Το Γερμανικό Πρόγραμμα Ουρανίου («Λέσχη Ουρανίου»)
Το γερμανικό κρατικό πρόγραμμα έρευνας και τεχνικής αξιοποίησης της πυρηνικής σχάσης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ονομάστηκε ανεπίσημα «Λέσχη Ουρανίου» («Uranverein»).1 Η ιστορική της συγκρότηση πραγματοποιήθηκε σε δύο διακριτές φάσεις, αντανακλώντας τις μεταβολές στην πολιτική και στρατιωτική κηδεμονία επί της γερμανικής επιστημονικής κοινότητας.
Η πρώτη φάση, γνωστή ως πρώτη Λέσχη Ουρανίου, διαμορφώθηκε τον Απρίλιο του 1939, λίγους μήνες αφότου οι Γερμανοί ραδιοχημικοί Όττο Χαν και Φριτς Στράσμαν είχαν ανακαλύψει, κατά λάθος, τη σχάση και οι Λιζ Μάιτνερ, συνεργάτης του Χαν και κορυφαία πυρηνική φυσικός, μαζί με τον ανιψιό της Όττο Φρις, επίσης φυσικό, την επιβεβαίωσαν και την ερμήνευσαν θεωρητικά.

Στο Ινστιτούτο Φυσικής στο Γκέτινγκεν ο έκτακτος καθηγητής Φυσικής Βίλχελμ Χάνλε (Wilhelm Hanle, 1901 – 1993) έδωσε μια διάλεξη σχετικά με τη σχάση του ουρανίου σε μια «μηχανή ουρανίου» (δηλαδή σε ένα πυρηνικό αντιδραστήρα) για την παραγωγή ενέργειας. Τη διάλεξη παρακολούθησε και ο Διευθυντής του Ινστιτούτου, τακτικός καθηγητής Πειραματικής Φυσικής Γκέοργκ Γιόος (Georg Joos, 1894 – 1959).2 Ο Χάνλε ενώ περίμενε ότι ο προϊστάμενός του θα ενέκρινε την ομιλία, εκείνος άρχισε να του φωνάζει: «Πώς μπόρεσες να το κάνεις; Αυτό έχει τεράστια σημασία. Αυτό δεν είναι απλώς μια επιστημονική ιδέα. Δίνει στη χώρα που θα τα καταφέρει να το πραγματοποιήσει ένα τεράστιο τεχνικό προβάδισμα. Δεν μπορείς να φέρεις κάτι τέτοιο στο φως της δημοσιότητας σε ένα συνέδριο».3 Παρόλα αυτά, μέχρι τότε δεν υπήρχε καμία μυστικότητα. Ο Χαν και ο Στράσμαν δημοσίευσαν ξεχωριστά τα πειραματικά ευρήματά τους στο τεύχος της 6ης Ιανουαρίου 1939 του περιοδικού Die Naturwissenschaften, και η Μάιτνερ με τον Φρις την ερμηνεία τους στο τεύχος της 11ης Φεβρουαρίου 1939, του περιοδικού Nature.4 Στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη ο Ενρίκο Φέρμι διεξήγαγε το πρώτο πείραμα πυρηνικής σχάσης στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 25 Ιανουαρίου 1939. Με αξιοσημείωτη ταχύτητα, οι θεωρητικοί φυσικοί ανέπτυξαν ένα πληρέστερο μοντέλο της σχάσης. Στις 5 Φεβρουαρίου ο Νιλς Μπορ συνειδητοποίησε ότι το ουράνιο-235 και το ουράνιο-238 συμπεριφέρονται διαφορετικά στη σχάση: το ουράνιο-238 μπορεί να διασπαστεί από ταχέα νετρόνια αλλά όχι από βραδέα, ενώ για τη σχάση με βραδέα νετρόνια που παρατηρείται στο ουράνιο ευθύνεται το ουράνιο-235. Στις 22 Απριλίου 1939, στη Γαλλία, ο Φρεντερίκ Ζολιό-Κιουρί και η ομάδα του δημοσίευσαν στο Nature τα αποτελέσματα των πειραμάτων τα οποία έδειχναν ότι η σχάση του ουρανίου ελευθερώνει κατά μέσο όρο δύο με τρία νετρόνια ανά πυρήνα που διασπάται.
Ο Γιόος είχε αντιληφθεί ότι η αλυσιδωτή αντίδραση άλλαζε πλήρως τις προοπτικές για την απελευθέρωση της ενέργειας που ήταν αποθηκευμένη στον πυρήνα. Χωρίς να χάνουν χρόνο, στις 22 Απριλίου 1939 ο Γιόος και ο Χάνλε έστειλαν μια επιστολή στον Βίλχελμ Ντάμες (Wilhelm Dames), αρμόδιο τμηματάρχη στο υπουργείο Παιδείας του Ράιχ (Reichserziehungsministerium, REM), στην οποία εξηγούσαν τις πιθανές πολεμικές και οικονομικές εφαρμογές της πυρηνικής σχάσης.5 Την υπόθεση ανέλαβε το Συμβούλιο Ερευνών του Ράιχ (Reichsforschungsrat – RFR), το οποίο είχε οργανωθεί το 1937 για να εποπτεύει και να συγκεντρώνει υπό ενιαίο έλεγχο όλη την επιστημονική έρευνα που διεξαγόταν στη Γερμανία, υπό την εποπτεία του υπουργείου Παιδείας.6

Ο Άμπραχαμ Έζαου (Abraham Esau, 1884–1955), επικεφαλής του τμήματος Φυσικής στο RFR, συγκάλεσε μια πρώτη διερευνητική σύσκεψη στο Βερολίνο στις 29 Απριλίου 1939.7 Σε αυτή συμμετείχαν ο Χανς Γκάιγκερ (Hans Geiger, 1882–1945), καθηγητής στο Technische Hochschule του Βερολίνου, ο Ρόμπερτ Ντέπελ (Robert Döpel, 1895–1982), καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ και μετέπειτα συνεργάτης του Heisenberg στη Λειψία, και ο Γκέρχαρντ Χόφμαν (Gerhard Hoffmann, 1880–1945), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας. Πρόσκληση είχαν λάβει επίσης ο Βάλτερ Μπότε (Walther Bothe, 1891–1957), διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής στο Ινστιτούτο Ιατρικών Ερευνών Κάιζερ Βίλχελμ της Χαϊδελβέργης, ο Όττο Χαν και ο Ολλανδός διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής Κάιζερ Βίλχελμ στο Βερολίνο Πίτερ Ντεμπάι (Peter Debye, 1884–1966), αλλά δεν παρευρέθηκαν. Ο Μπότε έστειλε τον νεαρό φυσικό Βόλφγκανγκ Γκέντνερ (Wolfgang Gentner, 1906–1980) να τον εκπροσωπήσει, ενώ τον Χαν τον εκπροσώπησαν οι Γιόος και ο Χάνλε. Στην σύσκεψη από την πλευρά του REM συμμετείχε ο Βίλχελμ Ντάμες.8
Στη συνάντηση αυτή αποφασίστηκε η ίδρυση της «Ομάδας Εργασίας για την Πυρηνική Φυσική», η οποία έμεινε γνωστή ως η πρώτη «Λέσχη Ουρανίου». Τους επόμενους μήνες ο Έζαου φρόντισε για τον εργαστηριακό εξοπλισμό, εξασφάλισε τις πρώτες προμήθειες ουρανίου και πέτυχε την απαγόρευση των εξαγωγών ενώσεων ουρανίου από τη Γερμανία.9

Παράλληλα και εντελώς ανεξάρτητα, από τους Γιόος και Χάνλε, δύο άλλη συνάδελφοί τους ο Αυστριακός διευθυντής του Τμήματος Φυσικοχημείας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και σύμβουλος της Διεύθυνσης (Υπηρεσίας) Εξοπλισμών του Στρατού Ξηράς (Heereswaffenamt – HWA) Πάουλ Χάρτεκ (Paul Harteck 1902–1985), και ο βοηθός του Βίλχελμ Γκροτ (Wilhelm Groth 1904 –1977) έστειλαν στις 24 Απριλίου 1939 επιστολή στον επικεφαλής του τμήματος ερευνών της HWA, Έριχ Σούμαν (Erich Schumann, 1898–1985). Στην επιστολή υπογράμμιζαν ότι η πυρηνική σχάση καθιστούσε εφικτή τη δημιουργία εκρηκτικών πολύ ισχυρότερων από τα συμβατικά και τόνιζαν ότι: «η χώρα που θα την αξιοποιούσε πρώτη θα αποκτούσε ανυπέρβλητο στρατιωτικό πλεονέκτημα έναντι των άλλων.».10

Από το 1922, ο Σούμαν εργαζόταν ως φυσικός στο υπουργείο Άμυνας του Ράιχ (Reichswehrministerium, RWM), το οποίο μετονομάστηκε σε υπουργείο Πολέμου του Ράιχ (Reichskriegsministerium, RKM) το 1935. Από το 1929, ήταν επικεφαλής του Κεντρικού Γραφείου Επιστημών του RWM και από το 1932 υπουργικός σύμβουλος στο ίδιο υπουργείο.
Το 1929, όταν ολοκλήρωσε την υφηγεσία του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, διορίστηκε υφηγητής συστηματικής μουσικολογίας (ακουστικής). Το 1931 έγινε εκεί έκτακτος καθηγητής πειραματικής και θεωρητικής φυσικής και το 1933 τακτικός καθηγητής εφαρμοσμένης φυσικής και συστηματικής μουσικολογίας. Δίδασκε μαθήματα ακουστικής και εκρηκτικών υλών, που ήταν και τα ερευνητικά του πεδία.
Το 1933, τη χρονιά που ο Αδόλφος Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία, ο Σούμαν έγινε μέλος του Ναζιστικού Κόμματος. Υπήρξε επιβλέπων της διδακτορικής διατριβής του Βέρνερ φον Μπράουν (Wernher von Braun), ο οποίος αναγορεύθηκε διδάκτορας το 1934.
Από το 1933, ο Σούμαν διηύθυνε το νεοσύστατο Β΄ Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, στο οποίο η Ανώτατη Διοίκηση του Στρατού Ξηράς (Oberkommando des Heeres, OKH) ανέθετε ερευνητικά προγράμματα που χρηματοδοτούσε η ίδια. Παράλληλα, από το 1934 ήταν επικεφαλής του τμήματος ερευνών της HWA και υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Επιστημών του RKM και κατόπιν, από το 1938, στην αντίστοιχη διεύθυνση της Ανώτατης Διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων (Oberkommando der Wehrmacht, OKW). Επιπλέον, το φθινόπωρο του 1938, διορίστηκε τακτικός καθηγητής βαλλιστικής και στρατιωτικής τεχνολογίας στην Ανώτατη Τεχνική Σχολή του Βερολίνου (Technische Hochschule Berlin, σημερινό Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου).11
Ο Σούμαν, αξιωματικός του στρατού και τακτικός καθηγητής στον ακαδημαϊκό χώρο, πρόβαλε επιδέξια την εξουσία του ως υπεύθυνος χάραξης επιστημονικής πολιτικής για τη Γερμανία. Τον Αύγουστο του 1939, λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σούμαν, πληροφορήθηκε ότι το RFR, υπό την εποπτεία του Άμπραχαμ Έζαου, είχε ήδη συγκροτήσει μια πρώτη ομάδα εργασίας φυσικών για τη μελέτη της πυρηνικής σχάσης. Αντέδρασε αμέσως και χρησιμοποίησε τη θεσμική και στρατιωτική ισχύ της HWA για να υπαγάγει το σύνολο της πυρηνικής έρευνας στον έλεγχο του στρατού, εκτοπίζοντας το υπουργείο Παιδείας.12 Η HWA διέταξε τον Έζαου και το RFR να σταματήσουν κάθε δική τους εργασία πάνω στη σχάση. Όταν ο Έζαου διαμαρτυρήθηκε, του απάντησαν ότι ο στρατός ασχολούνταν με το ζήτημα «εδώ και χρόνια», μολονότι η ανακάλυψη μετρούσε μόλις λίγους μήνες, και ότι έπρεπε να αποφευχθεί κάθε σπατάλη πόρων και επικάλυψη προσπαθειών. Συνειδητοποιώντας το μάταιο της περαιτέρω αντίστασης απέναντι στις στρατιωτικές διαταγές, ο Έζαου υποχρεώθηκε σε πλήρη υποχώρηση, με αποτέλεσμα την ουσιαστική διάλυση της πρώτης ακαδημαϊκής Uranverein.13
Περίπου δέκα ημέρες πριν από την εισβολή στην Πολωνία, η HWA κατέλαβε τη διαχείριση του προγράμματος, επιτάσσοντας τον εξοπλισμό, κατάσχοντας τα υλικά και επιστρατεύοντας τους βασικούς ερευνητές του Γκέτινγκεν στις τάξεις των ενόπλων δυνάμεων.14 Στη συνέχεια, ο Σούμαν ανέθεσε στον φυσικό Κουρτ Ντίμπνερ (Kurt Diebner, 1905–1964), τη συγκρότηση της δεύτερης, στρατιωτικοποιημένης πλέον Uranverein, η οποία ανέλαβε τον κεντρικό συντονισμό του προγράμματος υπό την άμεση κηδεμονία του στρατού.15

Ο Ντίμπνερ γεννήθηκε το 1905 στην κεντρική Γερμανία. Σπούδασε φυσική στο Πανεπιστήμιο του Χάλε, όπου και αναγορεύθηκε διδάκτορας το 1932. Τα επόμενα τρία χρόνια εργάστηκε ως βοηθός του πυρηνικού φυσικού Γκέρχαρντ Χόφμαν και στη συνέχεια προσλήφθηκε ως ερευνητής στο Φυσικοτεχνικό Ίδρυμα του Ράιχ (Physikalisch-Technische Reichsanstalt, PTR). Από τη θέση αυτή πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως σύμβουλος στο υπουργείο Άμυνας του Ράιχ και στην HWA.16
Ο Ντίμπνερ συγκάλεσε την πρώτη συνεδρίαση της δεύτερης Λέσχης στις 16 Σεπτεμβρίου 1939.17 Σε αυτήν πήραν μέρος οι Έριχ Μπάγκε, Χανς Γκάιγκερ, Όττο Χαν, Πάουλ Χάρτεκ, Γκέρχαρντ Χόφμαν, και Γκέοργκ Στέτερ (Georg Stetter, 1895–1988). Ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, αν και είχε προταθεί, αποκλείστηκε από τον Ντίμπνερ ως θεωρητικός.18
Ο σκοπός της μυστικής συνάντησης, όπως θυμήθηκε αργότερα ο Μπάγκε, ήταν: «να κάνουν όλες τις προετοιμασίες για να μπορέσουν να απαντήσουν πέραν πάσης αμφιβολίας στο ερώτημα εάν η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας ήταν εφικτή. Θα ήταν σίγουρα πολύ ωραίο αν ήταν δυνατή η απόκτηση μιας νέας πηγής ενέργειας, η οποία πιθανότατα θα είχε και στρατιωτική σημασία. Μια αρνητική απάντηση θα ήταν εξίσου σημαντική, αφού θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι ότι ούτε ο εχθρός θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει.».19
Ο Όττο Χαν ήταν της άποψης ότι η απόκτηση του ισοτόπου του ουρανίου U-235, που είναι κατάλληλο για σχάση, θα απαιτούσε ανυπολόγιστη προσπάθεια. Διατυπώθηκαν επίσης ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα απόκτησης επαρκών ποσοτήτων ορισμένων ουσιών, για το διαθέσιμο προσωπικό και για τα κενά στη γνώση των ατομικών πυρήνων.20
Ο Έριχ Μπάγκε, που είχε εκπονήσει το διδακτορικό του στη Λειψία υπό τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, πρότεινε να κληθεί στην επόμενη συνεδρίαση και ο δάσκαλός του, ώστε να αναλάβει τη θεωρητική επεξεργασία της αλυσιδωτής αντίδρασης στο ουράνιο. Η πρόταση δεν βρήκε σύμφωνους όλους τους παρόντες. Ως το τέλος της συνάντησης, πάντως, ο Μπάγκε είχε πείσει τον Κουρτ Ντίμπνερ ότι η παρουσία του κορυφαίου θεωρητικού ήταν απαραίτητη.21
Δέκα ημέρες αργότερα, στις 26 Σεπτεμβρίου, η Λέσχη Ουρανίου συνεδρίασε για δεύτερη φορά στο Βερολίνο, αυτή τη φορά με τη συμμετοχή του Χάιζενμπεργκ.22 Είχαν πλέον προσκληθεί και ο Καρλ Φρίντριχ φον Βάιτσεκερ, θεωρητικός φυσικός πρώτης γραμμής και προστατευόμενός του Χάιζενμπεργκ, ο Βάλτερ Μπότε, ο σημαντικότερος πειραματικός πυρηνικός φυσικός που είχε απομείνει στη Γερμανία23, ο Ζίγκφριντ Φλούγκε (Siegfried Flügge, 1912–1997), ο Κλάους Κλούζιους (Klaus Clusius, 1903–1963) και ο Γιόζεφ Μάταουχ (Josef Mattauch, 1895–1976).

Ο τόπος της συνάντησης ήταν τα γραφεία της HWA στη Χάρντενμπεργκστράσε (Hardenbergstraße), ακριβώς απέναντι από την Ανώτατη Τεχνική Σχολή του Βερολίνου.
Οι παρόντες εξέτασαν τα τεχνικά ζητήματα που είχαν μπροστά τους. Το πρώτο αφορούσε τους δύο δρόμους που ξεκινούσαν από την ίδια φυσική διεργασία: την ανάπτυξη ενός όπλου τεράστιας καταστροφικής ισχύος και την κατασκευή μιας μηχανής παραγωγής ενέργειας. Και στις δύο περιπτώσεις το κρίσιμο ζήτημα ήταν ο εμπλουτισμός του ουρανίου στο ισότοπο U-235. Όσο υψηλότερος ο εμπλουτισμός, τόσο μικρότερη μπορούσε να γίνει η «μηχανή ουρανίου».24
Το φυσικό ουράνιο αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από δύο ισότοπα. Το U-238, με 92 πρωτόνια και 146 νετρόνια, αντιστοιχεί στο 99,3% περίπου. Το U-235, με 92 πρωτόνια και 143 νετρόνια, μόλις στο 0,7%. Υπάρχει και ένα τρίτο ισότοπο, το U-234, αλλά μόνο σε ίχνη. Η διαφορά των τριών νετρονίων έχει τεράστια σημασία. Το U-235 είναι σχάσιμο: διασπάται όταν απορροφήσει ένα νετρόνιο, ακόμη και βραδύ. Το U-238 δεν είναι. Ένα βραδύ νετρόνιο δεν μπορεί να το διασπάσει, και η σχάση του απαιτεί νετρόνια πολύ υψηλής ενέργειας, με ταχύτητα πάνω από 15.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο περίπου. Στις περισσότερες περιπτώσεις το U-238 απλώς απορροφά το νετρόνιο και διακόπτει την αλυσίδα.25 Όποιος θέλει να κατασκευάσει βόμβα χρειάζεται επομένως όσο γίνεται περισσότερο U-235 και όσο γίνεται λιγότερο U-238.
Ο εμπλουτισμός, δηλαδή η αύξηση της περιεκτικότητας σε U-235, ήταν εξαιρετικά δύσκολος. Τα ισότοπα έχουν τις ίδιες χημικές ιδιότητες, οπότε ο χημικός διαχωρισμός αποκλείεται. Η μόνη λύση ήταν να αξιοποιηθούν οι μικρές διαφορές στις φυσικές τους ιδιότητες, κάτι που απαιτούσε τεχνολογία την οποία τότε δεν διέθετε κανείς.26
Η απορρόφηση ενός νετρονίου από το U-238 δεν είναι όμως μόνο απώλεια. Ο πυρήνας που προκύπτει εκπέμπει διαδοχικά δύο σωματίδια β και μετατρέπεται σε πυρήνα με 94 πρωτόνια και 145 νετρόνια. Αυτός είναι το πλουτώνιο-239, που είναι επίσης σχάσιμο. Σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα συμβαίνουν λοιπόν δύο πράγματα ταυτόχρονα: η σχάση του U-235 και η μετατροπή του μη σχάσιμου U-238 σε σχάσιμο Pu-239.27 Τον Σεπτέμβριο του 1939 κανείς στη σύσκεψη δεν το γνώριζε αυτό. Το στοιχείο 94 δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί, και η ιδέα ότι ο αντιδραστήρας μπορεί να παράγει νέο εκρηκτικό υλικό διατυπώθηκε στη Γερμανία τον επόμενο χρόνο, από τον Βάιτσεκερ.28

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο επιβραδυντής. Από τις εργασίες του Φέρμι ήταν γνωστή η διάκριση ανάμεσα σε ταχέα και βραδέα νετρόνια. Αφού το U-235 διασπάται εύκολα από «θερμικά» νετρόνια, δηλαδή νετρόνια πολύ χαμηλής ταχύτητας, ο σωστός επιβραδυντής θα μείωνε την ταχύτητα των νετρονίων, ώστε να αποφεύγουν τη σύλληψη από το U-238 και να προκαλούν νέες σχάσεις στο U-235. Το ζητούμενο ήταν ένα υλικό με ελαφρά άτομα, που να επιβραδύνει τα νετρόνια χωρίς να τα απορροφά.29
Ο Πάουλ Χάρτεκ, ο φυσικοχημικός από το Αμβούργο που τον προηγούμενο Απρίλιο είχε απευθυνθεί γραπτώς στο υπουργείο Πολέμου, ήρθε στη συνεδρίαση προετοιμασμένος. Στο μεταξύ είχε συντάξει μελέτη για τη σημασία της διάταξης ουρανίου και επιβραδυντή σε εναλλασσόμενα στρώματα, ώστε να περιορίζεται η απορρόφηση νετρονίων από το U-238 στις ενέργειες συντονισμού. Ως επιβραδυντή είχε εξετάσει το βαρύ ύδωρ (D₂O), αν και γνώριζε από προσωπική πείρα πόσο κοπιαστική και αργή ήταν η παραγωγή του: το 1933–1934 είχε εργαστεί στο Εργαστήριο Κάβεντις του Κέμπριτζ, κοντά στον Έρνεστ Ράδερφορντ και τον Μαρκ Όλιφαντ, στα πειράματα με δευτέριο που οδήγησαν στην ανακάλυψη του τριτίου, σε μια εποχή που το βαρύ ύδωρ μετριόταν σε ελάχιστες ποσότητες.
Στον Χάιζενμπεργκ ανατέθηκε να εκτιμήσει αν ήταν εφικτή μια αυτοσυντηρούμενη αλυσιδωτή αντίδραση στο ουράνιο, με βάση τις γνωστές φυσικές ιδιότητες των υλικών που θα χρειάζονταν.30 Τα προηγούμενα χρόνια είχε περάσει μεγάλες δοκιμασίες υπερασπιζόμενος την επιστήμη του. Τώρα του δινόταν η ευκαιρία να δείξει την αξία του και να ξανασταθεί επαγγελματικά.31
Στην ίδια σύσκεψη ο Έριχ Σούμαν ανακοίνωσε ότι ο στρατός ζητούσε να στεγαστεί το πρόγραμμα ουρανίου στο Ινστιτούτο Φυσικής Κάιζερ Βίλχελμ (KWIP), στο Βερολίνο. Στις 5 Οκτωβρίου η HWA πράγματι το επίταξε Στον Ολλανδό διευθυντή του Πίτερ Ντεμπάι τέθηκε το δίλημμα να πάρει τη γερμανική υπηκοότητα ή να αποχωρήσει από τη θέση του για όσο διαρκούσε ο πόλεμος. Εκείνος επέλεξε το δεύτερο και έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ανέλαβε θέση στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Τυπικά παρέμενε διευθυντής, και ο Ντίμπνερ ορίστηκε προσωρινός διευθυντής στη θέση του.32
Παρά τις εξειδικευμένες γνώσεις του στις εκρηκτικές ύλες και την πυρηνική φυσική, ο Ντίμπνερ αντιμετωπίστηκε ως «ξένο σώμα» και «δευτεροκλασάτος» γραφειοκράτης, τόσο από το επιστημονικό προσωπικό του KWIP όσο και από τα μέλη της Λέσχης. Χωρίς ακαδημαϊκές περγαμηνές, διεθνείς διακρίσεις ή προσβάσεις στα πανεπιστημιακά κέντρα ισχύος, έμεινε επιστημονικά απομονωμένος, και ερευνητές του KWIP όπως ο Καρλ Βιρτς και ο Καρλ Φρίντριχ φον Βάιτσεκερ δεν δέχτηκαν την επιστημονική του καθοδήγηση.33 Για να παρακάμψουν τον Ντίμπνερ, οι επιστήμονες του ινστιτούτου στο Βερολίνο-Ντάλεμ στράφηκαν στον Χάιζενμπεργκ και τον κάλεσαν ως εξωτερικό σύμβουλο.34 Έτσι ο Χάιζενμπεργκ έγινε ο άτυπος ηγέτης των ερευνών στο KWIP και μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στο Βερολίνο και στη Λειψία, όπου διατηρούσε την πανεπιστημιακή του έδρα.35
Η αντιπαλότητα αυτή, μαζί με την απουσία μιας ισχυρής κεντρικής αρχής, οδήγησε στον κατακερματισμό της Λέσχης Ουρανίου σε εννέα ερευνητικές ομάδες, διασκορπισμένες σε ισάριθμους τόπους.36 Αντί να συγκεντρωθούν οι πόροι σε ένα κέντρο, η ομάδα του Χάιζενμπεργκ στη Λειψία ασχολήθηκε με τις θεωρητικές μελέτες και με τα πειράματα στρωματικού αντιδραστήρα μαζί με τον Ρόμπερτ Ντέπελ, ενώ ο Ντίμπνερ δημιούργησε αργότερα δικό του εργαστήριο στη στρατιωτική εγκατάσταση του Γκότο (Gottow).37 Παράλληλα, ο Πάουλ Χάρτεκ στο Αμβούργο ερευνούσε τις μεθόδους εμπλουτισμού και την παραγωγή βαρέος ύδατος, ο Βάλτερ Μπότε στη Χαϊδελβέργη τις πυρηνικές σταθερές και ο Όττο Χαν στο Βερολίνο τη χημεία των προϊόντων σχάσης. Αυτόνομα εργαζόταν και ο Μάνφρεντ φον Αρντέν (Manfred von Ardenne, 1907–1997), στο εργαστήριο του υπουργείου Ταχυδρομείων.38 Ο κατακερματισμός προκάλεσε σπατάλη πόρων και έντονο ανταγωνισμό για τις περιορισμένες ποσότητες ουρανίου και επιβραδυντή, και στέρησε από το γερμανικό πρόγραμμα τη δυνατότητα συντονισμένης δράσης στην κρίσιμη τριετία 1939–1942.
Θεωρητικές Εκτιμήσεις και Κομβικά Τεχνικά Σφάλματα (1939–1941)
Μέσα σε αυτό το κατακερματισμένο σχήμα, η μόνη δουλειά που έδωσε στο πρόγραμμα κοινή κατεύθυνση ήταν η θεωρητική μελέτη που είχε ανατεθεί στον Χάιζενμπεργκ στη σύσκεψη της 26ης Σεπτεμβρίου. Ο Χάιζενμπεργκ την έφερε σε πέρας γρήγορα. Είχε στη διάθεσή του τη θεωρία της σχάσης των Μπορ και Γουίλερ, που είχε δημοσιευθεί μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα, και μέσα σε τρεις μήνες παρέδωσε στην HWA την πρώτη από δύο απόρρητες εκθέσεις. Η δεύτερη ακολούθησε τον Φεβρουάριο του 1940. Οι δύο εκθέσεις τον καθιέρωσαν ως την κορυφαία αυθεντία της Γερμανίας στην πυρηνική σχάση και έγιναν ο βασικός οδηγός της γερμανικής έρευνας σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.39
Η πρώτη έκθεση έφερε ημερομηνία 6 Δεκεμβρίου 1939 και τίτλο «Η δυνατότητα τεχνικής παραγωγής ενέργειας από τη σχάση του ουρανίου». Ο Χάιζενμπεργκ διατύπωσε σε αυτήν τη μαθηματική θεωρία της αλυσιδωτής αντίδρασης και απάντησε καταφατικά στο ερώτημα που του είχε τεθεί: η «μηχανή ουρανίου» ήταν τεχνικά εφικτή.40 Μπορούσε μάλιστα να λειτουργήσει με φυσικό ουράνιο, χωρίς εμπλουτισμό, αρκεί να βρισκόταν ο κατάλληλος επιβραδυντής. Από τα διαθέσιμα υλικά ο Χάιζενμπεργκ απέκλεισε το κοινό νερό, επειδή απορροφά ισχυρά τα νετρόνια, και κράτησε δύο: το βαρύ ύδωρ και τον πολύ καθαρό άνθρακα, δηλαδή τον γραφίτη.41 Για τη γεωμετρία ακολούθησε την πρόταση που είχε φέρει ο Χάρτεκ στη σύσκεψη, με το ουράνιο και τον επιβραδυντή σε εναλλασσόμενα στρώματα.42 Υπολόγισε ότι μια τέτοια διάταξη θα είχε όγκο περίπου ενός κυβικού μέτρου και θα απαιτούσε τουλάχιστον 600 λίτρα βαρέος ύδατος, έναν τόνο γραφίτη και δύο με τρεις τόνους καθαρού οξειδίου του ουρανίου. Τέτοιες ποσότητες δεν υπήρχαν τότε ούτε στη Γερμανία ούτε στα εδάφη που είχε καταλάβει.43
Η έκθεση επανερχόταν και στο ζήτημα του εμπλουτισμού, που είχε απασχολήσει τη σύσκεψη. Ο Χάιζενμπεργκ τον χαρακτήριζε την ασφαλέστερη μέθοδο για να κατασκευαστεί η μηχανή και τον μόνο τρόπο να γίνει μικρότερη από ένα κυβικό μέτρο. Ήταν ακόμη, όπως έγραφε, η μόνη μέθοδος για να παραχθούν εκρηκτικά που θα ξεπερνούσαν κατά αρκετές τάξεις μεγέθους τα ισχυρότερα γνωστά.44 Ανάμεσα στη διαπίστωση και στην πράξη υπήρχε όμως χάσμα. Βιομηχανική μέθοδος διαχωρισμού ισοτόπων δεν υπήρχε, η ανάπτυξή της θα απαιτούσε πολλά χρόνια, και η HWA δεν περίμενε ότι μια ατομική βόμβα θα ήταν έτοιμη όσο διαρκούσε ο πόλεμος.45 Η εκτίμηση του Όττο Χαν στη σύσκεψη της 16ης Σεπτεμβρίου, ότι η απόκτηση του U-235 θα απαιτούσε ανυπολόγιστη προσπάθεια, έβρισκε έτσι τη θεωρητική της επιβεβαίωση.
Όσο εντυπωσιακή κι αν ήταν ως πρώτη προσέγγιση, η έκθεση περιείχε σφάλματα που ο συντάκτης της δεν διόρθωσε ως το τέλος του πολέμου. Το πρώτο αφορούσε την ίδια τη φύση της βόμβας. Ο Χάιζενμπεργκ τη φανταζόταν ως αντιδραστήρα με πολύ εμπλουτισμένο ουράνιο, που πέρα από ορισμένο μέγεθος παύει να ελέγχεται και εκρήγνυται. Δεν είχε ακόμη αντιληφθεί ότι η βόμβα χρειάζεται ταχέα νετρόνια. Το δεύτερο σφάλμα αφορούσε τον έλεγχο του αντιδραστήρα. Ο Χάιζενμπεργκ προέβλεψε ότι η μηχανή θα σταθεροποιούνταν μόνη της σε ορισμένη θερμοκρασία, επειδή η θέρμανση αυξάνει την απορρόφηση νετρονίων από το U-238, και γι’ αυτό δεν προέβλεψε ράβδους ελέγχου.46 Με το πρώτο σφάλμα συνδέεται και το ζήτημα της κρίσιμης μάζας, για το οποίο οι μελετητές δεν συμφωνούν. Ο Cassidy θεωρεί ότι από την «κρίσιμη ακτίνα» του αντιδραστήρα που εκρήγνυται προκύπτει μάζα αρκετών τόνων, ενώ στην πραγματικότητα αρκούν περίπου 50 χιλιόγραμμα καθαρού U-235.47 Ο Gottstein, αντίθετα, υποστηρίζει ότι ο Χάιζενμπεργκ έκλεισε τους υπολογισμούς του 1939–1940 χωρίς να δώσει κανέναν αριθμό.48
Η δεύτερη έκθεση υποβλήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου 1940. Ο Χάιζενμπεργκ επεξεργάστηκε αναλυτικότερα τους υπολογισμούς του και επανεξέτασε τους δύο επιβραδυντές, με δεδομένα που παρέμεναν πολύ ανακριβή. Κατέληξε ότι ένας αντιδραστήρας με βαρύ ύδωρ θα λειτουργούσε με φυσικό ουράνιο, ενώ ο γραφίτης τελικά δεν θα επαρκούσε.49 Το συμπέρασμα είχε βαριές πρακτικές συνέπειες. Ο γραφίτης έμοιαζε στην αρχή η προφανής επιλογή, αφού είναι ελαφρύς και υπάρχει σε αφθονία, ενώ εργοστάσιο βαρέος ύδατος η Γερμανία δεν διέθετε. Οι υπολογισμοί έδειχναν όμως ότι θα χρειαζόταν πολύ περισσότερος καθαρός γραφίτης απ’ ό,τι βαρύ ύδωρ. Στο ίδιο συμπέρασμα έφτασαν οι βοηθοί του Βάιτσεκερ στο KWIP, και το στήριξαν οι πρώτες, πρόχειρες ακόμη, μετρήσεις του Μπότε στη Χαϊδελβέργη. Ο γραφίτης έμεινε έτσι σε δεύτερη μοίρα, ώσπου να γίνουν ακριβέστερα πειράματα.50
Τα πειράματα αυτά τα έκανε ο ίδιος ο Μπότε, στο Ινστιτούτο Ιατρικών Ερευνών Κάιζερ Βίλχελμ της Χαϊδελβέργης. Στα τέλη του 1940 επανέλαβε τις μετρήσεις μαζί με τον Πέτερ Γένζεν (Peter Jensen), σε ηλεκτρογραφίτη της Siemens, και στις 20 Ιανουαρίου 1941 έστειλε την έκθεσή του στην HWA. Ο γραφίτης, έγραφε, απορροφά υπερβολικά πολλά νετρόνια και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιβραδυντής σε αντιδραστήρα φυσικού ουρανίου.51 Η πρόβλεψη του Χάιζενμπεργκ έμοιαζε πλέον να έχει επιβεβαιωθεί και στο εργαστήριο. Στην πραγματικότητα η μέτρηση ίσχυε μόνο για το συγκεκριμένο δείγμα. Ακόμη και ο καθαρότερος βιομηχανικός γραφίτης περιείχε ίχνη βορίου, στοιχείου που απορροφά ισχυρά τα νετρόνια, και ο Μπότε είχε υποτιμήσει την επίδρασή τους.52
Το πρόβλημα το εντόπισε ένας άνθρωπος που βρισκόταν πλέον έξω από το πρόγραμμα: ο Βίλχελμ Χάνλε, ο φυσικός του Γκέτινγκεν που μαζί με τον Γιόος είχε κινήσει το όλο ζήτημα τον Απρίλιο του 1939. Ο Χάνλε επανέλαβε τις μετρήσεις με διαφορετικά παρασκευασμένο δείγμα και πήρε πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Έδειξε ότι οι προσμείξεις χάνονται σε μεγάλο βαθμό όταν το δείγμα καίγεται, άρα διαφεύγουν από την ανάλυση, και ότι ακόμη και ο ηλεκτρογραφίτης της Siemens περιείχε βόριο και κάδμιο, δύο ισχυρούς απορροφητές θερμικών νετρονίων. Περιέγραψε επίσης μεθόδους για την παραγωγή καθαρού άνθρακα και έστειλε τα αποτελέσματά του στην HWA.53 Η υπηρεσία αναγνώρισε ότι ο άνθρακας μπορούσε να λειτουργήσει ως επιβραδυντής, αλλά έκρινε ότι η παραγωγή γραφίτη τέτοιας καθαρότητας θα ήταν υπερβολικά δαπανηρή και άφησε το ζήτημα στην άκρη. Οι Μπότε και Γένζεν το έμαθαν μόλις προς το τέλος του πολέμου. Ο Χάιζενμπεργκ δεν φαίνεται να το πληροφορήθηκε ποτέ, και μετά τον πόλεμο εξακολουθούσε να αποδίδει την αποτυχία στο «λάθος» του Μπότε.54 Ο κατακερματισμός του προγράμματος είχε εδώ την πιο ακριβή του συνέπεια. Η απόρριψη του γραφίτη δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα ενός πειραματικού σφάλματος, αλλά και απόφαση της HWA, την οποία οι Popp και de Klerk θεωρούν επιστημονικά αστήρικτη.55
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα πράγματα εξελίχθηκαν αντίθετα. Ο Ενρίκο Φέρμι και ο Λέο Σίλαρντ συνάντησαν το ίδιο πρόβλημα, κατάλαβαν ότι ο γραφίτης χρειαζόταν περαιτέρω καθαρισμό και επέμειναν να χρησιμοποιηθεί πολύ καθαρό υλικό στον αντιδραστήρα του Σικάγου (Chicago Pile-1).56 Στη Γερμανία μοναδικός επιβραδυντής έμεινε το βαρύ ύδωρ, δαπανηρό και δύσκολο στην παραγωγή, και μαζί του η εξάρτηση από μία και μόνη μονάδα, στο Βέμορκ της κατεχόμενης Νορβηγίας.57
Όσο το βαρύ ύδωρ παρέμενε υπόθεση του μέλλοντος και ο γραφίτης έμοιαζε ασύμφορος, ο Πάουλ Χάρτεκ αναζήτησε στο Αμβούργο έναν τρίτο δρόμο. Σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει ως επιβραδυντή τον ξηρό πάγο, δηλαδή στερεό διοξείδιο του άνθρακα, ένα υλικό που η χημική βιομηχανία παρήγαγε σε μεγάλη καθαρότητα και σε αφθονία, άρα χωρίς τις προσμείξεις που βασάνιζαν τον γραφίτη.58 Χάρη στις παλιές του γνωριμίες στη βιομηχανία εξασφάλισε ως δάνειο από το εργοστάσιο αμμωνίας της IG Farben στο Μέρζεμπουργκ ένα ολόκληρο φορτίο ξηρού πάγου, ενώ ο Ντίμπνερ φρόντισε να του διατεθεί βαγόνι-ψυγείο για τη μεταφορά.59 Οι πηγές διαφέρουν ως προς την ποσότητα: η Hiebert μιλά για δέκα τόνους60, οι Popp και de Klerk για δεκαπέντε.61
Το πραγματικό πρόβλημα ήταν το ουράνιο. Το πρώτο οξείδιο που παρέδωσε η Auergesellschaft τον Ιανουάριο του 1940 είχε ήδη μοιραστεί στις ερευνητικές ομάδες, και ο Χάρτεκ αναγκάστηκε να ζητήσει από τους συναδέλφους του να του δανείσουν το μερίδιό τους. Σύμφωνα με τη Hiebert, ο μόνος που αρνήθηκε ήταν ο Χάιζενμπεργκ.62 Τελικά συγκέντρωσε μόλις 185 κιλά οξειδίου, ή περίπου 200 κατά τη Hiebert, όταν οι υπολογισμοί έδειχναν ότι χρειάζονταν αρκετοί τόνοι.63 Την άνοιξη του 1940 τοποθέτησε το οξείδιο σε κυβικές κοιλότητες που άνοιξε μέσα σε πλάκες ξηρού πάγου και έστησε μια στοίβα ύψους περίπου δύο μέτρων σε ψυκτικό θάλαμο για κρέατα. Οι μετρήσεις δεν έδειξαν καμία ένδειξη πολλαπλασιασμού των νετρονίων. Στα τέλη της άνοιξης τα υλικά επιστράφηκαν, αφού ο πάγος χρειαζόταν το καλοκαίρι για τη συντήρηση τροφίμων, και το πείραμα δεν επαναλήφθηκε.64
Η αποτυχία οφειλόταν στην έλλειψη ουρανίου και όχι στην ιδέα. Ο Καρλ Βιρτς υποστήριξε αργότερα ότι με επαρκή ποσότητα οξειδίου η διάταξη πιθανότατα θα είχε δείξει πολλαπλασιασμό νετρονίων65, και ο Bernstein προχωρά ακόμη περισσότερο: αν ο Χάρτεκ είχε στα χέρια του ταυτόχρονα αρκετό ουράνιο και αρκετό ξηρό πάγο, είναι πολύ πιθανό η πρώτη αλυσιδωτή αντίδραση να είχε επιτευχθεί στο Αμβούργο και όχι στο Σικάγο. Το εμπόδιο, κατά τον ίδιο, ήταν η αποδιοργάνωση του προγράμματος και η έλλειψη εξουσίας του Χάρτεκ να συγκεντρώσει τα υλικά στον ίδιο τόπο και την ίδια στιγμή.66 Ο Χάρτεκ είχε επίσης προτείνει τον διαχωρισμό ουρανίου και επιβραδυντή σε χωριστά στρώματα, λύση που υιοθέτησαν οι επόμενες πειραματικές διατάξεις.67 Έτσι, με κάθε ομάδα να φυλάει τα δικά της υλικά, ένα πείραμα με άνθρακα που θα μπορούσε να διορθώσει εγκαίρως την εικόνα για τον γραφίτη εγκαταλείφθηκε πριν δώσει απάντηση.
Η έλλειψη ουρανίου είχε μια παράδοξη πλευρά. Πριν από τον πόλεμο, η κύρια πηγή ουρανίου στον κόσμο ήταν τα ορυχεία του Βελγικού Κονγκό, που εκμεταλλευόταν η βελγική εταιρεία Union Minière du Haut-Katanga. Το 1936 το Βέλγιο κήρυξε ουδετερότητα, και η Γερμανία δεν μπορούσε να αγοράσει από την εταιρεία. Της έμενε μόνο το φτωχότερο μετάλλευμα των ορυχείων του Γιόαχιμσταλ (σημερινό Γιάχιμοφ) στη Βοημία, που είχαν περάσει στον έλεγχό της με την προσάρτηση της Σουδητίας το 1938. Η επεξεργασία του ήταν δαπανηρή και αργή.68 Η εικόνα άλλαξε τον Μάιο του 1940, όταν ο γερμανικός στρατός μπήκε στο Βέλγιο. Στις αποθήκες της Union Minière στο Όλεν, στη Διώρυγα του Αλβέρτου, βρίσκονταν πάνω από χίλιοι τόνοι μεταλλεύματος ουρανίου, που περιήλθαν στους κατακτητές.69 Την επεξεργασία ανέλαβε η Auergesellschaft, η οποία άνοιξε νέο εργοστάσιο στο Οράνιενμπουργκ, κοντά στο Βερολίνο, και τον Ιούνιο του 1940 παρήγγειλε την πρώτη αποστολή εξήντα τόνων. Κατά τη Hiebert, από εκείνη τη στιγμή οι Γερμανοί επιστήμονες είχαν όσο ουράνιο χρειάζονταν.70
Οι Popp και de Klerk δίνουν διαφορετική εικόνα. Τα αποθέματα της Union Minière περιείχαν 844 τόνους οξειδίου του ουρανίου, από τους οποίους 370 στάλθηκαν στη Γερμανία στη διάρκεια του πολέμου. Τίποτα από αυτά δεν χρησιμοποιήθηκε για το πυρηνικό πρόγραμμα. Όλο το ουράνιο της Λέσχης Ουρανίου προερχόταν από τα τσεχικά ορυχεία, όπου η παραγωγή έμεινε γύρω στους δέκα τόνους τον χρόνο, χωρίς καμία προσπάθεια να αυξηθεί. Από αυτή η Auer παρήγαγε σε όλο τον πόλεμο τριάντα τόνους καθαρού οξειδίου, αρκετούς για πέντε τόνους μεταλλικού ουρανίου. Ουράνιο υπήρχε άφθονο στη Γερμανία, αλλά δεν έφτανε στους φυσικούς.71 Από τα αρχεία της Union Minière οι Αμερικανοί έμαθαν αργότερα ότι οι Γερμανοί είχαν μεταφέρει από το Βέλγιο περίπου 1.100 τόνους μεταλλεύματος. Το μεγαλύτερο μέρος του το βρήκαν σχεδόν ανέγγιχτο τον Απρίλιο του 1945, σε μια αποθήκη κοντά στο Στάσφουρτ.72
Η πρώτη μάχη για το βαρύ ύδωρ
Η στροφή προς το βαρύ ύδωρ είχε αρχίσει πολύ πριν κριθεί οριστικά η τύχη του γραφίτη. Ήδη από τη δεύτερη έκθεση του Χάιζενμπεργκ ήταν φανερό ότι το υλικό έπρεπε να δοκιμαστεί στην πράξη, και η Γερμανία δεν το παρήγαγε. Η μόνη αξιόλογη πηγή στην Ευρώπη ήταν το εργοστάσιο της Norsk Hydro στο Βέμορκ της νότιας Νορβηγίας. Εκεί το βαρύ ύδωρ έβγαινε από το 1935 ως παραπροϊόν της ηλεκτρόλυσης του νερού για την παραγωγή λιπασμάτων, ύστερα από πρόταση του χημικού Λάιφ Τρόνσταντ (Leif Tronstad) και του μηχανικού Γιόμαρ Μπρουν (Jomar Brun).73 Η παραγωγή ήταν πολύ μικρή, περίπου δέκα χιλιόγραμμα τον μήνα, γιατί ως τότε η ζήτηση ήταν ασήμαντη.74 Ο Χάιζενμπεργκ ζήτησε από τον Ντίμπνερ να προμηθευτεί όσο περισσότερο μπορούσε, και για αρχή κρίθηκαν αρκετά είκοσι πέντε χιλιόγραμμα. Για να μη φανεί ότι πίσω από την παραγγελία βρισκόταν ο γερμανικός στρατός, ο Ντίμπνερ την ανέθεσε σε εκπρόσωπο του ομίλου IG Farben, που ήταν μέτοχος της Norsk Hydro.75 Η γερμανική πλευρά ζήτησε μάλιστα σταθερές παραδόσεις εκατό χιλιογράμμων τον μήνα, δεκαπλάσιες από όσα μπορούσε να δώσει το εργοστάσιο.76

Πηγή: https://www.pbs.org/wgbh/nova/hydro/resistance.html
Οι Νορβηγοί παραξενεύτηκαν. Ως τότε λίγα λίτρα τον χρόνο κάλυπταν τις ανάγκες όλων των εργαστηρίων της Ευρώπης, και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί σε τι θα χρησίμευε μια τόσο μεγάλη ποσότητα. Ζήτησαν εξηγήσεις, αλλά ο εκπρόσωπος της IG Farben απέφυγε να απαντήσει. Ο γενικός διευθυντής της εταιρείας Άξελ Ομπέρ (Axel Aubert) απάντησε προσωπικά ότι το αίτημα ξεπερνούσε τις δυνατότητες του εργοστασίου, και στις 7 Φεβρουαρίου 1940 η Norsk Hydro το απέρριψε.77
Την εξήγηση που δεν πήραν από τους Γερμανούς, οι Νορβηγοί την πήραν λίγες εβδομάδες αργότερα από τους Γάλλους. Στο Παρίσι η ομάδα του Φρεντερίκ Ζολιό-Κιουρί σχεδίαζε επίσης αντιδραστήρα με βαρύ ύδωρ και είχε καταλάβει τι σήμαινε το γερμανικό ενδιαφέρον.78 Στις αρχές Μαρτίου έφτασε στη Νορβηγία ο Ζακ Αλιέ (Jacques Allier). Παρουσιάστηκε ως στέλεχος της Banque de Paris et des Pays-Bas, της τράπεζας που διαχειριζόταν τις γαλλικές μετοχές της Norsk Hydro, και ταξίδευε με διαβατήριο στο πατρικό όνομα της μητέρας του. Στην πραγματικότητα ήταν πράκτορας του Deuxième Bureau, της γαλλικής υπηρεσίας πληροφοριών. Ο ίδιος ο Ζολιό τον είχε ενημερώσει για τις τεχνικές λεπτομέρειες, ακόμη και για τα δοχεία: έπρεπε να είναι από αλουμίνιο και σε καμία περίπτωση να μην περιέχουν κάδμιο ή βόριο, που θα αχρήστευαν το υλικό. Η εντολή του ήταν σαφής. Το βαρύ ύδωρ είτε θα μεταφερόταν στη Γαλλία είτε θα καταστρεφόταν, πάντως δεν θα έπεφτε στα χέρια των Γερμανών. Για τον σκοπό αυτό είχε στη διάθεσή του πίστωση ενάμισι εκατομμυρίου νορβηγικών κορωνών και τους Γάλλους πράκτορες στη Σκανδιναβία.79
Ο Αλιέ συνάντησε τον Ομπέρ στο Όσλο στις 7 Μαρτίου και του αποκάλυψε τι σχεδίαζαν οι Γερμανοί. Δύο ημέρες αργότερα ο Ομπέρ συμφώνησε να δανείσει στη Γαλλία, για όσο διαρκούσε ο πόλεμος, ολόκληρο το απόθεμα της εταιρείας, 185 χιλιόγραμμα, και να της δώσει προτεραιότητα στη μελλοντική παραγωγή. Αρνήθηκε κάθε πληρωμή πριν από τη νίκη της Γαλλίας. Ήξερε, όπως είπε στον Αλιέ, ότι αν τα γαλλικά πειράματα πετύχαιναν και η Γαλλία έχανε τον πόλεμο, θα τον εκτελούσαν γι’ αυτό που έκανε, αλλά θεωρούσε ζήτημα τιμής να αναλάβει τον κίνδυνο.80
Έμενε να βγει το φορτίο από τη χώρα. Ένας ντόπιος τεχνίτης κατασκεύασε είκοσι έξι δοχεία των πέντε λίτρων με τις προδιαγραφές του Ζολιό, γιατί μια παραγγελία σε μεγάλη εταιρεία θα τραβούσε την προσοχή των Γερμανών πρακτόρων. Το ίδιο βράδυ δύο φορτηγά μετέφεραν τα δοχεία σε σπίτι της γαλλικής πρεσβείας στο Όσλο. Η μεταφορά με υποβρύχιο απορρίφθηκε, επειδή θα εξέθετε την ουδέτερη ακόμη Νορβηγία, και προκρίθηκε το αεροπλάνο.81
Οι Γάλλοι έστησαν μια παραπλάνηση. Έκλεισαν θέσεις με διαφορετικά ονόματα, σε διαφορετικά πρακτορεία και για δύο διαδοχικές ημέρες. Το πρωί της 12ης Μαρτίου, στο αεροδρόμιο Φόρνεμπου του Όσλο, δύο πανομοιότυπα αεροσκάφη περίμεναν το ένα δίπλα στο άλλο, με προορισμό το Άμστερνταμ το πρώτο και το Περθ της Σκωτίας το δεύτερο. Ο Αλιέ και ο συνεργάτης του Φερνάν Μοσέ (Fernand Mossé), ντυμένοι επιχειρηματίες, φρόντισαν να δουν όλοι τις βαριές βαλίτσες τους να φορτώνονται στο αεροπλάνο για το Άμστερνταμ. Λίγο πριν από την αναχώρηση ένα ταξί μπήκε στην πίστα και σταμάτησε ανάμεσα στα δύο αεροσκάφη, εκεί όπου δεν φαινόταν από το κτίριο του αεροσταθμού. Ο επιβάτης του, ο Ζεάν Κναλ-Ντεμάρ (Jehan Knall-Demars), τρίτο μέλος της ομάδας, ξεφόρτωσε τις βαλίτσες με δεκατρία από τα δοχεία, που φορτώθηκαν στο αεροπλάνο για τη Σκωτία. Σε αυτό επιβιβάστηκαν τελικά και ο Αλιέ με τον Μοσέ.82
Σύμφωνα με την αφήγηση αυτή, δύο γερμανικά μαχητικά αναχαίτισαν πάνω από τη Βόρεια Θάλασσα το αεροπλάνο του Άμστερνταμ και το ανάγκασαν να προσγειωθεί στο Αμβούργο. Όταν οι γερμανικές αρχές άνοιξαν τον χώρο του φορτίου, βρήκαν ένα ξύλινο κιβώτιο με θρυμματισμένο νορβηγικό γρανίτη.83 Ο Αλιέ και ο Μοσέ είχαν στο μεταξύ προσγειωθεί στη Σκωτία. Την επόμενη ημέρα τους ακολούθησε ο Κναλ-Ντεμάρ με τα υπόλοιπα δεκατρία δοχεία, και στις 18 Μαρτίου το βαρύ ύδωρ βρισκόταν ασφαλές στο υπόγειο του Κολεγίου της Γαλλίας (Collège de France), στο Παρίσι.84
Η επιτυχία αποδείχθηκε προσωρινή και για τις δύο πλευρές. Στις αρχές Μαΐου 1940 οι Γερμανοί είχαν καταλάβει τη Νορβηγία και μαζί το Βέμορκ.85 Το εργοστάσιο πέρασε στον έλεγχο της IG Farben, και ο Χάρτεκ εγκατέστησε εκεί μια νέα καταλυτική μέθοδο, που θεωρητικά επέτρεπε παραγωγή περίπου πέντε τόνων τον χρόνο. Πρότεινε να στηθούν ανάλογες μονάδες και στη Γερμανία, αλλά η HWA το έκρινε πολύ δαπανηρό και συνέχισε να στηρίζεται αποκλειστικά στη Νορβηγία.86 Τον ίδιο μήνα η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία, και το βαρύ ύδωρ του Ζολιό χρειάστηκε να φύγει ξανά. Κρύφτηκε διαδοχικά σε θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας της Γαλλίας και σε κελί φυλακής, και κατέληξε στο Μπορντό. Από εκεί ο Χανς φον Χάλμπαν και ο Λεβ Κοβάρσκι το πέρασαν στη Βρετανία με το φορτηγό ατμόπλοιο «Broompark», που έφτασε στο Φάλμουθ στις 21 Ιουνίου 1940. Το μεγαλύτερο απόθεμα βαρέος ύδατος του κόσμου βρέθηκε έτσι στη διάθεση του βρετανικού προγράμματος.87
Οι Γερμανοί κρατούσαν πλέον το εργοστάσιο, όχι όμως και το προϊόν. Ο Χανς Ζις (Hans Suess), σύμβουλος του γερμανικού προγράμματος για την παραγωγή βαρέος ύδατος, εκτιμούσε ότι το Βέμορκ, με τη δυναμικότητα που είχε τότε, δεν μπορούσε να δώσει στρατιωτικά χρήσιμες ποσότητες σε λιγότερο από πέντε χρόνια.88
Παρά την απώλεια του νορβηγικού αποθέματος, οι Γερμανοί πέρασαν το καλοκαίρι του 1940 από τους υπολογισμούς στα πρώτα πειράματα αντιδραστήρα. Τον Ιούλιο άρχισε στο Ντάλεμ να χτίζεται το πρώτο σχετικό εργαστήριο. Ήταν ένα μικρό ξύλινο κτίσμα στον χώρο του Ινστιτούτου Βιολογίας Κάιζερ Βίλχελμ, δίπλα στο Ινστιτούτο Φυσικής, ώστε ένα ατύχημα να μη μολύνει το κυρίως κτίριο. Την κατασκευή επέβλεπε ο Καρλ Βιρτς. Για να κρατηθούν μακριά οι περίεργοι, το ονόμασαν «Σπίτι των Ιών» (Virus House).89 Στο κέντρο του υπήρχε ένας κυλινδρικός λάκκος βάθους δύο μέτρων, μέσα στον οποίο ένας γερανός κατέβαζε το δοχείο του αντιδραστήρα, ένα τύμπανο με διάμετρο και ύψος 1,4 μέτρων. Ο λάκκος γέμιζε με κοινό νερό, και αντλίες μπορούσαν να τον αδειάσουν μέσα σε μία ώρα περίπου.90 Τον Οκτώβριο του 1940 το εργαστήριο ήταν έτοιμο.
Το πρώτο πείραμα, με την ονομασία B-I, έγινε τον Δεκέμβριο. Ο Χάιζενμπεργκ, ο Βάιτσεκερ, ο Βιρτς και δύο ακόμη φυσικοί γέμισαν το τύμπανο με εναλλασσόμενα οριζόντια στρώματα οξειδίου του ουρανίου και παραφίνης, αφού βαρύ ύδωρ δεν υπήρχε. Το κατέβασαν στον λάκκο και τοποθέτησαν στο κέντρο του μια πηγή νετρονίων από ράδιο και βηρύλλιο. Αναζητούσαν πολλαπλασιασμό των νετρονίων, την πρώτη ένδειξη ότι η αλυσιδωτή αντίδραση είναι εφικτή. Δεν βρήκαν κανέναν. Το ίδιο αποτέλεσμα έδωσε λίγες εβδομάδες αργότερα το B-II, με περισσότερο ουράνιο χωρισμένο σε δύο στρωματικές στοίβες.91 Τα πειράματα έδειξαν πάντως ότι η ίδια διάταξη, με βαρύ ύδωρ στη θέση της παραφίνης και με αρκετό ουράνιο, θα μπορούσε να φτάσει στο ζητούμενο.92
Παράλληλα, στη Λειψία, ο Χάιζενμπεργκ και ο Ρόμπερτ Ντέπελ δοκίμαζαν μια διαφορετική γεωμετρία, με ομόκεντρα σφαιρικά στρώματα μέσα σε κελύφη αλουμινίου. Το πρώτο πείραμα της σειράς, το L-I, είχε τέσσερα στρώματα, εναλλάξ νερό και οξείδιο του ουρανίου. Το δεύτερο, το L-II, αντικατέστησε το κοινό νερό με 150 χιλιόγραμμα βαρέος ύδατος. Τα αποτελέσματα και των δύο δεν επέτρεπαν ασφαλή συμπεράσματα.93
Τίποτα από όλα αυτά δεν γινόταν με βιασύνη. Ο Χάιζενμπεργκ και ο Βάιτσεκερ συνέχιζαν να διδάσκουν και να ασχολούνται με τη δική τους έρευνα, και η HWA δεν ασκούσε ιδιαίτερη πίεση. Ο γερμανικός στρατός, μετά τις νίκες του 1940, θεωρούσε τον πόλεμο σχεδόν κερδισμένο, και μια ατομική βόμβα θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση περιττή πολυτέλεια.94
Το στοιχείο 94: ο δρόμος του πλουτωνίου που δεν δοκιμάστηκε (1940–1941)
Ενώ η Λέσχη Ουρανίου αναζητούσε επιβραδυντή, ένας από τους νεότερους θεωρητικούς της έστρεψε την προσοχή του εκεί όπου κανείς δεν κοίταζε. Από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι τη σχάση την προκαλεί το U-235, το άφθονο U-238 αντιμετωπιζόταν μόνο ως εμπόδιο, ως το ισότοπο που απορροφά νετρόνια και διακόπτει την αλυσίδα. Ο Καρλ Φρίντριχ φον Βάιτσεκερ, είκοσι οκτώ ετών τότε, αναρωτήθηκε τι γίνεται ο πυρήνας μετά την απορρόφηση. Κατά τη δική του μεταγενέστερη αφήγηση, η ιδέα τού ήρθε ένα πρωί του Ιουλίου 1940 στο μετρό του Βερολίνου, εκεί όπου συνήθιζε να διαβάζει το αμερικανικό περιοδικό Physical Review.95
Η φυσική του συλλογισμού ήταν απλή. Όταν το U-238 συλλαμβάνει ένα νετρόνιο, γίνεται U-239, ένα ασταθές ισότοπο που διασπάται με ακτινοβολία β μέσα σε είκοσι τρία λεπτά περίπου, όπως είχε δείξει η ομάδα του Χαν. Το προϊόν της διάσπασης έχει ένα πρωτόνιο περισσότερο, άρα είναι νέο στοιχείο, με ατομικό αριθμό 93.96 Ο Βάιτσεκερ εφάρμοσε τη θεωρία των Μπορ και Γουίλερ και συμπέρανε ότι το στοιχείο αυτό θα ήταν σχάσιμο όπως το U-235. Είχε μάλιστα ένα αποφασιστικό πλεονέκτημα. Ως διαφορετικό χημικό στοιχείο μπορούσε να διαχωριστεί από το ουράνιο με συνηθισμένες χημικές μεθόδους, χωρίς τον εξαιρετικά δύσκολο διαχωρισμό των ισοτόπων. Και μπορούσε να παραχθεί μέσα σε έναν αντιδραστήρα που θα λειτουργούσε με φυσικό ουράνιο.97 Στις 17 Ιουλίου 1940 ο Βάιτσεκερ υπέβαλε στην HWA μια απόρρητη έκθεση πέντε σελίδων για τη δυνατότητα παραγωγής ενέργειας από το U-238, με αντίγραφο στον Χάιζενμπεργκ. Ανάμεσα στις χρήσεις του νέου στοιχείου ανέφερε ρητά και τη χρήση του «ως εκρηκτικού». Κανείς δεν του το είχε ζητήσει.98 Η έκθεση εξέταζε πάντως μόνο τη σχάση με θερμικά νετρόνια, και δεν είναι βέβαιο ότι ο συντάκτης της είχε καταλάβει πως μια βόμβα χρειάζεται ταχέα.99
Το στοιχείο 93 δεν ήταν εντελώς άγνωστο στη Γερμανία. Ο Κουρτ Στάρκε (Kurt Starke), στο ινστιτούτο του Χαν, είχε κατορθώσει να το ανιχνεύσει, και λίγο αργότερα οι Αυστριακοί φυσικοί Γιόζεφ Σίντλμαϊστερ (Josef Schintlmeister) και Φρίντριχ Χέρνεγκερ (Friedrich Hernegger) ανέφεραν επίσης ενδείξεις, χωρίς όμως αδιαμφισβήτητη απόδειξη.100 Η συμβολή του Βάιτσεκερ ήταν άλλη: είδε τι σήμαινε το νέο στοιχείο για την κατασκευή όπλου.
Η ιδέα του είχε ένα κενό. Το στοιχείο 93 είναι και αυτό ασταθές, και διασπάται σε λίγες ημέρες. Ένα εκρηκτικό που χάνεται τόσο γρήγορα δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Την απάντηση την είχαν δώσει ήδη οι Αμερικανοί. Στις 15 Ιουνίου 1940 ο Έντουιν Μακμίλαν (Edwin McMillan) και ο Φίλιπ Έιμπλσον (Philip Abelson) είχαν δείξει στο κυκλοτρόνιο του Μπέρκλεϊ ότι το στοιχείο 93, το ποσειδώνιο, διασπάται με χρόνο ημιζωής 2,3 ημερών σε ένα ακόμη βαρύτερο στοιχείο, το 94. Αυτό είναι το πλουτώνιο, που ζει αρκετά ώστε να συγκεντρωθεί και να χρησιμοποιηθεί.101 Το άρθρο τους ήταν το τελευταίο για την πυρηνική ενέργεια που δημοσιεύθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως το τέλος του πολέμου. Το τεύχος έφτασε στο Βερολίνο με καθυστέρηση, και μέσα στο καλοκαίρι οι Γερμανοί επιστήμονες είχαν μάθει ότι το αξιοποιήσιμο εκρηκτικό ήταν το στοιχείο 94 και όχι το 93.102 Ο Βάιτσεκερ αναθεώρησε την έκθεσή του και έστειλε αντίγραφα στους Χάιζενμπεργκ, Βιρτς και Ντίμπνερ.103
Ο δρόμος που είχε ανοίξει ήταν, όπως αναφέρει ο Κατσικογιώργος, μια «βασιλική οδός» προς τη βόμβα, αφού παράκαμπτε τον εμπλουτισμό.104 Στις επίσημες εκθέσεις, πάντως, το πλουτώνιο εμφανίστηκε ρητά έναν χρόνο αργότερα, και από άνθρωπο που δεν ανήκε στη Λέσχη Ουρανίου.105
Ανάμεσα στους Γερμανούς επιστήμονες, άλλοι αναζητούσαν την εύνοια του καθεστώτος και μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις, ενώ άλλοι προσπαθούσαν απλώς να περάσουν απαρατήρητοι και να επιβιώσουν. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκε ο Φριτς Χούτερμανς (Friedrich Georg «Fritz» Houtermans, 1903–1966). Γεννήθηκε στο Τσόποτ, κοντά στο Ντάντσιγκ, από μητέρα κατά το ήμισυ Εβραία, και μεγάλωσε στη Βιέννη, όπου από νωρίς ασπάστηκε ριζοσπαστικές αριστερές ιδέες. Σπούδασε στο Γκέτινγκεν κοντά στον Τζέιμς Φρανκ και πήρε το διδακτορικό του το 1927, την ίδια περίοδο με τον Οπενχάιμερ. Η φήμη του στηρίχτηκε κυρίως στις εργασίες του για την παραγωγή ενέργειας στα άστρα.106
Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Χούτερμανς, που δεν έκρυβε την περιφρόνησή του για τον ναζισμό, βρέθηκε σε κίνδυνο. Η Γκεστάπο τον ανέκρινε για αριστερά έντυπα που είχε μαζί του, και την άνοιξη του 1933 έφυγε για την Αγγλία. Η συμπάθειά του για τα κομμουνιστικά ιδεώδη και η φιλία του με τον Αλεξάντερ Λεϊπούνσκι τον οδήγησαν στη συνέχεια στο Ουκρανικό Ινστιτούτο Φυσικής στο Χάρκοβο, τη στιγμή ακριβώς που ξεκινούσε η Μεγάλη Εκκαθάριση του Στάλιν. Τον Δεκέμβριο του 1937 συνελήφθη από τη σοβιετική μυστική αστυνομία και πέρασε δυόμισι χρόνια σε σοβιετικές φυλακές, κρατώντας τα λογικά του με μαθηματικούς υπολογισμούς που έκανε από μνήμης.107 Η σύζυγός του, η φυσικός Σαρλότε Ρίφενσταλ, κατάφερε με τη βοήθεια του Πιοτρ Καπίτσα να διαφύγει με τα δύο παιδιά τους στην Κοπεγχάγη και από εκεί στην Αμερική. Ο ίδιος άντεξε τις σκληρές ανακρίσεις, ώσπου οι ανακριτές απείλησαν τα παιδιά του, χωρίς να ξέρει ότι είχαν ήδη φύγει. Τότε υπέγραψε ομολογία, κατονομάζοντας συναδέλφους που πίστευε ότι βρίσκονταν ήδη εκτός της χώρας.108
Μετά το Σύμφωνο Μολότοφ–Ρίμπεντροπ, την άνοιξη του 1940, οι Σοβιετικοί τον παρέδωσαν ως «Γερμανό» στη Γκεστάπο, η οποία τον φυλάκισε στο Βερολίνο ως ύποπτο για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Μαξ φον Λάουε (Max von Laue, 1879–1960), μόλις έμαθε ότι ο φίλος του βρισκόταν στο Βερολίνο, άρχισε να τον αναζητά στις φυλακές της πόλης και πέτυχε την απελευθέρωσή του το καλοκαίρι. Για τη Γκεστάπο, όμως, ο Χούτερμανς παρέμενε ύποπτος, και κάθε πανεπιστημιακή θέση του ήταν κλειστή. Ο φον Λάουε του βρήκε τότε δουλειά στο ιδιωτικό εργαστήριο του Μάνφρεντ φον Αρντέν (Manfred von Ardenne, 1907–1997), μακριά από τα κέντρα της επίσημης έρευνας.109
Το εργαστήριο του φον Αρντέν, στη μεγάλη ιδιωτική του κατοικία στο προάστιο Λιχτερφέλντε του Βερολίνου, ήταν ένα ιδιόρρυθμο εγχείρημα. Ο φον Αρντέν ήταν εφευρέτης με ελάχιστη τυπική εκπαίδευση στη φυσική, που ζούσε από ερευνητικά συμβόλαια, και είχε βρει χρηματοδότη σε έναν απρόσμενο φορέα: το Ταχυδρομείο του Ράιχ, για το οποίο είχε ήδη κάνει έρευνα στις τηλεπικοινωνίες. Όταν στράφηκε στη σχάση, επικεντρώθηκε στον διαχωρισμό των ισοτόπων. Ο Χάρτεκ τον περιέγραψε αργότερα ως πολύ έξυπνο νέο, που είχε εντυπωσιάσει τον υπουργό Ταχυδρομείων με τις εφευρέσεις του, αλλά για τον οποίο η πυρηνική ενέργεια ήταν κάπως έξω από τα νερά του. Τον παρομοίασε μάλιστα με τον Βέρνερ φον Μπράουν: δεν ήταν επιστήμονας με τη στενή έννοια, αλλά ξεπερνούσε τις δυσκολίες με σύγχρονη τεχνολογία, φαντασία και σκληρή δουλειά.110
Σε αυτό το περιθωριακό εργαστήριο ο Χούτερμανς έφτασε στις αρχές του 1941, ανεξάρτητα από τη Λέσχη Ουρανίου, στην ιδέα του Βάιτσεκερ, αυτή τη φορά διατυπωμένη ρητά για το στοιχείο 94.111 Τρόμαξε με το ίδιο του το εύρημα. Πίστεψε ότι μια γερμανική ατομική βόμβα ήταν πλέον θέμα χρόνου και αποφάσισε να ειδοποιήσει την άλλη πλευρά. Στα μέσα Μαρτίου του 1941, ο Εβραίος φυσικός Φριτς Ράιχε (Fritz Reiche, 1883–1969), που είχε εξασφαλίσει τις άδειες για να φύγει στη Νέα Υόρκη, δέχτηκε να απομνημονεύσει ένα μήνυμα για τους φίλους του στην Αμερική. Σύμφωνα με όσα θυμόταν αργότερα ο Ράιχε, το μήνυμα έλεγε ότι πολλοί Γερμανοί φυσικοί εργάζονταν εντατικά πάνω στη βόμβα ουρανίου υπό την καθοδήγηση του Χάιζενμπεργκ, ότι ο Χάιζενμπεργκ προσπαθούσε να καθυστερήσει τις εργασίες φοβούμενος τις συνέπειες μιας επιτυχίας, αλλά ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί τις εντολές, και ότι, αν το πρόβλημα λυνόταν, αυτό θα γινόταν μάλλον σύντομα. Το κλείσιμο του μηνύματος ήταν μια έκκληση: αν οι Αμερικανοί είχαν ήδη ξεκινήσει κάτι ανάλογο, έπρεπε να το επιταχύνουν.112 Ο Bernstein σημειώνει ότι το μήνυμα αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της ιστορίας του γερμανικού προγράμματος, τον πραγματικό ρόλο του Χάιζενμπεργκ.113
Τον Αύγουστο του 1941 ο Χούτερμανς συνέταξε για τον φον Αρντέν μια έκθεση στην οποία υποστήριζε ότι ένας αντιδραστήρας με καύσιμο φυσικό ουράνιο θα παρήγαγε πλουτώνιο, το οποίο θα μπορούσε να διαχωριστεί με χημικές μεθόδους και να χρησιμοποιηθεί ως εκρηκτικό.114 Η έκθεση φυλάχτηκε στο χρηματοκιβώτιο του Ταχυδρομείου, χωρίς να διαβιβαστεί στην HWA, και κυκλοφόρησε επίσημα μόλις το 1944.115 Αντίγραφά της, ωστόσο, φαίνεται ότι είδαν ήδη το 1941 ο Χάιζενμπεργκ και άλλοι επιστήμονες, και ο Χάιζενμπεργκ πιθανότατα τη συζήτησε με τον ίδιο τον Χούτερμανς κατά την επίσκεψή του στο εργαστήριο του φον Αρντέν τον Νοέμβριο.116
Ο Χούτερμανς συζήτησε τις ιδέες του ιδιωτικά με τον Βάιτσεκερ και τον Χάιζενμπεργκ. Κατά τον Powers, ο ίδιος και ο Βάιτσεκερ κατέληξαν σε μια σιωπηρή συμφωνία: να υποβαθμίσουν τη σημασία του στοιχείου 94 και να μην προβάλουν τη δυνατότητα κατασκευής βόμβας.117 Η εικόνα αυτή, όμως, δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Το 1941 ο Βάιτσεκερ συνέταξε σχέδιο αίτησης για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που περιέγραφε πώς το στοιχείο 94 παράγεται σε αντιδραστήρα, διαχωρίζεται και χρησιμοποιείται σε βόμβα «περίπου δέκα εκατομμύρια φορές» ισχυρότερη από κάθε γνωστό εκρηκτικό.118 Αντίθετα, η αίτηση του Καρλ Βιρτς για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για αντιδραστήρα, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, δεν ανέφερε καμία στρατιωτική εφαρμογή.119 Η αποτίμηση του ίδιου του Χούτερμανς διχάζει επίσης τους ιστορικούς. Ο Ρόμπερτ Γιουνγκ τον παρουσίασε ως ήρωα. Ο Πολ Λόρενς Ρόουζ τον επέκρινε, γιατί οι ιδέες του για το πλουτώνιο, που αρχικά επιχείρησε να κρύψει από το καθεστώς, κατέληξαν τελικά σε μια επίσημη έκθεση.120
Ο φόβος του Χούτερμανς, πάντως, υπερεκτιμούσε την ευκολία του εγχειρήματος. Ούτε αυτός ούτε ο Βάιτσεκερ υποψιάζονταν πόσο δύσκολη θα ήταν μια βόμβα πλουτωνίου. Πρώτα έπρεπε να λειτουργήσει αντιδραστήρας, κάτι που οι Γερμανοί δεν πέτυχαν ποτέ. Έπειτα έπρεπε να διαχωριστούν ελάχιστες ποσότητες πλουτωνίου από το καύσιμο ουράνιο. Και, τέλος, το ισότοπο πλουτώνιο-240, που σχηματίζεται αναπόφευκτα στον αντιδραστήρα, υφίσταται αυθόρμητη σχάση και προκαλεί πρόωρη πυροδότηση, πρόβλημα που στο Λος Άλαμος λύθηκε μόνο με τη μέθοδο της ενδόρρηξης.121
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι για το στοιχείο 94 δεν έγινε καμία πειραματική δουλειά. Για να παραχθεί και να μελετηθεί πριν υπάρξει αντιδραστήρας χρειαζόταν κυκλοτρόνιο, και η Γερμανία δεν διέθετε κανένα σε λειτουργία. Ο Μπότε στη Χαϊδελβέργη χρειάστηκε έξι χρόνια για να θέσει το δικό του σε λειτουργία, το φθινόπωρο του 1944. Το κυκλοτρόνιο του Ζολιό στο Παρίσι, που επιτάχθηκε το 1940, λειτούργησε υπό τον Βόλφγκανγκ Γκέντνερ. Ο Γκέντνερ όμως είχε συμφωνήσει με τον Ζολιό να μη χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς, και ένας τεχνικός φρόντιζε να είναι πάντα «χαλασμένο» όταν το ζητούσε κάποιο μέλος της Λέσχης Ουρανίου.122 Οι Popp και de Klerk βλέπουν στην πλήρη απουσία έρευνας ενδεχόμενη άρρητη συμφωνία να μην παραχθεί γνώση που θα μπορούσε να προκαλέσει πολιτική πρωτοβουλία για ένα μεγαλύτερο πρόγραμμα. Για τους Γερμανούς επιστήμονες, όπως γράφουν, το στοιχείο 94 έμεινε «φάντασμα».123 Χαρακτηριστικά, η εκτενής έκθεση της HWA του Φεβρουαρίου 1942, που βασιζόταν σε 135 απόρρητες εκθέσεις, δεν ανέφερε καθόλου το στοιχείο 94 στο κυρίως κείμενο. Η πρόβλεψη του Βάιτσεκερ εμφανιζόταν μόνο σε ένα παράρτημα.124
Ακόμη κι αν οι Γερμανοί είχαν στραφεί αποφασιστικά προς το πλουτώνιο, η «βασιλική οδός» περνούσε αναγκαστικά από έναν αντιδραστήρα που να λειτουργεί. Και ο αντιδραστήρας, μετά την απόρριψη του γραφίτη, εξαρτιόταν πλέον αποκλειστικά από το ουράνιο και από το βαρύ ύδωρ του Βέμορκ. Το τίμημα για το νορβηγικό βαρύ ύδωρ θα αποδεικνυόταν, τα επόμενα χρόνια, πολύ βαρύ.
Η επίσκεψη στην Κοπεγχάγη (Σεπτέμβριος 1941)
Το καλοκαίρι του 1941 η ομάδα της Λειψίας ήταν η μόνη που είχε πρόσβαση σε σχεδόν όλο το βαρύ ύδωρ της Γερμανίας. Οι ερευνητές του Βερολίνου έπρεπε να αρκούνται στην παραφίνη, ώσπου να αυξηθεί η παραγωγή της Νορβηγίας.125 Οι ποσότητες, πάντως, ήταν λιγοστές. Το υπουργείο Πολέμου είχε παραγγείλει 1.500 κιλά βαρέος ύδατος, αλλά ως το τέλος του χρόνου είχαν παραδοθεί μόνο 360. Η βιομηχανία είχε στο μεταξύ παραγάγει πάνω από δυόμισι τόνους κονιοποιημένου μεταλλικού ουρανίου, και το εργοστάσιο της Φρανκφούρτης μπορούσε να δίνει το πολύ έναν τόνο τον μήνα. Ωστόσο, όταν ο Χάιζενμπεργκ και ο Ρόμπερτ Ντέπελ έστησαν το επόμενο πείραμα με το πρώτο βαρύ ύδωρ που έφτασε από τη Νορβηγία, χρησιμοποίησαν και πάλι οξείδιο του ουρανίου. Τοποθέτησαν τα στρώματα σε μια βιδωτή σφαίρα αλουμινίου, ακτίνας περίπου 40 εκατοστών, και τη βύθισαν με βαρούλκο σε δεξαμενή νερού στο υπόγειο του Ινστιτούτου Φυσικής της Λειψίας. Οι μετρήσεις δεν έδειξαν αύξηση των νετρονίων. Όταν όμως επανέλαβαν τους υπολογισμούς και συνυπολόγισαν τα νετρόνια που απορροφούσε το αλουμίνιο, κατέληξαν ότι ο συντελεστής παραγωγής νετρονίων ήταν θετικός. Για πρώτη φορά ένιωσαν ότι βρίσκονταν στον σωστό δρόμο.126 Πότε ακριβώς μετρήθηκε στη Γερμανία ο πρώτος σαφής πολλαπλασιασμός νετρονίων δεν είναι βέβαιο. Σε άρθρο του το 2000, ο Cassidy έγραφε ότι τον Αύγουστο του 1941 η ομάδα πλησίαζε το αποτέλεσμα και το επιβεβαίωσε την επόμενη άνοιξη.127 Έναν χρόνο αργότερα, στην Εισαγωγή του στο βιβλίο του Bernstein, τοποθέτησε τον πρώτο πολλαπλασιασμό στα τέλη του 1941, με αύξηση 13% στο εξωτερικό τοίχωμα, και παρέθεσε την έκθεση της ομάδας προς την HWA: μια απλή μεγέθυνση της διάταξης θα οδηγούσε σε «καυστήρα ουρανίου».128 Η Hiebert, τέλος, αποδίδει τον πρώτο πολλαπλασιασμό στο πείραμα L-IV, το καλοκαίρι του 1942.129
Την ίδια περίοδο κυκλοφόρησε ανάμεσα στους Γερμανούς φυσικούς η εργασία του Χούτερμανς για το πλουτώνιο. Κατά τον Cassidy, η συγκυρία των δύο εξελίξεων δημιούργησε μια νέα κρίση. Από τη στιγμή που ένας αντιδραστήρας μπορούσε να παραγάγει σχάσιμο υλικό, η διάκριση ανάμεσα στην εργασία για αντιδραστήρα και στην εργασία για όπλο έπαψε να είναι σαφής.130 Μέχρι τότε οι επιστήμονες μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι έφτιαχναν μια «μηχανή» για ενέργεια, και ότι η βόμβα απαιτούσε τον ανέφικτο ακόμη διαχωρισμό των ισοτόπων. Τώρα ο ίδιος δρόμος οδηγούσε και στα δύο. Όσοι αγνοούσαν τα λάθη που είχαν ήδη γίνει, κυρίως την απόρριψη του γραφίτη και την υπερεκτίμηση της κρίσιμης μάζας, είχαν το φθινόπωρο του 1941 την εντύπωση ότι η γερμανική προσπάθεια ήταν έτοιμη για γρήγορη επιτυχία. Υπήρχε η θεωρία της αλυσιδωτής αντίδρασης, είχε βρεθεί η εναλλακτική του πλουτωνίου, οι πρώτες ύλες της κατεχόμενης Ευρώπης ήταν στα χέρια τους, ο στρατός και η βιομηχανία στήριζαν το πρόγραμμα, και ο δοκιμαστικός αντιδραστήρας της Λειψίας πλησίαζε τον πολλαπλασιασμό των νετρονίων.131 Χρόνια αργότερα ο Χάιζενμπεργκ θυμόταν ότι από τον Σεπτέμβριο του 1941 έβλεπαν μπροστά τους ανοιχτό τον δρόμο προς την ατομική βόμβα.132 Σε συνέντευξή του στο Der Spiegel παραδέχτηκε μάλιστα ότι η κοινοποίηση της εργασίας του Χούτερμανς προκάλεσε «μικρό πανικό».133 Υπήρχε και η ανησυχία για την άλλη πλευρά. Ήδη από τον Ιούλιο ο Βάιτσεκερ είχε ζητήσει από το υπουργείο Εξωτερικών πληροφορίες για την πρόοδο των Αμερικανών, και η απάντηση περιελάμβανε ένα δημοσίευμα της σουηδικής εφημερίδας Stockholms-Tidningen ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες γίνονταν πειράματα για μια νέα βόμβα από ουράνιο.134 Η Ελίζαμπετ Χάιζενμπεργκ έγραψε αργότερα ότι ο σύζυγός της βασανιζόταν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου από τη σκέψη ότι οι Σύμμαχοι, με τους πολύ μεγαλύτερους πόρους τους, θα μπορούσαν να κατασκευάσουν τη βόμβα και να τη χρησιμοποιήσουν εναντίον της Γερμανίας.135 Ύστερα από συζητήσεις με τον Βάιτσεκερ, ο Χάιζενμπεργκ αποφάσισε να ταξιδέψει στη Δανία για να δει τον παλιό του μέντορα, τον Νιλς Μπορ.136

Αφορμή έδωσε ένα συνέδριο αστροφυσικής στο Γερμανικό Πολιτιστικό Ινστιτούτο της Κοπεγχάγης. Τα ινστιτούτα αυτά είχαν ιδρυθεί από το υπουργείο Εξωτερικών στις κατεχόμενες χώρες ως όργανα προπαγάνδας, και η παρουσία διάσημων ομιλητών τους προσέδιδε κύρος.137 Όπως έχει δείξει ο ιστορικός Μαρκ Γουόκερ, ο Χάιζενμπεργκ έκανε όλα τα ταξίδια του σε κατεχόμενες χώρες ως επίσημος εκπρόσωπος της γερμανικής πολιτιστικής προπαγάνδας. Το ταξίδι στην Κοπεγχάγη ήταν ένα από τουλάχιστον έντεκα τέτοια ταξίδια στη διάρκεια του πολέμου.138 Οι αρχές αρνήθηκαν αρχικά να του δώσουν άδεια εξόδου, αλλά μεσολάβησε ο πατέρας του Βάιτσεκερ από το υπουργείο Εξωτερικών. Το βράδυ της 14ης Σεπτεμβρίου 1941 ο Χάιζενμπεργκ πήρε το τρένο για την Κοπεγχάγη, συνοδευόμενος από τον Βάιτσεκερ.139
Η Δανία ζούσε υπό κατοχή από τον Απρίλιο του 1940, με ένα καθεστώς σχετικής αυτονομίας, και επιφανειακά η ζωή συνεχιζόταν κανονικά. Λίγο πριν φτάσει ο Χάιζενμπεργκ, όμως, μια ομάδα Δανών κομμουνιστών και γνωστών αντιπάλων των Ναζί είχε απελαθεί στη Γερμανία. Ο Μπορ, κατά το ήμισυ Εβραίος, είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει τη χώρα για να προστατεύσει το ινστιτούτο του και τους ανθρώπους του. Μποϊκόταρε το Γερμανικό Ινστιτούτο και δεν πήγε καν να ακούσει την ομιλία του πρώην μαθητή του, δέχτηκε όμως να τον δει ιδιωτικά.140 Η στρατιωτική εικόνα εκείνων των ημερών εξηγεί πολλά. Η Ομάδα Στρατιών Βορράς βρισκόταν έξω από το Λένινγκραντ, το Κίεβο ήταν περικυκλωμένο, η Μόσχα περίμενε την επίθεση και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμεναν επισήμως ουδέτερες.141 Ο Cassidy επισημαίνει ότι ο Χάιζενμπεργκ συμμεριζόταν τη στάση των πατριωτών μη ναζί Γερμανών του πνευματικού και στρατιωτικού κατεστημένου, που ήθελαν τη νίκη της Γερμανίας χωρίς να θέλουν τη νίκη του Χίτλερ και πίστευαν ότι τον Σεπτέμβριο του 1941 η τελική νίκη ήταν κοντά.142 Σε γεύματα στο ινστιτούτο του Μπορ, ο Χάιζενμπεργκ υποστήριξε ότι ήταν σημαντικό να κερδίσει η Γερμανία. Η κατοχή της Δανίας, της Νορβηγίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας ήταν κατά τη γνώμη του θλιβερή, αλλά για την Ανατολική Ευρώπη η γερμανική κυριαρχία ήταν καλή εξέλιξη, γιατί οι χώρες αυτές δεν μπορούσαν να αυτοκυβερνηθούν.143 Δύο χρόνια αργότερα, στην κατεχόμενη Ολλανδία, θα έλεγε σε Ολλανδούς συναδέλφους του ότι η Ευρώπη είχε να διαλέξει ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία, και ότι μια Ευρώπη υπό γερμανική ηγεσία θα ήταν το μικρότερο κακό.144
Τι ακριβώς ειπώθηκε στην ιδιωτική συζήτηση των δύο ανδρών δεν θα το μάθουμε ποτέ. Οι πηγές δεν συμφωνούν ούτε για τον τόπο: ο Χάιζενμπεργκ και ο Βάιτσεκερ μιλούσαν για έναν βραδινό περίπατο, ο Μπορ για το γραφείο του στο ινστιτούτο, και αμφισβητείται ακόμη και αν έγινε δείπνο στο σπίτι του.145 Συμφωνούν μόνο ότι κάποια στιγμή η κουβέντα έφτασε στη δυνατότητα κατασκευής πυρηνικών όπλων, και ότι αυτό ήταν που αναστάτωσε τον Μπορ.146 Ο Χάιζενμπεργκ έδωσε τη δική του εκδοχή σε επιστολή του προς τον δημοσιογράφο Ρόμπερτ Γιουνγκ, που δημοσιεύθηκε στη δανική έκδοση του βιβλίου του «Πιο λαμπερό από χίλιους ήλιους» (1957). Σημείωνε ότι η μνήμη του δεν ήταν πια καθαρή, και ότι, γνωρίζοντας πως ο Μπορ βρισκόταν υπό επιτήρηση, είχε μιλήσει με τρόπο που να μη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του. Ρώτησε, όπως έγραφε, αν ήταν σωστό οι φυσικοί να ασχολούνται σε καιρό πολέμου με το πρόβλημα του ουρανίου. Ο Μπορ, ελαφρά τρομαγμένος, ρώτησε με τη σειρά του αν πίστευε πράγματι ότι η σχάση μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για όπλα. Ο Χάιζενμπεργκ απάντησε ότι αυτό ήταν κατ’ αρχήν δυνατό, αλλά θα απαιτούσε τρομακτική τεχνική προσπάθεια, που ήλπιζε να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί σε αυτόν τον πόλεμο. Ο Μπορ, κατά τον Χάιζενμπεργκ, σοκαρίστηκε, πιστεύοντας ότι η Γερμανία είχε προχωρήσει πολύ, και ο ίδιος δεν κατάφερε να διορθώσει την εντύπωση, επειδή μιλούσε με υπερβολική επιφύλαξη.147
Ο Μπορ θυμόταν κάτι πολύ διαφορετικό. Όταν διάβασε το βιβλίο του Γιουνγκ, έγραψε στον Χάιζενμπεργκ μια σειρά από επιστολές που δεν έστειλε ποτέ. Το Αρχείο Νιλς Μπορ τις έδωσε στη δημοσιότητα το 2002, και ο διευθυντής του, Φιν Όζερουντ, προειδοποίησε ότι πρόκειται για πρόχειρα, γραμμένα δεκαέξι και πλέον χρόνια μετά τα γεγονότα.148 Σε αυτά ο Μπορ γράφει ότι ο Χάιζενμπεργκ και ο Βάιτσεκερ εξέφρασαν τη σαφή πεποίθηση ότι η Γερμανία θα νικούσε. Γράφει επίσης ότι ο Χάιζενμπεργκ, με αόριστους όρους, του έδωσε την ισχυρή εντύπωση πως στη Γερμανία, υπό τη δική του ηγεσία, γινόταν ό,τι ήταν δυνατό για την ανάπτυξη ατομικών όπλων, και ότι ο πόλεμος, αν διαρκούσε αρκετά, θα κρινόταν με αυτά.149 Σε ένα από τα πρόχειρα σημειώνεται ότι ο Χάιζενμπεργκ, χωρίς να μπει σε τεχνικές λεπτομέρειες, ήθελε να καταλάβει ο Μπορ ότι ήξερε τι έλεγε, αφού εδώ και δύο χρόνια δούλευε αποκλειστικά πάνω στο ζήτημα.150 Ο Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, που άκουσε την ιστορία από τον ίδιο τον Μπορ, είπε ότι ο Μπορ είχε την εντύπωση πως οι δύο Γερμανοί δεν ήρθαν για να πουν τι ήξεραν, αλλά για να δουν αν ήξερε εκείνος κάτι που δεν ήξεραν οι ίδιοι.151
Οι ερμηνείες για τον σκοπό του ταξιδιού ποικίλλουν. Η Ελίζαμπετ Χάιζενμπεργκ υποστήριξε μετά τον θάνατο του συζύγου της ότι εκείνος ήθελε να πείσει τον Μπορ για μια διεθνή συμφωνία των πυρηνικών φυσικών να μην κατασκευάσουν βόμβα. Άλλοι πιστεύουν ότι ήθελε να αποσπάσει από τον Μπορ πληροφορίες για το συμμαχικό πρόγραμμα, τις οποίες ο Μπορ δεν είχε.152 Η Hiebert δίνει έμφαση στη μοναξιά του Χάιζενμπεργκ, που αναζητούσε από τον πνευματικό του πατέρα επαφή και άφεση.153 Ο Gottstein, που συζήτησε το θέμα με τον ίδιο τον Χάιζενμπεργκ, υπερασπίζεται την εκδοχή της συμφωνίας. Κατά τον Gottstein, ο Χάιζενμπεργκ ήθελε να μεταφέρει ότι η βόμβα θα χρειαζόταν πολλά χρόνια και άρα δεν θα επιχειρούνταν στη Γερμανία στο άμεσο μέλλον, και να ρωτήσει τον Μπορ αν η μικρή διεθνής κοινότητα των φυσικών μπορούσε να συμφωνήσει να μην εργαστεί καθόλου για τέτοια όπλα. Ενήργησε με δική του πρωτοβουλία, διακινδυνεύοντας τη ζωή του, αλλά ο Μπορ διέκοψε τη συζήτηση μόλις κατάλαβε προς τα πού πήγαινε.154 Ο Χανς Μπέτε το συνόψισε λέγοντας ότι οι δύο φυσικοί απλώς μίλησαν χωρίς να καταλάβει ο ένας τον άλλον, ξεκινώντας από διαφορετικές παραδοχές.155 Ο ίδιος ο Μπορ, το 1961, είπε σε Σοβιετικούς συναδέλφους του ότι ο Χάιζενμπεργκ ήταν πολύ έντιμος άνθρωπος, και ότι ήταν εκπληκτικό πώς μπορεί κανείς να ξεχάσει τις απόψεις του όταν τις αλλάζει σταδιακά.156
Ο Cassidy είναι πιο αυστηρός. Επισημαίνει ότι σε καμία άλλη πηγή του πολέμου, και ιδίως του 1941, δεν υπάρχει ένδειξη ότι τα ηθικά ζητήματα της πυρηνικής έρευνας απασχολούσαν ιδιαίτερα τον Χάιζενμπεργκ. Για ηθικές συμβουλές, άλλωστε, είχε στο Βερολίνο τον Μαξ Πλανκ και τον Μαξ φον Λάουε, και δεν φαίνεται να τους ρώτησε ποτέ. Κατά τον Cassidy, το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο δείχνει ότι ο Χάιζενμπεργκ ήθελε να πείσει τον Μπορ ότι η φαινομενικά αναπόφευκτη γερμανική νίκη δεν θα ήταν τόσο κακή για την Ευρώπη, αφού η εναλλακτική ήταν η σοβιετική κυριαρχία. Ήθελε επίσης ο Μπορ να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να αποτρέψει τους συμμάχους επιστήμονες από το να κατασκευάσουν μια βόμβα που θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της Γερμανίας. Ο Μπορ κατάλαβε αμέσως τις προθέσεις του και διέκοψε τη συζήτηση.157
Στη συζήτηση προστέθηκε αργότερα και ένα σχέδιο. Όταν ο Μπορ έφτασε στο Λος Άλαμος το 1943, εξετάστηκε εκεί ένα σκίτσο που συνδεόταν με τον Χάιζενμπεργκ. Ο Μπέτε και ο Έντουαρντ Τέλλερ υπέθεσαν αρχικά ότι απεικόνιζε βόμβα και αναρωτήθηκαν αν οι Γερμανοί σκόπευαν να ρίξουν έναν αντιδραστήρα στο Λονδίνο, για να καταλήξουν ότι επρόκειτο σαφώς για σχέδιο αντιδραστήρα με ράβδους ελέγχου.158 Ο Jeremy Bernstein, που πρώτος έφερε την ιστορία στο φως από συνεντεύξεις του με τον Μπέτε, εντόπισε ότι το σχέδιο συζητήθηκε σε σύσκεψη στο Λος Άλαμος στις 31 Δεκεμβρίου 1943. Όλοι οι επιζώντες συμμετέχοντες συμφωνούσαν ότι υπήρχε σχέδιο και ότι συνδεόταν κάπως με τον Χάιζενμπεργκ. Ο Όγκε Μπορ, γιος του Νιλς, αρνήθηκε όμως κατηγορηματικά ότι ο Χάιζενμπεργκ έδωσε ποτέ τέτοιο σχέδιο στον πατέρα του. Ο Bernstein πιστεύει ότι ο Όγκε Μπορ έχει δίκιο, γιατί ο προσεκτικός Χάιζενμπεργκ δύσκολα θα παρέδιδε ένα άκρως απόρρητο έγγραφο, και εικάζει ότι το σχέδιο ή τα στοιχεία του προήλθαν από κάποιον άλλον Γερμανό επισκέπτη αργότερα.159 Η Hiebert, αντίθετα, το παρουσιάζει ως σκίτσο που έκανε ο ίδιος ο Χάιζενμπεργκ κατά την επίσκεψή του.160
Διαφωνία υπάρχει και για τη συνέχεια. Η Hiebert γράφει ότι μετά από εκείνο το βράδυ οι δύο άνδρες δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά ως φίλοι.161 Ο Gottstein όμως επικαλείται μια επιστολή του Χάιζενμπεργκ προς τη σύζυγό του, γραμμένη πριν φύγει από την Κοπεγχάγη και δημοσιευμένη μόλις το 2011. Σύμφωνα με αυτήν, δύο ημέρες μετά την κρίσιμη συζήτηση πέρασε ένα αρμονικό βράδυ στο σπίτι του Μπορ, όπου μίλησαν για φυσική, ο ίδιος έπαιξε πιάνο και ο Μπορ του διάβασε μια ιστορία. Μετά τον πόλεμο οι δύο οικογένειες επισκέπτονταν η μία την άλλη.162 Ο Βάιτσεκερ, πάντως, γύρισε στη Γερμανία με αντίγραφα πρόσφατων τευχών του Physical Review. Η σχεδόν πλήρης απουσία άρθρων για το ουράνιο ερμηνεύθηκε ως ένδειξη ότι οι Αμερικανοί δεν ασχολούνταν ενεργά με το πρόβλημα.163 Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του, την 1η Οκτωβρίου 1941, ο Χάιζενμπεργκ έγραψε στον ιστορικό Χέρμαν Χάιμπελ ότι ίσως μια μέρα οι άνθρωποι θα συνειδητοποιούσαν πως είχαν τη δύναμη να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τη γη. Ο Cassidy διαβάζει στη φράση μια συγκαλυμμένη αναφορά στα πυρηνικά όπλα.164 Ο Gottstein, από την ίδια επιστολή, κρατά τον χαρακτηρισμό του Χάιζενμπεργκ ότι η σκέψη για καταστροφή μεγάλης κλίμακας με ατομική ενέργεια ήταν «φαντασιοκοπία», τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον.165
Ό,τι κι αν επεδίωκε ο Χάιζενμπεργκ, το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο. Ο Μπορ πείστηκε ότι οι Γερμανοί εργάζονταν για τη βόμβα με επικεφαλής τον μαθητή του, και όταν κατέφυγε στους Συμμάχους, η εντύπωση αυτή έδωσε στους Αμερικανούς έναν ακόμη λόγο να επιταχύνουν το δικό τους πρόγραμμα.166 Η συνάντηση ενέπνευσε μισό αιώνα αργότερα το θεατρικό έργο του Μάικλ Φρέιν Κοπεγχάγη (1998), που ξανάνοιξε τη συζήτηση. Ο Cassidy παρατηρεί όμως ότι το έργο απομονώνει ένα επεισόδιο που ήταν μόνο μία έκφανση του ηγετικού ρόλου του Χάιζενμπεργκ στη γερμανική πυρηνική έρευνα.167
Από την επανεξέταση στην υποβάθμιση (Δεκέμβριος 1941–Ιούνιος 1942)
Όταν ο Χάιζενμπεργκ επέστρεψε από την Κοπεγχάγη, το πρόγραμμα έμοιαζε έτοιμο για μια γρήγορη επιτυχία, όπως το έβλεπαν τουλάχιστον όσοι αγνοούσαν τα λάθη του. Η εξέλιξη όμως πήρε άλλη τροπή.168 Τον χειμώνα του 1941 η Βέρμαχτ καθηλώθηκε μπροστά στη Μόσχα, και ο Χίτλερ διέταξε την ολική κινητοποίηση της οικονομίας και την επιτάχυνση της πολεμικής παραγωγής. Η HWA έπρεπε πλέον να επικεντρωθεί σε εξοπλιστικά προγράμματα που θα έδιναν αποτελέσματα στο εγγύς μέλλον. Ο ίδιος ο Χάιζενμπεργκ στη συνέντευξη του στη γαλλική εφημερίδα Nouvel Observateur το 1968 λέει ότι, μετά τις πρώτες απώλειες έξω από τη Μόσχα, ο Χίτλερ διέταξε να σταματήσουν όλα τα δαπανηρά προγράμματα που δεν θα ήταν αξιοποιήσιμα μέσα σε εννέα μήνες.169 Στις 5 Δεκεμβρίου ο Έριχ Σούμαν ενημέρωσε γραπτώς τους επικεφαλής της Λέσχης Ουρανίου ότι ο στρατός θα συνέχιζε να στηρίζει την έρευνα της σχάσης «μόνο αν υπάρχει βεβαιότητα ότι θα επιτευχθεί εφαρμογή στο προβλεπτό μέλλον».170
Ο Μπότε, ο Χαν, ο Χάρτεκ και ο Χάιζενμπεργκ κλήθηκαν να παρουσιάσουν την πρόοδο των εργασιών τους σε σύσκεψη στο Βερολίνο, στα μέσα Δεκεμβρίου. Η σύσκεψη έγινε σε απαισιόδοξο κλίμα και κατέληξε ότι η σχάση δεν θα πρόσφερε, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον, σημαντικό πλεονέκτημα στον πόλεμο. Το διακύβευμα για τους επιστήμονες δεν ήταν αμελητέο. Όσοι δεν θεωρούνταν χρήσιμοι στο εργαστήριο μπορούσαν να βρεθούν με το όπλο στο Ανατολικό Μέτωπο.171 Αφού κανείς δεν μπορούσε να δώσει εγγυήσεις, ο στρατός περιέκοψε τη χρηματοδότηση στις αρχές του 1942. Παραιτήθηκε από τον έλεγχο του Ινστιτούτου Φυσικής Κάιζερ Βίλχελμ και περιόρισε τη στήριξή του σε ένα μικρό πρόγραμμα αντιδραστήρα υπό τον Ντίμπνερ, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο στρατιωτικό ερευνητικό κέντρο του Γκότο, νότια του Βερολίνου.172 Κατά τους Popp και de Klerk, η HWA είχε αναλάβει το πρόγραμμα με μισή καρδιά το 1939 και με μισή καρδιά το επέστρεψε στα τέλη του 1941.173
Το κενό που άφησε ο στρατός δεν έμεινε ακάλυπτο. Το πρόγραμμα δεν είχε ποτέ ενιαία διοίκηση, και πλέον τουλάχιστον έξι ομάδες διεκδικούσαν τον έλεγχό του. Η πρώτη ήταν ο Χάιζενμπεργκ με τους ακαδημαϊκούς συνεργάτες του, όπως ο Βάιτσεκερ και ο Βιρτς. Η δεύτερη ήταν ο Ντίμπνερ με τους επιστήμονες της HWA. Το Συμβούλιο Ερευνών του Ράιχ, που είχε κινήσει το πρόγραμμα το 1939 πριν το χάσει από τον στρατό, περίμενε την ευκαιρία να το ανακτήσει, ενώ ενδιαφέρον έδειχνε και το υπουργείο Παιδείας. Έξω από το πρόγραμμα, μια ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον διαπρεπή αεροδυναμικό Λούντβιχ Πραντλ (Ludwig Prandtl, 1875–1953) προσπαθούσε να πείσει την ηγεσία για τη σημασία της σχάσης. Τέλος, από τον Φεβρουάριο του 1942 μπήκε στο παιχνίδι ο νέος υπουργός Εξοπλισμών, Άλμπερτ Σπέερ (Albert Speer, 1905–1981).174
Για να προβάλουν το έργο τους, το Συμβούλιο Ερευνών και η HWA οργάνωσαν στις 26 Φεβρουαρίου 1942 μια σειρά διαλέξεων σε δύο σκέλη. Πρώτα θα μιλούσαν οι φυσικοί σε μια εκλαϊκευτική συνεδρία για τα στελέχη του καθεστώτος, που δεν είχαν γνώσεις φυσικής, και στη συνέχεια θα συζητούσαν τα προβλήματά τους μεταξύ ειδικών στο Χάρνακ-Χάους.175 Η εναρκτήρια ομιλία του Σούμαν είχε τον τίτλο «Η πυρηνική φυσική ως όπλο».176 Ο Γκέρινγκ (Hermann Göring, 1893–1946), ο Χίμλερ (Heinrich Himmler, 1900–1945), ο Μπόρμαν (Martin Bormann, 1900–1945), ο Σπέερ και άλλα υψηλά στελέχη του κόμματος είχαν προσκληθεί, αλλά δεν ήρθε κανείς.177 Κατά τον Κατσικογιώργο, η αιτία ήταν ένα γραφειοκρατικό λάθος. Ένας υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας έστειλε στους επίσημους προσκεκλημένους, αντί για το πρόγραμμα της εκλαϊκευτικής συνεδρίας, την πυκνή ατζέντα με τις περίπου είκοσι πέντε ειδικές ανακοινώσεις και τους δυσνόητους επιστημονικούς τίτλους.178 Από τους κυβερνητικούς παρευρέθηκε τελικά ο υπουργός Παιδείας Μπέρνχαρντ Ρουστ (Bernhard Rust, 1883–1945), ένας από τους πιο φανατικούς ρατσιστές του καθεστώτος, που καμάρωνε ότι επί των ημερών του είχαν διωχθεί οι Εβραίοι από τα πανεπιστήμια.179
Μίλησαν ο Σούμαν, ο Χαν, ο Μπότε, ο Χάρτεκ και ο Χάιζενμπεργκ.180 Ο Χάιζενμπεργκ προσπάθησε να εξηγήσει την ουσία του προβλήματος με μια εικόνα κατανοητή στους μη ειδικούς. Παρομοίασε τα νετρόνια με έναν πληθυσμό, όπου η σχάση αντιστοιχεί στον γάμο που δίνει απογόνους και η σύλληψη στον θάνατο. Στο φυσικό ουράνιο οι θάνατοι υπερτερούν των γεννήσεων και ο πληθυσμός σβήνει γρήγορα. Για να λειτουργήσει ένας αντιδραστήρας ή ένας εκρηκτικός μηχανισμός, έπρεπε είτε να αυξηθούν οι απόγονοι κάθε γάμου είτε να μειωθούν οι θάνατοι, δηλαδή οι συλλήψεις από το U-238, με εμπλουτισμό του ουρανίου στο σπάνιο ισότοπο U-235.181 Η διάλεξή του ήταν μείγμα εκλαϊκευμένης επιστήμης και στρατιωτικών υποσχέσεων. Αν συγκεντρωνόταν αρκετό καθαρό U-235, ώστε η διαφυγή νετρονίων από την επιφάνεια να είναι μικρή σε σχέση με τον πολλαπλασιασμό στο εσωτερικό, η ενέργεια της σχάσης θα απελευθερωνόταν σε κλάσμα του δευτερολέπτου. Το καθαρό U-235 ήταν επομένως, όπως είπε, ένα εκρηκτικό «εντελώς αδιανόητης ισχύος». Μίλησε και για τον δρόμο του πλουτωνίου: ένας λειτουργικός αντιδραστήρας θα παρήγαγε ένα νέο στοιχείο, κατά πάσα πιθανότητα εξίσου εκρηκτικό.182 Πρόσθεσε ακόμη ότι οι Αμερικανοί έμοιαζαν να ακολουθούν αυτή την κατεύθυνση με ιδιαίτερη βιασύνη.183 Ταυτόχρονα, όμως, προειδοποίησε ότι οι μέθοδοι διαχωρισμού των ισοτόπων δεν ήταν ακόμη διαθέσιμες και ότι τα τεχνικά προβλήματα δεν επέτρεπαν να περιμένει κανείς γρήγορα αποτελέσματα.184 Την ίδια εποχή κυκλοφόρησε η εκτενής έκθεση της HWA για όλη την έως τότε δουλειά, περίπου διακοσίων σελίδων. Χωρίς να κατονομάζει συντάκτη ή να εξηγεί τη μέθοδο υπολογισμού, έδινε για την κρίσιμη μάζα μια τιμή μεταξύ 10 και 100 κιλών.185
Η σύσκεψη πέτυχε περισσότερα απ’ όσα ίσως ήθελαν οι διοργανωτές της. Στο Φαρμ Χολ ο Χάιζενμπεργκ θυμόταν ότι τότε έπεισαν τον Ρουστ πως είχαν «απολύτως σαφείς αποδείξεις ότι μπορούσε να γίνει».186 Εντυπωσιασμένος, ο Ρουστ έκρινε ότι η πυρηνική ενέργεια ήταν πολύ σημαντική για να μείνει στην Εταιρεία Κάιζερ Βίλχελμ. Ανέθεσε το πρόγραμμα στο Συμβούλιο Ερευνών, υπό τον Άμπραχαμ Έζαου, πιστό ναζί και επικεφαλής του τμήματος Φυσικής, που ονομάστηκε «πληρεξούσιος» για την πυρηνική φυσική.187 Τα νέα έφτασαν μέχρι τον Γιόζεφ Γκέμπελς (Joseph Goebbels, 1897–1945), ο οποίος σημείωσε στο ημερολόγιό του ότι η έρευνα στη διάσπαση του ατόμου είχε προχωρήσει τόσο, ώστε τα αποτελέσματά της μπορούσαν υπό ορισμένες προϋποθέσεις να χρησιμοποιηθούν στον πόλεμο, και ότι με τρόμο θα έβλεπε κανείς την πορεία ενός παρατεταμένου πολέμου.188 Για τους επιστήμονες ήταν μια επικίνδυνη εξέλιξη. Ο Γκέμπελς φανταζόταν ένα όπλο που θα μπορούσε να κατασκευαστεί αρκετά γρήγορα για να κρίνει τον πόλεμο, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν καταφέρει ακόμη να λειτουργήσει ούτε ένας αντιδραστήρας.189
Η Εταιρεία Κάιζερ Βίλχελμ, που ήθελε να πάρει πίσω το ινστιτούτο της στο Βερολίνο, ζήτησε τη βοήθεια του Σπέερ. Εκείνος έπεισε τον Χίτλερ να τεθεί ο Γκέρινγκ επικεφαλής του Συμβουλίου Ερευνών. Την ίδια περίοδο η Γερμανική Εταιρεία Φυσικής αξιοποίησε την πιθανή πολεμική συμβολή της πυρηνικής φυσικής για να αποκαταστήσει τη θεωρητική φυσική, που οι οπαδοί της «Γερμανικής Φυσικής» είχαν στιγματίσει, και μαζί της τον Χάιζενμπεργκ.190 Ο Χάιζενμπεργκ ανέλαβε στην πράξη τη διεύθυνση του ινστιτούτου στη θέση του Ντίμπνερ. Τον τίτλο του διευθυντή, ωστόσο, δεν τον πήρε, γιατί η θέση έμενε τυπικά δεσμευμένη για τον Ντεμπάι.191 Έγινε έτσι ο επιστημονικός επικεφαλής του προγράμματος. Η ημερομηνία διαφέρει από πηγή σε πηγή: ο Κατσικογιώργος γράφει 24 Απριλίου, ο Bernstein και οι Popp και de Klerk Ιούνιο, ο Cassidy και ο Gottstein Ιούλιο του 1942.192 Ο διορισμός δεν άρεσε σε όλους. Ο Χάρτεκ ρωτούσε μετά τον πόλεμο πώς μπορεί να ηγείται μιας νέας τεχνολογίας κάποιος που δεν είχε κάνει ποτέ του πείραμα.193
Ο Ντίμπνερ αποχώρησε από το ινστιτούτο και συγκέντρωσε την ομάδα του στο Γκότο, παίρνοντας μαζί του όσο ουράνιο, βαρύ ύδωρ και παραφίνη μπόρεσε.194 Η έρευνα για τον αντιδραστήρα μοιράστηκε έτσι σε δύο κέντρα που ανήκαν σε διαφορετικούς φορείς: το ινστιτούτο του Χάιζενμπεργκ, υπό την Εταιρεία Κάιζερ Βίλχελμ, και την ομάδα του Ντίμπνερ, υπό την HWA. Η αντιπαλότητα των δύο ανδρών έγινε πλέον ανοιχτή.195 Τον συντονισμό τους είχε, ως πληρεξούσιος του Συμβουλίου Ερευνών για την πυρηνική φυσική, ο Έζαου, τον οποίο ο Γκέρινγκ επικύρωσε επίσημα στη θέση αυτή στα τέλη του 1942. Τον καθημερινό συντονισμό, ωστόσο, και κυρίως την κατανομή των λιγοστών υλικών, τον ασκούσε ο αναπληρωτής του, ο ίδιος ο Ντίμπνερ, που συνέχιζε παράλληλα τα δικά του πειράματα στο Γκότο.196
Ο Σπέερ και η σύσκεψη της 4ης Ιουνίου 1942
Η μεταφορά του προγράμματος στο Συμβούλιο Ερευνών έλυσε το ζήτημα του ποιος θα το διοικούσε, όχι όμως και το ζήτημα των πόρων. Στη Γερμανία του 1942 η χρηματοδότηση και οι προτεραιότητες της πολεμικής παραγωγής περνούσαν όλο και περισσότερο από τον νέο υπουργό Εξοπλισμών. Ο Σπέερ ήταν ένας από εκείνους που είχαν αναλάβει να εντοπίσουν τα προγράμματα που θα μπορούσαν να δώσουν στη Γερμανία αποφασιστικό πλεονέκτημα, και το πυρηνικό πρόγραμμα έφτασε στην προσοχή του στις αρχές του 1942.197 Στη θέση αυτή είχε βρεθεί απρόσμενα. Στις 8 Φεβρουαρίου 1942 επρόκειτο να πετάξει με τον υπουργό Εξοπλισμών Φριτς Τοντ (Fritz Todt, 1891–1942), αλλά ύστερα από μια εξαντλητική νυχτερινή συνομιλία με τον Χίτλερ προτίμησε να μείνει, και γλίτωσε από το αεροπορικό δυστύχημα στο οποίο σκοτώθηκε ο Τοντ. Ο Χίτλερ τον διόρισε αμέσως διάδοχό του.198
Την άνοιξη, ο στρατηγός Φρίντριχ Φρομ (Friedrich Fromm, 1888–1945), διοικητής του Εφεδρικού Στρατού, του είπε ότι η μόνη ελπίδα να κερδίσουν τον πόλεμο ήταν ένα νέο όπλο, ικανό να καταστρέψει ολόκληρες πόλεις, και του πρότεινε να ακούσει τους επιστήμονες.199 Ο Σπέερ ήθελε επίσης να βεβαιωθεί ότι ο Χίτλερ, με την τάση του να προωθεί φανταστικά σχέδια, δεν θα επένδυε σε μια βόμβα που ίσως ήταν ανέφικτη. Ως τότε ο Χίτλερ είχε δείξει ελάχιστο ενδιαφέρον, εν μέρει επειδή ο Φίλιπ Λέναρντ τον είχε πείσει ότι η πυρηνική φυσική και η σχετικότητα ήταν πεδία εβραϊκής επιρροής.200

Η σύσκεψη έγινε στις 4 Ιουνίου 1942 στο Χάρνακ-Χάους, την έδρα της Εταιρείας Κάιζερ Βίλχελμ.201 Μαζί με τον Σπέερ και τον αναπληρωτή του Καρλ-Ότο Ζάουρ (Karl-Otto Saur, 1902–1966) ήρθαν ο Φρομ, ο επικεφαλής της HWA στρατηγός Έμιλ Λέεμπ (Emil Leeb, 1881–1969), ο ναύαρχος Καρλ Βίτσελ (Karl Witzell, 1884–1976) για το Ναυτικό και ο στρατάρχης Έρχαρντ Μιλχ (Erhard Milch, 1892–1972) από το υπουργείο Αεροπορίας. Ήταν το στρατιωτικό ακροατήριο που το Συμβούλιο Ερευνών δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τον Φεβρουάριο. Από την πλευρά των επιστημόνων, στην αίθουσα βρίσκονταν περίπου πενήντα άτομα, ανάμεσά τους ο Χαν, ο Χάρτεκ, ο Στράσμαν, ο Βάιτσεκερ, ο Βιρτς, ο φον Αρντέν και ο Ντίμπνερ.202 Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη. Οι βομβαρδισμοί της RAF στις γερμανικές πόλεις είχαν εξοργίσει τον Χίτλερ, και η Λουφτβάφε, που δεν είχε κάμψει τη Βρετανία ούτε είχε προστατεύσει τη Γερμανία, βρισκόταν υπό πίεση.203 Ο Μιλχ ήταν μάλιστα από εκείνους που είχαν συμβάλει στη διοργάνωση της σύσκεψης.204
Το κείμενο της ομιλίας του Χάιζενμπεργκ θεωρούνταν για δεκαετίες χαμένο. Ο Cassidy έγραφε ακόμη το 2001 ότι δεν είχε διασωθεί, και ότι ο Χάιζενμπεργκ πιθανότατα επανέλαβε όσα είχε πει τον Φεβρουάριο.205 Το 2005 όμως ο ιστορικός Ράινερ Κάρλς (Rainer Karlsch, γενν. 1957) το εντόπισε σε αρχείο της Μόσχας.206 Η ομιλία, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν απλή επανάληψη: αυτή τη φορά ο Χάιζενμπεργκ άρχισε από τις στρατιωτικές εφαρμογές. Είπε ότι, μετά την κατασκευή του «καυστήρα ουρανίου» με τον τρόπο που είχε υποδείξει ο Βάιτσεκερ, δεν φαινόταν αδύνατο να αποκτηθούν κάποτε εκρηκτικά εκατομμύρια φορές αποτελεσματικότερα από κάθε γνωστό. Αμέσως, όμως, έστρεψε την προσοχή στον ίδιο τον αντιδραστήρα, που θα μπορούσε να κινεί πλοία, ίσως ακόμη και αεροπλάνα μεγάλης εμβέλειας, και να παράγει ραδιενεργές ουσίες για πλήθος εφαρμογών.207 Όταν ο Μιλχ ρώτησε πόσο μεγάλη θα έπρεπε να είναι μια βόμβα για να καταστρέψει μια πόλη, ο Χάιζενμπεργκ απάντησε, σύμφωνα με τη γνωστή αφήγηση, «όσο ένας ανανάς».208 Η απάντηση τροφοδοτεί ως σήμερα τη διαμάχη για το αν ο Χάιζενμπεργκ γνώριζε τη σωστή τάξη μεγέθους της κρίσιμης μάζας. Οι υπερασπιστές του επικαλούνται τα 10 με 100 κιλά της έκθεσης της HWA. Οι επικριτές του θυμίζουν ότι στο Φαρμ Χολ, μετά τη Χιροσίμα, μίλησε για τόνους U-235 και παραδέχτηκε ότι δεν είχε κάνει ποτέ τον υπολογισμό.209
Όταν ο Σπέερ ρώτησε ευθέως για τη βόμβα, η απάντηση ήταν, όπως έγραψε αργότερα, «καθόλου ενθαρρυντική». Ο Χάιζενμπεργκ δήλωσε ότι η επιστημονική λύση είχε βρεθεί και θεωρητικά τίποτε δεν εμπόδιζε την κατασκευή μιας βόμβας, αλλά οι τεχνικές προϋποθέσεις θα απαιτούσαν χρόνια, δύο τουλάχιστον, ακόμη και με μέγιστη στήριξη.210 Ο Σπέερ προσφέρθηκε να διαθέσει όλη του την εξουσία για να χτιστούν κυκλοτρόνια εξίσου μεγάλα ή μεγαλύτερα από των Αμερικανών. Ο Χάιζενμπεργκ αρνήθηκε, επικαλούμενος έλλειψη εμπειρίας, απάντηση που οι Popp και de Klerk κρίνουν ακατανόητη, αφού ο Μπότε κατασκεύαζε κυκλοτρόνιο και ο Γκέντνερ είχε δουλέψει σε ένα στο Μπέρκλεϊ.211 Όταν ο Σπέερ ζήτησε να μάθει τι χρειάζονταν σε χρήματα και υλικά, το ποσό που ζητήθηκε ήταν τόσο μικρό ώστε τον εξέπληξε. Κατά τον Powers, ζητήθηκαν 350.000 μάρκα, μόλις 75.000 περισσότερα από τον υπάρχοντα προϋπολογισμό.212 Ο Bernstein μιλά για «μερικά εκατομμύρια μάρκα». Σε κάθε περίπτωση, ο Σπέερ έκρινε το ποσό παράλογα χαμηλό και κατάλαβε, όπως ισχυρίστηκε, ότι οι επιστήμονες δεν σκόπευαν πια σοβαρά να κατασκευάσουν βόμβα.213 Στις 23 Ιουνίου ενημέρωσε τον Χίτλερ ότι η ατομική βόμβα έβγαινε από τους υπολογισμούς.214 Το υπουργείο του εγκατέλειψε επίσημα το ενδιαφέρον για το όπλο προς το τέλος του 1942 και προσανατόλισε την έρευνα σε μια «μηχανή ουρανίου» για την παραγωγή ενέργειας.215 Το πρόγραμμα, πάντως, διατήρησε ως το τέλος του πολέμου μια μέτρια χρηματοδότηση και προτεραιότητα, που ήταν απολύτως αρκετή για τον Χάιζενμπεργκ και τους περισσότερους συναδέλφους του.216
Γιατί ζήτησαν τόσο λίγα; Μετά τον πόλεμο ο Χάιζενμπεργκ έλεγε ότι δεν είχε το ηθικό θάρρος να προτείνει ένα πρόγραμμα με δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους.217 Ο Gottstein υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα σταμάτησε απλώς επειδή είχε φανεί ότι μια βόμβα θα ήταν εξαιρετικά ακριβή και χρονοβόρα, και ότι ο Χάιζενμπεργκ ανακουφίστηκε που γλίτωσε από το ηθικό δίλημμα.218 Ο Cassidy δίνει μια πιο πεζή εξήγηση. Οι επιστήμονες πίστευαν ότι τα τεχνικά εμπόδια ήταν τόσο μεγάλα, ώστε καμία πλευρά δεν θα τα ξεπερνούσε πριν τελειώσει ο πόλεμος. Με τη στάση τους εξασφάλισαν μόνιμη χρηματοδότηση, αναγνώριση από το καθεστώς, ιδεολογική αποκατάσταση, απαλλαγή από τη στράτευση και ενδιαφέρουσα έρευνα, χωρίς να διακινδυνεύσουν ένα πρόγραμμα βόμβας που πιθανότατα θα αποτύγχανε.219 Ο κίνδυνος ήταν πραγματικός. Ο ίδιος ο Έζαου προειδοποιούσε τους επιστήμονες να μη μιλούν πολύ για βόμβα, γιατί, αν μετά από δύο χρόνια δεν υπήρχε βόμβα, θα ήταν χαμένοι.220 Κανείς στη Λέσχη Ουρανίου δεν αντέκρουσε έτσι τη στρατηγική του Χάιζενμπεργκ, που είχε κάθε λόγο να μη ζητήσει περισσότερα. Οι Popp και de Klerk πηγαίνουν ένα βήμα παραπέρα: θεωρούν ότι και η HWA συμμεριζόταν σε κάποιον βαθμό τον στόχο να μη δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια πολιτική απόφαση υπέρ ενός φιλόδοξου προγράμματος βόμβας.221 Το συνολικό κόστος του γερμανικού προγράμματος από το 1939 ως το 1945 έφτασε τα δέκα εκατομμύρια μάρκα περίπου, χίλιες φορές λιγότερο από το Σχέδιο Μανχάταν.222
Μερικά βράδια μετά τη σύσκεψη, κάποιοι από τους φυσικούς κάθισαν σε ένα καφέ στο Κουρφίρστενταμ και ομολόγησαν την ανακούφισή τους που δεν θα χρειαζόταν να φτιάξουν βόμβα. Ανάμεσά τους ήταν και ο Πάουλ Ρόσμπαουντ, εκδότης επιστημονικών περιοδικών και πληροφοριοδότης των Βρετανών. Άκουγε με αυξανόμενη αγανάκτηση, ώσπου τους είπε ότι, αν ήξεραν πώς να την κατασκευάσουν, θα την πρόσφεραν στον Φύρερ τους σε ασημένιο δίσκο.223
Το L-IV και η πυρκαγιά της Λειψίας
Στο μεταξύ, οι υλικές συνθήκες βελτιώνονταν αργά. Η Degussa, μητρική εταιρεία της Auergesellschaft, είχε αναπτύξει μέθοδο για την παραγωγή μεταλλικού ουρανίου σε κόκκους. Η παραγωγή της ανέβηκε από 281 κιλά το 1940 σε 5.602 κιλά το 1942, και την 1η Μαΐου 1942 είχαν παραδοθεί στους ερευνητές 3,5 τόνοι.224 Το βαρύ ύδωρ, αντίθετα, έφτανε από τη Νορβηγία σε ποσότητες που δεν κάλυπταν ούτε τις ελάχιστες ανάγκες των πειραμάτων.225 Στο Αμβούργο, ο Χάρτεκ και ο Γκροτ ολοκλήρωσαν τον Απρίλιο του 1942 το πρώτο πρωτότυπο υπερφυγοκέντρου, που διαλύθηκε στην πρώτη δοκιμή σε υψηλή ταχύτητα. Τον Αύγουστο μια πρώτη απόπειρα εμπλουτισμού εξαφθοριούχου ουρανίου απέτυχε, ήταν όμως αρκετή για να κερδίσει την προσοχή και τη χρηματοδότηση του Έζαου.226
Στη Λειψία, ο Χάιζενμπεργκ και ο Ντέπελ ετοίμαζαν το τέταρτο πείραμά τους, το L-IV. Κράτησαν τη γεωμετρία των ομόκεντρων σφαιρικών στρωμάτων, που διευκόλυνε τους υπολογισμούς, και αντικατέστησαν το οξείδιο με κονιοποιημένο μεταλλικό ουράνιο.227 Η επιλογή της γεωμετρίας είχε σημασία. Ο νεαρός θεωρητικός Καρλ-Χάιντς Χέκερ (Karl-Heinz Höcker, 1915–1998), που είχε επιστρέψει από το Ανατολικό Μέτωπο, έδειξε ότι η καλύτερη διάταξη ήταν μικρές σφαίρες ουρανίου διάσπαρτες μέσα στον επιβραδυντή, ενώ τα επίπεδα στρώματα που προτιμούσε ο Χάιζενμπεργκ ήταν σχεδόν η χειρότερη. Ο Ντίμπνερ δοκίμαζε ήδη από το 1941 διατάξεις με κύβους, που αποδείχτηκαν ανώτερες.228 Η σφαίρα του L-IV είχε διάμετρο περίπου 80 εκατοστών, περιείχε σχεδόν τρία τέταρτα του τόνου ουράνιο και 140 κιλά βαρέος ύδατος, και βυθίστηκε σε δεξαμενή νερού με μια πηγή ραδίου και βηρυλλίου στο κέντρο της.229 Οι μετρήσεις έδειξαν, για πρώτη φορά χωρίς αμφιβολία, ότι η διάταξη έβγαζε περισσότερα νετρόνια απ’ όσα δεχόταν. Ο Ντέπελ και ο Χάιζενμπεργκ ανέφεραν στην HWA ότι μια απλή μεγέθυνση της διάταξης θα έδινε «καυστήρα ουρανίου» από τον οποίο θα μπορούσε να αντληθεί ενέργεια.230 Οι πηγές διαφέρουν ως προς το μέγεθος του αποτελέσματος: ο Κατσικογιώργος και ο Cassidy αναφέρουν αύξηση περίπου 13%, οι Popp και de Klerk αύξηση της ροής νετρονίων από επαγόμενες σχάσεις κατά 1%, μετρημένη μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου 1942.231 Επιστημονικά, η απόδειξη ήταν επαρκής. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν άλλαξε τίποτε στο πρόγραμμα, και ο Βιρτς απορούσε αργότερα που η σημασία του δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στη Γερμανία.232
Η σφαίρα είχε μείνει περίπου είκοσι ημέρες στο νερό, όταν ένα απόγευμα των τελών Ιουνίου ένας βοηθός παρατήρησε φυσαλίδες στη δεξαμενή. Ήταν υδρογόνο, ένδειξη ότι νερό είχε διαρρεύσει στο εσωτερικό και αντιδρούσε με το ουράνιο. Ο Ντέπελ αποφάσισε να ανυψώσει τη σφαίρα και να ξεβιδώσει ένα από τα στόμια. Μόλις άνοιξε, ακούστηκε το σφύριγμα του αέρα που εισέρρεε. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η ροή αντιστράφηκε, καυτό αέριο ξέφυγε και το ουράνιο τινάχτηκε έξω σαν λάβα, με μια φλόγα μήκους ενός μέτρου. Ο Ντέπελ έσβησε προσωρινά τη φωτιά με νερό και ξαναβύθισε τη σφαίρα στη δεξαμενή για να κρυώσει.233 Ήταν λάθος. Όταν ειδοποιήθηκε ο Χάιζενμπεργκ και έφτασε από το σεμινάριό του, το νερό έβραζε και η σφαίρα φούσκωνε. Οι δύο άνδρες πρόλαβαν να βγουν από την αίθουσα λίγο πριν σκιστεί το περίβλημα και το πυρακτωμένο ουράνιο τιναχτεί σε όλο τον χώρο. Η πυροσβεστική χρειάστηκε δύο ημέρες για να σβήσει εντελώς τη φωτιά. Χάθηκε όλο το ουράνιο και το μεγαλύτερο μέρος του βαρέος ύδατος.234 Ο Ντέπελ διαμαρτυρήθηκε στην Auergesellschaft ότι δεν τον είχαν προειδοποιήσει για την ευφλεκτότητα του μεταλλικού ουρανίου. Η εταιρεία απάντησε ειρωνικά ότι κάθε χημικός το ήξερε, και ότι οι φυσικοί θα μπορούσαν να είχαν διαβάσει την εγκύκλιο που είχε στείλει η Degussa έναν χρόνο νωρίτερα. Από τότε αποφασίστηκε να χρησιμοποιούνται μόνο συμπαγή μεταλλικά στοιχεία ουρανίου, και η σειρά πειραμάτων της Λειψίας έκλεισε.235 Κατά τον Κατσικογιώργο, η πυρκαγιά συνέπεσε με την ημέρα που ο Σπέερ ενημέρωσε τον Χίτλερ.236
Οι φήμες και οι Σύμμαχοι
Η Γερμανία είχε ξεκινήσει πρώτη, αλλά το 1942 οι Σύμμαχοι είχαν καλύψει την απόσταση. Οι Γερμανοί είχαν χάσει το χρονικό τους πλεονέκτημα, αφού παρόμοια πειράματα στις Ηνωμένες Πολιτείες έδιναν ήδη υψηλότερους συντελεστές πολλαπλασιασμού.237 Η διαφορά, κατά τον Mark Walker, δεν βρισκόταν στην επιστήμη, αφού οι εκθέσεις των δύο πλευρών ήταν σχεδόν πανομοιότυπες, αλλά στην εκτίμηση των πολιτικών για τη διάρκεια του πολέμου. Η αμερικανική ηγεσία υπολόγιζε ότι θα χρειάζονταν τέσσερα με πέντε χρόνια για να ηττηθεί το Ράιχ. Οι Γερμανοί ηγέτες πίστευαν ότι ο πόλεμος, με νίκη ή με ήττα, δεν θα κρατούσε πάνω από δύο ή τρία χρόνια. Για την Αμερική, λοιπόν, τα πυρηνικά όπλα μπορούσαν να κερδίσουν τον πόλεμο, ενώ για τη Γερμανία θα αφαιρούσαν πόρους από την κύρια πολεμική προσπάθεια.238
Οι Βρετανοί είχαν σχετικά αξιόπιστη εικόνα. Μέσω του Ρόσμπαουντ, που γνώριζε όλους τους πρωταγωνιστές και απολάμβανε την εμπιστοσύνη τους, μπορούσαν να παρακολουθούν τον Χάιζενμπεργκ και να διαπιστώνουν ότι δεν συμμετείχε σε κανένα μεγάλο κατασκευαστικό πρόγραμμα.239 Ο Ρόσμπαουντ συναντούσε τον Χαν κάθε εβδομάδα, και η αναφορά του μετά τη συζήτηση στο καφέ του Κουρφίρστενταμ επιβεβαίωνε ότι οι Γερμανοί επικεντρώνονταν στον αντιδραστήρα και όχι στη βόμβα.240 Στην Αμερική, όμως, ο φόβος μεγάλωνε όσο προχωρούσε το δικό τους πρόγραμμα. Ο Bernstein το αποδίδει σε ένα γνώριμο ψυχολογικό φαινόμενο του επιστημονικού ανταγωνισμού: όσο λύνεις τα δικά σου προβλήματα, τόσο απλά σου φαίνονται, και τόσο πιο βέβαιος είσαι ότι ο αντίπαλος τα έχει ήδη λύσει.241 Οι Αμερικανοί υπέθεταν ότι οι Γερμανοί είχαν προβάδισμα δύο ετών.242 Το καλοκαίρι του 1942 ο Λέο Σίλαρντ έλαβε ένα τηλεγράφημα του Χούτερμανς από την Ελβετία, με το νόημα ότι οι Γερμανοί οργανώνονταν και είχαν βρει «καλύτερο δρόμο». Λίγο αργότερα έφτασε από την Ελβετία και η φήμη ότι είχαν πετύχει αλυσιδωτή αντίδραση. Ο Σίλαρντ μετέφερε έντρομος τις πληροφορίες στον Άρθουρ Κόμπτον, και εκείνος έγραψε τον Ιούλιο στον Βάνεβαρ Μπους ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος γερμανικού βομβαρδισμού με ραδιενεργό υλικό μέσα στους επόμενους μήνες, αφού η αντίδραση λειτουργούσε, κατά την εκτίμησή του, ήδη δύο ή τρεις μήνες.243
Τον Οκτώβριο του 1942 ο Βίκτορ Βάισκοπφ έμαθε από επιστολή του Βόλφγκανγκ Πάουλι ότι ο Χάιζενμπεργκ είχε γίνει διευθυντής του ινστιτούτου στο Βερολίνο και ότι τον Δεκέμβριο θα έδινε διάλεξη στη Ζυρίχη. Σε μια βραδινή συζήτηση με τον Χανς Μπέτε, οι ιδέες τους έγιναν όλο και πιο τολμηρές, και στις 29 Οκτωβρίου ο Βάισκοπφ έγραψε στον Οπενχάιμερ ότι το καλύτερο θα ήταν να οργανωθεί απαγωγή του Χάιζενμπεργκ στην Ελβετία.244 Ο Οπενχάιμερ ενημέρωσε τον Μπους, αλλά καμία αποστολή δεν οργανώθηκε. Μια ενέργεια εναντίον του Χάιζενμπεργκ θα έδειχνε στους Γερμανούς ότι οι Σύμμαχοι γνώριζαν το πρόγραμμά τους και ότι είχαν δικό τους. Όταν ο Βάισκοπφ επιχείρησε να περάσει την ιδέα στους Βρετανούς μέσω του Σάμιουελ Γκάουντσμιτ, η αναφορά της κωδικής ονομασίας «Tube Alloys» στην επιστολή προκάλεσε πανικό για διαρροή και ανάκριση του Γκάουντσμιτ.245 Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Γκάουντσμιτ θα ηγούνταν της επιστημονικής αποστολής Alsos στην Ευρώπη.246
Οι Γερμανοί φυσικοί κράτησαν ως τη Χιροσίμα την πεποίθηση ότι, αφού οι ίδιοι δεν είχαν λύσει τα τεχνικά προβλήματα, δεν μπορεί να τα είχε λύσει κανείς.247
Ο πόλεμος για το νερό του Βέμορκ (1942–1944)
Από το 1941 η βρετανική υπηρεσία πληροφοριών γνώριζε ότι η παραγωγή βαρέος ύδατος στο Βέμορκ αυξανόταν και ότι το προϊόν έφευγε για τη Γερμανία. Επειδή κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί άλλη χρήση για τόσο μεγάλες ποσότητες εκτός από έναν πυρηνικό αντιδραστήρα, οι Βρετανοί ανησύχησαν σοβαρά.248 Η ανησυχία δεν ήταν αβάσιμη. Με την προσθήκη καταλυτικών κλιβάνων ανταλλαγής που είχαν αναπτυχθεί στη Γερμανία, η παραγωγή είχε ανέβει, σύμφωνα με τους ίδιους τους Γερμανούς φυσικούς, στα 220 λίτρα τον μήνα.249 Στο Λονδίνο, ο Λάιφ Τρόνσταντ, που είχε διαφύγει στην Αγγλία και ήταν πλέον υπεύθυνος για τον συντονισμό των δολιοφθορών στη Νορβηγία, συγκέντρωνε πληροφορίες για το εργοστάσιο. Τις έπαιρνε κυρίως από τον Άιναρ Σκίναρλαντ (Einar Skinnarland, 1918–2002), Νορβηγό από το κοντινό Ρίουκαν, που είχε εκπαιδευτεί στη Βρετανία και από τον Μάρτιο του 1942 μετέδιδε με ασύρματο από το οροπέδιο Χαρντάνγκερβιντα (Hardangervidda). Τον Νοέμβριο του 1942 έφτασε στην Αγγλία και ο Γιόμαρ Μπρουν, φέρνοντας σχέδια και φωτογραφίες των εγκαταστάσεων.250 Ένας βομβαρδισμός απορρίφθηκε, γιατί, όπως επέμεινε ο Τρόνσταντ, οι εκρήξεις της αμμωνίας του εργοστασίου θα σκότωναν τους κατοίκους του Ρίουκαν. Προκρίθηκε η δολιοφθορά.251
Τον Οκτώβριο του 1942 μια τετραμελής ομάδα Νορβηγών καταδρομέων, εκπαιδευμένων από τη βρετανική Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), έπεσε με αλεξίπτωτο στο οροπέδιο, με επικεφαλής τον Γενς-Άντον Πούλσον (Jens-Anton Poulsson, 1918–2010). Θα προετοίμαζε το έδαφος για την κύρια επίθεση.252 Η επίθεση αυτή, η επιχείρηση Freshman, κατέληξε σε καταστροφή. Τη νύχτα της 19ης προς 20ή Νοεμβρίου 1942, δύο ανεμόπτερα με τριάντα τέσσερις Βρετανούς σκαπανείς και πιλότους, ρυμουλκούμενα από βομβαρδιστικά, συνετρίβησαν μέσα σε χιονοθύελλα στη νότια Νορβηγία, ενώ το ένα από τα δύο βομβαρδιστικά έπεσε σε βουνό. Κανείς από τους άνδρες των ανεμοπτέρων δεν γύρισε. Όσοι επέζησαν των συντριβών πιάστηκαν και εκτελέστηκαν σύμφωνα με τη διαταγή του Χίτλερ για τους καταδρομείς.253 Η αποτυχία έδειξε στους Γερμανούς ότι οι Σύμμαχοι γνώριζαν τι γινόταν στο Βέμορκ, και η φρούρηση του εργοστασίου ενισχύθηκε με ναρκοπέδια, προβολείς και περισσότερους στρατιώτες.254 Παραδόξως, όπως παρατηρεί ο Bernstein, η επίθεση δεν προσέδωσε καμία ιδιαίτερη βιασύνη στο ίδιο το γερμανικό πρόγραμμα.255

Πηγή: https://www.pbs.org/wgbh/nova/hydro/resistance.html
Η δεύτερη απόπειρα ανατέθηκε αποκλειστικά σε Νορβηγούς. Ύστερα από επανειλημμένες αναβολές λόγω καιρού, στις 17 Φεβρουαρίου 1943 έξι καταδρομείς, με επικεφαλής τον 23χρονο Γιοακίμ Ρένεμπεργκ (Joachim Rønneberg, 1919–2018), έπεσαν με αλεξίπτωτο στο οροπέδιο και ενώθηκαν με την ομάδα του Πούλσον, που είχε περάσει όλο τον χειμώνα κρυμμένη στα βουνά.256 Τη νύχτα της 27ης προς 28η Φεβρουαρίου οι εννέα άνδρες της επιχείρησης Gunnerside πλησίασαν το εργοστάσιο από τον μόνο δρόμο που δεν φυλασσόταν. Κατέβηκαν και ξανανέβηκαν το σχεδόν κάθετο φαράγγι που το χώριζε από την ενδοχώρα και ακολούθησαν τη σιδηροδρομική γραμμή ως την αυλή του. Φορούσαν βρετανικές στολές, ώστε, αν πιάνονταν, να μην υπάρξουν αντίποινα σε βάρος των ντόπιων.257 Μπήκαν στο υπόγειο από μια σήραγγα καλωδίων που είχε υποδείξει ο Μπρουν και τοποθέτησαν εκρηκτικά στους θαλάμους ηλεκτρόλυσης. Η έκρηξη ακούστηκε σαν πνιχτός κρότος, που ο θόρυβος των γεννητριών σχεδόν κάλυψε. Δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός, δεν υπήρξε κανένας νεκρός από καμία πλευρά, και ο σταθμός παραγωγής ενέργειας, που χρειάζονταν οι Νορβηγοί, έμεινε ανέπαφος. Όλοι οι καταδρομείς διέφυγαν, οι περισσότεροι με σκι στη Σουηδία.258 Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων στη Νορβηγία, στρατηγός Νικολάους φον Φάλκενχορστ (Nikolaus von Falkenhorst, 1885–1968), αναγνώρισε ότι επρόκειτο για στρατιωτική επιχείρηση ένστολων Βρετανών, την αποκάλεσε «το καλύτερο χτύπημα που έχω δει σε αυτόν τον πόλεμο» και άφησε ελεύθερους τους ομήρους που είχαν συλληφθεί στο Ρίουκαν.259
Η ζημιά ήταν σοβαρή αλλά όχι οριστική. Οι εκτιμήσεις για το βαρύ ύδωρ που χάθηκε κυμαίνονται από μερικές εκατοντάδες λίτρα260 ως περίπου έναν τόνο.261 Ο Κατσικογιώργος το υπολογίζει στην παραγωγή σχεδόν πέντε μηνών.262
Στη Γερμανία, την ίδια εποχή, οι υπεύθυνοι του προγράμματος φρόντιζαν να μην καλλιεργούνται υπερβολικές προσδοκίες στην ηγεσία. Όταν τον Ιούλιο του 1943 ο Γκέρινγκ άρχισε να ενθουσιάζεται με την ιδέα της ατομικής βόμβας, ο Ρούντολφ Μέντσελ (Rudolf Mentzel, 1900–1987), από τη διεύθυνση του Συμβουλίου Ερευνών, έσπευσε να του στείλει μια έκθεση του Έζαου με τη διευκρίνιση ότι οι εργασίες δεν θα οδηγούσαν σύντομα σε πρακτικά χρήσιμες μηχανές ή εκρηκτικά. Έδιναν όμως, πρόσθετε, τη βεβαιότητα ότι οι εχθρικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να επιφυλάσσουν καμία έκπληξη σε αυτό το πεδίο.263
Οι Σύμμαχοι δεν είχαν την ίδια αυτοπεποίθηση, και στράφηκαν στους βομβαρδισμούς. Τον Νοέμβριο του 1943 περίπου 140 αμερικανικά βομβαρδιστικά επιτέθηκαν στο Βέμορκ. Ο βομβαρδισμός ήταν ανακριβής και δεν έπληξε τους θαλάμους του βαρέος ύδατος, που βρίσκονταν στο υπόγειο. Έπεισε όμως τους Γερμανούς ότι η παραγωγή στη Νορβηγία δεν είχε μέλλον, και αποφάσισαν να μεταφέρουν στη Γερμανία τον εξοπλισμό και το απόθεμα που είχε απομείνει. Το φορτίο θα διέσχιζε τη λίμνη Τιν (Tinnsjø) με το σιδηροδρομικό πορθμείο Hydro. Στις 20 Φεβρουαρίου 1944 μια μικρή ομάδα με επικεφαλής τον Κνουτ Χάουκελιντ (Knut Haukelid, 1911–1994), έναν από τους καταδρομείς της Gunnerside που είχαν μείνει στη Νορβηγία, βύθισε το πορθμείο με εκρηκτικά στερεωμένα στην καρίνα του.264 Αυτή τη φορά υπήρξαν θύματα: σκοτώθηκαν δεκαοκτώ άνθρωποι, δεκατέσσερις Νορβηγοί, μέλη του πληρώματος και επιβάτες, και τέσσερις Γερμανοί στρατιώτες.265 Το τι ακριβώς χάθηκε συζητείται ακόμη. Σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, πολλά από τα βαρέλια περιείχαν νερό χαμηλής συγκέντρωσης.266 Ο Bernstein μιλά για 14 τόνους μερικώς συμπυκνωμένου βαρέος ύδατος267 και η Hiebert για 614 λίτρα, που πιθανότατα αντιστοιχούν στην ποσότητα υψηλής συγκέντρωσης.268
Η σημασία των επιχειρήσεων για την έκβαση του πολέμου δεν πρέπει πάντως να υπερεκτιμηθεί. Για να λειτουργήσει ένας αντιδραστήρας χρειάζονταν περίπου πέντε τόνοι βαρέος ύδατος, και για να παραχθεί πλουτώνιο αρκετό για μία βόμβα πάνω από δέκα.269 Το γερμανικό πρόγραμμα, όπως είδαμε, είχε ήδη από το 1942 περιοριστεί στην κατασκευή αντιδραστήρα. Η αποκλειστική εξάρτηση από ένα εργοστάσιο τόσο ευάλωτο σε δολιοφθορές ήταν όμως, κατά τους Popp και de Klerk, μία από τις αιτίες που καθυστέρησαν το πρόγραμμα κατά δύο χρόνια.270 Οι ίδιοι οι Γερμανοί φυσικοί το παραδέχτηκαν στο Φαρμ Χολ, γράφοντας ότι οι επιθέσεις, πρώτα των καταδρομέων και ύστερα των αεροπλάνων, σταμάτησαν την παραγωγή προς το τέλος του 1943.271
Τα τελευταία πειράματα: από τη διαμάχη για τη γεωμετρία ως το σπήλαιο του Χαϊγκερλόχ (1942–1945)
Μετά την πυρκαγιά στο εργαστήριο της Λειψίας τον Ιούνιο του 1942 και τη μετακίνηση του Χάιζενμπεργκ στο Βερολίνο, όλα του τα πειράματα θα γίνονταν πλέον στο Ινστιτούτο Φυσικής.272 Η ομάδα του όμως δεν ήταν η μόνη που σχεδίαζε αντιδραστήρες. Ο Μπότε σχεδίασε στη Χαϊδελβέργη ένα μικρότερο πείραμα με περίπου διακόσιες πλάκες ουρανίου και βαρύ ύδωρ και κάλεσε τον Χάιζενμπεργκ να συμμετάσχει. Εκείνος αρνήθηκε, με το επιχείρημα ότι οι αποφάσεις για τη διανομή των υλικών έπρεπε να λαμβάνονται από κοινού. Λίγο αργότερα, συνεργάτες του Μπότε διατάχθηκαν να μετακινηθούν από τη Χαϊδελβέργη στο Βερολίνο.273
Ο σοβαρότερος αντίπαλος βρισκόταν πάντως στο ερευνητικό κέντρο του στρατού στο Γκότο, όπου ο Ντίμπνερ είχε στη διάθεσή του ένα καλά εξοπλισμένο εργαστήριο εκρηκτικών και χώρους για δοκιμές.274 Οι δύο άντρες προσέγγιζαν το πρόβλημα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ο Χάιζενμπεργκ ξεκινούσε από τη θεωρία και προτιμούσε τις στρώσεις ουρανίου και επιβραδυντή, επειδή η κατασκευή τους ήταν απλούστερη και τα μαθηματικά τους κομψότερα. Ο Ντίμπνερ ήταν πρακτικός πειραματιστής, πιο κοντά σε μηχανικό παρά σε θεωρητικό φυσικό.275 Πρότεινε ένα τρισδιάστατο πλέγμα: μικρά κομμάτια ουρανίου, ιδανικά σφαίρες, κατανεμημένα σε ακριβείς αποστάσεις μέσα στον επιβραδυντή. Επειδή οι σφαίρες κατασκευάζονταν δύσκολα, κατέληξε σε κύβους.276 Η ιδέα έμοιαζε εντυπωσιακά με τη διάταξη που χρησιμοποίησε ο Φέρμι στο Σικάγο.277 Πώς έφτασε σε αυτήν ο Ντίμπνερ δεν είναι γνωστό. Ο Κατσικογιώργος υποθέτει ότι ίσως την εμπνεύστηκε από το εργαστήριο του Ζολιό στο Παρίσι. Ο Γάλλος είχε κατασκευάσει μικρά μπλοκ ουρανίου λίγο πριν από τον πόλεμο, και οι συνεργάτες του Ντίμπνερ επισκέπτονταν συχνά το εργαστήριο.278
Θεωρητική στήριξη έδωσε ο νεαρός θεωρητικός Καρλ-Χάιντς Χέκερ (Karl-Heinz Höcker, 1915–1981). Είχε επιστρέψει από το ανατολικό μέτωπο και είχε ακολουθήσει τον Βάιτσεκερ στο Στρασβούργο. Ο Χέκερ ανέλυσε τη βέλτιστη διάταξη καυσίμου και επιβραδυντή και κατέληξε ότι οι πλάκες ήταν σχεδόν η χειρότερη λύση. Οι κύβοι ήταν καλύτεροι, και ακόμη καλύτερες θα ήταν σφαίρες με ακτίνα λίγων εκατοστών.279 Για να υπολογίσει τη διάταξη του Ντίμπνερ, την προσέγγισε ως πλέγμα σφαιρών.280
Το πρώτο πείραμα του Γκότο, το G-I, έγινε το 1942 με οξείδιο του ουρανίου και παραφίνη, γιατί βαρύ ύδωρ δεν υπήρχε. Ήταν τεράστιο: 25 τόνοι οξειδίου σε 6.802 κυβικές κοιλότητες, σκαμμένες μέσα σε 4.400 κιλά παραφίνης. Δεν έδωσε αποτέλεσμα.281 Ο Ντίμπνερ υποστήριξε τότε ότι, αφού πετύχαινε περισσότερα με τα «υπολείμματα», δικαιούνταν κι εκείνος μεταλλικό ουράνιο και βαρύ ύδωρ. Ο Χάιζενμπεργκ διατάχθηκε να του παραχωρήσει μέρος από τα 610 λίτρα βαρέος ύδατος που υπήρχαν διαθέσιμα.282 Ο Ντίμπνερ πήρε περίπου διακόσια λίτρα, καθώς και 108 κύβους μεταλλικού ουρανίου πλευράς πέντε εκατοστών, που ο Έζαου πρόσθεσε στην παραγγελία των πλακών του Χάιζενμπεργκ.283 Το G-II έγινε στις αρχές του 1943 σε ψυκτικό θάλαμο του Χημικοτεχνικού Ιδρύματος του Ράιχ (Chemisch-Technische Reichsanstalt) στο Βερολίνο, σε θερμοκρασία από 12 ως 18 βαθμούς υπό το μηδέν.284 Οι κύβοι ήταν επικαλυμμένοι με πολυστυρένιο για να μη διαβρωθούν και σχημάτιζαν σφαιρικό πλέγμα μέσα σε παγωμένο βαρύ ύδωρ. Το σύνολο περιβαλλόταν από κέλυφος παραφίνης. Η διάταξη ήταν άβολη, αλλά έδωσε τον μεγαλύτερο πολλαπλασιασμό νετρονίων που είχε μετρηθεί ως τότε στη Γερμανία. Στο G-III, πίσω στο Γκότο, ο πάγος αντικαταστάθηκε από αλυσίδες δύο έως τεσσάρων κύβων, δεμένων με μεταλλικό καλώδιο. Στους 108 κύβους προστέθηκαν άλλοι εξήντα. Ο καθένας αποτελούνταν από πέντε τετράγωνα πλακίδια, κομμένα από τις πλάκες της Degussa και στερεωμένα το ένα πάνω στο άλλο. Οι αλυσίδες κρέμονταν μέσα σε δεξαμενή με σχεδόν εξακόσια λίτρα βαρέος ύδατος. Τα νετρόνια που έβγαιναν ήταν 6% περισσότερα από όσα έμπαιναν.285
Ο Χάιζενμπεργκ δεν πείστηκε, και η σύγκρουση έγινε ανοιχτή. Με δική του απαίτηση, στις 7 Μαΐου 1943 συγκλήθηκε σύσκεψη για την πυρηνική ενέργεια. Είχε προσκληθεί και ο Άλμπερτ Φέγκλερ (Albert Vögler, 1877–1945), βιομήχανος και πρόεδρος της Εταιρείας Κάιζερ Βίλχελμ, ο οποίος τελικά δεν εμφανίστηκε. Ο Ντίμπνερ απέφυγε την ευθεία αντιπαράθεση. Επισήμανε ότι τα αποτελέσματα του Γκότο και της Λειψίας μπορούσαν να συγκριθούν μόνο ως έναν βαθμό, λόγω της διαφορετικής γεωμετρίας, και ζήτησε να παρουσιαστούν οι υπολογισμοί του Χέκερ. Οι υπολογισμοί αυτοί ευνοούσαν τους κύβους και έθεταν μάλιστα το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί γραφίτης αντί για βαρύ ύδωρ. Ο Μπότε αναρωτήθηκε μήπως τα αποτελέσματα της Λειψίας ήταν υπερβολικά καλά. Ο Χάιζενμπεργκ επέμεινε. Αν οι κύβοι έδιναν πράγματι καλύτερα αποτελέσματα, είπε, αυτό θα σήμαινε ότι η θεωρία ήταν λανθασμένη, και κάτι τέτοιο δεν είχε αποδειχθεί. Ήθελε να συνεχίσει τα μεγάλα πειράματα με πλάκες, μεταβάλλοντας το πάχος των στρώσεων. Στο τέλος υποχώρησε και ο Μπότε. Η απόφαση ανήκε στον Έζαου, που δεν είχε υλικά για να γίνουν ταυτόχρονα και τα δύο πειράματα. Δήλωσε ότι θεωρούσε γενικά το πείραμα με τους κύβους πιθανώς πιο αποτελεσματικό, αλλά συμφωνούσε να συνεχιστεί όπως είχε προγραμματιστεί και το πείραμα με τις στρώσεις. Ταυτόχρονα έδωσε εντολή να συνεχιστούν τα πειράματα με τους κύβους.286
Η στάση του Έζαου είχε και προσωπικό υπόβαθρο. Ο Έζαου ήταν και πρόεδρος του Φυσικοτεχνικού Ιδρύματος του Ράιχ (Physikalisch-Technische Reichsanstalt). Στο Φαρμ Χολ ο Γκέρλαχ θυμόταν ότι του είχε πει περισσότερες από μία φορές πως το πείραμα με τους κύβους ήταν «δικό του» και πως θα έπαιρνε όλο το βαρύ ύδωρ και το ουράνιο.287 Ο Χάιζενμπεργκ, από την πλευρά του, έγραψε στον Φέγκλερ μια οργισμένη επιστολή εναντίον του Έζαου, που συνέβαλε στην απομάκρυνσή του λίγους μήνες αργότερα. Όταν τον Οκτώβριο του 1943 οργανώθηκε νέα σύσκεψη, ο Χάιζενμπεργκ και η ομάδα του δεν εμφανίστηκαν. Η σύσκεψη είχε μεγάλη συμμετοχή και κατέληξε ότι, από όλα τα γεωμετρικά σχήματα, οι πλάκες ήταν το χειρότερο. Ο Μπότε απέρριπτε πλέον τις στρώσεις και ο Καρλ Βιρτς (Karl Wirtz, 1910–1994), από τους στενότερους συνεργάτες του Χάιζενμπεργκ, εξέφρασε αμφιβολίες. Ο Χάιζενμπεργκ όμως δεν άλλαξε γνώμη.288 Χρειάστηκε ενάμισης χρόνος, ως ότου φτάσουν οι πλάκες του από τη Degussa, για να υποχωρήσει.289
Γιατί επέμεινε τόσο; Ο Κατσικογιώργος απορρίπτει την ερμηνεία ότι καθυστερούσε σκόπιμα το πρόγραμμα ως πράξη αντίστασης και βλέπει καθαρά ζήτημα εξουσίας. Η ομάδα του Χάιζενμπεργκ είχε από την αρχή τη στήριξη των αρχών, τα καλύτερα εργαστήρια και το μεγαλύτερο μέρος των σπάνιων υλικών. Δεν μπορούσε να δεχθεί να την προσπεράσει ένας λιγότερο γνωστός ερευνητής με λιγότερα μέσα.290 Η Hiebert επισημαίνει ότι η καχυποψία ήταν κοινή σε όλο τον κύκλο του. Ο Βιρτς και ο Βάιτσεκερ δεν εμπιστεύονταν τον «δεύτερης κατηγορίας» Ντίμπνερ, και κανείς στη Γερμανία δεν ήταν διατεθειμένος να αντικρούσει τον Χάιζενμπεργκ.291 Οι Popp και de Klerk δίνουν μια πιο ήπια εξήγηση: ο Χάιζενμπεργκ κράτησε τις πλάκες όχι από ισχυρογνωμοσύνη, αλλά επειδή υπολογίζονταν ευκολότερα, και για εκείνον ένα πείραμα είχε ενδιαφέρον μόνο ως απάντηση σε μια θεωρία. Οι ίδιοι κρίνουν ότι η καλύτερη λύση ήταν του Φέρμι, και ότι η λύση του Ντίμπνερ ήταν κατώτερη από εκείνη, αλλά ανώτερη από του Χάιζενμπεργκ.292
Η απομάκρυνση του Έζαου ήρθε στα τέλη του 1943. Υπό την πίεση του Σπέερ, ο Έζαου έχασε τη διεύθυνση του πυρηνικού προγράμματος και του τμήματος φυσικής του Ερευνητικού Συμβουλίου του Ράιχ. Τη θέση του πήρε ο Βάλτερ Γκέρλαχ (Walther Gerlach, 1889–1979), πειραματικός φυσικός στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου.293 Ο Γκέρλαχ είχε ελάχιστη εμπειρία στην πυρηνική φυσική, αλλά χαιρόταν μεγάλη εκτίμηση ως πειραματιστής. Αυτό που κληρονόμησε τον απογοήτευσε. Αντί για ένα συνεκτικό πρόγραμμα, βρήκε μερικά σκόρπια πειράματα και μια ομάδα επιστημόνων που διαφωνούσαν διαρκώς μεταξύ τους. Το πρόγραμμα παρέμενε και μικρό: το προσωπικό του Ινστιτούτου Φυσικής που ασχολούνταν με το ουράνιο έφτασε στο μέγιστό του το 1944, με πενήντα άτομα, από τα οποία μόνο δεκαεννέα ήταν φυσικοί.294 Ο στρατός έδειχνε όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όσο χανόταν η βεβαιότητα της νίκης, και ο Γκέρλαχ είδε σε αυτό μια ευκαιρία να χρηματοδοτηθεί η γερμανική φυσική. Η Hiebert συνοψίζει τη στάση του με το σύνθημα «ο πόλεμος στην υπηρεσία της επιστήμης», αντί για το αντίστροφο.295
Στο Βερολίνο, η ομάδα του Χάιζενμπεργκ, με κύριους συνεργάτες τον Βάιτσεκερ και τον Βιρτς, συνέχισε με τις πλάκες στο υπόγειο καταφύγιο του Ινστιτούτου Φυσικής που είχε χτίσει ο Σπέερ. Οι μεταλλικές πλάκες, πάχους ενός εκατοστού, έφτασαν τελικά από τη Degussa περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα από όσο αναμενόταν, και οι βομβαρδισμοί διέκοπταν συνεχώς τη δουλειά.296 Στο B-VI οι πλάκες τοποθετήθηκαν σε κυλινδρικό δοχείο από κράμα μαγνησίου, χωρισμένες με αποστάτες, και το δοχείο γέμισε με βαρύ ύδωρ. Η διάταξη μπορούσε να αποσυναρμολογηθεί και να ξαναστηθεί, ώστε να δοκιμαστούν διάφορες αποστάσεις. Η καλύτερη αποδείχθηκε τα δεκαοκτώ εκατοστά, με μέτρια αύξηση των νετρονίων. Στο B-VII, που συναρμολογήθηκε στα τέλη του 1944, χρησιμοποιήθηκαν 1,25 τόνοι πλακών ουρανίου και 1,5 τόνος βαρέος ύδατος. Ο πολλαπλασιασμός ήταν καλύτερος από του B-VI, αλλά υστερούσε ακόμη από τα αποτελέσματα των κύβων του Ντίμπνερ.297
Λόγω των βομβαρδισμών, τα ινστιτούτα είχαν ήδη αρχίσει να εγκαταλείπουν το Βερολίνο. Στις 15 Φεβρουαρίου 1944 μια βόμβα έπληξε απευθείας το κτίριο του Ινστιτούτου Χημείας, και ο Γκέρλαχ αποφάσισε να μεταφέρει σταδιακά τα ινστιτούτα σε ασφαλέστερα μέρη.298 Κατά τον Cassidy, ο Σπέερ έδωσε τη γενική διαταγή να φύγουν όλες οι ερευνητικές ομάδες από την πρωτεύουσα στα μέσα του 1944.299 Τα γραφεία και ο μη πυρηνικός εξοπλισμός του Ινστιτούτου Φυσικής μεταφέρθηκαν στο Χέχινγκεν, στις παρυφές του Μέλανα Δρυμού, όπου οι επιστήμονες εγκαταστάθηκαν σε ένα παλιό κλωστοϋφαντουργείο. Ο Χαν και το Ινστιτούτο Χημείας πήγαν στο γειτονικό Ταϊλφίνγκεν, και τα πειράματα διαχωρισμού ισοτόπων του Χάρτεκ στο Τσέλε, στη βόρεια Γερμανία. Ο Ντίμπνερ μετέφερε το εργαστήριό του από το Γκότο, προφανή στόχο των βομβαρδιστικών, σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο στο Σταντίλμ της Θουριγγίας.300 Τελευταία θα έφευγαν τα πειράματα του Χάιζενμπεργκ, γιατί το καταφύγιο τα προστάτευε ακόμη.301
Τον Δεκέμβριο του 1944 ο Χάιζενμπεργκ και ο Βάιτσεκερ γύρισαν από ένα συνέδριο στην Ελβετία. Η ήττα στις Αρδέννες είχε πλέον κάνει σαφές ότι ο πόλεμος ήταν χαμένος. Ο Γκέρλαχ ήλπιζε ακόμη ότι η Γερμανία θα κέρδιζε τουλάχιστον την επιστημονική αναμέτρηση. Αγνοούσε την πρόοδο των Αμερικανών και πίστευε ότι ο πρώτος κρίσιμος αντιδραστήρας θα έδινε στη γερμανική φυσική το κύρος που θα χρειαζόταν μετά τον πόλεμο. Ο Χάιζενμπεργκ δεν συμμεριζόταν την αγωνία του. Στις 2 Δεκεμβρίου έγραφε στη γυναίκα του ότι η δουλειά προχωρούσε καλά και ότι η επιστημονική εργασία χρειάζεται ηρεμία και όχι βιαστική πολυπραγμοσύνη.302 Ο Γκέρλαχ εν τω μεταξύ έψαχνε νέο χώρο για τον αντιδραστήρα και τον βρήκε στο Χαϊγκερλόχ, ένα χωριό λίγο έξω από το Χέχινγκεν, χωμένο σε μια βαθιά κοιλάδα του ποταμού Άιαχ. Στη βάση ενός βράχου, κάτω από την εκκλησία του κάστρου, υπήρχε μια μικρή σκαμμένη σπηλιά. Κάποτε ήταν το κελάρι κρασιού της εκκλησίας και τώρα χρησίμευε ως κελάρι μπίρας του πανδοχείου «Ο Κύκνος». Το Ερευνητικό Συμβούλιο του Ράιχ την επίταξε. Στο δάπεδο σκάφτηκε λάκκος για τον αντιδραστήρα και στην είσοδο χτίστηκε τσιμεντένια κατασκευή που έκρυβε το περιεχόμενο. Ο χώρος πήρε την ειρωνική κωδική ονομασία «Σπηλαιολογικό Ινστιτούτο Ερευνών».303 Η θέση είχε επιλεγεί έξυπνα: η σπηλιά προστάτευε από την αεροπορική παρατήρηση και η εκκλησία από πάνω προστάτευε από τους βομβαρδισμούς.304
Στο Βερολίνο ο Χάιζενμπεργκ είχε τελικά υποχωρήσει. Αναγνώρισε την ανωτερότητα του τρισδιάστατου πλέγματος και άρχισε να στήνει αλυσίδες από κύβους ουρανίου, κρεμασμένες με συρματόσχοινα αεροσκαφών μέσα σε βαρύ ύδωρ.305 Στις 30 Ιανουαρίου 1945 ο Γκέρλαχ πληροφορήθηκε ότι οι Σοβιετικοί πλησίαζαν γρήγορα και διέταξε την εκκένωση. Την επόμενη μέρα ο ίδιος, ο Ντίμπνερ και ο Βιρτς έφυγαν από το Βερολίνο για το Σταντίλμ, με μια φάλαγγα φορτηγών που μετέφερε ό,τι είχε απομείνει από το ουράνιο και το βαρύ ύδωρ της Γερμανίας.306 Ο Γκέρλαχ σκόπευε να ενώσει εκεί τα υλικά των δύο ομάδων σε ένα ενιαίο, όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πείραμα, υπό τη διεύθυνση του Ντίμπνερ. Μια τέτοια κοινή προσπάθεια δεν είχε συζητηθεί ποτέ σοβαρά τα προηγούμενα χρόνια, παρότι ο Βιρτς παραδέχθηκε αργότερα ότι, αν είχαν συγκεντρωθεί όλα τα αποθέματα, θα είχε στηθεί μια κρίσιμη διάταξη.307 Ο Χάιζενμπεργκ, που βρισκόταν ήδη στο Χέχινγκεν, εξοργίστηκε. Έγραψε στη γυναίκα του ότι η «εσωτερική μάχη» ανάμεσα στον Ντίμπνερ και το Ινστιτούτο είχε ξεσπάσει ξανά. Μαζί με τον Βάιτσεκερ ανέβηκε στο Σταντίλμ για να πάρει πίσω το υλικό του.308 Κατά τον Bernstein, ο Γκέρλαχ βρήκε στο Σταντίλμ ελάχιστα από όσα θα χρειαζόταν ένα πραγματικό εργαστήριο και δέχθηκε να σταλούν τα υλικά στο Χέχινγκεν.309 Ύστερα από μια σύντομη διαμάχη, ο εξοπλισμός του Χάιζενμπεργκ έφτασε στο Χαϊγκερλόχ, χωρίς όμως το βαρύ ύδωρ του Ντίμπνερ.310 Στις αρχές Φεβρουαρίου ξανάρχισε η κατασκευή του B-VIII.311
Το εργαστήριο του Χαϊγκερλόχ είχε πλάτος περίπου δέκα μέτρα και βάθος γύρω στα τριάντα. Στη μέση του δαπέδου είχε σκαφτεί ένας κυλινδρικός λάκκος με διάμετρο λίγο πάνω από ένα μέτρο, επενδυμένος με πλίνθους γραφίτη. Ο γραφίτης λειτουργούσε ως ανακλαστήρας νετρονίων και συγκρατούσε ένα δοχείο από κράμα μαγνησίου. Στο βάθος της σπηλιάς, τρεις μεγάλες μεταλλικές δεξαμενές φύλαγαν το βαρύ ύδωρ και συνδέονταν με τον λάκκο μέσω σωλήνων.312 Ακολουθώντας τη διάταξη του Ντίμπνερ, χρησιμοποιήθηκαν 664 κύβοι μεταλλικού ουρανίου, πλευράς περίπου πέντε εκατοστών και βάρους περίπου δύο κιλών ο καθένας, δηλαδή συνολικά 1,5 τόνος ουρανίου. Οι περισσότεροι είχαν χυτευθεί ή κατεργαστεί ειδικά για τον σκοπό αυτό από την Auergesellschaft και την Degussa. Μερικές δεκάδες είχαν φτιαχτεί από πέντε στοιβαγμένα πλακίδια, κομμένα από τις παλιές πλάκες. Οι κύβοι δένονταν σε αλυσίδες με δύο συρματόσχοινα αεροσκαφών, και οι αλυσίδες κρέμονταν από ένα βαρύ δακτυλιοειδές καπάκι που σκέπαζε τον λάκκο με το βαρύ ύδωρ. Από μια οπή στο καπάκι μπορούσε να εισαχθεί μια πηγή ραδίου-βηρυλλίου, για να ξεκινήσει η αντίδραση.313 Το βαρύ ύδωρ ήταν 1,5 τόνος. Στο Φαρμ Χολ ο Χάιζενμπεργκ είπε ότι, με πεντακόσια λίτρα ακόμη, δεν είχε αμφιβολία ότι η «μηχανή» θα λειτουργούσε.314
Ο αντιδραστήρας δεν έφτασε σε κρισιμότητα. Ο πολλαπλασιασμός των νετρονίων ήταν ο μεγαλύτερος που είχε επιτευχθεί στη Γερμανία, αλλά δεν αρκούσε για αυτοσυντηρούμενη αλυσιδωτή αντίδραση.315 Ο ίδιος ο Χάιζενμπεργκ έγραψε αργότερα ότι η διάταξη ήταν ελάχιστα μικρότερη από όσο χρειαζόταν. Οι πρόχειροι υπολογισμοί του Γκούντσμιτ, λίγες μέρες μετά την άφιξη των Αμερικανών, συμφωνούν με τις σύγχρονες προσομοιώσεις: ο αντιδραστήρας θα έπρεπε να είναι περίπου 50% μεγαλύτερος, τόσο σε ουράνιο όσο και σε βαρύ ύδωρ.316 Αν το πείραμα είχε γίνει νωρίτερα ή, όπως ήθελε ο Γκέρλαχ, στο Σταντίλμ, όπου υπήρχε περισσότερο υλικό, ίσως να είχε πετύχει.317
Για όσους δούλευαν στη σπηλιά, ήταν ευτύχημα που δεν πέτυχε. Κανένα από τα γερμανικά πειράματα, ούτε εκείνα με βαρύ ύδωρ, δεν είχε ράβδους ελέγχου, σύστημα απαγωγής θερμότητας ή ακτινοπροστασία. Αν η διάταξη είχε γίνει κρίσιμη, οι πειραματιστές δεν θα είχαν επιζήσει.318 Το πρόβλημα είχε και θεωρητική ρίζα. Από το 1939 ο Χάιζενμπεργκ πίστευε ότι ένας αντιδραστήρας θα σταθεροποιούνταν μόνος του σε κάποια θερμοκρασία, και επανέλαβε την άποψη αυτή στο Φαρμ Χολ. Κανείς δεν επισήμανε το λάθος ως το τέλος του πολέμου, παρότι θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες.319 Οι Popp και de Klerk ερμηνεύουν την απουσία μηχανισμών ελέγχου ως ένδειξη ότι οι Γερμανοί δεν σκόπευαν να ξεπεράσουν τις υποκρίσιμες διατάξεις. Θεωρούν μάλιστα την επιλογή αυτή έξυπνη, γιατί τα υποκρίσιμα πειράματα έδιναν τις ίδιες απαντήσεις χωρίς τον κίνδυνο της ραδιενέργειας.320 Την ερμηνεία αυτή δεν τη συμμερίζονται όλοι οι ιστορικοί. Η Hiebert περιγράφει το B-VIII ως την τελευταία μεγάλη προσπάθεια να επιτευχθεί κρισιμότητα.321
Οι Αμερικανοί πλησίαζαν ήδη. Η αποστολή πληροφοριών Alsos είχε ως αποστολή να εντοπίσει τους Γερμανούς πυρηνικούς επιστήμονες και τα υλικά τους. Πρώτα έφτασε στο Σταντίλμ. Στις 12 Απριλίου, μόλις έπεσε η πόλη, ο στρατιωτικός διοικητής της αποστολής, συνταγματάρχης Μπόρις Πας (Boris T. Pash, 1900–1995), και ο επιστημονικός επικεφαλής της, Σάμιουελ Γκούντσμιτ (Samuel A. Goudsmit, 1902–1978), μπήκαν στο σχολείο όπου είχε στηθεί το εργαστήριο του Ντίμπνερ.322 Στο υπόγειο βρήκαν έναν άδειο λάκκο και μερικές δεκάδες ανθρώπους. Αρχικά δήλωσαν πρόσφυγες, αλλά ήταν οι επιστήμονες του εργαστηρίου με τις οικογένειές τους. Στο γρασίδι έξω από το κτίριο ήταν σκορπισμένα μερικά μαύρα μπλοκ, που ένας από αυτούς τα χαρακτήρισε κάρβουνο. Ήταν πιεσμένο οξείδιο του ουρανίου.323 Ο Ντίμπνερ είχε φύγει μόλις δύο μέρες νωρίτερα. Μια μονάδα της Γκεστάπο τον είχε υποχρεώσει να φορτώσει ό,τι χρειαζόταν για να συνεχίσει τη δουλειά του και τον είχε πάρει προς τη Βαυαρία. Ο Γκέρλαχ είχε φύγει πολύ νωρίτερα. Τα αρχεία που άφησε στο γραφείο του, με ονόματα, εργαστήρια και οικονομικά στοιχεία, έδειχναν πόσο μικρό ήταν όλο το εγχείρημα. Τα μέλη της αποστολής σχολίαζαν ότι η ίδια η Alsos είχε μάλλον κοστίσει στους Αμερικανούς φορολογούμενους περισσότερα από όσα είχε ξοδέψει η Γερμανία για ολόκληρο το πυρηνικό της πρόγραμμα.324 Στις 17 Απριλίου ένα άλλο τμήμα της αποστολής εντόπισε σε μια βομβαρδισμένη αποθήκη κοντά στο Στάσφουρτ σχεδόν όλο το μετάλλευμα ουρανίου που είχαν πάρει οι Γερμανοί από το Βέλγιο, περίπου χίλιους τόνους. Το γεγονός ότι είχε μείνει σχεδόν ανέγγιχτο ήταν ακόμη μία απόδειξη ότι η Γερμανία δεν είχε προχωρήσει σε βόμβα. Το μετάλλευμα μεταφέρθηκε, πριν φτάσουν οι Σοβιετικοί, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βρετανία.325
Στο Χαϊγκερλόχ ο χρόνος είχε τελειώσει. Στις 17 Απριλίου 1945, ενώ το πυροβολικό ακουγόταν όλο και πιο κοντά, οι αλυσίδες λύθηκαν και το βαρύ ύδωρ αντλήθηκε πίσω στις δεξαμενές. Οι επιστήμονες ήλπιζαν να συνεχίσουν μετά τον πόλεμο και φοβούνταν μήπως οι Σύμμαχοι κατασχέσουν ή καταστρέψουν τα υλικά, γι’ αυτό αποφάσισαν να τα κρύψουν. Τη νύχτα το βαρύ ύδωρ μεταφέρθηκε στο υπόγειο ενός εγκαταλελειμμένου μύλου. Οι κύβοι θάφτηκαν σε ένα ξύλινο κιβώτιο, σε ένα φρεσκοοργωμένο χωράφι στον λόφο.326 Τα ξημερώματα της 19ης Απριλίου ο Χάιζενμπεργκ ξεκίνησε με το ποδήλατο για το Ούρφελντ της Βαυαρίας, όπου βρισκόταν η οικογένειά του. Οι περισσότεροι συνάδελφοί του έμειναν στη θέση τους για να παραδοθούν.327
Την ίδια ώρα η Alsos ετοίμαζε την τελευταία της μεγάλη επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Big». Ο χρόνος πίεζε και για έναν ακόμη λόγο. Στη Γιάλτα, τον Φεβρουάριο του 1945, οι Σύμμαχοι είχαν συμφωνήσει να πάρει και η Γαλλία ζώνη κατοχής, και σε αυτήν θα ανήκαν το Χέχινγκεν, το Χαϊγκερλόχ και το Ταϊλφίνγκεν. Ο Γκρόουβς δεν εμπιστευόταν τους Γάλλους με πυρηνικές πληροφορίες περισσότερο από όσο τους Σοβιετικούς. Στην Ουάσιγκτον φοβούνταν ότι ό,τι έπεφτε στα χέρια τους θα κατέληγε, μέσω του Ζολιό, στη Μόσχα.328 Την ομάδα του Πας συνόδευαν Βρετανοί του προγράμματος Tube Alloys. Η φάλαγγα έφυγε στις 20 Απριλίου από τη Χαϊδελβέργη, όπου είχε το αρχηγείο της η αποστολή. Στις 21 Απριλίου τα γαλλικά στρατεύματα πέρασαν τη γραμμή όπου είχαν διαταχθεί να σταματήσουν.329 Στις 22 Απριλίου ο Πας άλλαξε το σχέδιο: αντί να πάει πρώτα στο Χέχινγκεν, έστειλε μια μικρή μονάδα τεθωρακισμένων απευθείας στο Χαϊγκερλόχ.330 Ο ίδιος ο Πας, στο βιβλίο του, τοποθετεί την είσοδο στο χωριό στις 23 Απριλίου, όπως και ο Cassidy και ο Gottstein.331 Η σπηλιά βρέθηκε εύκολα, αλλά ο λάκκος ήταν άδειος, οι δεξαμενές του βαρέος ύδατος κενές και οι κύβοι είχαν εξαφανιστεί.332
Ό,τι είχε απομείνει από την εγκατάσταση το αποσυναρμολόγησαν επί τόπου Αμερικανοί και Βρετανοί.333 Ο Πας ήθελε να ανατινάξει ολόκληρη τη σπηλιά, ώστε να μη μείνει τίποτα που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Δυναμίτης κατέστρεψε την τσιμεντένια είσοδο, αλλά ο ιερέας της εκκλησίας του κάστρου έτρεξε κάτω και του ζήτησε να σταματήσει, γιατί οι εκρήξεις θα έθεταν σε κίνδυνο τον ναό πάνω από τον βράχο. Ο Πας, γιος ιερωμένου, υποχώρησε, και το εσωτερικό του εργαστηρίου έμεινε ανέπαφο.334 Ο Γκούντσμιτ, που βρισκόταν στη Χαϊδελβέργη, εξοργίστηκε όταν έμαθε την εντολή. Γι’ αυτόν ήταν σημαντικό να σωθούν τα τεκμήρια που έδειχναν πόσο πίσω είχαν μείνει οι Γερμανοί.335 Σήμερα στη σπηλιά λειτουργεί το μουσείο Atomkeller, με ένα ομοίωμα του αντιδραστήρα κρεμασμένο πάνω από τον λάκκο και τις τρεις δεξαμενές του βαρέος ύδατος στον πίσω τοίχο.336
Το απόγευμα της 22ας Απριλίου γαλλικά και μαροκινά στρατεύματα κατέλαβαν το Χέχινγκεν. Την επόμενη μέρα ο Πας μπήκε στην πόλη και κατευθύνθηκε στο παλιό κλωστοϋφαντουργείο, όπου είχαν τα γραφεία τους οι φυσικοί.337 Μέσα σε μισή ώρα η αποστολή είχε συλλάβει σχεδόν όλους όσοι βρίσκονταν στον κατάλογό της. Ανάμεσά τους ήταν ο Βάιτσεκερ, ο Βιρτς και οι νεότεροι Έριχ Μπάγκε (Erich Bagge, 1912–1996) και Χορστ Κόρσινγκ (Horst Korsching, 1912–1998). Μόνο ο Χάιζενμπεργκ έλειπε.338 Στις 24 Απριλίου, στο Ταϊλφίνγκεν, βρήκαν τον Χαν με τις βαλίτσες έτοιμες, μαζί με τον Μαξ φον Λάουε (Max von Laue, 1879–1960). Σε αντίθεση με τους περισσότερους συναδέλφους του, ο Χαν παρέδωσε τις εκθέσεις του χωρίς δισταγμό.339
Το ουράνιο και το βαρύ ύδωρ όμως δεν είχαν βρεθεί, και οι συλληφθέντες επέμεναν ότι δεν μπορούσαν να μιλήσουν γι’ αυτά χωρίς την άδεια του Χάιζενμπεργκ. Πρώτος υποχώρησε ο Βάιτσεκερ, ελπίζοντας να κερδίσει την εύνοια των Αμερικανών.340 Αποκάλυψε ότι το βαρύ ύδωρ ήταν κρυμμένο σε βαρέλια σε έναν μύλο περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά, και ότι το ουράνιο ήταν θαμμένο σε ένα χωράφι στην κορυφή ενός κοντινού λόφου. Για τις σημειώσεις του ισχυρίστηκε ότι τις είχε καταστρέψει.341 Από τον μύλο ανασύρθηκαν τρία βαρέλια βαρέος ύδατος και από το χωράφι οι κύβοι. Το μήνυμα που έφτασε ως τον πρόεδρο Τρούμαν έλεγε ότι ο Πας «έπιασε το τζακπότ».342 Στις 27 Απριλίου, καθώς οι συλληφθέντες ετοιμάζονταν να μεταφερθούν στη Χαϊδελβέργη, ο Βάιτσεκερ παραδέχθηκε ότι δεν είχε κάψει τις εκθέσεις. Τις είχε σφραγίσει σε ένα μεταλλικό δοχείο και τις είχε ρίξει στον βόθρο πίσω από το σπίτι του, απ’ όπου τις ανέσυραν δύο Αμερικανοί στρατιώτες.343 Τα έγγραφα επιβεβαίωσαν όσα υποψιαζόταν ο Γκούντσμιτ από τον χειμώνα: η Γερμανία δεν είχε φτιάξει αντιδραστήρα που να λειτουργεί και δεν είχε καν πλησιάσει.344 Τον Μάιο, 659 κύβοι από το Χαϊγκερλόχ είχαν ήδη σταλεί στο Παρίσι.345
Από τη Χαϊδελβέργη οι συλληφθέντες στάλθηκαν στη Ρεμς.346 Την 1η Μαΐου συνελήφθη ο Γκέρλαχ στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και την επόμενη μέρα ο Ντίμπνερ στο Σένγκαϊζινγκ, περίπου τριάντα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης. Στις 3 Μαΐου συνελήφθη ο Χάιζενμπεργκ στο σπίτι του στο Ούρφελντ, και στις 4 Μαΐου μεταφέρθηκαν και οι τρεις στη Χαϊδελβέργη.347 Ο Χάρτεκ συνελήφθη στο Αμβούργο.348 Ένα μέρος του αποθέματος κύβων του Ντίμπνερ δεν έφτασε ποτέ στους Αμερικανούς: ένα φορτηγό εγκαταλείφθηκε στο Γκάρμις και οι κύβοι του κατέληξαν αργότερα στη μαύρη αγορά.349 Στις 3 Ιουλίου 1945 δέκα Γερμανοί επιστήμονες μεταφέρθηκαν στο Φαρμ Χολ της Αγγλίας: ο Χάιζενμπεργκ, ο Βάιτσεκερ, ο Βιρτς, ο Γκέρλαχ, ο Ντίμπνερ, ο Μπάγκε, ο Κόρσινγκ, ο Χάρτεκ, ο Χαν και ο φον Λάουε. Ο τελευταίος δεν είχε καμία σχέση με το πρόγραμμα.350
Σήμερα στη σπηλιά του Χαϊγκερλόχ λειτουργεί το μουσείο Atomkeller. Ένα ομοίωμα του αντιδραστήρα κρέμεται πάνω από τον λάκκο, και στον πίσω τοίχο στέκονται οι τρεις δεξαμενές του βαρέος ύδατος.351
Επιχείρηση «Έψιλον»: από το «Dustbin» στο Φαρμ Χολ (Μάιος–Ιούλιος 1945)
Η αποστολή Alsos είχε πλέον στα χέρια της όλους όσοι την ενδιέφεραν. Το ερώτημα ήταν τι θα τους έκανε. Η επιλογή των προσώπων είχε ήδη κάποιες ιδιαιτερότητες. Ο Μπότε, που είχε παίξει ενεργό ρόλο στο πρόγραμμα, αφέθηκε ελεύθερος, γιατί ο Γκούντσμιτ έκρινε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να αποκαλύψει. Αντίθετα, ο Χαν και ο φον Λάουε, που είχαν ελάχιστη σχέση με το πρόγραμμα, συνελήφθησαν. Ο Γκούντσμιτ είχε αντιταχθεί: πίστευε ότι οι δύο αυτοί άνθρωποι θα έπρεπε να πάρουν θέσεις-κλειδιά στη μεταπολεμική γερμανική επιστήμη και ότι η σύλληψή τους δεν είχε νόημα. Η γνώμη του δεν εισακούστηκε.352 Ο Γκρόουβς είχε τους δικούς του λόγους να μην αφήσει κανέναν ελεύθερο. Τον ανησυχούσε ότι κάποιοι από τους Γερμανούς ίσως είχαν καταλάβει από τις ανακρίσεις πόσο πιο μπροστά ήταν το αμερικανικό πρόγραμμα, και ότι θα μπορούσαν να διαδώσουν τις υποψίες τους. Ακόμη περισσότερο φοβόταν μήπως τους στρατολογήσουν οι Σοβιετικοί.353 Ο Κατσικογιώργος προσθέτει τη δυσπιστία προς τους Γάλλους και την πρόθεση να κρατηθούν οι επιστήμονες υπό αγγλοαμερικανική επιρροή, επειδή θα ήταν απαραίτητοι στη μεταπολεμική Γερμανία.354
Την ευθύνη για τη φύλαξή τους ανέλαβαν οι Βρετανοί. Την 1η Μαΐου ο ταγματάρχης Τ. Χ. Ρίτνερ (T. H. Rittner) πήρε εντολή από τον ανώτερό του, τον αντιπλοίαρχο Έρικ Ουέλς (Eric Welsh) της βρετανικής ναυτικής υπηρεσίας πληροφοριών, να παραλάβει στη Ρεμς μια ομάδα Γερμανών επιστημόνων. Οι οδηγίες ήταν σαφείς: οι Γερμανοί έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως φιλοξενούμενοι, και κανείς δεν θα επικοινωνούσε μαζί τους χωρίς έγκριση. Στη Ρεμς, όπου έφτασαν στις 2 Μαΐου, ο Ρίτνερ τους ζήτησε να δώσουν τον λόγο της τιμής τους ότι δεν θα εγκατέλειπαν το σπίτι και το τμήμα του κήπου που τους είχε παραχωρηθεί.355 Στις 7 Μαΐου η ομάδα μεταφέρθηκε στις Βερσαλλίες, στο Σατό ντι Σεσνέ. Ήταν ένα κέντρο ανακρίσεων για Γερμανούς επιστήμονες και βιομηχάνους, γνωστό με το όνομα «Dustbin» (σκουπιδοτενεκές). Οι συνθήκες ήταν άθλιες: ράντζα, σχεδόν καθόλου έπιπλα και μερίδες αιχμαλώτων πολέμου. Οι καθηγητές αγανακτούσαν που τους μεταχειρίζονταν σαν «εγκληματίες πολέμου», και ο φον Λάουε ήταν σχεδόν στα πρόθυρα των δακρύων. Η αυστηρότητα οφειλόταν σε μια διαταγή του Αϊζενχάουερ να μη γίνεται καμία προνομιακή μεταχείριση Γερμανών, η οποία είχε εκδοθεί όταν ο Τύπος έγραψε για τις καλές συνθήκες κράτησης του Γκέρινγκ.356 Εκεί προστέθηκαν στην ομάδα ο Χάιζενμπεργκ και ο Ντίμπνερ.357
Στις 11 Μαΐου μεταφέρθηκαν στη Βίλα Αρζεντίνα, στο Λε Βεζινέ κοντά στο Σεν Ζερμέν, όπου βρήκαν ξανά κάποια άνεση. Εκεί έφτασε και ο Χάρτεκ, και οι καθηγητές ανανέωσαν τον λόγο τιμής τους.358 Περνούσαν τον χρόνο τους δουλεύοντας στα δωμάτιά τους ή στον κήπο. Δύο φορές την εβδομάδα κάποιος από αυτούς έδινε διάλεξη, και ο φον Λάουε φρόντιζε να γίνεται πάντα την ίδια μέρα και ώρα με το σεμινάριο που οργάνωνε πριν από τον πόλεμο στο Βερολίνο.359 Οι ντόπιοι υποψιάζονταν ότι στη βίλα κρυβόταν ο στρατάρχης Πετέν. Αργότερα, στο Βέλγιο, η πιο διαδεδομένη εικασία ήταν ότι επρόκειτο για τον Ρίμπεντροπ και το επιτελείο του. Ο Ρίτνερ διέδιδε ότι οι φιλοξενούμενοί του ήταν αντιναζιστές που προστατεύονταν από τους Συμμάχους.360 Στις 4 Ιουνίου η ομάδα μεταφέρθηκε στο Σατό ντε Φακβάλ, κοντά στο Ουί του Βελγίου. Εκεί η αμερικανική φρουρά δεν ανεχόταν καμία φιλική μεταχείριση των Γερμανών, και οι συνθήκες χειροτέρεψαν: οι κρατούμενοι έτρωγαν χωριστά, με μερίδες αιχμαλώτων πολέμου, και ο Ρίτνερ δεν επιτρεπόταν να τους προσφέρει τίποτα παραπάνω. Εκεί έφτασε και ο Γκέρλαχ.361 Οι κρατούμενοι ανησυχούσαν διαρκώς για τις οικογένειές τους. Ο Ντίμπνερ απελπίστηκε όταν έμαθε ότι το Σταντίλμ, όπου βρίσκονταν η γυναίκα και ο γιος του, θα περνούσε στη σοβιετική ζώνη. Τελικά οι Βρετανοί φρόντισαν να μεταφερθεί η οικογένειά του στο Νόισταντ, κοντά στο Κόμπουργκ, στην αμερικανική ζώνη κατοχής.362 Όσο περνούσαν οι εβδομάδες, η ανυπομονησία μεγάλωνε. Σε μια μακρά συζήτηση με τον Ρίτνερ, ο Χάιζενμπεργκ του εξήγησε ότι αυτό που τους βασάνιζε περισσότερο ήταν η έλλειψη ειδήσεων από τα σπίτια τους. Τους απασχολούσε όμως και η τύχη τους. Υποψιάζονταν ότι οι Σύμμαχοι έκριναν την αξία τους από τα έγγραφα που είχαν βρεθεί στα ινστιτούτα, ενώ τα έγγραφα αυτά, κατά τον Χάιζενμπεργκ, δεν έδιναν πραγματική εικόνα της προόδου τους. Γι’ αυτό ζήτησε να συναντηθούν με Βρετανούς και Αμερικανούς επιστήμονες.363
Το πρόβλημα της στέγασης δεν λυνόταν. Ο Ουέλς ανέφερε στον ανώτερό του, τον φυσικό Ρ. Β. Τζόουνς (Reginald Victor Jones, 1911–1997), επικεφαλής των βρετανικών επιστημονικών πληροφοριών, ότι ένας Αμερικανός στρατηγός είχε προτείνει να τους εκτελέσουν. Χωρίς να ξέρει αν ήταν αστείο, ο Ουέλς πρότεινε να μεταφερθούν στην Αγγλία.364 Η Βρετανία είχε και το κατάλληλο νομικό πλαίσιο. Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αιχμάλωτοι πολέμου ούτε κατηγορούνταν για κάποιο έγκλημα.365 Ένας βρετανικός νόμος του πολέμου όμως επέτρεπε να κρατηθεί οποιοσδήποτε χωρίς κατηγορία για έξι μήνες, «κατά τη βούληση» του Μονάρχη.366 Ο Κατσικογιώργος προσθέτει ότι η παρουσία Γερμανών πυρηνικών φυσικών σε αμερικανικό έδαφος δεν θα ήταν σκόπιμη τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες ετοιμάζονταν να ρίξουν τη βόμβα στην Ιαπωνία.367

Πηγή: https://www.jermynstreettheatre.co.uk/2023/03/the-history-of-farm-hall/
Στις 3 Ιουλίου 1945 οι δέκα επιστήμονες παραδόθηκαν στο αεροδρόμιο της Λιέγης και πέταξαν με ειδικό αεροσκάφος στη στρατιωτική αεροπορική βάση του Τέμπσφορντ. Από εκεί μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητα στο Φαρμ Χολ, μια εξοχική κατοικία γεωργιανού ρυθμού στο Γκόντμαντσεστερ, κοντά στο Κέιμπριτζ.368 Στον δρόμο ο Χάρτεκ αναγνώρισε τον καθεδρικό ναό του Ίλι και κατάλαβε ότι δεν ήταν μακριά από το Κέιμπριτζ, όπου είχε σπουδάσει κοντά στον Ράδερφορντ.369 Το σπίτι ήταν ασφαλές καταφύγιο της βρετανικής υπηρεσίας εξωτερικών πληροφοριών (MI6) και είχε χρησιμοποιηθεί για πράκτορες που ρίχνονταν με αλεξίπτωτο στην κατεχόμενη Ευρώπη.370 Κατά τον Κατσικογιώργο, εκεί είχε μείνει το 1942 και ο Πούλσον με τους Νορβηγούς κομάντος, πριν από την επιχείρηση εναντίον του Βέμορκ.371 Οι συνθήκες ήταν άνετες. Κάθε κρατούμενος είχε στη διάθεσή του έναν αιχμάλωτο πολέμου ως υπηρέτη, υπήρχαν γήπεδο τένις και πιάνο, και το φαγητό ήταν καλό.372 Οι καθηγητές έδωσαν για τρίτη φορά, και αυτή τη φορά γραπτώς, τον λόγο τους ότι δεν θα απομακρύνονταν από την κατοικία και τον περιβάλλοντα χώρο της. Ο Ρίτνερ τους προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε απόπειρα απόδρασης ή επικοινωνίας με τον έξω κόσμο θα περιόριζε σοβαρά την ελευθερία όλων.373 Έμειναν εκεί ακριβώς έξι μήνες, ως τις 3 Ιανουαρίου 1946.374
Αυτό που δεν ήξεραν, τουλάχιστον στην αρχή, ήταν ότι το σπίτι παρακολουθούνταν. Ο Τζόουνς είχε φροντίσει να εγκατασταθούν κρυφά μικρόφωνα σε όλα τα υπνοδωμάτια και τα καθιστικά, και ίσως και στους εξωτερικούς χώρους. Ο Ρίτνερ τα είχε ζητήσει από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τους κρατουμένους.375 Την εγκατάσταση χειρίζονταν τεχνικοί του Κέντρου Ανακρίσεων Αιχμαλώτων (CSDIC). Διοικητικός αξιωματικός ήταν ο λοχαγός Π. Λ. Κ. Μπρόντι (P. L. C. Brodie), που αργότερα αντικατέστησε τον Ρίτνερ όταν εκείνος αρρώστησε.376 Η ομάδα ακρόασης αριθμούσε οκτώ άτομα, ανάμεσά τους αρκετούς γερμανόφωνους πρόσφυγες, και η επιχείρηση πήρε την κωδική ονομασία «Έψιλον».377 Στις 6 Ιουλίου ο Ντίμπνερ αναρωτήθηκε μπροστά στους συναδέλφους του αν υπήρχαν μικρόφωνα στο σπίτι. Ο Χάιζενμπεργκ γέλασε και απάντησε ότι οι Βρετανοί δεν ήταν τόσο πονηροί: δεν ήξεραν τις πραγματικές μεθόδους της Γκεστάπο.378
Οι συνομιλίες καταγράφονταν σε επαναχρησιμοποιούμενους μεταλλικούς δίσκους. Μεταγράφονταν και μεταφράζονταν μόνο όσες είχαν αξία για τις υπηρεσίες πληροφοριών, και εκτιμάται ότι στις εκθέσεις πέρασε μόλις το 10% περίπου από όσα ειπώθηκαν. Τους παρακολουθούντες δεν τους απασχολούσε η ιστορία. Τους απασχολούσαν το ηθικό των κρατουμένων, οι πολιτικές τους απόψεις, η στάση τους απέναντι στους δυτικούς Συμμάχους και, μετά τη Χιροσίμα, το πόσα ήξεραν πραγματικά για την πυρηνική σχάση.379 Οι εκθέσεις στέλνονταν στον Μάικλ Πέριν (Michael Perrin, 1905–1988) του βρετανικού πυρηνικού προγράμματος και στον Ουέλς. Ένα αντίγραφο έφτανε, μέσω της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο, στον Γκρόουβς, που τις μελετούσε προσεκτικά και τις σχολίαζε στο περιθώριο.380 Οι εκθέσεις ήταν συνολικά 24, σε 153 σελίδες.381 Η ύπαρξή τους έμεινε μυστική ως το 1962, όταν τις ανέφερε ο Γκρόουβς στα απομνημονεύματά του. Δόθηκαν στη δημοσιότητα μόλις τον Φεβρουάριο του 1992.382
Τις πρώτες εβδομάδες το ηθικό ήταν χαμηλό. Οι κρατούμενοι ήταν ικανοποιημένοι από τη μεταχείριση, αλλά δεν ήξεραν τι θα γίνει με τους ίδιους και αγωνιούσαν για τις οικογένειές τους.383 Η διάθεσή τους βελτιώθηκε την 1η Αυγούστου, όταν τους επιτράπηκε να αλληλογραφούν με τους οικείους τους.384 Πέντε μέρες αργότερα, το απόγευμα της 6ης Αυγούστου, το ραδιόφωνο μετέδωσε την είδηση για τη Χιροσίμα.
Η είδηση της Ήττας (Αύγουστος 1945)
Η 6η Αυγούστου ήταν μια ήσυχη καλοκαιρινή μέρα στο Φαρμ Χολ. Λίγο πριν από το δείπνο ο Ρίτνερ ενημέρωσε τον Χαν ότι το BBC είχε μεταδώσει πως μια ατομική βόμβα έπεσε στην Ιαπωνία. Ο Χαν συντρίφτηκε. Είπε ότι ένιωθε προσωπικά υπεύθυνος για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, αφού η δική του ανακάλυψη είχε κάνει τη βόμβα δυνατή, και του εξομολογήθηκε ότι όταν είχε πρωτοσυνειδητοποιήσει τις τρομακτικές δυνατότητές της είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει. Με αρκετό αλκοόλ ηρέμησε, και στο δείπνο ανακοίνωσε ο ίδιος την είδηση στους υπολοίπους.385
Η πρώτη αντίδραση ήταν η δυσπιστία. Ο Χαν σκέφτηκε αμέσως ότι οι Αμερικανοί θα έπρεπε να έχουν διαχωρίσει τα ισότοπα του ουρανίου, και ο Χάρτεκ πρόσθεσε ότι εναλλακτικά θα μπορούσαν να έχουν παραγάγει το στοιχείο 93 σε έναν αντιδραστήρα. Ο Χαν στράφηκε τότε στον Χάιζενμπεργκ με μια φράση που έμεινε: αν οι Αμερικανοί είχαν βόμβα ουρανίου, ήταν όλοι τους «δεύτερης κατηγορίας». Ο Χάιζενμπεργκ ρώτησε αν οι ανακοινώσεις είχαν αναφέρει τη λέξη ουράνιο. Όταν του απάντησαν αρνητικά, υποστήριξε ότι η βόμβα δεν είχε σχέση με τα άτομα. Ίσως κάποιος ερασιτέχνης στην Αμερική είχε εξαπατήσει τους στρατιωτικούς με την ισοδυναμία των 20.000 τόνων TNT. Ο Χαν επέμεινε ότι οι Αμερικανοί ήταν «πενήντα χρόνια μπροστά». Ο Χάιζενμπεργκ απάντησε ότι δεν πίστευε λέξη, εκτός αν είχαν ξοδέψει 500 εκατομμύρια λίρες στον διαχωρισμό των ισοτόπων.386 Ο αριθμός ήταν σχεδόν ακριβής: αντιστοιχούσε στα δύο δισεκατομμύρια δολάρια που ανακοίνωσε την ίδια μέρα ο Τρούμαν.387
Η συζήτηση πέρασε σε τεχνικά ζητήματα και αποκάλυψε πόσο λίγα ήξεραν. Ο Χάιζενμπεργκ δεχόταν ότι οι Αμερικανοί μπορεί να είχαν δέκα τόνους εμπλουτισμένου ουρανίου, όχι όμως καθαρό ουράνιο 235, και θεωρούσε ότι ακόμη και τριάντα κιλά δεν θα εξερράγησαν. Ο Χαν τον ρώτησε γιατί του έλεγε παλαιότερα ότι χρειάζονταν πενήντα κιλά, ενώ τώρα μιλούσε για δύο τόνους. Ο Χάιζενμπεργκ απέφυγε να απαντήσει ευθέως και επέμεινε μόνο ότι η μέση ελεύθερη διαδρομή των νετρονίων ήταν μεγάλη.388 Η υπερεκτίμηση της κρίσιμης μάζας, που είχε φανεί ήδη στα χρόνια του πολέμου, έγινε αργότερα αντικείμενο έντονης συζήτησης ανάμεσα στους ιστορικούς.389
Το βράδυ εκείνο ο Χαν συμπέρανε ότι θα «ποντάριζαν» στην υπόθεση του Χάιζενμπεργκ ότι επρόκειτο για μπλόφα.390 Στις εννιά όμως όλοι άκουσαν την επίσημη ανακοίνωση, και δεν έμενε πια αμφιβολία.391
Τότε η συζήτηση στράφηκε στην κλίμακα του αμερικανικού εγχειρήματος. Ο Κόρσινγκ παρατήρησε ότι οι Αμερικανοί ήταν ικανοί για πραγματική συνεργασία σε τεράστια κλίμακα, ενώ στη Γερμανία ο καθένας θεωρούσε τον άλλον ασήμαντο. Ο Γκέρλαχ, επικεφαλής του προγράμματος στην τελευταία του φάση, διαφώνησε: στην ομάδα του ουρανίου, είπε, η συνεργασία ήταν η καλύτερη δυνατή και κανείς δεν υποτιμούσε τον άλλον. Όταν ο Κόρσινγκ αντέτεινε ότι έτσι έμοιαζαν τα πράγματα μόνο επίσημα, ο Γκέρλαχ φώναξε ότι κανείς δεν υποτιμούσε τον άλλον ούτε ανεπίσημα και ότι πολλοί από τους παρόντες μπορούσαν να το επιβεβαιώσουν.392 Ο Χάιζενμπεργκ, με τον αριθμό που είχε μόλις ακούσει στο BBC, παραδέχθηκε ότι την άνοιξη του 1942 δεν είχαν το «ηθικό θάρρος» να προτείνουν στην κυβέρνηση να απασχολήσει 120.000 ανθρώπους μόνο για να στηθεί η παραγωγή. Ο Βάιτσεκερ έδωσε μια άλλη εξήγηση: δεν το είχαν καταφέρει επειδή οι φυσικοί, κατά βάθος, δεν ήθελαν. Αν όλοι ήθελαν να κερδίσει η Γερμανία, θα είχαν πετύχει. Ο Χαν απάντησε ότι δεν το πίστευε αυτό, αλλά ήταν ευγνώμων που είχαν αποτύχει.393
Ο Βάιτσεκερ υποστήριξε επίσης ότι, ακόμη κι αν είχαν πάρει ό,τι ζητούσαν, δεν ήταν βέβαιο ότι θα έφταναν εκεί που έφτασαν οι Αμερικανοί, και ότι όλοι τους ήταν πεπεισμένοι πως το εγχείρημα δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα στον πόλεμο. Ο Χάιζενμπεργκ τον διόρθωσε. Δεν ίσχυε ακριβώς έτσι, γιατί έπρεπε να γίνει διάκριση ανάμεσα στον αντιδραστήρα και στη βόμβα. Για τη δυνατότητα να κατασκευάσουν αντιδραστήρα ήταν απολύτως βέβαιος. Δεν πίστεψε όμως ποτέ ότι θα έφτιαχναν βόμβα, και, όπως παραδέχθηκε, «στο βάθος της καρδιάς του» χαιρόταν που ο στόχος τους ήταν ένας αντιδραστήρας και όχι μια βόμβα. Ο Βάιτσεκερ πήγε ένα βήμα παραπέρα και επανήλθε σε όσα είχε πει νωρίτερα: έπρεπε να παραδεχτούν ότι δεν ήθελαν να πετύχουν. Και αν το είχαν θελήσει όσο οι Αμερικανοί, πρόσθεσε, πάλι δεν θα τα κατάφερναν, γιατί οι Σύμμαχοι θα είχαν βομβαρδίσει τα εργοστάσια.394 Ο Bernstein δέχεται ότι το δεύτερο ίσως ισχύει, όπως έδειξε η τύχη του εργοστασίου της Auer. Επισημαίνει όμως ότι η απόσταση από αυτό ως τον ισχυρισμό ότι δεν πέτυχαν επειδή δεν ήθελαν να πετύχουν είναι πολύ μεγάλη.395 Μέσα σε λίγες ώρες, η αδυναμία είχε αρχίσει να παρουσιάζεται ως επιλογή.
Η βραδιά τελείωσε άσχημα για τον Γκέρλαχ. Αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, όπου τον άκουσαν να κλαίει. Ο φον Λάουε και ο Χάρτεκ πήγαν να τον παρηγορήσουν. Ο Ρίτνερ σημείωσε ότι ο Γκέρλαχ φαινόταν να θεωρεί τον εαυτό του ηττημένο στρατηγό.396 Φοβόταν ότι στη Γερμανία θα τους θεωρούσαν υπεύθυνους που όλα είχαν «σαμποταριστεί» και ότι δεν θα έμεναν για πολύ ζωντανοί. Όταν ήρθε και ο Χαν, τον ρώτησε αν ήταν αναστατωμένος επειδή δεν είχαν φτιάξει τη βόμβα, και είπε ότι ο ίδιος ευχαριστούσε τον Θεό «γονατιστός» γι’ αυτό. Ο Γκέρλαχ απάντησε ότι τον πείραζε που οι Αμερικανοί τα είχαν καταφέρει καλύτερα.397
Ό,τι είχε ακουστεί αποσπασματικά το βράδυ της 6ης Αυγούστου πήρε την επόμενη μέρα συγκεκριμένη μορφή. Το πρωί οι κρατούμενοι διάβασαν με απληστία τις εφημερίδες.398 Ο Βάιτσεκερ είπε στον φον Λάουε ότι σύντομα τα ονόματά τους θα εμφανίζονταν στον Τύπο και ότι θα περνούσε πολύς καιρός ως ότου «καθαρίσουν» τα ονόματά τους στα μάτια των συμπατριωτών τους. Και κατέληξε: η ιστορία θα κατέγραφε ότι οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι έφτιαξαν μια βόμβα, ενώ την ίδια ώρα οι Γερμανοί, υπό το καθεστώς του Χίτλερ, έφτιαξαν έναν αντιδραστήρα που λειτουργούσε. Η ειρηνική ανάπτυξη του αντιδραστήρα ουρανίου θα είχε γίνει στη Γερμανία, ενώ οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι ανέπτυξαν «αυτό το φρικτό όπλο πολέμου».399 Ο Bernstein το χαρακτηρίζει ως τη γέννηση της «εκδοχής» (Lesart). Ήταν μια αφήγηση που οι ακροατές του Βάιτσεκερ ήξεραν ότι δεν ίσχυε, αφού αντιδραστήρας που να λειτουργεί δεν είχε κατασκευαστεί ποτέ.400 Την ίδια μέρα ο Χάιζενμπεργκ σχολίασε ότι αν οι ίδιοι είχαν φτιάξει και ρίξει μια τέτοια βόμβα, θα είχαν εκτελεστεί ως εγκληματίες πολέμου.401
Οι κρατούμενοι ανησυχούσαν για τα δημοσιεύματα που τους απέδιδαν εργασία πάνω στη βόμβα, και δέχθηκαν την πρόταση του Ρίτνερ να συντάξουν ένα υπόμνημα για το τι είχαν κάνει. Η διατύπωσή του προκάλεσε μεγάλη συζήτηση.402 Το κείμενο έφερε ημερομηνία 8 Αυγούστου και ξεκινούσε από την ανακάλυψη της σχάσης από τον Χαν και τον Στράσμαν τον Δεκέμβριο του 1938, «αποτέλεσμα καθαρής επιστημονικής έρευνας». Σημείωνε ότι στα τέλη του 1941 είχε φανεί πως η πυρηνική ενέργεια μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή θερμότητας, ενώ η κατασκευή βόμβας δεν φαινόταν εφικτή με τα μέσα της Γερμανίας, και γι’ αυτό η εργασία είχε επικεντρωθεί στον αντιδραστήρα. Ανέφερε την επέκταση της παραγωγής βαρέος ύδατος στο Ρίουκαν, που σταμάτησε από τις επιθέσεις στα τέλη του 1943, και τα πειράματα στο Βερολίνο και στο Χαϊγκερλόχ. Αυτά, όπως έγραφε, είχαν προχωρήσει τόσο ώστε η κατασκευή ενός αντιδραστήρα θα χρειαζόταν πια λίγο χρόνο.403 Στις συνοδευτικές σημειώσεις η Μάιτνερ αναφερόταν μόνο για να τονιστεί ότι είχε φύγει από το Βερολίνο έξι μήνες πριν από την ανακάλυψη και δεν είχε συμμετοχή σε αυτήν.404 Ο Κατσικογιώργος επισημαίνει ότι το υπόμνημα παρέλειπε ό,τι δεν βόλευε: την έκθεση του Βάιτσεκερ του 1940 για το στοιχείο 94, τις εκθέσεις του Ντίμπνερ και τις ομιλίες του Χάιζενμπεργκ προς τις αρχές.405
Στις 9 Αυγούστου έπεσε η δεύτερη βόμβα, στο Ναγκασάκι. Στις συνομιλίες που καταγράφηκαν οι κρατούμενοι δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν.406 Στις 14 Αυγούστου ο Χάιζενμπεργκ έδωσε στους συναδέλφους του μια διάλεξη για τη φυσική της βόμβας, η οποία, κατά τον Bernstein, αποκαλύπτει πόσο περιορισμένες ήταν οι γνώσεις του. Τα περισσότερα από όσα τελικά κατάλαβαν, οι Γερμανοί φυσικοί τα έλυσαν στο Φαρμ Χολ και όχι στα χρόνια του πολέμου.407
Επίλογος
Στις 3 Ιανουαρίου 1946 οι δέκα κρατούμενοι πέταξαν πίσω στη Γερμανία. Προσγειώθηκαν στο Λίμπεκ και μεταφέρθηκαν στο Άλσβεντε, στη βρετανική ζώνη κατοχής. Ήταν ελεύθεροι, αλλά μέσα σε όρια: έπρεπε να παρουσιάζονται κάθε βράδυ και ήταν ακόμη χωρισμένοι από τις οικογένειές τους.408 Ο Χαν είχε μάθει ήδη, ενώ κρατούνταν, ότι του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Χημείας για την ανακάλυψη της σχάσης. Οι σύντροφοί του το γιόρτασαν με λόγους και τραγούδια, και ο λοχαγός Μπρόντι πρόσφερε για την περίσταση ένα μπουκάλι τζιν και δύο μπουκάλια κόκκινο κρασί.409 Σιγά σιγά η ομάδα διαλύθηκε. Ο Χάρτεκ επέστρεψε στο ινστιτούτο του στο Αμβούργο, έγινε πρύτανης του πανεπιστημίου το 1948 και το 1951 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντίμπνερ εργάστηκε σε ένα ιδιωτικό ινστιτούτο οργάνων μέτρησης στο Αμβούργο. Ο Γκέρλαχ επέστρεψε το 1948 στο Μόναχο, όπου έγινε κι αυτός πρύτανης. Οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν στο Γκέτινγκεν. Λίγο αργότερα η Εταιρεία Κάιζερ Βίλχελμ καταργήθηκε από τους Συμμάχους και αναβίωσε ως Εταιρεία Μαξ Πλανκ.410
Η διαμάχη για το τι είχαν κάνει και τι είχαν επιδιώξει οι Γερμανοί φυσικοί άρχισε σχεδόν αμέσως και δεν έχει σταματήσει.411 Η «εκδοχή» που γεννήθηκε στο Φαρμ Χολ απέκτησε σύντομα μια πιο φιλόδοξη μορφή. Οι Γερμανοί δεν είχαν δουλέψει απλώς σε έναν «ειρηνικό» αντιδραστήρα. Είχαν, υποτίθεται, «αποτρέψει» να φτάσει η βόμβα στα χέρια του Χίτλερ.412 Η ιδέα κορυφώθηκε στο βιβλίο του Ρόμπερτ Γιουνγκ (Robert Jungk, 1913–1994) «Λαμπρότερο από χίλιους ήλιους». Σε αυτό ο Γιουνγκ έγραφε ότι οι Γερμανοί φυσικοί, κάτω από μια δικτατορία, άκουσαν τη φωνή της συνείδησης και προσπάθησαν να εμποδίσουν την κατασκευή της βόμβας, ενώ οι συνάδελφοί τους στις δημοκρατίες αφιερώθηκαν σε αυτήν. Ο Βάιτσεκερ είχε βοηθήσει ενεργά στη συγγραφή του βιβλίου. Ο Χάιζενμπεργκ, όταν το διάβασε, σχολίασε πολλές λεπτομέρειες, αλλά όχι τον χαρακτηρισμό της στάσης των Γερμανών φυσικών.413 Ο Ρόσμπαουντ, που είχε μείνει στη Γερμανία στη διάρκεια του πολέμου ως πηγή των βρετανικών υπηρεσιών, έγραψε αρνητική κριτική για το βιβλίο. Η κριτική του προκάλεσε δύο επιστολές του φον Λάουε την άνοιξη του 1959, παρότι στο Φαρμ Χολ είχε υπογράψει κι ο ίδιος το υπόμνημα.414 Στην πρώτη, στις 4 Απριλίου, ο φον Λάουε ζητούσε από τον Ρόσμπαουντ να μην τη δημοσιοποιήσει όσο ζούσε. Τον είχε ενοχλήσει ότι όλοι οι κριτικοί του Γιουνγκ αντιμετώπιζαν τους Γερμανούς πυρηνικούς φυσικούς ως ενιαία ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα ο καθένας είχε τη δική του γνώμη. Γι’ αυτό κατέγραφε όσα θυμόταν. Τη μοναδική σύσκεψη της Λέσχης Ουρανίου όπου είχε προσκληθεί, το 1941 ή το 1942, την περιέγραφε ως μια υπόθεση κωμικά μυστική, όπου το ουράνιο αναφερόταν μόνο ως «μέταλλο», και κατά τα άλλα μάλλον άσκοπη και ακατάστατη. Ούτε η επίσκεψή του στη σπηλιά του Χαϊγκερλόχ είχε αλλάξει αυτή την εντύπωση. Θυμόταν και ένα «πολύ δυσάρεστο» επεισόδιο μετά την άφιξη της Alsos. Ο Βάιτσεκερ και ο Βιρτς, οι μόνοι που ήξεραν από τον Χάιζενμπεργκ πού είχε κρυφτεί το βαρύ ύδωρ, το αρνούνταν επί ώρες με κάθε λογής προφάσεις. Όταν τελικά υπέδειξαν την κρυψώνα415, οι Αμερικανοί τους απάντησαν ότι την είχαν βρει ήδη εδώ και μέρες.416
Για το Φαρμ Χολ, ο φον Λάουε έγραφε ότι πριν από τη Χιροσίμα σχεδόν δεν μιλούσαν για πυρηνική φυσική και ότι όλοι πίστευαν πως η βόμβα δεν είχε πετύχει πουθενά, όπως και στη Γερμανία. Την ίδια την είδηση την περιέγραφε με λεπτομέρειες: ο Χαν, βαθιά συγκλονισμένος, είπε ότι «δεν είχε καμία σχέση με αυτό». Ο Ρίτνερ ζήτησε από τον φον Λάουε να προσέχει μήπως ο Χαν κάνει κακό στον εαυτό του, κι εκείνος απάντησε ότι πιο πολύ ανησυχούσε για τον Γκέρλαχ. Μετά από εκείνη τη μέρα, συνέχιζε, μιλούσαν συχνά για τις συνθήκες μιας ατομικής έκρηξης, και ο Χάιζενμπεργκ έκανε γι’ αυτό ομιλία σε ένα από τα σεμινάρια φυσικής που είχαν οργανώσει οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Σιγά σιγά, στις συζητήσεις γύρω από το τραπέζι, διαμορφώθηκε η «εκδοχή» (Lesart): οι Γερμανοί πυρηνικοί φυσικοί δεν είχαν θελήσει καθόλου την ατομική βόμβα, είτε επειδή τη θεωρούσαν αδύνατη μέσα στον αναμενόμενο χρόνο του πολέμου είτε επειδή απλώς δεν την ήθελαν. Πρωτοστατούσε ο Βάιτσεκερ. Ο φον Λάουε σημείωνε ότι ηθικά επιχειρήματα δεν άκουσε ποτέ σε αυτές τις συζητήσεις, και ότι ο Χάιζενμπεργκ καθόταν τις περισσότερες φορές σιωπηλός. Για το βιβλίο του Γιουνγκ έγραφε ότι το είχε διαβάσει μόνο αποσπασματικά και το είχε παρατήσει, γιατί βρήκε σε αυτό πολλά που αποδεδειγμένα δεν ίσχυαν.417
Οι εκθέσεις του Φαρμ Χολ, κατά τον Bernstein, διαψεύδουν αυτή την εκδοχή. Στην αρχή οι Γερμανοί φυσικοί ούτε απέφυγαν να δουλέψουν πάνω στη βόμβα ούτε τη θεωρούσαν αδύνατη. Για ηθικά ζητήματα δεν λέγεται σχεδόν τίποτα στις συνομιλίες τους.418 Ήξεραν ορισμένες γενικές αρχές: ότι η βόμβα απαιτούσε σχάση με ταχέα νετρόνια σε διαχωρισμένο ουράνιο 235, και ότι υπήρχε η δυνατότητα του πλουτωνίου. Όλα τα πραγματικά δύσκολα προβλήματα όμως είχαν μείνει ανέγγιχτα. Είχαν καταλήξει ότι η βόμβα ήταν ανέφικτη για τη Γερμανία του πολέμου για τεχνικούς και οικονομικούς λόγους, επειδή ήταν πολύ μεγάλο και πολύ ακριβό εγχείρημα. Η ηθική δεν είχε καμία σχέση. Αν ήταν ανέφικτη, τι είχαν να «αποτρέψουν»; Ο Bernstein σημειώνει ότι αν είχαν πει απλώς ότι μελέτησαν το ζήτημα, βρήκαν τη βόμβα ανέφικτη και στράφηκαν στον αντιδραστήρα, η κρίση για αυτούς ίσως θα ήταν διαφορετική. Αυτό που ενόχλησε τόσους ανθρώπους ήταν η διεκδίκηση ηθικής ανωτερότητας.419 Επιπλέον, από τη στιγμή που κάποιος γνωρίζει για το πλουτώνιο, δεν υπάρχει στην ουσία «ειρηνικός» αντιδραστήρας. Ο ίδιος ο Χάιζενμπεργκ είχε γράψει τον Σεπτέμβριο του 1945 ότι σε καιρό πολέμου τα αποτελέσματά τους θα ακολουθούνταν φυσικά από τεχνικές εφαρμογές.420
Η πραγματική αιτία της αποτυχίας, κατά τον Bernstein, ήταν η έλλειψη ηγεσίας και συντονισμού. Μετά τον πόλεμο ο Χάιζενμπεργκ απέδωσε την εγκατάλειψη του γραφίτη στο «λάθος» του Μπότε, του οποίου οι μετρήσεις είχαν δείξει ότι ο γραφίτης απορροφούσε πάρα πολλά νετρόνια. Οι μετρήσεις όμως είχαν επαναληφθεί από τον Βίλχελμ Χάνλε, που είχε καταλάβει το πρόβλημα των προσμίξεων και είχε πάρει πιο ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Την απόφαση να προτιμηθεί το βαρύ ύδωρ, που έπρεπε να παραχθεί σε μια κατεχόμενη και εχθρική χώρα, την πήραν η στρατιωτική διοίκηση και άνθρωποι όπως ο Σούμαν και ο Ντίμπνερ, επειδή ο καθαρισμός του γραφίτη κρίθηκε πολύ δαπανηρός.421 Το πρόγραμμα δεν είχε έναν Γκρόουβς ή έναν φον Μπράουν. Ο Σπέερ ίσως να μπορούσε να παίξει αυτόν τον ρόλο, αλλά όταν ανακατεύτηκε οι φυσικοί είχαν πια χάσει το θάρρος τους και δεν ήθελαν να υποσχεθούν ένα «θαυματουργό όπλο» μέσα σε έξι μήνες. Αν ο Χάρτεκ είχε καταφέρει να κάνει τον αντιδραστήρα του να λειτουργήσει το 1940, ο στρατός θα είχε αναλάβει το πρόγραμμα με την ύψιστη προτεραιότητα, και δεν θα υπήρχε επιστροφή.422
Τα συμπεράσματα αυτά ο Bernstein τα αντλεί κυρίως από τις εκθέσεις του Φαρμ Χολ. Γι’ αυτό αξίζει να δούμε τι ακριβώς είναι αυτή η πηγή και ποια είναι τα όριά της. Οι εκθέσεις δεν είναι πλήρεις μεταγραφές. Είναι επιλεγμένα αποσπάσματα, μεταφρασμένα στα αγγλικά από τους Βρετανούς που τα κατέγραφαν, και συνοδεύονται από τα σχόλιά τους. Τα γερμανικά πρωτότυπα έχουν χαθεί, εκτός από όσα επισυνάφθηκαν ως παραρτήματα, και οι δίσκοι ξαναχρησιμοποιήθηκαν. Όπου όμως το γερμανικό κείμενο σώζεται, η σύγκριση δείχνει ότι οι μεταφράσεις, παρά κάποιες αδεξιότητες, ήταν πολύ καλές.423 Η διαδρομή τους ως τη δημοσιότητα ήταν μακριά. Το 1981, όταν ο ιστορικός της επιστήμης Τζέραλντ Χόλτον ζήτησε να τις δει, το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών του απάντησε ότι δεν θα δίνονταν στη δημοσιότητα ούτε μετά την τριακονταετία. Το επιχείρημα ήταν ότι περιείχαν πληροφορίες που θα προκαλούσαν «στενοχώρια ή αμηχανία» στα ίδια τα πρόσωπα ή στους απογόνους τους. Ο Bernstein αναρωτιέται τίνος την αμηχανία φοβούνταν, αφού οι περισσότεροι κρατούμενοι είχαν ήδη πεθάνει. Σημειώνει πάντως ότι ο αδελφός του Βάιτσεκερ, ο Ρίχαρντ, ήταν τότε πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Οι εκθέσεις δόθηκαν τελικά στη δημοσιότητα τον Φεβρουάριο του 1992, μετά από παρέμβαση της Βασιλικής Εταιρείας.424 Η αξία τους είναι μοναδική. Ο Cassidy παρατηρεί ότι σπάνια στην ιστορία έχουμε τις συνομιλίες πρωταγωνιστών τη στιγμή που κλείνει μια εποχή: είναι σαν να βγήκαν αυτοί οι άνθρωποι από την ιστορία στο πέρασμα από τα συμβατικά όπλα στην πυρηνική εποχή και να τους ζητήθηκε να συζητήσουν το παρελθόν και το μέλλον τους, ενώ, εν αγνοία τους, ηχογραφούνταν. Επιπλέον, οι εκθέσεις δεν στέκουν μόνες τους. Μπορούν να συγκριθούν με τις απόρρητες εκθέσεις του πολέμου, που κατασχέθηκαν το 1945, με το ημερολόγιο του Μπάγκε και με τις επιστολές του φον Λάουε.425
Μένει το ανθρώπινο ερώτημα. Κανείς από τους δέκα δεν εμφανίζεται στις εκθέσεις ως φανερά κακός. Ήταν καλλιεργημένοι άνθρωποι με εξαιρετικές ικανότητες, ανάμεσά τους αρκετοί κάτοχοι Νόμπελ. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί όσοι μπορούσαν να φύγουν επέλεξαν να μείνουν και να υπηρετήσουν ένα τόσο αποκρουστικό καθεστώς.426 Ο φον Λάουε ήταν η εξαίρεση, ο μόνος του οποίου το ηθικό θάρρος μπορεί να θαυμάσει κανείς χωρίς επιφυλάξεις. Η παρουσία του θύμιζε στους άλλους ότι ήταν δυνατό να επιβιώσει κάποιος στη Γερμανία χωρίς τους συμβιβασμούς που οι ίδιοι είχαν κάνει ξανά και ξανά.427 Ο Γκούντσμιτ, που αντιπαρατέθηκε με τον Χάιζενμπεργκ για χρόνια, επέμενε ως το τέλος της ζωής του ότι ο Χάιζενμπεργκ δεν υπήρξε ποτέ ναζί.428 Σε μια από τις τελευταίες του διαλέξεις μίλησε με λύπη για τις πικρές τους αντιπαραθέσεις και είπε ότι θα ήθελε ο Χάιζενμπεργκ να είχε υπάρξει τόσο μεγάλος άνθρωπος όσο ήταν μεγάλος φυσικός.429 Η χήρα του Χάιζενμπεργκ υποστήριξε ότι οι ηχογραφήσεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν σωστά χωρίς γνώση των αποχρώσεων της γλώσσας και της ψυχολογίας των προσώπων. Ο Bernstein απαντά ότι, όσο κι αν χρειάζεται προσοχή με τα μεμονωμένα αποσπάσματα, συνολικά το μήνυμα είναι σαφές, και ότι στο τέλος οι εκθέσεις του Φαρμ Χολ μιλούν από μόνες τους.430
Σημειώσεις
1. Cassidy D. C., Εισαγωγή στο: Bernstein J., 2001, Hitler’s Uranium Club: The Secret Recordings at Farm Hall, σ. xxiii. Στο εξής: Cassidy D. C., 2001. ↩︎
2. Walker M., German National Socialism and the Quest for Nuclear Power, 1989, σ. 17. ↩︎
3. Κατσικογιώργος Γ., 2026. ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ ΑΤΟΜΑ. Ο μακρύς δρόμος προς την ατομική βόμβα, σ. 299. ↩︎
4. Bernstein J., 2001, σ. 57. ↩︎
5. Hiebert M., 2023. The Uranium Club: Unearthing the Lost Relics of the Nazi Nuclear Program, σ. 139· Hentschel K. & Hentschel A. M., 1996. Physics and National Socialism: An Anthology of Primary Sources, σσ. 363–364. ↩︎
6. Hiebert M., 2023, σ. 139. ↩︎
7. Hiebert M., 2023, σσ. 139–140. ↩︎
8. Wikipedia, German nuclear program during World War II. ↩︎
9. Popp M. & de Klerk P., 2023. The Peculiarities of the German Uranium Project 1939–1945, σ. 635. ↩︎
10. Cassidy D. C., 2001, σ. xxii· Hiebert M., 2023, σ. 149. ↩︎
11. Wikipedia, “Erich Schumann”. ↩︎
12. Hiebert M., 2023, σ. 140· Walker M., 1989, σελ. 18. ↩︎
13. Wikipedia, “German nuclear program during World War II”· Hiebert M., 2023, σ. 140· Walker M., 1989, σ. 18. ↩︎
14. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 635. ↩︎
15. Wikipedia, Kurt Diebner. ↩︎
16. Hiebert M., 2023, σ. 141. ↩︎
17. Bernstein J., 2001, σ. 57· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 635. ↩︎
18. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 302. ↩︎
19. Wikipedia, “German nuclear program during World War II». ↩︎
20. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 303. ↩︎
21. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 303. ↩︎
22. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 635. ↩︎
23. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 303. ↩︎
24. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 305. ↩︎
25. Οικονόμου Λ., 1991, σ. 48. ↩︎
26. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 637. ↩︎
27. Οικονόμου Λ., 1991, σ. 48. ↩︎
28. Bernstein J., 2001, σ. 58· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 640. ↩︎
29. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 306. ↩︎
30. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 635. ↩︎
31. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 306–307, βλέπε και Πέμπτο μέρος του αφιερώματος. ↩︎
32. Gottstein K., 2016, σ. 4· Hiebert M., 2023, σσ. 140–141· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 635. ↩︎
33. Hiebert M., 2023, σσ. 141–143· Cassidy D. C., 2001, σ. xxv. ↩︎
34. Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Cassidy D. C., 1992, Uncertainty: The Life and Science of Werner Heisenberg, σ. 491. ↩︎
35. Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Cassidy D. C., 1992, σ. 491. ↩︎
36. Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Bernstein J., 2001, σ. 32·Walker M., 1989, σ. 52. ↩︎
37. Hiebert M., 2023, σ. 163. ↩︎
38. Bernstein J., 2001, σ. 32· Cassidy D. C., 2001, σ. xxv. ↩︎
39. Cassidy D. C., 2001, σ. xxiii· Bernstein J., 2001, σ. 36. ↩︎
40. Cassidy D. C., 2001, σ. xxiii. ↩︎
41. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 637. ↩︎
42. Bernstein J., 2001, σ. 339. ↩︎
43. Cassidy D. C., 2001, σ. xxiii. ↩︎
44. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 636· Cassidy D. C., 2001, σσ. xxiii–xxiv. ↩︎
45. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 636–637. ↩︎
46. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 636, 646· Cassidy D. C., 2001, σ. xxiv. ↩︎
47. Cassidy D. C., 2001, σ. xxiv· πρβλ. Hiebert M., 2023, σ. 145. ↩︎
48. Gottstein K., 2016, σσ. 15–16. ↩︎
49. Cassidy D. C., 2001, σσ. xxiv–xxv· Bernstein J., 2001, σ. 36· Hiebert M., 2023, σσ. 145–146. ↩︎
50. Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 313. ↩︎
51. Bernstein J., 2001, σ. 58· Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 315. ↩︎
52. Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Hiebert M., 2023, σ. 146· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 315. ↩︎
53. Bernstein J., 2001, σ. 330· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 315. ↩︎
54. Bernstein J., 2001, σ. 330· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 315. ↩︎
55. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 643–644. ↩︎
56. Medawar J. & Pyke D., 2000, σσ. 177, 225· Hiebert M., 2023, σ. 146. ↩︎
57. Cassidy D. C., 2001, σ. xxv· Hiebert M., 2023, σσ. 146–147· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 315. ↩︎
58. Bernstein J., 2001, σ. 26· Hiebert M., 2023, σ. 149. ↩︎
59. Hiebert M., 2023, σσ. 149–150. ↩︎
60. Hiebert M., 2023, σ. 150. ↩︎
61. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 643. ↩︎
62. Hiebert M., 2023, σ. 150. ↩︎
63. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 643· Hiebert M., 2023, σ. 150. ↩︎
64. Hiebert M., 2023, σ. 150. ↩︎
65. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 643. ↩︎
66. Bernstein J., 2001, σσ. 26, 331. ↩︎
67. Bernstein J., 2001, σσ. 339–340. ↩︎
68. Hiebert M., 2023, σ. 147· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 642. ↩︎
69. Hiebert M., 2023, σσ. 60, 147. ↩︎
70. Hiebert M., 2023, σ. 147. ↩︎
71. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 642. ↩︎
72. Hiebert M., 2023, σσ. 78, 106. ↩︎
73. Dahl P. F., 1999, όπως παρατίθεται στη Wikipedia, “Norwegian heavy water sabotage”. ↩︎
74. Bernstein J., 2001, σσ. 26–27· Hiebert M., 2023, σσ. 146–147. ↩︎
75. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 316. ↩︎
76. Dahl P. F., 1999, όπως παρατίθεται στη Wikipedia, “Norwegian heavy water sabotage”. ↩︎
77. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 317. ↩︎
78. Medawar J. & Pyke D., 2000, σ. 222. ↩︎
79. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 317. ↩︎
80. Dahl, 2023, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 317–318. ↩︎
81. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 318. ↩︎
82. Bascomb N., 2016, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 318–319. ↩︎
83. Dahl, 2023, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 318. ↩︎
84. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 319. ↩︎
85. Bernstein J., 2001, σ. 58. ↩︎
86. Bernstein J., 2001, σ. 27· Hiebert M., 2023, σ. 147. ↩︎
87. Medawar J. & Pyke D., 2000, σ. 222· Hiebert M., 2023, σσ. 73–74· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 321. ↩︎
88. Dahl P. F., 1999, όπως παρατίθεται στη Wikipedia, “Norwegian heavy water sabotage”. ↩︎
89. Hiebert M., 2023, σ. 151· Bernstein J., 2001, σ. 36· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 342. ↩︎
90. Hiebert M., 2023, σ. 151· Irving D., 1967, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 342. ↩︎
91. Hiebert M., 2023, σ. 152· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 342–343. ↩︎
92. Bernstein J., 2001, σ. 36. ↩︎
93. Hiebert M., 2023, σ. 151· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi. ↩︎
94. Bernstein J., 2001, σ. 36· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 343. ↩︎
95. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 340. ↩︎
96. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 341. ↩︎
97. Bernstein J., 2001, σ. 31· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 640. ↩︎
98. Bernstein J., 2001, σσ. 30–31, 58. ↩︎
99. Bernstein J., 2001, σ. 31. ↩︎
100. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 642· Karlsch R., 2005, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 341. ↩︎
101. Bernstein J., 2001, σσ. 29, 58· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi. ↩︎
102. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 640. ↩︎
103. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 342. ↩︎
104. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 342. ↩︎
105. Bernstein J., 2001, σ. 31· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi. ↩︎
106. Bernstein J., 2001, σ. 33· Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 363. ↩︎
107. Bernstein J., 2001, σ. 33. ↩︎
108. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 363–364. ↩︎
109. Bernstein J., 2001, σ. 33· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 364. ↩︎
110. Bernstein J., 2001, σ. 32. ↩︎
111. Bernstein J., 2001, σσ. 31, 33–34. ↩︎
112. Rose P. L., 1998, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 365–366· Bernstein J., 2001, σ. 35. ↩︎
113. Bernstein J., 2001, σ. 35. ↩︎
114. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi. ↩︎
115. Bernstein J., 2001, σ. 34· Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 365. ↩︎
116. Rose P. L., 1998, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 365. ↩︎
117. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 365. ↩︎
118. Baggott J., 2011, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 365. ↩︎
119. Hiebert M., 2023, σ. 162. ↩︎
120. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 366. ↩︎
121. Bernstein J., 2001, σ. 34. ↩︎
122. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 640–641. ↩︎
123. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 641–642. ↩︎
124. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 642. ↩︎
125. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi. ↩︎
126. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 374. ↩︎
127. Cassidy D. C., 2000, σ. 31, «A Historical Perspective on Copenhagen», Physics Today, 53(7). ↩︎
128. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi. ↩︎
129. Hiebert M., 2023, σσ. 154–155. ↩︎
130. Cassidy D. C., 2000, σ. 31. ↩︎
131. Cassidy D. C., 2001, σσ. xxvi–xxvii. ↩︎
132. Cassidy D. C., 2000, σ. 31. ↩︎
133. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 375. ↩︎
134. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 375. ↩︎
135. Cassidy D. C., 2000, σ. 32· Gottstein K., 2016, σσ. 5–6. ↩︎
136. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 375. ↩︎
137. Hiebert M., 2023, σ. 158· Gottstein K., 2016, σ. 6. ↩︎
138. Cassidy D. C., 2000, σσ. 28–29. ↩︎
139. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 375. ↩︎
140. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 376· Gottstein K., 2016, σ. 6. ↩︎
141. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 376· Cassidy D. C., 2000, σ. 32. ↩︎
142. Cassidy D. C., 2000, σ. 29. ↩︎
143. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 376. ↩︎
144. Cassidy D. C., 2000, σ. 29. ↩︎
145. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σ. ix· Gottstein K., 2016, σ. 10. ↩︎
146. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σ. ix. ↩︎
147. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 377–378. ↩︎
148. Gottstein K., 2016, σσ. 9–10. ↩︎
149. Bukowska & Maliszewska, 2013· Valiunas A., 2019, όπως παρατίθενται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 378. ↩︎
150. Gottstein K., 2016, σ. 11. ↩︎
151. Rhodes R., 1986, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 379. ↩︎
152. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σ. ix. ↩︎
153. Hiebert M., 2023, σσ. 158–159. ↩︎
154. Gottstein K., 2016, σσ. 6–7, 11. ↩︎
155. Gottstein K., 2016, σ. 13. ↩︎
156. Gottstein K., 2016, σ. 12. ↩︎
157. Cassidy D. C., 2000, σσ. 31–32. ↩︎
158. Preston, 2011, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 379. ↩︎
159. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σσ. ix–x. ↩︎
160. Hiebert M., 2023, σ. 159. ↩︎
161. Hiebert M., 2023, σ. 159. ↩︎
162. Gottstein K., 2016, σ. 8. ↩︎
163. Hiebert M., 2023, σ. 159. ↩︎
164. Cassidy D. C., 2000, σ. 32. ↩︎
165. Gottstein K., 2016, σ. 5. ↩︎
166. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 380· Hiebert M., 2023, σ. 159. ↩︎
167. Cassidy D. C., 2000, σ. 28. ↩︎
168. Cassidy D. C., 2001, σσ. xxvi–xxvii. ↩︎
169. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 636· Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 392–393. ↩︎
170. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii. ↩︎
171. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 391. ↩︎
172. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii· Hiebert M., 2023, σ. 163. ↩︎
173. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 636. ↩︎
174. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 392. ↩︎
175. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii· Bernstein J., 2001, σ. 37· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 393. ↩︎
176. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 392. ↩︎
177. Bernstein J., 2001, σ. 37. ↩︎
178. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 393. ↩︎
179. Bernstein J., 2001, σ. 37. ↩︎
180. Bernstein J., 2001, σ. 37. ↩︎
181. Baggott J., 2011, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 393–394. ↩︎
182. Bernstein J., 2001, σ. 37· Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
183. Rhodes R., 1986, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 394. ↩︎
184. Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
185. Bernstein J., 2001, σ. 33. ↩︎
186. Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
187. Bernstein J., 2001, σ. 39· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii. ↩︎
188. Karlsch R., 2005, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 394. ↩︎
189. Bernstein J., 2001, σσ. 39–40. ↩︎
190. Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii. ↩︎
191. Gottstein K., 2016, σ. 5. ↩︎
192. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 395· Bernstein J., 2001, σ. 41· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 640· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii· Gottstein K., 2016, σ. 5. ↩︎
193. Bernstein J., 2001, σ. 41. ↩︎
194. Hiebert M., 2023, σ. 163. ↩︎
195. Hiebert M., 2023, σ. 163· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii. ↩︎
196. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 636· Hiebert M., 2023, σ. 164. ↩︎
197. Hiebert M., 2023, σσ. 161–162· Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
198. Baggott J., 2011, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 397. ↩︎
199. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 397. ↩︎
200. Hiebert M., 2023, σ. 162. ↩︎
201. Bernstein J., 2001, σ. 40· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvii. ↩︎
202. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 397–398. ↩︎
203. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 398. ↩︎
204. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 636. ↩︎
205. Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
206. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 398. ↩︎
207. Karlsch R., 2005, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 398–399. ↩︎
208. Rhodes R., 1986, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 399. ↩︎
209. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 399· Bernstein J., 2001, σ. 33. ↩︎
210. Bernstein J., 2001, σ. 40· Hiebert M., 2023, σ. 162. ↩︎
211. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 641. ↩︎
212. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 400. ↩︎
213. Bernstein J., 2001, σ. 40. ↩︎
214. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 401. ↩︎
215. Hiebert M., 2023, σ. 162. ↩︎
216. Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
217. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 400. ↩︎
218. Gottstein K., 2016, σ. 4. ↩︎
219. Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
220. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 648. ↩︎
221. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 648. ↩︎
222. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 638. ↩︎
223. Rose P. L., 1998, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 400–401. ↩︎
224. Hiebert M., 2023, σσ. 153–154, 164· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 395. ↩︎
225. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 395. ↩︎
226. Hiebert M., 2023, σσ. 166–167. ↩︎
227. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 401–402· Hiebert M., 2023, σ. 155. ↩︎
228. Bernstein J., 2001, σσ. 41–42. ↩︎
229. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 402· Hiebert M., 2023, σ. 155. ↩︎
230. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 644–645· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 403. ↩︎
231. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 403· Cassidy D. C., 2001, σ. xxvi· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 644. ↩︎
232. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 645. ↩︎
233. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 403· Hiebert M., 2023, σ. 155. ↩︎
234. Hiebert M., 2023, σσ. 155–156· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 403. ↩︎
235. Hiebert M., 2023, σ. 156. ↩︎
236. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 401. ↩︎
237. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 644. ↩︎
238. Walker M., 1992, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 396. ↩︎
239. Bernstein J., 2001, σ. 44. ↩︎
240. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 405. ↩︎
241. Bernstein J., 2001, σσ. 44–45. ↩︎
242. Hiebert M., 2023, σ. 157. ↩︎
243. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 405–406. ↩︎
244. Powers T., 2000, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σσ. 406–407. ↩︎
245. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 407. ↩︎
246. Hiebert M., 2023, σσ. 51–55. ↩︎
247. Bernstein J., 2001, σ. 45· Cassidy D. C., 2001, σ. xxviii. ↩︎
248. Bernstein J., 2001, σ. 27. ↩︎
249. Bernstein J., 2001, σ. 148. ↩︎
250. «Επιχείρηση GUNNER SIDE: η μάχη για το βαρύ ύδωρ», Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, τχ. 17, Ιούνιος 2007, αναδημοσίευση στο stratistoria.wordpress.com. ↩︎
251. Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, 2007. ↩︎
252. Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, 2007· Bernstein J., 2001, σ. 27. ↩︎
253. Gallagher T., 2002· Berglyd J., 2008, όπως παρατίθενται στη Wikipedia, «Norwegian heavy water sabotage»· Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, 2007. ↩︎
254. Bernstein J., 2001, σ. 27· Hiebert M., 2023, σ. 164. ↩︎
255. Bernstein J., 2001, σ. 27. ↩︎
256. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 440–441· Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, 2007. ↩︎
257. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 442–443· Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, 2007. ↩︎
258. Bernstein J., 2001, σ. 27· Gallagher T., 2002· Riste O. & Nøkleby B., 1970, όπως παρατίθενται στη Wikipedia. ↩︎
259. Baggott J., 2011, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 444. ↩︎
260. Hiebert M., 2023, σ. 164. ↩︎
261. Bernstein J., 2001, σ. 27. ↩︎
262. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 443–444· Gallagher T., 2002, όπως παρατίθεται στη Wikipedia, «Norwegian heavy water sabotage». ↩︎
263. Bernstein J., 2001, σ. 45. ↩︎
264. Bernstein J., 2001, σ. 28· Rhodes R., 1995, όπως παρατίθεται στη Wikipedia· Hiebert M., 2023, σ. 170. ↩︎
265. Βρετανική Πρεσβεία στο Όσλο, 2014, όπως παρατίθεται στη Wikipedia. ↩︎
266. Rhodes R., 1995· NOVA, 2005, όπως παρατίθενται στη Wikipedia, «Norwegian heavy water sabotage». ↩︎
267. Bernstein J., 2001, σ. 28. ↩︎
268. Hiebert M., 2023, σ. 170. ↩︎
269. NOVA, 2005, όπως παρατίθεται στη Wikipedia. ↩︎
270. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 643. ↩︎
271. Bernstein J., 2001, σ. 147. ↩︎
272. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 645· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 449. ↩︎
273. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 449. ↩︎
274. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 449. ↩︎
275. Hiebert M., 2023, σσ. 151–152. ↩︎
276. Hiebert M., 2023, σσ. 152, 165. ↩︎
277. Hiebert M., 2023, σ. 152. ↩︎
278. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 451. ↩︎
279. Bernstein J., 2001, σ. 41· Karlsch R., 2005, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 451. ↩︎
280. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 645. ↩︎
281. Hiebert M., 2023, σ. 165. ↩︎
282. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 451. ↩︎
283. Hiebert M., 2023, σ. 167. ↩︎
284. Karlsch R., 2005, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 451. ↩︎
285. Hiebert M., 2023, σσ. 163, 167. ↩︎
286. Karlsch R., 2005, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 452. ↩︎
287. Bernstein J., 2001, σ. 126. ↩︎
288. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 452–453. ↩︎
289. Bernstein J., 2001, σ. 41. ↩︎
290. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 453. ↩︎
291. Hiebert M., 2023, σ. 152. ↩︎
292. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 644. ↩︎
293. Hiebert M., 2023, σ. 169· Bernstein J., 2001, σ. 48. ↩︎
294. Hiebert M., 2023, σ. 169. ↩︎
295. Hiebert M., 2023, σσ. 169–170. ↩︎
296. Cassidy D. C., 2001, σ. xxix. ↩︎
297. Hiebert M., 2023, σ. 171. ↩︎
298. Hiebert M., 2023, σ. 170. ↩︎
299. Cassidy D. C., 2001, σ. xxix. ↩︎
300. Hiebert M., 2023, σσ. 170–171· Cassidy D. C., 2001, σ. xxix. ↩︎
301. Hiebert M., 2023, σ. 171. ↩︎
302. Hiebert M., 2023, σσ. 171–172. ↩︎
303. Hiebert M., 2023, σ. 172. ↩︎
304. Hiebert M., 2023, σ. 107. ↩︎
305. Hiebert M., 2023, σ. 172· Cassidy D. C., 2001, σ. xxix. ↩︎
306. Bernstein J., 2001, σ. 48· Hiebert M., 2023, σσ. 172–173. ↩︎
307. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 644. ↩︎
308. Hiebert M., 2023, σ. 173. ↩︎
309. Bernstein J., 2001, σ. 48. ↩︎
310. Cassidy D. C., 2001, σ. xxx. ↩︎
311. Hiebert M., 2023, σ. 173. ↩︎
312. Hiebert M., 2023, σ. 175· Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 645. ↩︎
313. Hiebert M., 2023, σ. 177. ↩︎
314. Bernstein J., 2001, σ. 186. ↩︎
315. Cassidy D. C., 2001, σ. xxx. ↩︎
316. Hiebert M., 2023, σσ. 112, 177–178. ↩︎
317. Hiebert M., 2023, σ. 178. ↩︎
318. Popp M. & de Klerk P., 2023, σσ. 644–645. ↩︎
319. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 645· Bernstein J., 2001, σ. 186. ↩︎
320. Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 645. ↩︎
321. Hiebert M., 2023, σσ. 172, 177. ↩︎
322. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 560· Hiebert M., 2023, σ. 102. ↩︎
323. Hiebert M., 2023, σ. 103. ↩︎
324. Hiebert M., 2023, σσ. 103–104· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 560–561. ↩︎
325. Hiebert M., 2023, σσ. 105–106· Van Calmthout M., 2018, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 561. ↩︎
326. Hiebert M., 2023, σ. 179. ↩︎
327. Hiebert M., 2023, σ. 181. ↩︎
328. Hiebert M., 2023, σσ. 99, 101· Bernstein J., 2001, σ. 48· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 562. ↩︎
329. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 562. ↩︎
330. Hiebert M., 2023, σσ. 105–107. ↩︎
331. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 563, σημ. 136· Cassidy D. C., 2001, σ. xxx· Gottstein K., 2016, σ. 2. ↩︎
332. Hiebert M., 2023, σ. 109. ↩︎
333. Bernstein J., 2001, σ. 49· Hiebert M., 2023, σ. 110. ↩︎
334. Hiebert M., 2023, σσ. 108–109· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 563. ↩︎
335. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 563. ↩︎
336. Hiebert M., 2023, σ. 116. ↩︎
337. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 564. ↩︎
338. Hiebert M., 2023, σ. 110· Bernstein J., 2001, σ. 50. ↩︎
339. Hiebert M., 2023, σ. 111· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 564. ↩︎
340. Hiebert M., 2023, σ. 111. ↩︎
341. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 564. ↩︎
342. Hiebert M., 2023, σσ. 112–114. ↩︎
343. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 565· Bernstein J., 2001, σ. 49. ↩︎
344. Hiebert M., 2023, σσ. 111–112. ↩︎
345. Hiebert M., 2023, σ. 202. ↩︎
346. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 565· Bernstein J., 2001, σ. 51. ↩︎
347. Hiebert M., 2023, σσ. 115–116· Bernstein J., 2001, σσ. 50–51· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 565. ↩︎
348. Bernstein J., 2001, σ. 51. ↩︎
349. Hiebert M., 2023, σ. 190. ↩︎
350. Hiebert M., 2023, σ. 185· Gottstein K., 2016, σ. 14. ↩︎
351. Hiebert M., 2023, σ. 116. ↩︎
352. Bernstein J., 2001, σ. 50· Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 594. ↩︎
353. Hiebert M., 2023, σ. 184. ↩︎
354. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σσ. 594–595. ↩︎
355. Bernstein J., 2001, σ. 65. ↩︎
356. Bernstein J., 2001, σσ. 66–67· Hiebert M., 2023, σ. 184. ↩︎
357. Bernstein J., 2001, σ. 67. ↩︎
358. Bernstein J., 2001, σ. 68. ↩︎
359. Bernstein J., 2001, σσ. 53, 69. ↩︎
360. Bernstein J., 2001, σσ. 68, 72. ↩︎
361. Bernstein J., 2001, σσ. 70–72. ↩︎
362. Bernstein J., 2001, σ. 72. ↩︎
363. Bernstein J., 2001, σ. 73. ↩︎
364. Bernstein J., 2001, σ. 53. ↩︎
365. Cassidy D. C., 2017, όπως παρατίθεται στον Κατσικογιώργο Γ., 2026, σ. 595. ↩︎
366. Bernstein J., 2001, σ. 305. ↩︎
367. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 595. ↩︎
368. Bernstein J., 2001, σσ. 53, 74, 77. ↩︎
369. Bernstein J., 2001, σ. 53. ↩︎
370. Cassidy D. C., 2001, σ. xviii· Bernstein J., 2001, σ. 53. ↩︎
371. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 594. ↩︎
372. Bernstein J., 2001, σ. 53. ↩︎
373. Bernstein J., 2001, σ. 77. ↩︎
374. Gottstein K., 2016, σ. 14. ↩︎
375. Cassidy D. C., 2001, σ. xviii· Bernstein J., 2001, σσ. 73, 77. ↩︎
376. Bernstein J., 2001, σ. 73· Cassidy D. C., 2001, σ. xix. ↩︎
377. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 596· Bernstein J., 2001, σ. 55. ↩︎
378. Bernstein J., 2001, σ. 78. ↩︎
379. Cassidy D. C., 2001, σσ. xviii–xix. ↩︎
380. Cassidy D. C., 2001, σ. xix· Bernstein J., 2001, σ. 54. ↩︎
381. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 596. ↩︎
382. Cassidy D. C., 2001, σ. xix· Bernstein J., 2001, σ. 55. ↩︎
383. Bernstein J., 2001, σ. 78. ↩︎
384. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 596. ↩︎
385. Bernstein J., 2001, σ. 115. ↩︎
386. Bernstein J., 2001, σ. 116. ↩︎
387. Bernstein J., 2001, σ. 117. ↩︎
388. Bernstein J., 2001, σσ. 117–118. ↩︎
389. Η κρίσιμη μάζα εξαρτάται από την απόσταση που διανύει ένα νετρόνιο ανάμεσα σε δύο σχάσεις. Ο Χάιζενμπεργκ, στις πρώτες του εκθέσεις του 1939–1940, θεώρησε ότι η απόσταση αυτή ήταν πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική, και έτσι κατέληξε σε κρίσιμη μάζα της τάξης των τόνων. Η πραγματική κρίσιμη μάζα του ουρανίου 235 είναι περίπου 46 κιλά. (Hiebert M., 2023, σ. 145) Στη διάρκεια του πολέμου όμως ανέφερε κατά καιρούς πολύ διαφορετικές τιμές, από δέκα κιλά ως αρκετούς τόνους. Μια ανώνυμη έκθεση προς τη Διεύθυνση Εξοπλισμών του Στρατού την άνοιξη του 1942, που αποδίδεται σε αυτόν, έδινε από 10 ως 100 κιλά. Στη σύσκεψη της 4ης Ιουνίου 1942, όταν ο στρατάρχης Μιλχ ρώτησε πόσο μεγάλη έπρεπε να είναι μια βόμβα για να καταστρέψει μια πόλη σαν το Λονδίνο, φέρεται να απάντησε «περίπου όσο ένας ανανάς». Ο Μάνφρεντ φον Αρντένε θυμόταν ότι γύρω στο 1942 ο Χάιζενμπεργκ του είχε πει πως αρκούσαν λίγα κιλά. (Gottstein K., 2016, σσ. 15–16) Ο Χανς Μπέτε συμπέρανε ότι ο Χάιζενμπεργκ δεν μπορεί να είχε εργαστεί σοβαρά για βόμβα, αφού το 1945 εξακολουθούσε να υποστηρίζει την παλιά, υπερβολικά μεγάλη τιμή. Υπέθεσε μάλιστα ότι ίσως δεν ήθελε να μάθει την πραγματική. (Bethe H. A., 2000, όπως παρατίθεται στον Gottstein K., 2016, σσ. 15–16) Ο Carl H. Meyer και ο Günter Schwarz εξέτασαν τους υπολογισμούς του 1939–1940. Διαπίστωσαν ότι ο Χάιζενμπεργκ τους ολοκλήρωσε χωρίς να δώσει αριθμό για την κρίσιμη μάζα, αν και το τελευταίο βήμα ήταν απολύτως εφικτό γι’ αυτόν. (Meyer C. H. & Schwarz G., 2015, όπως παρατίθενται στον Gottstein K., 2016, σσ. 16–17) Άλλοι ερευνητές δίνουν πιο απλή εξήγηση. Οι Popp και de Klerk γράφουν ότι η απόπειρά του να υπολογίσει την κρίσιμη μάζα στο Φαρμ Χολ κατέληξε σε «καταστροφή», κάτι που δείχνει ότι δεν είχε κάνει ποτέ πριν τον υπολογισμό. (Popp M. & de Klerk P., 2023, σ. 642) Ο Bernstein αποδίδει το λάθος σε μια γνωστή αδυναμία του Χάιζενμπεργκ. Ήταν μεγάλος θεωρητικός, αλλά, όπως έγραψε ο Ρούντολφ Πάιερλς, που είχε υπάρξει μαθητής του, ήταν πάντα «επιπόλαιος με τους αριθμούς». Δεν είχε την ικανότητα του Φέρμι να εκτιμά με ακρίβεια την τάξη μεγέθους. (Bernstein J., 2001, σσ. 35–36) Διαφωνία υπάρχει και για τη διάλεξη που έδωσε ο Χάιζενμπεργκ στο Φαρμ Χολ στις 14 Αυγούστου 1945. Κατά τον Gottstein, εκεί παρουσίασε μια σωστή θεωρία της ατομικής βόμβας, που δείχνει ότι θα μπορούσε να την έχει αναπτύξει νωρίτερα αν είχε επικεντρωθεί στο ζήτημα. (Gottstein K., 2016, σ. 16) Κατά τον Bernstein, η ίδια διάλεξη αποκαλύπτει πόσο περιορισμένες ήταν οι γνώσεις του. (Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σ. xiv) ↩︎
390. Bernstein J., 2001, σ. 119. ↩︎
391. Bernstein J., 2001, σ. 120. ↩︎
392. Bernstein J., 2001, σσ. 120–121. ↩︎
393. Bernstein J., 2001, σ. 122. ↩︎
394. Bernstein J., 2001, σ. 123. ↩︎
395. Bernstein J., 2001, σ. 123, σημ. 66. ↩︎
396. Bernstein J., 2001, σ. 124. ↩︎
397. Bernstein J., 2001, σ. 125. ↩︎
398. Bernstein J., 2001, σ. 137. ↩︎
399. Bernstein J., 2001, σ. 138. ↩︎
400. Bernstein J., 2001, σσ. 138–139. ↩︎
401. Bernstein J., 2001, σ. 139. ↩︎
402. Bernstein J., 2001, σ. 140. ↩︎
403. Bernstein J., 2001, σ. 147. ↩︎
404. Bernstein J., 2001, σ. 148. ↩︎
405. Κατσικογιώργος Γ., 2026, σ. 608. ↩︎
406. Bernstein J., 2001, σ. 323. ↩︎
407. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σ. xiv. ↩︎
408. Bernstein J., 2001, σ. 325. ↩︎
409. Bernstein J., 2001, σσ. 323–324· Πρόλογος, σ. xiv. ↩︎
410. Bernstein J., 2001, σσ. 325–326. ↩︎
411. Bernstein J., 2001, σ. 317. ↩︎
412. Bernstein J., 2001, σ. 334. ↩︎
413. Bernstein J., 2001, σσ. 331–332. ↩︎
414. Bernstein J., 2001, σ. 332. ↩︎
415. η εκδοχή του φον Λάουε διαφέρει από εκείνη της Hiebert και του Κατσικογιώργου, που γράφουν ότι ο Βάιτσεκερ αποκάλυψε μόνος του την κρυψώνα. ↩︎
416. Bernstein J., 2001, Παράρτημα Β, σσ. 351–352. ↩︎
417. Bernstein J., 2001, Παράρτημα Β, σσ. 352–353· σ. 333. ↩︎
418. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σσ. xiii–xiv. ↩︎
419. Bernstein J., 2001, σ. 334. ↩︎
420. Bernstein J., 2001, σ. 329. ↩︎
421. Bernstein J., 2001, σ. 330. ↩︎
422. Bernstein J., 2001, σ. 331. ↩︎
423. Cassidy D. C., 2001, σσ. xix–xx. ↩︎
424. Bernstein J., 2001, σσ. 54–55. ↩︎
425. Cassidy D. C., 2001, σ. xx. ↩︎
426. Bernstein J., 2001, Πρόλογος, σ. xiv. ↩︎
427. Bernstein J., 2001, σσ. 317, 333–334. ↩︎
428. Bernstein J., 2001, σ. 326. ↩︎
429. Bernstein J., 2001, σ. 332. ↩︎
430. Bernstein J., 2001, σσ. 334–335. ↩︎
Βιβλιογραφία
Al – Khalili J., 2005. ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος ΤΡΑΥΛΟΣ
Αραμπατζής Θ. – Γαβρόγλου Κ. (επιμ.), 2012. Η κρίση στη Φυσική και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης – Η πολιτισμική ιστορία της Κβαντικής Θεωρίας. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
ΑΣΙΜΩΦ Ι., 1982. ΠΩΣ ΒΡΗΚΑΜΕ ΤΗΝ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ Φ. ΚΑΪΑΦΑ & ΣΙΑ Ο.Ε.
ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ Χ., 2009. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΣΤΗ ΦΥΣΙΚΗ
Baggott J., 2011. The First War of Physics: The Secret History of the Atom Bomb, 1939–1949. Publisher: Pegasus Books
Berend I.T., 2009. Οικονομική Ιστορία του Ευρωπαϊκού 20ου Αιώνα. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg
Bernstein J., 2001. Hitler’s Uranium Club – The Secret Recordings at Farm Hall. Publisher: Copernicus
BIRD K. & SHERWIN M.J., 2008. Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΟΠΕΝΧΑΪΜΕΡ. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος ΤΡΑΥΛΟΣ
BYNUM W., 2014. ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
Cassidy D. C., 2000. Historical Perspective on Copenhagen. Physics Today, 53(7), 28–32, https://history.aip.org/exhibits/heisenberg/images/heisenberg_bohr1941.pdf
Cooper D., 1998. Enrico Fermi and the Revolutions of Modern Physics. Published by Oxford University Press, Inc
Davenport K. & Kimball D. G., 2025. Nuclear Weapons: Who Has What at a Glance. Arms Control Association. https://www.armscontrol.org/factsheets/nuclear-weapons-who-has-what-glance
Gosling F.G., 2010. The MANHATTAN PROJECT. Making the Atomic Bomb. UNITED STATES DEPARTMENT OF ENERGY
Gaddis J.L., 2018. Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ, ΟΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ, ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ, ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Groves L. R., 1962. Now It Can Be Told: The Story of the Manhattan Project. Publisher Harper & Row
HEILBRON J. L., 1986. THE DILEMMAS OF AN UPRIGHT MAN. MAX PLANCK AS SPOKESMAN FOR GERMAN SCIENCE. UNIVERSITY OF KALIFORNIA PRESS.
Hewitt P. G., 1997. Οι Έννοιες της Φυσικής Τόμος II. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
Hiebert M., 2023. The Uranium Club: Unearthing the Lost Relics of the Nazi Nuclear Program. Publisher: Chicago Review Press
Isaacson W., 8/15/2018. Einstein Helped Invent the A-Bomb, But He Watched Its Deployment in Horror. HISTORYNET. https://www.historynet.com/einstein-and-the-bomb/
Κατσικογιώργος Γ., 2026. ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ ΑΤΟΜΑ. Ο μακρύς δρόμος προς την ατομική βόμβα. Αθήνα: Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗΣ.
Kelly C. C. (Ed), 2006. Oppenheimer and the Manhattan Project: Insights into J. Robert Oppenheimer, Father of the Atomic Bomb. Publisher: World Scientific Publishing Company
KERSHAW I., 2020. Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΕ ΔΙΝΗ 1950 – 2017. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Kragh H., 2004. ΟΙ ΓΕΝΙΕΣ ΤΩΝ ΚΒΑΝΤΩΝ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ. Αθήνα: Εκδότης ΚΑΤΟΠΤΡΟ
Kristensen H.M. & Korda M., 2025. World nuclear forces. SIPRI Yearbook 2025: Armaments, Disarmament and International Security www.sipriyearbook.org
Kunetka J., 2015. The general and the genius: Groves and Oppenheimer: the unlikely partnership that built the atom bomb. Washington, DC: Publisher Regnery Publishing
Lanouette W., 2013. Genius in the shadows a biography of Leo Szilard, the man behind the bomb. NY: Publisher Skyhorse
LaRue R., 6/12/2006. J. Robert Oppenheimer and America’s Quest Build an Atomic Bomb. https://www.historynet.com/weaponry-scientists-meet-at-berkeley-to-lay-foundation-to-build-an-atomic-bomb/
Mearsheimer J., 2011. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ
MEDAWAR J. & PYKE D., 2012. HITLER’S GIFT. The True Story of the Scientists Expelled by the Nazi Regime. New York: Publisher Arcade
NORRIS R.S., Racing for the Bomb: General Leslie R. Groves, the Manhattan Project’s indispensable man. Publisher: STEERFORTH PRESS
Οικονόμου Λ., 1991. ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ. ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, τχ. 17, Ιούνιος 2007, «Επιχείρηση GUNNER SIDE: η μάχη για το βαρύ ύδωρ», αναδημοσίευση στο stratistoria.wordpress.com, https://stratistoria.wordpress.com/1901-1950/9-ww2/western-front/19430227-operation-gunnerside/
Powers T., 2000. Heisenberg’s War: The Secret History of the German Bomb. Boston: Da Capo Press
Poolos J., 2008. The Atomic Bombings of Hiroshima and Nagasaki. Publisher: Chelsea House Publications
Popp M., 2021. Why Hitler Did Not Have Atomic Bombs. Journal of Nuclear Engineering. Στο: https://www.mdpi.com/2673–4362/2/1/2
Popp M. & de Klerk P., 2023. The Peculiarities of the German Uranium Project (1939–1945). Journal of Nuclear Engineering. Στο: https://www.mdpi.com/2673–4362/4/3/40
Rhodes R., 1986. The Making of the Atomic Bomb. New York: Publisher Simon & Schuster
Schweber S.S., 2008. ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΒΟΜΒΑΣ. ΟΠΕΝΧΑΪΜΕΡ – ΜΠΕΤΕ. Η ΗΘΙΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΟΥΚΑΜΙΣΑΣ
Sime R. L., 1996. Lise Meitner: A Life in Physics. Publisher: University of California Press
Szanton A., 2003. The Recollections of Eugene P. Wigner: As Told to Andrew Szanton. Publisher: Basic Books
Walker M., 1995. Nazi Science: Myth, Truth, and the German Atomic Bomb. NY: Plenum Press
Σαπουντζής Π., Τραχανάς Σ, Αρχοντής Σ., Βαμβάκος Σ., Ζούρος Λ., Παυλίδου Β., 2023. Ανορθολογισμός και ψευδοεπιστήμη: Ένα μάθημα για τον πολίτη του καιρού μας. Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
Τραχανάς Σ., 2008. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
Τραχανάς Σ., 2014. Μεγάλη επιστήμη ενδιαφέρουσες ζωές. ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΚΒΑΝΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ & ΣΤΕΦΑΝΟΣ Λ. ΤΡΑΧΑΝΑΣ
Τραχανάς Σ., 2014. ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΟΠΕΡΑΣ. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
Τραχανάς Σ., 2025. Ο ΒΟΜΒΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Ιστορώντας την κβαντική επανάσταση, 1900–2025. Ηράκλειο: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ
Wallace C. & Weiss M., 2021. ΧΙΡΟΣΙΜΑ 1945. Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ. Οι 116 μέρες που άλλαξαν τον κόσμο. Αθήνα: Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Young J. W., 2006. Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου. 1945 – 1991: Πολιτική Ιστορία. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη
Veisdal J. 20 Jan 2020. The Great Purge of 1933. How Nazism Destroyed Science in Germany. https://www.cantorsparadise.org/the-great-purge-of-1933–93aa4598eaa9/
«Ρόμπερτ Οπενχάιμερ: Επιστήμη και ηθικά διλήμματα στη δίνη του Πολέμου». Εκδόσεις Τραυλός/IANOS https://www.youtube.com/watch?v=WJMj2-DQXkM

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .