academia.edu/92384072/The_Soviet_Censuses_of_1937_and_1939_Some_Problems_of_Data_Evaluation

Тюшкевич С. А. (гл. ред.), 1982. Итоги и уроки второй мировой войны. Том 12. История второй мировой войны 1939–1945 гг. (в 12 томах). Гречко А. А. (председатель гл. ред. ком.). М.: Воениздат, https://militera.lib.ru/h/12/index.html

ИТОГИ ВСЕСОЮЗНОЙ ПЕРЕПИСИ НАСЕЛЕНИЯ 1959 ГОДА CCCР (СВОДНЫЙ ТОМ). М.: ГОССТАТИЗДАТ, ЦСУ СССР. https://static.statmuseum.ru/results/1959/itogi-vsesoyuznoy-perepisi-naseleniya-1959-goda-sssr-svodnyy-tom.pdf

Άδεια Creative Commons
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Uncategorized. Αποθήκευσε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Σχολιάστε