10 Ιανουαρίου 1920: Το Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών τίθεται σε ισχύ.
Ιανουάριος 1920: Ο Φεϊζάλ αναγκάζεται να συνάψει συμφωνία με τη Γαλλία που ορίζει ότι η Γαλλία υποστηρίζει την ύπαρξη του συριακού κράτους και δεν θα τοποθετήσει στρατεύματα στη Συρία όσο η γαλλική κυβέρνηση παραμένει η μόνη κυβέρνηση που παρέχει συμβούλους και τεχνικούς εμπειρογνώμονες στο νέο κράτος.
12 Φεβρουαρίου – 10 Απριλίου 1920: Την περίοδο αυτήπραγματοποιείται η Διάσκεψη του Λονδίνου, όπου οι ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας και τα επιτελεία τους, διαπραγματεύονται τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης που θα επέβαλαν στους ηττημένους Οθωμανούς. Κεντρικό θέμα συζητήσεων είναι η διχοτόμηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με βάση το άρθρο 22 του Συμφώνου της ΚτΕ, τα εδάφη που ήταν πρώην αποικίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα τεθούν υπό την εποπτεία της ΚτΕ μέσω του καθεστώτος των Εντολών (Mandates).
27 Φεβρουαρίου 1920: Αντιπρόσωποι από την Παλαιστίνη, που είναι παρόντες στη Δαμασκό, ως μέλη του Γενικού Συριακού Συνεδρίου, πραγματοποιούν μια ξεχωριστή συνάντηση στην οποία επιβεβαιώνουν την θέση ότι για αυτούς «η Νότια Συρία (Παλαιστίνη) αποτελεί μέρος της Συρίας». Την ίδια μέρα πάνω από χίλιοι διαδηλωτές συμμετέχουν σε μια αραβική εθνικιστική διαδήλωση στην Ιερουσαλήμ κουβαλώντας πανό που έφεραν τα συνθήματα «Σταματήστε τη Σιωνιστική Μετανάστευση» και «Η χώρα είναι για εμάς».
1 Μαρτίου 1920: Σύγκρουση μεταξύ αραβικών και εβραϊκών δυνάμεων στο χωριό Τελ Χάι στη Βόρεια Γαλιλαία. Η περιοχή κατοικείται από Βεδουίνους, κυρίως στην Αλ-Χαλίσα, και από τέσσερις μικρούς εβραϊκούς οικισμούς: Μετούλα, Κφαρ Γκιλάντι, Τελ Χάι και Χάμρα. Οι Εβραίοι κάτοικοι επιλέγουν να παραμείνουν ουδέτεροι κατά τη διάρκεια της αραβικής σύγκρουσης με τους Γάλλους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα εβραϊκά χωριά να λεηλατούνται τακτικά από σιιτικές ομάδες και Βεδουίνους με το πρόσχημα της αναζήτησης Γάλλων κατασκόπων και στρατιωτών. Μια τέτοια περίπτωση διαδραματίζεται στο χωριό Τελ Χάι. Όμως το χωριό προστατεύεται από την εβραϊκή ένοπλη οργάνωση Χασομέρ και πιο συγκεκριμένα από τον Τζόζεφ Τρούμπελντορ (εκ των ιδρυτών της «Εβραϊκής Λεγεώνας») και δέκα αντρών της ομάδας του. Στην συμπλοκή που ακολουθεί σκοτώνονται έξι Εβραίοι, ανάμεσά τους και ο Τρούμπελντορ και πέντε Άραβες. Θα ακολουθήσει αποχώρηση των επιζώντων Εβραίων και πυρπόληση του χωριού.

8 Μαρτίου 1920: Μαζικές αντισιωνιστικές διαδηλώσεις σε πολλές πόλεις της Παλαιστίνης. Τα καταστήματα παραμένουν κλειστά, ενώ αναφέρονται πολλά περιστατικά επιθέσεων σε Εβραίους.
8 Μαρτίου 1920: Το Γενικό Συριακό Συνέδριο με επικεφαλής τον Al-Hashim Atassi, ανακηρύσσει το Αραβικό Βασίλειο της Συρίας «στα φυσικά της όρια από τα βουνά του Ταύρου στην Τουρκία έως την έρημο του Σινά στην Αίγυπτο» και τον Φεϊζάλ συνταγματικό μονάρχη της χώρας. Ο τελευταίος τοποθετεί πρωθυπουργό τον Ali Rida al-Rikabi, τον Yusuf al-Azma υπουργό Πολέμου και Αρχηγό του Επιτελείου και τον Παλαιστίνιο Σαΐντ αλ-Χουσεΐνι, υπουργό Εξωτερικών. Το έντονα αντιγαλλικό κλίμα και το πνεύμα ανεξαρτησίας που υπάρχει ανάμεσα στους υποστηρικτές του Φεϊζάλ, τον πιέζουν να ανατρέψει τη συμφωνία που είχε συνάψει με τον Κλεμανσό, πράγμα που τελικά κάνει. Μάλιστα το Συνέδριο εγκρίνει ψήφισμα που απορρίπτει αυτή τη συμφωνία. Το συνέδριο κηρύσσει επίσης την πολιτική και οικονομική ένωση με το γειτονικό Ιράκ και απαιτεί την ανεξαρτησία του. Στον απόηχο αυτής της ανατροπής, πραγματοποιούνται αιματηρές επιθέσεις κατά των γαλλικών δυνάμεων.

2-7 Απριλίου 1920: Συμπλοκές κατά την διάρκεια των ετήσιων εορτασμών του «Nebi (Nabi) Musa» (Προφήτη Μωυσή). Αν και είναι μια θρησκευτική μουσουλμανική γιορτή, η ημερομηνία της ορίζεται σε σχέση με το ελληνορθόδοξο ημερολόγιο. Η κύρια εκδήλωση, που διαρκεί μία εβδομάδα, ξεκινά πάντα την Παρασκευή που προηγείται της Μεγάλης Παρασκευής, με ένα ομαδικό προσκύνημα που ξεκινά από την Ιερουσαλήμ και καταλήγει στο τζαμί «Nabi Musa», κοντά στην Ιεριχώ, που πιστεύεται ότι βρίσκεται ο τάφος του Μωυσή (Musa), σύμφωνα με την τοπική μουσουλμανική παράδοση. Μετά τις εβδομαδιαίες εορταστικές εκδηλώσεις στο ιερό, οι προσκυνητές επιστρέφουν στην Ιερουσαλήμ την ημέρα που οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γιορτάζουν τη Μεγάλη Πέμπτη. Την επόμενη μέρα, την Ορθόδοξη Μεγάλη Παρασκευή, τα μουσουλμανικά πλήθη ανεβαίνουν στο Χαράμ αλ-Σαρίφ (στο Όρος του Ναού, σύμφωνα με τους Εβραίους και τους Χριστιανούς) για να προσκυνήσουν στο τέμενος Αλ Άκσα και στο Θόλο του Βράχου. Παραδοσιακά την εποχή των Οθωμανών υπήρχαν 2 000 – 3 000 στρατιώτες σε ετοιμότητα σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ φανατικών των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών. Εκείνη την χρονιά τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Μόνο 188 αστυνομικοί είναι διαθέσιμοι και ο διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγός σερ Έντμουντ Άλενμπι απαγόρευσε τη χρήση στρατευμάτων για περιφρούρηση. Μέχρι τις 10:30 π.μ. της Κυριακής, 4 Απριλίου 1920, 60 000–70 000 Άραβες έχουν συγκεντρωθεί στο κέντρο της Παλιάς Πόλης. Μια ομιλία που χαρακτηρίζεται από αντισιωνιστική ρητορική εκφωνείται από τον νεαρό Amin al-Husayni, αδερφό του μεγάλου μουφτή Χουσαΐν αλ-Χουσεΐνι, από το μπαλκόνι της Αραβικής Λέσχης. Ο θείος του και δήμαρχος της Ιερουσαλήμ, ο Musa al-Husayni, βγάζει λόγο από το μπαλκόνι του δημοτικού κτιρίου με παρόμοιο περιεχόμενο. Ο εκδότης της εφημερίδας Suriya al-Janubia (Νότια Συρία), Aref al-Aref, ένα άλλο μέλος της Αραβικής Λέσχης, εκφωνεί μια ομιλία έφιππος στην Πύλη Γιάφα. Η φύση της ομιλίας του αμφισβητείται. Σύμφωνα με τον Benny Morris, λέει ότι «Εάν δεν χρησιμοποιήσουμε βία εναντίον των Σιωνιστών και εναντίον των Εβραίων, δεν θα απαλλαγούμε ποτέ από αυτούς», ενώ ο Bernard Wasserstein γράφει «οι αναφορές των σιωνιστικών υπηρεσιών πληροφοριών αυτής της περιόδου τονίζουν ομόφωνα ότι μίλησε επανειλημμένα κατά της βίας». Σύμφωνα με πληροφορίες, το πλήθος κρατώντας πλακάτ με φωτογραφίες του Φεϊζάλ, φώναζε: «Η Παλαιστίνη είναι η γη μας, οι Εβραίοι είναι τα σκυλιά μας!». Κάποια στιγμή ξεκινούν οι συμπλοκές και οι λεηλασίες. Ο στρατός τελικά επιβάλει νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας το βράδυ της Κυριακής και συλλαμβάνει αρκετές δεκάδες ταραξίες, αλλά το πρωί της Δευτέρας τους επιτρέπει να παραβρεθούν στην πρωινή προσευχή και στη συνέχεια αφήνονται ελεύθεροι. Τη Δευτέρα, καθώς οι αναταραχές επιδεινώνονται, η Παλιά Πόλη σφραγίζεται από το στρατό και δεν επιτρέπεται σε κανέναν να βγει από την περιοχή. Κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος, αλλά οι λεηλασίες, και οι συγκρούσεις συνεχίζονται. Πολλά σπίτια πυρπολούνται και νεκροταφεία βεβηλώνονται. Όμως το βράδυ της Δευτέρας, οι στρατιώτες απομακρύνονται από την Παλιά Πόλη, ένα βήμα που θα εκτιμηθεί αργότερα ως «λάθος απόφαση». Ακόμη και με στρατιωτικό νόμο, οι βρετανικές αρχές χρειάστηκαν άλλες 4 ημέρες για να αποκαταστήσουν την τάξη. Τελικά πέντε Εβραίοι και τέσσερις Άραβες πέφτουν νεκροί, ενώ τραυματίζονται 216 Εβραίοι και 23 Άραβες. Οι Βρετανοί θα στήσουν στρατοδικεία για να τιμωρήσουν όσους θεωρούσαν υπεύθυνους. Περισσότερα από 200 άτομα θα δικαστούν ως αποτέλεσμα των ταραχών, συμπεριλαμβανομένων 39 Εβραίων. Ο Amin al-Husayni και ο Aref al-Aref καταδικάζονται ερήμην (διέφυγαν στη Συρία) σε δέκα χρόνια καταναγκαστικής εργασίας. Ο Khalil Beidas και ο Ze’ev Jabotinsky (για κατοχή πυροβόλων όπλων) καταδικάζονται σε δεκαπέντε χρόνια. Μετά τις ταραχές, ο Μούσα Καζίμ κρατείται για λίγο στη φυλακή της Άκρας, απολύεται από δήμαρχος της Ιερουσαλήμ και στην θέση του διορίζεται ο Ragheb Bey Nashashibi, της εξέχουσας οικογένειας των Nashashibi, αντίπαλης οικογένειας των Husayni. Στις αρχές του επόμενου έτους θα χορηγηθεί από τους Βρετανούς γενική αμνηστία.

18 – 26 Απριλίου 1920: Στο κάστρο Devachan στο Σαν Ρέμο της Ιταλικής Ριβιέρας, συναντώνται τέσσερις Κύριες Συμμαχικές Δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες εκπροσωπούνται από τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας (David Lloyd George), της Γαλλίας (Alexandre Millerand), της Ιταλίας (Francesco Saverio Nitti, ο οποίος και προεδρεύει) και τον Πρέσβη της Ιαπωνίας Keishiro Matsui. Κατά την διάρκεια των εργασιών της Διάσκεψης τουΣαν Ρέμο θα προσέλθει ως παρατηρητής και ο Πρέσβης των ΗΠΑ στη Ρώμη, Robert Underwood Johnson. Βασικό θέμα συζήτησης είναι η συνέχιση και ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της Διάσκεψης του Λονδίνου σχετικά με την κατανομή των εντολών της Κοινωνίας των Εθνών, κατηγορίας «Α», για τη διαχείριση των εδαφών που προηγουμένως κατείχε η Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Μέση Ανατολή. Οι εντολές κατηγορίας «Α» είναι εντολές για εδάφη που υποτίθεται ότι τελικά θα γίνουν πλήρης ανεξάρτητα κράτη. Υποστηρίζοντας ότι δεν είναι όλα τα μέρη της Μέσης Ανατολής έτοιμα για πλήρη ανεξαρτησία, καθιερώνονται εντολές για την διακυβέρνηση τριών εδαφών: της Συρίας, της Μεσοποταμίας και της Παλαιστίνης. Η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία συμφωνούν να αναγνωρίσουν την προσωρινή ανεξαρτησία της Συρίας και της Μεσοποταμίας, διεκδικώντας παράλληλα εντολές για τη διοίκησή τους. Η Παλαιστίνη περιλαμβανόταν στις οθωμανικές διοικητικές περιφέρειες του μουτεσαριφλικίου της Ιερουσαλήμ, μαζί με το σαντζάκι της Άκρα, στο βορρά, και το σαντζάκι της Μπαλκάα, γύρω από τη Ναμπλούς.

Το «Ψήφισμα του Σαν Ρέμο», το οποίο εγκρίνεται στις 25 Απριλίου 1920, δίνει στη Γαλλία «Εντολή» για τη Συρία (καλύπτοντας αυτό που θα γίνει Συρία και Λίβανος), και στη Βρετανία εκχωρείται «Εντολή» για την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία (καλύπτοντας ό,τι θα γίνει Παλαιστίνη, Υπεριορδανία και Ιράκ).
Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στο Ψήφισμα, τα ακριβή όρια όλων των εδαφών παραμένουν απροσδιόριστα, και θα «καθοριστούν από τις Κύριες Συμμαχικές Δυνάμεις αργότερα». Σε σχέση με το άρθρο 22 του Συμφώνου της Κοινωνίας των Εθνών (το οποίο αναφέρει στην παράγραφο 4 ότι οι πρώην οθωμανικές κοινότητες «μπορούν να αναγνωριστούν προσωρινά ως ανεξάρτητα κράτη» και ότι «οι επιθυμίες τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή του Εντολοδόχου»), το Ψήφισμα κάνει διάκριση μεταξύ της Συρίας και της Μεσοποταμίας από τη μία πλευρά, με την Παλαιστίνη από την άλλη πλευρά. Σχετικά με τη Συρία και τη Μεσοποταμία, το Ψήφισμα υπενθυμίζει τη διάταξη για την ανεξαρτησία του άρθρου 22, αλλά δεν αναφέρεται στις «επιθυμίες» των κοινοτήτων. Όσον αφορά την Παλαιστίνη, το ψήφισμα υπενθυμίζει το Άρθρο 22, αλλά δεν κάνει καμία αναφορά στις επιθυμίες της κοινότητας ή στην ανεξαρτησία. Αντίθετα, επιφυλάσσει μια συγκεκριμένη διάταξη ότι η Εντολοδόχος θα είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της Διακήρυξης Μπάλφουρ: «Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν να αναθέσουν, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου 22, τη διοίκηση της Παλαιστίνης, εντός των ορίων που θα καθοριστούν από τις Κύριες Συμμαχικές Δυνάμεις, σε Εντολοδόχο που θα επιλεγεί από τις εν λόγω Δυνάμεις. Η Εντολοδόχος χώρα θα είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της δήλωσης που έγινε αρχικά στις 8 Νοεμβρίου 1917, από τη βρετανική κυβέρνηση και υιοθετήθηκε από τις άλλες Συμμαχικές Δυνάμεις, υπέρ της ίδρυσης στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρέπει να γίνει τίποτα που μπορεί να βλάψει τα ατομικά και θρησκευτικά δικαιώματα των υπαρχουσών μη εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη ή τα δικαιώματα και το πολιτικό καθεστώς που απολαμβάνουν οι Εβραίοι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.».
Στη Διάσκεψη του Σαν Ρέμο υπογράφεται στις 24 Απριλίου και η λεγόμενη Πετρελαϊκή Συμφωνία του Σαν Ρέμο μεταξύ της Βρετανίας και της Γαλλίας. Ως αποτέλεσμα της συμφωνίας, η Γαλλία, μέσω κρατικής εταιρείας που θα ιδρύσει, αποκτά το 25%, στην Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίου (Turkish Petroleum Company – TPC). Η Γαλλία, ουσιαστικά απέσπασε τις μετοχές της Deutsche Bank στην TPC ως πολεμική αποζημίωση. Μέχρι την ίδρυση της γαλλικής Compagnie Française de Petroles (τη μετέπειτα Total SA), το 1924, τα συμφέροντα της Γαλλίας εκπροσωπούνται στη TPC, από το Γαλλικό Συνδικάτο Μελετών Πετρελαίου. Οι υπόλοιποι μέτοχοι στην TPC είναι η ελεγχόμενη από την βρετανική κυβέρνηση Anglo-Persian Oil Company (APOC, η μετέπειτα BP) με 47,5%, η βρετανική Anglo Saxon Petroleum Co (θυγατρική του Ομίλου Royal Dutch/Shell) με 22,5% και το υπόλοιπο 5% ανήκει στον Αρμένιο Βρετανό υπήκοο Καλούστ Γκιουλμπεκιάν (Calouste Gulbenkian, 1869-1955), με το προσωνύμιο «Ο Κύριος Πέντε τοις Εκατό», ο οποίος ήταν και ο ιθύνων νους της TPC από την ίδρυσή της, το 1912. Οι Βρετανοί υποστηρίζουν ότι η TPC η οποία, παρά το όνομά της, δεν διαθέτει συμμετοχή τουρκικών συμφερόντων, έχει «κεκτημένα δικαιώματα» έρευνας και εξόρυξης κοιτασμάτων πετρελαίου της Μεσοποταμίας, που της είχε παραχωρήσει ο Οθωμανός Μεγάλος Βεζίρης, όπως αποδεικνύεται από την επιστολή του, της 28ης Ιουνίου 1914, προς τον Βρετανό και τον Γερμανό Πρέσβη. Άρα κανένας άλλος πέραν της TPC δεν δικαιούται να προβεί σε εξορύξεις πετρελαίου στη Μεσοποταμία που θα βρίσκεται υπό Βρετανική Εντολή. Οι κυβερνήσεις της Ιταλίας και κυρίως των ΗΠΑ διαμαρτυρήθηκαν για τον αποκλεισμό εταιριών τους από την συμμετοχή στην TPC. Βέβαια ύστερα από παρατεταμένες και σκληρές διαπραγματεύσεις που θα κρατήσουν μέχρι το 1928, θα επιτραπεί τελικά σε αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου να αγοράσουν μερίδιο της TPC.
19 Απριλίου 1920: Διενεργούνται οι πρώτες εκλογές για τη Συνέλευση των Αντιπροσώπων της Παλαιστινιακής Εβραϊκής Κοινότητας, με εξαίρεση την Ιερουσαλήμ όπου η ψηφοφορία διεξάγεται στις 3 Μαΐου. Στις εκλογές συμμετέχουν περίπου 22 000 από τους 26 000 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους. Το Ahdut HaAvoda με επικεφαλής τον David Ben-Gurion αναδεικνύεται το μεγαλύτερο κόμμα, κερδίζοντας 70 από τις 314 έδρες. Η υπερορθόδοξη κοινότητα (Εβραίοι Χαρέντι) και το υπερορθόδοξο κόμμα Agudat Yisrael μποϊκοτάρουν τις εκλογές της Συνέλευσης λόγω των αντιρρήσεών τους στον κοσμικό σιωνισμό. Η Συνέλευση συνεδριάζει μια φορά το χρόνο για να εκλέξει το εκτελεστικό όργανο, το Εβραϊκό Εθνικό Συμβούλιο, που είναι αρμόδιο για την εκπαίδευση, την τοπική αυτοδιοίκηση, την πρόνοια, την ασφάλεια και την άμυνα. Ο πρώτος πρόεδρος του Συμβουλίου είναι ο ραβίνος Abraham Isaac Kook (1865-1935). Η Συνέλευση των Αντιπροσώπων ψηφίζει επίσης τους προϋπολογισμούς που προτείνει το Εβραϊκό Εθνικό Συμβούλιο και το Ραβινικό Συμβούλιο.
23 Απριλίου 1920: Το Τουρκικό Εθνικό Κίνημα και ο ηγέτης του Μουσταφά Κεμάλ (1881-1938) συγκαλεί την Α΄ Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας στο Ενγκούριε (Άγκυρα). Εκεί ψηφίζεται νέο σύνταγμα, το οποίο ορίζει ότι η χώρα θα ονομάζεται από εδώ και πέρα Τουρκία, καταργείται ο θρησκευτικός χαρακτήρας που είχε ως τότε το κράτος θεσπίζοντας το κοσμικό κράτος. Η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, εκλέγει προσωρινή κυβέρνηση με πρωθυπουργό και πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης τον Κεμάλ.
7 Μαΐου 1920: Οι Σύριοι, όπως οι Παλαιστίνιοι Άραβες, αντιδρούν στις αποφάσεις της Διάσκεψης του Σαν Ρέμο, με μαζικές διαδηλώσεις. Ο Φεϊζάλ καλεί τον Χασίμ αλ-Ατάσι να σχηματίσει νέα κυβέρνηση. Η πρώτη απόφαση της νέας κυβέρνησης είναι να οργανώσει γενική επιστράτευση και να σχηματίσει στρατό. Η απόφαση αυτή προκαλεί δυσμενείς αντιδράσεις από τη Γαλλία καθώς και από το Μαρωνιτικό Καθολικό Πατριαρχείο Αντιοχείας του Όρους Λιβάνου, το οποίο καταγγέλλει την απόφαση ως «πραξικόπημα».
15 Μαΐου 1920: Η Ύπατη Αρμοστεία της Παλαιστίνης απαγορεύει όλες τις αραβικές πολιτικές συγκεντρώσεις μαζί και τη σύγκληση του Δεύτερου Παλαιστινιακού Εθνικού Συνεδρίου. Οι συμμετέχοντες είχαν σχεδιάσει να διαμαρτυρηθούν για την απόφαση της Διάσκεψης του Σαν Ρέμο που ενσωματώνει τη Διακήρυξη Μπάλφουρ στη Βρετανική Εντολή για την Παλαιστίνη.
12 Ιουνίου 1920: Σε διάσκεψή του κόμματος Ahdut HaAvoda αποφασίζεται η ίδρυση μιας σιωνιστικής ένοπλης παραστρατιωτικής οργάνωσης – της «Haganah» («Χαγκανά» που εβραϊκά σημαίνει άμυνα), από μέλη και πρώην μέλη της Εβραϊκής Λεγεώνας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία βρισκόταν στο στάδιο της διάλυσης. Η Χαγκανά θα αντικαταστήσει τις υπάρχουσες πολιτοφυλακές Χασομέρ. Ο πρώτος επικεφαλής της Χαγκανά είναι ένας 28χρονος ονόματι Yosef Hecht, βετεράνος της Εβραϊκής Λεγεώνας.
1 Ιουλίου 1920: Το πόρισμα της Εξεταστικής επιτροπής Πέιλιν. Μετά τις συμπλοκές κατά την διάρκεια των ετήσιων εορτασμών του «Nabi Musa», οι Βρετανοί διορίζουν μια τριμελή Εξεταστική Επιτροπή με επικεφαλής τον υποστράτηγο Φίλιπ Πέιλιν (Philip Palin) για να διερευνήσει την υπόθεση. Μετά από 52 συνεδριάσεις και εξέταση 152 μαρτύρων, το πόρισμα της Επιτροπής είναι έτοιμο την 1η Ιουλίου, αλλά δε δημοσιεύεται λόγω σιωνιστικών αντιδράσεων.
Η Επιτροπή ακολουθεί την επίσημη βρετανική θέση ότι η Παλαιστίνη δεν ήταν μια από τις περιοχές που ο Sir Henry McMahon, Ύπατος Αρμοστής της Αιγύπτου, το 1916, είχε αναγνωρίσει ότι θα ήταν ανεξάρτητη μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά από την άλλη η Επιτροπή θεωρεί ότι η Διακήρυξη του Μπάλφουρ ήταν «αναμφίβολα η αφετηρία όλου του προβλήματος.». Ειδικότερα, η ασάφεια της φράσης «Εθνική Εστία για τον Εβραϊκό Λαό» έχει οδηγήσει από τη μία σε «χαλαρές ερμηνείες» και «ρητές δηλώσεις των σιωνιστών για την δημιουργία εβραϊκού κράτους», ενώ από την άλλη σε «αφύπνιση» των Αράβων. Σύμφωνα με το πόρισμα της Επιτροπής ο μεγαλύτερος φόβος των Αράβων είναι η «εκτεταμένη, μαζική εβραϊκή μετανάστευση». Ο Άραβας αγρότης πιστεύει ότι «μπορεί να δημιουργηθεί χώρος για τον Εβραίο στη χώρα του μόνο με τη δική του υποταγή ή έξωση». Οι συντάκτες του πορίσματος υπογραμμίζουν την πίεση που άσκησε η σιωνιστική οργάνωση στην κυβέρνηση του Λονδίνου, η οποία είναι ιδιαίτερα εμφανής στους όρους εντολής που δόθηκε στη Σιωνιστική Επιτροπή, η οποία επρόκειτο να συμβουλεύει τις βρετανικές αρχές στην Παλαιστίνη «για όλα τα θέματα που σχετίζονται με τους Εβραίους ή που μπορεί να επηρεάσουν την ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας Εθνικής Εστίας για τον Εβραϊκό λαό». Η Σιωνιστική Επιτροπή για την Παλαιστίνη υπό την προεδρία του Chaim Weizmann, προέδρου της Βρετανικής Σιωνιστικής Ομοσπονδίας, η οποία έφτασε στην Παλαιστίνη τον Απρίλιο του 1918, φέρεται να μοιάζει με μια «ανεξάρτητη διοίκηση» η οποία αντιγράφει «κάθε τμήμα» της επίσημης διοίκησης και εκμεταλλεύεται κανάλια που της επιτρέπουν να μαθαίνει «τα πιο απόρρητα (βρετανικά) επίσημα έγγραφα», όλα αυτά «σε μια εποχή που η Εντολή δεν έχει ακόμη δοθεί». Το πόρισμα αναφέρει ότι οι σιωνιστικές υπηρεσίες πληροφοριών γνωρίζουν «πολύ περισσότερο την εσωτερική λειτουργία της διοίκησης» παρά το αντίστροφο και ότι η παρέμβαση της Σιωνιστικής Επιτροπής «έπεισε» τους Άραβες για τη δύναμη της και ενόχλησε όσους στην κυβέρνηση επιθυμούσαν να κυβερνήσουν για «το κοινό συμφέρον».
Η Επιτροπή Πέιλιν εξετάζει και τις εβραϊκές μαρτυρίες οι οποίες χαρακτηρίζουν τα γεγονότα του Απριλίου ως «πογκρόμ», αν όχι με εντολή της διοίκησης, τότε «κατώτερων αξιωματούχων της αστυνομίας». Επιπλέον, μάρτυρες ισχυρίζονται ότι η διοίκηση είχε επιδείξει μεροληψία, αγνόησε το πλαίσιο πολιτικής της Διακήρυξης του Μπάλφουρ και ήταν απροετοίμαστη για τις επιθέσεις για τις οποίες είχε προειδοποιηθεί, από την Σιωνιστική Επιτροπή. Η Εξεταστική Επιτροπή δεν αναγνωρίζει καμία γενική μεροληψία, και θεωρεί ότι η διοίκηση «εκτέλεσε πιστά τα καθήκοντά της», διατηρώντας την ισορροπία μεταξύ «των αντιμαχόμενων μερών». Παρ’όλα αυτά η Επιτροπή είναι επικριτική για ορισμένες από τις ενέργειες της στρατιωτικής διοίκησης, ιδιαίτερα για την απόσυρση των στρατευμάτων από το εσωτερικό της Ιερουσαλήμ νωρίς το πρωί της Δευτέρας 5 Απριλίου και ότι μόλις κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος άργησε να ανακτήσει τον έλεγχο.
Μεταξύ των συμπερασμάτων της Επιτροπής είναι ότι στους Άραβες επικρατεί: α) ένα αίσθημα προδοσίας και απογοήτευσης για τη μη εκπλήρωση των βρετανικών υποσχέσεων για ανεξαρτησία, που ισχυρίστηκαν ότι τους είχαν δοθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, β) η πεποίθηση ότι η Διακήρυξη του Μπάλφουρ υποννοούσε άρνηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, γ) φόβος ότι η ίδρυση Εβραϊκής Εθνικής Εστίας θα σήμαινε μεγάλη αύξηση της εβραϊκής μετανάστευσης και θα οδηγούσε στην οικονομική και πολιτική υποταγή τους, στους Εβραίους. Η επιτροπή Πέιλιν θεωρεί ότι η Σιωνιστική Επιτροπή ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την παρούσα κρίση.

1 Ιουλίου 1920: Η Μεγάλη Βρετανία αντικαθιστά τη βρετανική στρατιωτική διοίκηση στην Παλαιστίνη με μία πολιτική Ύπατη Αρμοστεία. Ο Αγγλοεβραίος πολιτικός και στέλεχος του σιωνισμού, σερ Χέρμπερτ Σάμιουελ διορίζεται Ύπατος Αρμοστής. Ο Σάμιουελ είναι ανιψιός του Αγγλοεβραίου τραπεζίτη Μόνταγκιου Σάμιουελ 1ου βαρώνου Σουέηθλινγκ, ο οποίος μέχρι τότε είχε θητεύσει υπουργός στις κυβερνήσεις των Φιλελευθέρων 1905 – 1916. Μάλιστα, όπως είδαμε και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, όταν ήταν υπουργός Εσωτερικών, το 1916, είχε εκπονήσει ένα μνημόνιο για τη δημιουργία βρετανικού προτεκτοράτου στην Παλαιστίνη, όπου οι Εβραίοι θα μπορούσαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν. Να λοιπόν που μετά από τέσσερα χρόνια καλείται να ηγηθεί αυτού του προτεκτοράτου. Η πολιτική διοίκηση του Σάμιουελ στηρίζεται σ’ ένα Εκτελεστικό Συμβούλιο Βρετανών αξιωματούχων και σε ένα Γνωμοδοτικό Συμβούλιο αποτελούμενο από δέκα Βρετανούς αξιωματούχους, τέσσερις μουσουλμάνους, τρεις χριστιανούς και τρεις Εβραίους.
7–24 Ιουλίου 1920: Στη Διεθνή Σιωνιστική Διάσκεψη που διεξάγεται στο Λονδίνο, αποφασίζεται η ίδρυση ενός ταμείου συλλογής κεφαλαίων μεταξύ των παγκόσμιων εβραϊκών κοινοτήτων – του Keren Hayesod, το οποίο θα παράσχει στο Σιωνιστικό κίνημα τους πόρους που απαιτούνται για την ίδρυση μιας εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη.

Ιούλιος 1920: Στη Συρία ο διοικητής των γαλλικών δυνάμεων και Ύπατος Αρμοστής του Λεβάντε, υποστράτηγος Ανρί Γκουρό δίνει τελεσίγραφο στον βασιλιά Φεϊζάλ στις 14 Ιουλίου 1920: ή θα αφοπλίσει τον αραβικό στρατό και θα υποταχθεί στη γαλλική αρχή έως τις 20 Ιουλίου, ή θα αντιμετώπιζε στο πεδίο της μάχης τον γαλλικό στρατό. Ανησυχώντας για τα αποτελέσματα μιας μακράς αιματηρής μάχης με τους Γάλλους, ο βασιλιάς Φεϊζάλ και ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο, με εξαίρεση τον υπουργό Πολέμου Yusuf al-Azma στις 18 Ιουλίου, συμφωνούν στο τελεσίγραφο. Δύο ημέρες αργότερα, ο Φεϊζάλ ενημερώνει τον Γάλλο σύνδεσμο στη Δαμασκό για την αποδοχή του τελεσίγραφου, αλλά για ασαφείς λόγους, η ειδοποίηση του φτάνει στον Γκουρό στις 21 Ιουλίου, μία μέρα μετά την λήξη της διορίας. Εν τω μεταξύ τα νέα για την υποταγή του Φεϊζάλ οδηγούν σε ταραχές στη Δαμασκό στις 20 Ιουλίου και την αιματηρή καταστολή τους (περίπου 200 νεκροί) από τον εμίρη Ζέιντ, μικρότερο αδερφό του Φεϊζάλ. Ο Γκουρό κινείται προς το Μαϊσαλούν, 25 χιλιόμετρα δυτικά της Δαμασκού περιοχή με πολλά πηγάδια νερού που γειτνιάζει με τον σιδηρόδρομο της Χετζάζης. Οι γαλλικές δυνάμεις καταλαμβάνουν το Χαλέπι στις 23 Ιουλίου χωρίς μάχη. Ο Φεϊζάλ τώρα είναι σίγουρος ότι οι Γάλλοι θέλουν να καταλάβουν τη Συρία με τη βία και να μην έρθουν σε διακανονισμό μαζί του. Ο Γιουσούφ Αλ Άζμα, ο οποίος αντιτάχθηκε σθεναρά στην παράδοση, παρακάλεσε τον Φεϊζάλ να επιτρέψει σε αυτόν και στα απομεινάρια του στρατού του να αντιμετωπίσουν τους Γάλλους. Στις 23 Ιουλίου, ο Αλ Άζμα ξεκινά από τη Δαμασκό για το Μαϊσαλούν, με 3.000 στρατιώτες και εθελοντές, ενώ την ίδια στιγμή ο Γκουρό κινείται προς το ίδιο μέρος με περίπου 12 000 στρατιώτες κυρίως Σενεγαλέζους, Αλγερινούς και Μαροκινούς. Η μάχη ξεκινά στις 6:30 όταν γαλλικά τανκς χτυπούν το κέντρο της συριακής αμυντικής γραμμής ενώ γαλλικές μονάδες ιππικού και πεζικού προσβάλουν τις βόρειες και νότιες θέσεις των Σύριων. Στις 10:00, η μάχη ουσιαστικά τελειώνει, έχοντας στραφεί αποφασιστικά υπέρ των Γάλλων. Στις 10:30, οι γαλλικές δυνάμεις φτάνουν στο αρχηγείο του Αλ Άζμα, ανεμπόδιστα από τις νάρκες που είχαν τοποθετήσει καθ’ οδόν οι Σύριοι. Ο υπουργός Πολέμου πέφτει νεκρός από πολυβόλο γαλλικού τανκς. Ο θάνατος του Αλ Άζμα σήμανε το τέλος της μάχης, αν και οι συγκρούσεις συνεχίζονται μέχρι τις 13:30. Εν τω μεταξύ ο Φεϊζάλ παρατηρεί τη μάχη να εξελίσσεται από το χωριό al-Hamah, και καθώς ενημερώνεται ότι οι Σύριοι έχουν κατατροπωθεί, αναχωρεί για την πόλη al-Kiswah και την επόμενη μέρα (25 Ιουλίου) επιστρέφει στη Δαμασκό. Την ίδια μέρα τα στρατεύματα των Γάλλων μπαίνουν νικηφόρα στην πρωτεύουσα. Παρόλο που απορρίπτει προφορικά τη γαλλική εντολή για την απέλαση του ίδιου και της οικογένειάς του από τη Συρία, ο Φεϊζάλ αναχωρεί τελικά από τη Δαμασκό στις 27 Ιουλίου με μόνο ένα από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου του, τον Αλ Χούσρι. Την 1η Αυγούστου φτάνει στη Χάιφα στη βρετανική Παλαιστίνη, από κει ταξιδεύει στην Ιταλία με τελικό προορισμό το Λονδίνο.
Η Γαλλία, σε λίγο, έχοντας αναλάβει την Εντολή για τη Συρία, χωρίζει τη χώρα σε μικρότερα κρατίδια, συμπεριλαμβανομένου του Μείζονος Λιβάνου για τους Μαρωνίτες (1920), του Αλαουιτικού κρατιδίου για τους Αλαουίτες (1920), των κρατιδίων της Δαμασκού (1920) και του Χαλεπίου (1920), του κρατιδίου Τζαμπάλ αλ-Δρούζ για τους Δρούζους στο Χαουράν (1921), και του αυτόνομου σαντζακίου της Αλεξανδρέττας για τους Τούρκους (1921). Οι Γάλλοι δίνουν σκόπιμα σε διαφορετικές εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες στο Λεβάντε τα δικά τους εδάφη με την ελπίδα να παρατείνουν την κυριαρχία τους. Η πραγματική διοίκηση της Εντολής ασκείται δυναμικά από τον Ύπατο Αρμοστή από την Βηρυτό.

28 Ιουλίου – 10 Αυγούστου 1920: Στο Δημαρχείο των Σεβρών (νοτιοδυτικό προάστιο του Παρισιού), οι αντιπρόσωποι των Συμμάχων (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία) και των Συνασπισμένων Δυνάμεων (Αρμενία, Βέλγιο, Ελλάδα, Χετζάζη, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία-Κροατία-Σλοβενία και Τσεχοσλοβακία), υπογράφουν τη συνθήκη Ειρήνης με την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη γνωστή ως συνθήκη των Σεβρών. Η συνθήκη περιλαμβάνει δεκατρία μέρη που αφορούν την Κοινωνία των Εθνών, τα σύνορα της Τουρκίας και πολιτικούς όρους για τα καθεστώτα ορισμένων περιοχών και χωρών και την προστασία μειονοτήτων. Περιέχει ακόμα στρατιωτικούς, ναυτικούς, αεροπορικούς, δημοσιονομικούς και οικονομικούς όρους, οι οποίοι αφορούν τις συνθήκες εργασίας, τις συγκοινωνιακές οδούς και πολλά άλλα ζητήματα. Τέλος, η συνθήκη ασχολείται με το πρόβλημα των θυμάτων του πολέμου και με τις ποινικές διώξεις των υπευθύνων. Τη συνθήκη αποδέχτηκε η Κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, όχι όμως και οι Τούρκοι εθνικιστές, που υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ αγωνίστηκαν και πέτυχαν τελικά την μη εφαρμογή της.
Αύγουστος 1920: Η Βρετανική κυβέρνηση απορρίπτει το αίτημα του Εβραίου Ύπατου Αρμοστή Σάμιουελ να επεκταθούν τα σύνορα της βρετανικής επικράτειας πέρα από τον ποταμό Ιορδάνη και να τεθεί η Υπεριορδανία υπό τον διοικητικό του έλεγχο, αν και με βάση τη συμφωνία Σάικς – Πικό, η περιοχή εντάσσεται στη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας (ζώνη Β). Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Λόρδος Κάρζον, προτείνει αντ’ αυτού να προωθηθεί η βρετανική επιρροή στην Υπεριορδανία στέλνοντας μερικούς πολιτικούς αξιωματικούς, χωρίς στρατιωτική συνοδεία, για να ενθαρρύνουν την αυτοδιοίκηση και να δώσουν συμβουλές στους τοπικούς ηγέτες στην επικράτεια. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Κάρζον, ο Σάμιουελ οργανώνει μια συνάντηση με τους ηγέτες της Υπεριορδανίας όπου παρουσιάζει τα βρετανικά σχέδια για την επικράτεια. Οι τοπικοί ηγέτες διαβεβαιώνονται ότι η Υπεριορδανία δεν θα περιέλθει στην παλαιστινιακή διοίκηση και ότι δεν θα υπήρχε αφοπλισμός ή επιστράτευση. Οι όροι του Σάμιουελ γίνονται δεκτοί και ο ίδιος επιστρέφει στην Ιερουσαλήμ, αφήνοντας το λοχαγό Άλεκ Κέρκμπραϊντ ως τον Βρετανό εκπρόσωπο ανατολικά του Ιορδάνη.

1 Σεπτεμβρίου 1920: Ο Ύπατος Αρμοστής του Λεβάντε, υποστράτηγος Ανρί Γκουρό, διακηρύττει, στη Βηρυτό, τη δημιουργία του κρατιδίου του Μείζονος Λιβάνου. Μία μέρα πριν είχε υπογράψει το Διάταγμα 318 οριοθετώντας τα σύνορα του νέου κρατιδίου, με επεξηγηματικές σημειώσεις που έλεγαν ότι ο Λίβανος θα αντιμετωπίζεται χωριστά από την υπόλοιπη Συρία. Ο όρος, στα γαλλικά «Le Grand Liban», χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Λιβανέζους διανοούμενους Μπουλούς Νουζαΐμ και Άλμπερτ Νακάς, κατά τη διάρκεια της Συνόδου Ειρήνης του Παρισιού, το 1919. Ο όρος Μείζων Λίβανος παραπέμπει στον σχεδόν διπλασιασμό του μεγέθους του σαντζακίου του Όρους του Λιβάνου, της πρώην οθωμανικής αυτόνομης περιοχής, ως αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης των παράκτιων πόλεων της Βηρυτού, της Τρίπολης, της Σιδώνας και της Τύρου μαζί με τις αντίστοιχες ενδοχώρες τους, που ανήκαν όλες στο βιλαέτι της Βηρυτού, μαζί με τέσσερις Καζάδες από το βιλαέτι της Συρίας (Μπάαλμπεκ, Μπεκάα, Ρασαγιά και Χασμπαγιά). Πρωτεύουσα του Μείζονος Λιβάνου είναι η Βηρυτός.
Το σαντζάκι του Όρους του Λιβάνου, γνωστό και ως μουτεσαριφλίκι του Όρους του Λιβάνου πήρε την ονομασία της από την Οροσειρά του Λιβάνου (στα αραβικά Τζεμπέλ Λυμπνάν: Λευκά Όρη). Η δημιουργία του, το 1861, ήταν αποτέλεσμα διακανονισμού ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Αυστρία, την Πρωσία και τη Ρωσία, με σκοπό να εμποδιστεί η επανάληψη των σφαγών του 1860, ανάμεσα στους Μαρωνίτες και στους Δρούζους. Στο «Règlement Organique» του 1861, δημιουργείται το μουτεσαριφλίκι του Όρους του Λιβάνου, με μουτεσαρίφη ένα χριστιανό Οθωμανό υπήκοο, διορισμένο από τον Οθωμανό σουλτάνο, με την έγκριση των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι κοινότητες χριστιανών του μαρωνιτικού δόγματος (αναγνωρίζει τον Πάπα της Ρώμης ως κεφαλή του), που αποτελούσαν τα 4/5 του σαντζακίου, βρίσκονται από το 1861 υπό την προστασία της Γαλλίας. Ο μουτεσαρίφης έπρεπε να επικουρείται από ένα διοικητικό συμβούλιο δώδεκα μελών από τις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου. Κάθε μία από τις έξι θρησκευτικές ομάδες που κατοικούσαν στο Λίβανο εξέλεγαν τα μέλη του συμβουλίου ως εξής: (4 για τους Μαρωνίτες, 3 για τους Δρούζους, 2 για τους Ελληνορθόδοξους και από ένα για τους Σουνίτες, Σιίτες, και Μελκίτες Καθολικούς). Το συγκεκριμένο καθεστώς διήρκεσε από το 1861 μέχρι το 1918, αν και καταργήθηκε de facto από τον Τζεμάλ Πασά (ένας από τους «Τρεις Πασάδες» της οθωμανικής ηγεσίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) το 1915, ο οποίος έπειτα διόρισε δικούς του κυβερνήτες.
Όπως είδαμε τον Απρίλιο του 1920 στο λεγόμενο «Ψήφισμα του Σαν Ρέμο», τα ακριβή όρια όλων των πρώην οθωμανικών εδαφών παραμένουν απροσδιόριστα, για να «καθοριστούν από τις Κύριες Συμμαχικές Δυνάμεις αργότερα». Στον Μείζονα Λίβανο, οι Γάλλοι θα κάνουν μια σημαντική επέκταση των συνόρων του σαντζακίου του Όρους του Λιβάνου, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσθετες περιοχές αποτελούσαν φυσικά μέρη του Λιβάνου, παρά το γεγονός ότι η χριστιανική κοινότητα δεν θα αποτελούσε πλέον σαφή πλειοψηφία σε ένα τόσο διευρυμένο κράτος. Το κρατίδιο του Μείζονος Λιβάνου θα το διαδεχθεί την 1η Σεπτεμβρίου 1926, η Δημοκρατία του Λιβάνου.

2 Σεπτεμβρίου 1920: Ο Ύπατος Αρμοστής του Λεβάντε, υποστράτηγος Ανρί Γκουρό, διακηρύττει τη δημιουργία του κρατιδίου των Αλαουιτών. Στις 31 Αυγούστου 1920, την ίδια ημέρα που υπογράφεται το διάταγμα για τη δημιουργία του Μείζονος Λιβάνου, ο Γκουρό υπογράφει και το Διάταγμα 319 οριοθετώντας τα σύνορα του κρατιδίου των Αλαουιτών, στην παραλιακή περιοχή της Λατάκειας, με πρωτεύουσα την ομώνυμη πόλη. Η περιοχή είναι παραθαλάσσια και ορεινή, φιλοξενεί έναν κυρίως αγροτικό, ετερογενή πληθυσμό. Οι Αλαουίτες, είναι μια σημαντική μυστικιστική θρησκευτική ομάδα, που ακολουθεί τον Αλαουϊσμό, μια θρησκευτική αίρεση που διασπάστηκε από τον πρώιμο σιιτισμό. Οι Αλαουίτες τιμούν τον Αλί (Αλί Ιμπν Αμπί Τάλιμπ), ενώ το όνομά τους, Αλαουίτες, σημαίνει «ακόλουθοι του Αλί». Η ομάδα πιστεύεται ότι ιδρύθηκε από τον Ιμπν Νουσαΐρ κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα, για αυτό είναι γνωστοί και ως Νουσαϊρίτες.
3 Σεπτεμβρίου 1920: Ο Ύπατος Αρμοστής του Λεβάντε, υποστράτηγος Ανρί Γκουρό, διακηρύττει τη δημιουργία των κρατιδίων του Χαλεπίου και της Δαμασκού. Δύο μέρες νωρίτερα, την 1η Σεπτεμβρίου, είχε υπογράψει το σχετικό διάταγμα 330 με βάση το οποίο: «Τα εδάφη του πρώην Βιλαετίου του Χαλεπίου, που προηγουμένως ήταν προσαρτημένα στην κυβέρνηση της Δαμασκού, θα αποτελέσουν μια ανεξάρτητη κυβέρνηση που θα ονομάζεται “Κυβέρνηση του Χαλεπίου”. […] Είναι αναγκαίο να τεθεί τέλος σε μια κατάσταση που, με τον υπερβολικό και περιττό συγκεντρωτισμό, περιπλέκει τη διοίκηση της κυβέρνησης της Δαμασκού και εμποδίζει την ομαλή διεξαγωγή των υποθέσεων της διοικητικής περιφέρειας του Χαλεπίου». Διαχωρίζοντας το Χαλέπι από τη Δαμασκό, ο Γκουρό θέλει να αξιοποιήσει μια παραδοσιακή κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ των δύο πόλεων και να τη μετατρέψει σε πολιτικό διχασμό. Το κρατίδιο του Χαλεπίου, όπως σχεδιάστηκε από τη Γαλλία, περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της εύφορης περιοχής της Συρίας, ολόκληρη την εύφορη λεκάνη του Ευφράτη. Επίσης θα έχει πρόσβαση στη θάλασσα μέσω του αυτόνομου σαντζακιού της Αλεξανδρέττας όταν το τελευταίο προσαρτηθεί στο κρατίδιο του Χαλεπίου το 1923. Ο Γκουρό θέλει να κάνει το κρατίδιο του Χαλεπίου ελκυστικό για τους πιθανούς ηγεμόνες του, δίνοντάς του τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του αγροτικού και ορυκτού πλούτου της Συρίας, έτσι ώστε να μην θέλει να επανενωθεί με τη Δαμασκό. Με βάση την γαλλική απογραφή του 1921-22 από το σύνολο των 604 000 κατοίκων (χωρίς τον νομαδικό πληθυσμό των ανατολικών περιοχών), 502 000 (83,1%) είναι Σουνίτες, 52 000 (8,6%) Χριστιανοί (κυρίως της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησία, της Μελχιτικής Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας και της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας), 30 000 (5%) Αλαουίτες, 7 000 (1,2%) Ιουδαίοι και 3 000 (0,5%) άλλοι.
Το κρατίδιο της Δαμασκού, που είναι μια όαση στις παρυφές της συριακής ερήμου, δεν είχε ούτε αρκετή εύφορη γη, ούτε πρόσβαση στη θάλασσα. Περιλαμβάνει τη Δαμασκό και τη γύρω περιοχή, καθώς και τις πόλεις Χομς, Χάμα και την κοιλάδα του ποταμού Ορόντη. Με βάση την γαλλική απογραφή του 1921-22 από το σύνολο των 595 000 κατοίκων, 447 000 (75,1%) είναι Σουνίτες, 67 000 (11,3%) Χριστιανοί, 49 000 (8,2%) ξένοι, 9 000 (1,5%) Δωδεκαδικοί ή Ιμαμίτες Σιίτες, 8 000 (1,3%) Ισμαηλίτες, 6000 (1,1%) Ιουδαίοι, 5 000 (0,8%) Αλαουίτες και 4 000 (0,7%) Δρούζοι.
1 Οκτωβρίου 1920: Μαζί με την επαναλειτουργία των Κτηματολογίων που έκλεισαν τον Νοέμβριο του 1918, οι Βρετανοί εκδίδουν Διάταγμα που επιτρέπει τη διάθεση γης αλλά υπό αυστηρούς όρους, προκειμένου να περιορίσει την κερδοσκοπία της γης και να προστατεύσει τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές από την ακτημοσύνη. (Αυτές οι διατάξεις αποδεικνύονται αργότερα αναποτελεσματικές ενόψει των πολλαπλών σχεδίων καταστρατήγησης που αναπτύχθηκαν από σιωνιστικά ιδρύματα). Το Προοίμιο του εν λόγω Διατάγματος αναφέρει: «(α) για την κάλυψη των αναγκών του λαού είναι επιθυμητό να επιτρέπονται συναλλαγές με γνώμονα την άμεση χρήση και καλλιέργεια της γης· (β) είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για την αποτροπή κερδοσκοπικών συναλλαγών στη γη και για την προστασία των σημερινών ενοικιαστών· (γ) σύντομα πρόκειται να συσταθεί ένα Δικαστήριο Διακανονισμού Γης, στο μεταξύ δεν μπορεί να δοθεί πιστοποίηση ιδιοκτησίας από τη Διοίκηση· (δ) είναι απαραίτητη η θέσπιση νομοθεσίας για την εξασφάλιση ομαλού σχεδιασμού των πόλεων και της ανέγερσης κτιρίων, υπό τον έλεγχο της Διοίκησης· (ε) η Διοίκηση λαμβάνει μέτρα για τη διευκόλυνση της ίδρυσης πιστωτικών ιδρυμάτων στην Παλαιστίνη, οι οποίες θα έχουν την άδεια χορήγησης ενυπόθηκων δανείων· μέχρι τότε, είναι επιθυμητό να συνεχιστεί η απαγόρευση της πώλησης γης για ικανοποίηση υποθήκης ή κατά την εκτέλεση δικαστικής απόφασης». Στη συνέχεια το Διάταγμα αναφέρει ότι η αγοροπωλησία της γης θα πρέπει να έχει τη συγκατάθεση της Ύπατης Αρμοστείας, μέσω του κυβερνήτη της Περιφέρειας αφού βεβαιωθεί ο τελευταίος ότι: «το πρόσωπο που επρόκειτο να αποκτήσει το ακίνητο (1) ήταν κάτοικος Παλαιστίνης, (2) δεν θα αποκτούσε περιουσία που υπερβαίνει τις £3.000 ή σε έκταση 300 ντουνάμ, (3) σκόπευε να καλλιεργήσει αμέσως τη γη, (4) ο πωλητής θα διατηρούσε επαρκή γη στην περιοχή ή αλλού για τη συντήρηση του ίδιου και της οικογένειάς του. Εάν μια αίτηση απορρίπτονταν από τον Περιφερειάρχη, ασκούνταν έφεση στον Ύπατο Αρμοστή, η απόφαση του οποίου ήταν οριστική. Ο Ύπατος Αρμοστής είχε επίσης την εξουσία να συναινέσει στην πώληση μεγάλων εκτάσεων γης, εάν βεβαιωνόταν ότι η μεταβίβαση ήταν προς το δημόσιο συμφέρον».
Την ίδια μέρα η Ύπατη Αρμοστεία εκδίδει ξεχωριστό Διάταγμα για τον έλεγχο της απόκτησης γης κατηγορίας «mahlul». Σύμφωνα με το οθωμανικό τουρκικό δίκαιο, η γη που ανήκε στην κυβέρνηση (αρχικά στο οθωμανικό στέμμα) και ήταν κατάλληλη για γεωργική χρήση, ονομαζόταν «miri». Τα άτομα μπορούσαν να αγοράσουν το δικαίωμα για να καλλιεργήσουν αυτή τη γη και να πληρώσουν ένα δέκατο στην κυβέρνηση. Η μεταβίβαση του δικαιώματος θα μπορούσε να γίνει μόνο με την έγκριση του κράτους. Τα δικαιώματα miri θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στους κληρονόμους και η γη θα μπορούσε να υπομισθωθεί σε ενοικιαστές. Εάν ο ιδιοκτήτης του δικαιώματος πέθαινε χωρίς κληρονόμο ή η γη δεν καλλιεργούνταν για τρία χρόνια, η γη θα επέστρεφε στο κράτος. Αυτή η γη που θα επέστρεφε στο κράτος, ονομάστηκε «mahlul». Την εποχή των Οθωμανών, η γη mahlul θα μπορούσε εύκολα να παραχωρηθεί σε κάθε ενδιαφερόμενο. Με το Διάταγμα των Βρετανών αυτή η πρακτική είναι πλέον παράνομη και υπόκειται σε βαριές κυρώσεις. Η γη mahlul είναι υπό αποκλειστικό κρατικό έλεγχο και επιτρέπεται μόνο η μίσθωση στους ενοίκους της.
Οκτώβριος 1920: Σύσταση από τον Ύπατο Αρμοστή Χέρμπερτ Σάμιουελ, του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου για την Παλαιστίνη. Περιλαμβάνει 10 Βρετανούς αξιωματούχους, 4 Μουσουλμάνους, 3 Χριστιανούς και 2 Εβραίους. Επειδή το Συμβούλιο είναι ένας προσωρινός μηχανισμός, οι Παλαιστίνιοι δεν το μποϊκοτάρουν στην αρχή.
Νοέμβριος 1920: Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (Mifleget Poalim Sozialistiim, MPS) μετονομάζεται σε Εβραϊκό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα – Εργάτες της Σιών (Jewish Socialist Workers Party — Poalei Zion, MPSI).

13 – 18 Δεκεμβρίου 1920: Στη Χάιφα συγκαλείταιτο Τρίτο Εθνικό Συνέδριο των Παλαιστινίων Αράβων. Μετά τη βίαιη ανατροπή του Φεϊζάλ στη Δαμασκό οι Παλαιστίνιοι παναραβιστές εγκαταλείπουν το όραμά τους για αραβική ενότητα και επικεντρώνονται στην πολιτική οργάνωση της πατρίδας τους και στην προστασία της από το σιωνισμό. Οι 36 αντιπρόσωποι εγκρίνουν ψήφισμα, που καλεί τη Βρετανία να εγκαθιδρύσει εθνική κυβέρνηση υπόλογη σε μια αντιπροσωπευτική συνέλευση, τα μέλη της οποίας θα εκλέγονται αποκλειστικά από Παλαιστίνιους μουσουλμάνους, χριστιανούς και ιουδαίους. Την ίδια στιγμή το συνέδριο κηρύσσει τη βρετανική διοίκηση παράνομη, καθώς η Κοινωνία των Εθνών δεν είχε ακόμη καταλήξει σε απόφαση για το καθεστώς της επικράτειας. Το συνέδριο αντιτάσσεται στην εβραϊκή μετανάστευση, στην αναγνώριση του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Οργανισμού ως επίσημου φορέα και στη χρήση της εβραϊκής ως επίσημης γλώσσας. Το συνέδριο αποφασίζει την ίδρυση Αραβικής Εκτελεστικής Επιτροπής, για να συντονίζει τη διεξαγωγή των συνεδρίων και να καθοδηγεί το «παλαιστινιακό εθνικό κίνημα», και ορίζει πρόεδρό της τον Μούσα Κάζιμ από την οικογένεια των Χουσεΐνι.

Κατά το παρελθόν ο Μούσα Κάζιμ Πασά αλ-Χουσεΐνι (Musa Kazim Pasha al-Husayni, 1853-1934) είχε διατελέσει μουτεσαρίφης (1892-1913) σε διάφορες περιοχές της αραβικής χερσονήσου, στη Συρία και τη Μικρά Ασία. Όταν οι Βρετανοί κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ, το Δεκέμβριο του 1917, ο Βρετανός Στρατιωτικός Κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ, Ronald Storrs τον τοποθετεί δήμαρχο της πόλης, αλλά τον Απρίλιο του 1920 τον αποπέμπουν, λόγω των αιματηρών ταραχών την περίοδο των εκδηλώσεων του Nebi Musa, στην Ιερουσαλήμ. Πριν απ’ αυτόν, το αξίωμα κατείχε ο αδερφός του, ο Χουσαΐν αλ-Χουσεΐνι (Hussein al-Husayni), από το 1909 ως τον θάνατό του. Οι Βρετανοί μετά τον Μούσα Κάζιμ, διορίζουν δήμαρχο της Ιερουσαλήμ τον Ρατζίμπ αλ-Νασασίμπι, της αντίπαλης των Χουσεΐνι οικογένειας – των Νασασίμπι.
12 Δεκεμβρίου 1920: Στη Χάιφα ιδρύεται «Η Γενική Ομοσπονδία Εβραίων Εργατών στη Γη του Ισραήλ», ή αλλιώς «Χισταντρούτ» («Histadrut»). Αποτελεί την κύρια συνδικαλιστική οργάνωση των Εβραίων, που ενώνει την πλειοψηφία των μισθωτών εργατών μελών των κιμπουτζίμ, των μοσαβίμ, των συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Βέβαια το σύνθημά του δεν είναι «Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε» αλλά «Εβραϊκή γη, εβραϊκή εργασία, εβραϊκή παραγωγή». Όπως θυμάται ο Νταβίντ Χακοέν (David Hacohen, 1898 – 1984) ηγέτης της Χισταντρούτ τη δεκαετία του 1930 και του ‘40, «Όταν μπήκα στη σοσιαλιστική φοιτητική λέσχη (στο Λονδίνο) υπήρχαν Άγγλοι, Ιρλανδοί, Εβραίοι, Κινέζοι, Ινδοί και Αφρικανοί – όλοι υπό αγγλική κυριαρχία. Ήδη από τότε έπρεπε να συγκρουστώ με τους κοντινούς μου συντρόφους γύρω από το θέμα του εβραϊκού σοσιαλισμού, για να δικαιολογήσω το γεγονός ότι δεν δεχόμουν Άραβες στο σωματείο μου, την Χισταντρούτ, ότι προτρέπαμε τα εβραϊκά νοικοκυριά να μην αγοράζουν τίποτα από αραβικά καταστήματα, ότι οργανώναμε φρουρές γύρω από τους οπωρώνες για να μην εργάζονται εκεί Άραβες εργάτες, ότι ρίχναμε βενζίνη στις αραβικές ντομάτες και σπάζαμε τα αραβικά αυγά στα καλάθια των Εβραίων γυναικών που τα αγόραζαν.» Αυτή η βία ήταν μέρος μιας στρατηγικής. Οι έποικοι έπρεπε να οικοδομήσουν μια κλειστή εβραϊκή οικονομία προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους για ένα εβραϊκό κράτος. Αν υπήρχε ανταγωνισμός για θέσεις εργασίας μεταξύ μεταναστών και Παλαιστινίων εργατών, οι εργοδότες, ακόμη και οι Εβραίοι, θα προσλάμβαναν τους φθηνότερους Άραβες εργάτες. Οι μισθοί τότε θα πιέζονταν προς τα κάτω ακόμη και στις εβραϊκής ιδιοκτησίας επιχειρήσεις. Αν συνέβαινε αυτό, τότε για ποιο λόγο οι Εβραίοι εργάτες από την Ευρώπη που είχαν συνηθίσει σε πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τους Άραβες εργάτες να θέλουν να μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη;
22 Ιανουαρίου 1921: Με απόφαση του Ύπατου Αρμοστή Χέρμπερτ Σάμιουελ, στην Παλαιστίνη ως νόμιμο χρήμα ορίζεται μόνο η αιγυπτιακή λίρα και η βρετανική χρυσή λίρα.
16 Φεβρουαρίου 1921: Εκδίδεται το διάταγμα για την κατηγορία γης «mewat». Με βάση το οθωμανικό δίκαιο οι αμμόλοφοι και λοφώδεις, θαμνώδεις δασικές εκτάσεις και βοσκοτόπια, που δεν ανήκαν σε κανέναν ιδιώτη ή κοινότητα, η λεγόμενη «νεκρή» γη, που «δεν ακούγεται η φωνή ενός άνδρα που φωνάζει εκεί» και που είχε ερμηνευτεί με δικαστική απόφαση, ως ενάμισι μίλι γύρω από ένα χωριό, ονομαζόταν «mewat» ή «mawat». Τότε ανήκε στην κυβέρνηση (αρχικά στο οθωμανικό στέμμα) και τώρα στην Ύπατη Αρμοστεία της Παλαιστίνης. Την οθωμανική περίοδο οι κοινότητες και τα άτομα συχνά επέκτειναν τις εκμεταλλεύσεις γης τους «άτυπα» καλλιεργώντας ή χρησιμοποιώντας τέτοια γη. Με το νέο βρετανικό διάταγμα αυτή η πρακτική πλέον είναι παράνομη και οι παραβάτες διώκονται. Το 1921 υπολογίζεται ότι η κατηγορία γης «mewat», αποτελούσε περίπου το 50 με 60% της γης στην Παλαιστίνη.
22 Φεβρουαρίου 1921: Ιδρύεται το Αρχιραβινάτο. Οι Ραβίνοι Avraham Yitzhak HaCohen Kook και Ya’akov Meir επιλέγονται ως αρχιραβίνοι.
Φεβρουάριος 1921: Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill, 1874 – 1965), αναλαμβάνει υπουργός Αποικιών με ευθύνη για την αραβική Μέση Ανατολή, αλλά όχι για την Αίγυπτο. Ο Τσόρτσιλ διορίζει τον Τ.Ε. Λόρενς, του οποίου η φήμη ως «Λόρενς της Αραβίας» είναι πλέον ευρέως διαδεδομένη, ειδικό σύμβουλό του.

Μάρτιος 1921: Ο Αμπντάλλα Α΄ μπιν αλ-Χουσεΐν (Abdullah I bin Al-Hussein, 1882 – 1951), ο δευτερότοκος γιος του σαρίφη της Μέκκας και βασιλιά της Χετζάζης, με μια στρατιά 300 ανδρών, χωρίς να αντιμετωπίσει ουσιαστικά αντίσταση καταλαμβάνει, από το Νοέμβριο του 1920 μέχρι τον Μάρτιο του 1921, το μεγαλύτερο μέρος της Υπεριορδανίας. Σκοπός του όμως είναι να προχωρήσει και να απελευθερώσει τη Δαμασκό από τη γαλλική κυριαρχία.

12 – 30 Μαρτίου 1921: Η Διάσκεψη του Καΐρου, περιγράφεται στα επίσημα πρακτικά ως Διάσκεψη της Μέσης Ανατολής που πραγματοποιήθηκε στο Κάιρο και την Ιερουσαλήμ, από τις 12 έως τις 30 Μαρτίου 1921. Πρόκειται για μια μυστική διάσκεψη υπο την αιγίδα του νεοδιορισμένου υπουργού Αποικιών Ουίνστον Τσόρτσιλ με τη συμμετοχή όλων των Βρετανών στρατιωτικών και πολιτικών επικεφαλής της Μέσης Ανατολής (ο ίδιος τους έδωσε το παρατσούκλι, οι «σαράντα κλέφτες» του) για την εξέταση και συζήτηση των προβλημάτων της περιοχής και για τη χάραξη μιας κοινής πολιτικής.

Η διάσκεψη ξεκινά στο Κάιρο στις 12 Μαρτίου και συνεχίζεται από τις 24 Μαρτίου στην Ιερουσαλήμ. Σύμφωνα με τον ιστορικό Christopher Catherwood: «Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι οι ειδήμονες που συγκεντρώθηκαν στο φινετσάτο ξενοδοχείο Semiramis στο Κάιρο το Μάρτιο του 1921, διαμόρφωσαν το χάρτη της σημερινής Μέσης Ανατολής». Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα της διάσκεψης είναι η απόφαση για την εφαρμογή μιας παραλλαγής της «Σαριφιανής Λύσης»: Ο Αμπντάλλα μπιν αλ-Χουσεΐν πρόκειται να διαχειρίζεται την περιοχή ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού, την Υπεριορδανία, και ο αδελφός του Φεϊζάλ πρόκειται να γίνει βασιλιάς του νεοσύστατου Βασιλείου του Ιράκ, ενώ και οι δύο πρόκειται να συνεχίσουν να λαμβάνουν καθοδήγηση και οικονομική υποστήριξη από τη Μεγάλη Βρετανία. Αποφασίζεται επίσης ότι ο Χουσεΐν, ο σαρίφης της Μέκκας, θα πρέπει να αναγνωριστεί ως Βασιλιάς της Χετζάζης. Ο ίδιος ο Χουσεΐν δεν θα ασκούσε καμία πολιτική εξουσία στην Υπεριορδανία και στο Ιράκ και ο πρώτος του γιος, ο Αλί θα είναι ο διάδοχός του στη Χετζάζη και σαρίφης της Μέκκας. Για τον Ιμπν Σαούντ (Abdulaziz bin Abdul Rahman Al Saud,1875-1953), οι Βρετανοί έδιναν τον έλεγχο της Νατζντ (Nejd) που καλύπτει όλο το κεντρικό τμήμα της Αραβικής Χερσονήσου. Αν και το όνειρο της «Μεγάλης Συρίας» ως ελεύθερου αραβικού έθνους είχε πάψει να υφίσταται, η αγγλο-γαλλική διανομή των αραβικών εδαφών δεν είναι ακόμα ασφαλής. Η ανυπακοή που είχε εκδηλωθεί στη Συρία είχε εξαπλωθεί στην περιοχή της Μεσοποταμίας που ονομαζόταν στα αραβικά και ως «η γη του Ιράκ», δηλαδή «γόνιμη» ή «βαθιά ριζωμένη γη». Οι προύχοντες της Βαγδάτης, μερικοί από τους οποίους συνδέονταν μέσω μιας μυστικής οργάνωσης με τους υποστηρικτές του Φεϊζάλ, αντιτάχθηκαν σθεναρά στην αποικιακή εξουσία που είχαν επιβάλει οι Βρετανοί στο τέλος του πολέμου. Τον Ιούνιο του 1920 στις αγροτικές κοινότητες της κοιλάδας του Ευφράτη η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια για τις νέες βρετανικές πολιτικές, όπως οι νέοι νόμοι ιδιοκτησίας γης, ή ο νέος φόρος για την ταφή στο νεκροταφείο Wadi-us-Salaam στη Νατζάφ, πυροδότησε μια έκρηξη βίας. Καθώς οι Βρετανοί αγωνίζονταν να την περιορίσουν αποστέλλοντας όλο και περισσότερα στρατεύματα και δαπανώντας όλο και περισσότερα χρήματα, η ανάγκη για τη συγκρότηση μιας κατάλληλης αραβικής κυβέρνησης έγινε όλο και πιο επείγουσα. Το νέο όμως κράτος του Ιράκ, είναι μια αδέξια συσσωμάτωση τριών διαφορετικών επαρχιών: της Μοσούλης, που κατά πλειοψηφία έχει κουρδικό πληθυσμό, της Βαγδάτης, στην οποία κυριαρχεί μια σουνιτική μουσουλμανική ελίτ, και της Βασόρας στον νότο, η οποία κατά συντριπτικό ποσοστό είναι σιιτική. Οι Κούρδοι είναι σουνίτες Μουσουλμάνοι, όπως και οι Άραβες της Βαγδάτης, ωστόσο εθνικά είναι Ινδοευρωπαίοι, όπως οι Ιρανοί. Η πλειοψηφία στη Βασόρα, αν και Άραβες, από πλευράς θρησκείας ανήκουν στον ίδιο κλάδο του Ισλάμ με το Ιράν – στους σιίτες – και κατά συνέπεια έχουν τα δικά τους πιστεύω, τα οποία είναι αρκετά διαφορετικά από του υπόλοιπου ιρανικού λαού. Ο Τσόρτσιλ υιοθετεί την ιδέα του Λόρενς ότι ο εξόριστος Φεϊζάλ θα είναι η καλύτερη επιλογή ως ηγέτης. Μόνο αυτός, όπως φαινόταν, θα είχε την ικανότητα και το κύρος για να συγκρατήσει αυτό το τεχνητό κρατικό μόρφωμα και να διασφαλίσει την επισφαλή ενότητα του Ιράκ. Ο Τσόρτσιλ θα στείλει τηλεγράφημα στον πρωθυπουργό του Lloyd George, στις 13 Μαρτίου, τονίζοντας «ότι ο Φεϊζάλ προσφέρει την ελπίδα της καλύτερης και φθηνότερης λύσης». Κοιτάζοντας το ζήτημα από την οπτική γωνία του Τσόρτσιλ, οι Χασεμίτες είναι απλώς το καλύτερο μέσο για την επίτευξη ενός στόχου – την απόσυρση βρετανικών στρατευμάτων από τη Μεσοποταμία εξοικονομώντας εκατομμύρια για το Δημόσιο Ταμείο.
Στη διάσκεψη συζητείται και το ζήτημα των κατ’ ευφημισμών αποκαλούμενων «επιδοτήσεων και δεσμεύσεων» – που δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι δωροδοκίες των γηγενών ηγετών ώστε να παραμείνουν ήσυχοι ή ευμενείς προς τους Βρετανούς, κατά προτίμηση και τα δύο. Ο Ύπατος Αρμοστής της Μεσοποταμίας Sir Percy Cox επιθυμούσε τον διπλασιασμό της ετήσιας επιχορήγησης προς τον Ιμπν Σαούντ, από 60 000 λίρες το χρόνο σε 120 000 λίρες και όπως αιτιολόγησε την πρότασή του «δεν εναπόκειτο τόσο στις πραγματικές υπηρεσίες που αναμένονταν από εκείνο, αλλά περισσότερο στο μέγεθος των προβλημάτων που θα μπορούσε να προκαλέσει αν η πολιτική του γινόταν εχθρική». Η πολιτική κατευνασμού του Cox δεν βρίσκει σύμφωνο τον υφυπουργό Μέσης Ανατολής ταγματάρχη Hubert Young, ο οποίος τονίζει ότι αν η Βρετανία ήθελε να είναι δίκαιη, θα έπρεπε να αυξήσει την ετήσια επιχορήγηση της στον Χουσεΐν, ακριβώς όπως και στον Ιμπν Σαούντ. Καθώς οι σύμβουλοι του Τσόρτσιλ είναι διχασμένοι, ο υφυπουργός ζητά από μια υποεπιτροπή να οριστικοποιήσει την απόφαση σχετικά με το ζήτημα της επιχορήγησης. Η υποεπιτροπή καταλήγει στις 16 Μαρτίου, στον τέλειο συμβιβασμό: 100 000 λίρες τόσο για τον Χουσεΐν όσο και για τον Ιμπν Σαούντ.
Στις 17 Μαρτίου συνεδριάζει από κοινού η Παλαιστινιακή Πολιτική και Στρατιωτική Επιτροπή. Ο Ύπατος Αρμοστής στην υπο Βρετανική Εντολή Παλαιστίνη Χέρμπερτ Σάμιουελ είναι ο μόνος που διαφωνεί με την απόφαση που είχε ήδη ληφθεί στο Λονδίνο, ότι δηλαδή θα δημιουργηθεί ένα χωριστό κράτος της Υπεριορδανίας με αρχηγό τον Αμπντάλλα. Ο Σάμιουελ υπενθυμίζει στον Τσόρτσιλ και τους υπόλοιπους, ότι αυτή ήταν μια περιοχή που συμπεριλαμβανόταν στο αμιγώς παλαιστινιακό τμήμα τού, υπό την Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, κράτους. Σε περίπτωση που χωριζόταν, σύντομα θα αντιμετωπιζόταν ως «ανεξάρτητο αραβικό κράτος». Αν ο Αμπντάλλα γινόταν ηγέτης του, δεν θα χρησιμοποιούσε μόνο την νέα του κτήση για να επιτεθεί στους Γάλλους στη Συρία, αλλά επίσης θα δημιουργούσε μια κύρια πηγή αντισιωνιστικού αισθήματος και «συνεπώς θα αποδεικνυόταν επικίνδυνος». Ο Τσόρτσιλ διαφωνεί με την πρόγνωση του Σάμιουελ και επιθυμεί να εφαρμοστεί και στο παλαιστινιακό πρόβλημα η ίδια λύση με εκείνη που έχει συμφωνηθεί για το Ιράκ: ένας Χασεμίτης ηγέτης, στην περίπτωση αυτή ο Αμπντάλλα, ο πρώτος Χασεμίτης υποψήφιος για το Ιράκ που είχε προτείνει ο Λόρενς της Αραβίας (βλ. πρώτο μέρος: Νοέμβριος 1918), πριν ο Φεϊζάλ εκδιωχθεί τόσο αιφνιδιαστικά και οριστικά από τη Συρία. Ο Τσόρτσιλ πιστεύει ότι η υποστήριξη της υποψηφιότητας του Φεϊζάλ στο Ιράκ, αλλά όχι και του Αμπντάλλα στην Υπεριορδανία, «θα ήταν σαν να πήγαινε γυρεύοντας για προβλήματα». Μάλιστα με δεδομένη την επιχορήγηση που είχαν αποφασίσει την προηγούμενη μέρα, γιατί ενισχύοντας τον Χουσεΐν στη Χετζάζη και πληρώνοντας μετά τον Ιμπν Σαούντ για να μην της επιτεθεί, «θα μπορούσαμε» δηλώνει ο Τσόρτσιλ «να επιτύχουμε γενική ειρήνη και ευημερία στην Αραβία». Ο Αμπντάλλα διοικώντας από το Αμμάν με πλήρη βρετανική υποστήριξη, αποτελεί λοιπόν ένα κομμάτι ενός μεγαλύτερου πάζλ. Στα πλαίσια των συναντήσεων της διάσκεψης ο Τσόρτσιλ, μετά από επίσης προτροπή του συμβούλου του Τ. Ε. Λόρενς, καλεί στις 28 Μαρτίου, στην Ιερουσαλήμ τον Αμπντάλλα και τον πείθει να μην επιτεθεί στους συμμάχους της Βρετανίας, τους Γάλλους γιατί δεν έχει καμία ελπίδα να βγει νικητής. Μάλιστα εάν αναγνωρίσει την γαλλική Συρία και την βρετανική Παλαιστίνη, θα του παραχωρηθεί η Υπεριορδανία. Πρόταση που τελικά αποδέχεται ο Αμπντάλλα, αν και στην αρχή ζητά να του δοθεί ο έλεγχος ολόκληρης της περιοχής της Εντολής της Παλαιστίνης ή μια ένωση με το έδαφος (Ιράκ) που είχε υποσχεθεί στον αδελφό του. Ο Τσόρτσιλ απορρίπτει και τα δύο αιτήματα. Απαντώντας στον φόβο του Αμπντάλλα για ένα εβραϊκό βασίλειο δυτικά του Ιορδάνη, ο Τσόρτσιλ τον διαβεβαιώνει ότι η εβραϊκή μετανάστευση θα είναι μια πολύ αργή διαδικασία και τα δικαιώματα του υπάρχοντος μη εβραϊκού πληθυσμού θα διατηρούνταν αυστηρά. Όσον αφορά την Υπεριορδανία «δεν θα περιλαμβανόταν στο παρόν διοικητικό σύστημα της Παλαιστίνης, και ως εκ τούτου οι σιωνιστικές ρήτρες της εντολής δεν θα ισχύουν». Σχετικά με τη βρετανική πολιτική στην Παλαιστίνη, ο Χέρμπερτ Σάμιουελ πρόσθεσε ότι «Δεν υπήρχε θέμα σύστασης Εβραϊκής Κυβέρνησης εκεί… Καμία γη δεν θα αφαιρούνταν από κανέναν Άραβα, ούτε η μουσουλμανική θρησκεία θα θιγόταν με οποιονδήποτε τρόπο». Αργότερα ο Τσόρτσιλ θα αναφέρει στα απομνημονεύματά του: «Στην Ιερουσαλήμ ένα κυριακάτικο απόγευμα παραχώρησα στον εμίρη Αμπντάλλα την Υπεριορδανία». Ο υπουργός Αποικιών ξέρει ότι είναι πολύ σημαντικό η διακυβέρνηση της Υπεριορδανίας να είναι συμβατή με αυτή του Ιράκ, επειδή η βρετανική στρατηγική απαιτεί μια άμεση χερσαία σύνδεση μεταξύ της Αιγύπτου και του Περσικού Κόλπου.
Μετά τις συνομιλίες με τον Αμπντάλλα, ο Τσόρτσιλ συναντά αντιπροσωπεία της Αραβικής Εκτελεστικής Επιτροπής με επικεφαλής τον Μούσα αλ-Χουσεΐνι, η οποία και του παραδίδει ένα υπόμνημα διαμαρτυρίας ενάντια στις βρετανικές πολιτικές στην Παλαιστίνη. Οι Άραβες της Παλαιστίνης καταγγέλλουν την Μεγάλη Βρετανία ότι «κάτω από το οικονομικό άγχος του πολέμου, πούλησε τη χώρα τους στους Σιωνιστές». Επίσης προσθέτουν ότι η Αγγλία, «αγνοώντας τα αισθήματα των κατοίκων, διόρισε έναν Εβραίο ως Ύπατο Αρμοστή», παρά το γεγονός ότι «η επικρατούσα πλειοψηφία των ανθρώπων που κυβερνά δεν είναι της δικής του φυλής ή πίστης». Η αντιπροσωπεία αμφισβητεί τη νομική ισχύ της Διακήρυξης του Μπάλφουρ, ζητά την ακύρωσή της, την αναστολή της εβραϊκής μετανάστευσης και την εκλογή αντιπροσωπευτικού κοινοβουλίου. Ο Τσόρτσιλ βεβαίως υπερασπίζεται τη βρετανική πολιτική. Σχετικά με την Διακήρυξη του Μπάλφουρ εφόσον επικυρώθηκε από τις Συμμαχικές Δυνάμεις, σύμφωνα με τον υπουργό Αποικιών είναι τετελεσμένο γεγονός. Στην τοποθέτησή του ο Τσόρτσιλ τονίζει ότι ο Μπάλφουρ μίλησε για «την ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας Εθνικής Εστίας για τους Εβραίους και δεν είπε ότι θα κάνει την Παλαιστίνη Εθνικό Σπίτι των Εβραίων και ότι θα πάψει να είναι η Εθνική Εστία άλλων ανθρώπων, ή ότι θα συσταθεί μια εβραϊκή κυβέρνηση για να κυριαρχήσει στον αραβικό λαό.». Στη συνέχεια ο Τσόρτσιλ αναφέρει για το διορισμό του Σάμιουελ στη θέση του Ύπατου Αρμοστή ότι αυτή έγινε με βάση την εκπαίδευση και την εμπειρία του. Ο ίδιος ο Σάμιουελ, στη συνέχεια παίρνοντας το λόγο, αναφέρεται στα μεγάλα πλεονεκτήματα που έφερε η εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη, ενώ αρνείται να υποσχεθεί οποιεσδήποτε αλλαγές στη βρετανική πολιτική. Ο Τσόρτσιλ θα συναντηθεί και με αντιπροσωπεία του Εβραϊκού Εθνικού Συμβουλίου της Παλαιστίνης. Οι Εβραίοι υποβάλουν και αυτοί με την σειρά τους ένα υπόμνημα στο Βρετανό υπουργό, με το οποίο εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους προς τη Βρετανία που υποστηρίζει «την ανοικοδόμηση της Εβραϊκής Εθνικής Εστίας», ενώ για τους Άραβες υποστηρίζουν ότι «με τις προσπάθειές μας να ανοικοδομήσουμε την Εβραϊκή Εθνική Εστία, που δεν είναι παρά μια μικρή έκταση σε σύγκριση με όλα τα αραβικά εδάφη, δεν τους στερούμε τα νόμιμα δικαιώματά τους». Κρίνουν θετικά τα αποτελέσματα του εβραϊκού αποικισμού τα τελευταία σαράντα χρόνια, και ζητούν από τους Βρετανούς να τους παραχωρηθούν κρατικές και μη ιδιωτικές ακαλλιέργητες εκτάσεις γης για την ανάπτυξη των φυσικών πόρων της χώρας. Στις 29 Μαρτίου 1921, ο Τσόρτσιλ κάνει μια ομιλία στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και εκφράζει την πεποίθηση του ότι κάνοντας τα σωστά βήματα η Παλαιστίνη θα μεταμορφωνόταν σε έναν παράδεισο όπως προαναγγέλλεται στις γραφές, «μια χώρα που ρέει γάλα και μέλι, στην οποία οι πάσχοντες κάθε φυλής και θρησκείας θα βρουν ανάπαυση από τα βάσανά τους».

11 – 18 Απριλίου 1921: Στις 11 Απριλίου 1921, ο πρίγκιπας Αμπντάλλα μπιν αλ-Χουσεΐν, ανακηρύσσεται εμίρης της Υπεριορδανίας, υπό την αιγίδα της Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη. Στις 18 Απριλίου γίνεται η επίσημη εγκατάστασή του στο Αμμάν, πρωτεύουσα πλέον του Εμιράτου, από τον Βρετανό Ύπατο Αρμοστή της Εντολής για την Παλαιστίνη σερ Χέμπερτ Σάμιουελ. Στην τελετή παρευρίσκονται ο Λόρενς, ο οποίος διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία του νέου χασημιτικού κράτους, ο αρχιγραμματέας της βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη σερ Γουίνταμ Ντηντς, η Γκέρτρουντ Μπελλ του Αραβικού Γραφείου, ο Άλμπερτ Άμπρααμσον ως ο Βρετανός σύμβουλος παρά τω εμίρη.
Απρίλιος 1921: Στο τρίτο συνέδριο του, το Εβραϊκό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα – Εργάτες της Σιών, αλλάζει ξανά το όνομά του σε «Εβραϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα — Εργάτες της Σιών, τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Παλαιστίνης» («Jewish Communist Party — Poalei Zion, section of the Palestine Communist Party, JKP-PKP). Θεωρητικά, αυτό το όνομα δήλωνε ότι το κόμμα ήταν ένα εβραϊκό εθνικό τμήμα σε ένα δικοινοτικό παλαιστινιακό κόμμα. Στην πράξη, δεν υπήρχε αραβικό εθνικό τμήμα και έτσι η αλλαγή του ονόματος ήταν απλώς μια συμβολική χειρονομία σε αυτό το σημείο.
1 Μαΐου 1921: Την Πρωτομαγιά του 1921, το «Εβραϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα — Εργάτες της Σιών, τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Παλαιστίνης» – JKP-PKP, οργανώνει, χωρίς την άδεια των βρετανικών αρχών, μια μικρή πορεία 60 ατόμων από τη Γιάφα στο γειτονικό Τελ Αβίβ. Από το προηγούμενο βράδυ μοιράζει φυλλάδια στα αραβικά και στα γίντις που ζητούν την ανατροπή της βρετανικής αρμοστείας, ενώ στην πορεία υπάρχει πανό στα γίντις, που ζητά τη δημιουργία μιας «σοβιετικής Παλαιστίνης». Την ίδια ώρα μια άλλη μεγαλύτερη σε όγκο πορεία, από τη Γιάφα προς το Τελ Αβίβ, οργανώνει το σοσιαλιστικό κόμμα «Ahdut HaAvoda» και το συνδικάτο Χισταντρούτ, με την άδεια των αρχών. Όταν οι δύο πορείες συναντώνται, ξεσπούν συμπλοκές ανάμεσα στους πρώην συντρόφους. Η αστυνομία προσπαθεί να επιβάλει την τάξη, αλλά όταν ακούγονται πυροβολισμοί στο νότιο τμήμα της Γιάφας, οι Άραβες νομίζοντας ότι δέχονται επίθεση, αρχίζουν την δικιά τους αντεπίθεση. Οι συγκρούσεις μεταφέρονται και γενικεύονται στην πόλη της Γιάφα, μεταξύ Εβραίων και Αράβων. Το αποτέλεσμα είναι από την μεριά των Εβραίων 47 νεκροί και 146 τραυματίες και από την μεριά των Αράβων 48 νεκροί και 73 τραυματίες. Επίσης από τις πυρπολήσεις σπιτιών χιλιάδες είναι οι άστεγοι. Η Ύπατη Αρμοστεία διορίζει μια εξεταστική επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Παλαιστίνη Sir Thomas Haycraft, για να διερευνήσει τα αίτια των ταραχών.

8 Μαΐου 1921: Μετά τον θάνατο του μουφτή Kamil al- Husseini, στις 31 Μαρτίου 1921, ο Ύπατος Αρμοστής Χέρμπερτ Σάμιουελ διορίζει τον ετεροθαλή αδερφό του, τον Mohammad Amin al- Husseini, (1893 – 1974) στη θέση του, ως μουφτή της Ιερουσαλήμ. Τίποτα στην πρώιμη καριέρα του Αμίν αλ-Χουσεΐνι, μέχρι αυτό το σημείο δεν υποδηλώνει ότι είχε φιλοδοξίες να αναλάβει θρησκευτικό πόστο. Ο Μοχάμεντ Αμίν αλ-Χουσεΐνι ήταν γόνος της οικογένειας Χουσεΐνι, Αράβων πλουσίων γαιοκτημόνων της Ιερουσαλήμ, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι κατάγονται από τον Husayn ibn Ali δηλαδή τον γιο του Ali ibn Abi Talib και εγγονό του Μωάμεθ. Δεκατρία μέλη της οικογένειας ήταν Δήμαρχοι της Ιερουσαλήμ μεταξύ 1864 και 1920. Ο πατέρας του δε, ο Mohammed Tahir al-Husseini, από το 1865 μέχρι τον θάνατό του το 1908, ήταν ο μουφτής της Ιερουσαλήμ, θέση που ανέλαβε αμέσως μετά ο γιος του Καμίλ αλ-Χουσεΐνι. Ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι έλαβε εκπαίδευση σε ισλαμικά, οθωμανικά και καθολικά σχολεία. Το 1912, συνέχισε τις σπουδές στο Καΐρου, σε ένα ισλαμικό σεμινάριο υπό την κηδεμονία του σαλαφιστή θεολόγου Muhammad Rashid Rida, ο οποίος και επρόκειτο να παραμείνει ο μέντορας του Amin μέχρι το θάνατό του, το 1935. Η υπεράσπιση των παραδοσιακών ισλαμικών αξιών από τον Ρασίντ Ρίντα και η εχθρότητα προς τον εξευρωπαϊσμό, έγιναν βασικό συστατικό του θρησκευτικού προφίλ του Αμίν αλ-Χουσεΐνι. Ο Ρίντα, πίστευε ότι η Δύση διεξήγαγε πόλεμο ενάντια στο Ισλάμ και ενθάρρυνε τις ισλαμικές επαναστάσεις σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο για να νικήσουν τις ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις και τον σιωνισμό. Ωστόσο, ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι δεν υιοθέτησε τον ισλαμικό φονταμενταλισμό του δασκάλου του. Το 1913, περίπου σε ηλικία 16 ετών, ο Αμίν συνόδευσε τη μητέρα του Zainab στη Μέκκα και έλαβε τον τιμητικό τίτλο του Χατζή (Hajji). Με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι ως αξιωματικός του πυροβολικού τοποθετήθηκε στη 47η Ταξιαρχία του Οθωμανικού στρατού που στάθμευε στη Σμύρνη. Τον Νοέμβριο του 1916 πήρε αναπηρική άδεια από το στρατό και επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ. Εκεί πέρασε στις τάξεις του Φεϊζάλ. Ανάρρωνε από μια ασθένεια όταν η πόλη κατελήφθη από τους Βρετανούς ένα χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1917. Τον Ιούνιο του 1919 ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι παρευρέθηκε ως μέλος της αντιπροσωπείας των Αράβων της Παλαιστίνης, στο Συριακό Εθνικό Κογκρέσο στη Δαμασκό και υποστήριξε, την απόλυτη ανεξαρτησία και ενότητα της Μεγάλης Συρίας, (που θα περιλάμβανε και την Παλαιστίνη και τη Λιβύη), ως συνταγματικής μοναρχίας υπό τον Φεϊζάλ. Στις συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ετήσιας πομπής Nabi Musa στην Ιερουσαλήμ τον Απρίλιο του 1920, ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι κατηγορήθηκε από τους Βρετανούς ως ένας από τους υποκινητές και καταδικάστηκε ερήμην σε 10ετή φυλάκιση. Και σαν να μην έφτανε αυτό ο αγώνας για τη Μεγάλη Συρία κατέρρευσε αφού η Γαλλία νίκησε τις αραβικές δυνάμεις στη Μάχη του Maysalun τον Ιούλιο του 1920. Η διάσκεψη της Χάιφα, 13–20 Δεκεμβρίου 1920, σηματοδοτεί μία βασική καμπή στην ιστορία του παλαιστινιακού ζητήματος: είναι η ιστορική στιγμή όπου η παλαιστινιακή εκδοχή του εθνικισμού υπερισχύει της παναραβικής εκδοχής. Ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι όπως και οι υπόλοιποι Παλαιστίνιοι παναραβιστές εγκατέλειψαν το όραμά τους για αραβική ενότητα και επικεντρώθηκαν στην πολιτική οργάνωση της πατρίδας τους και στην προστασία της από το σιωνισμό.
Αν και ο Ύπατος Αρμοστής Χέρμπερτ Σάμιουελ, του προσφέρει αμνηστία, αρχικά εκείνος δεν την δέχεται, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν εγκληματίας. Όταν πεθαίνει τον Μάρτιο του 1921, ο μεγάλος μουφτής της Ιερουσαλήμ Καμίλ αλ-Χουσεΐνι, ο Σάμιουελ θέλοντας να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες οικογένειες των Χουσεΐνι και των Νασασίμπι ανανεώνει την προσφορά του. Εφόσον τη δημαρχία την έχει ο Ρατζίμπ αλ-Νασασίμπι, την θέση του μουφτή θα πρέπει να την πάρει ένας Χουσεΐνι, αυτός ο νεαρός που συσπείρωσε τα πλήθη από το μπαλκόνι της Αραβικής Λέσχης, τον Απρίλιο του 1920. Τελικά ο Αμίν αλ-Χουσεΐνι αποδέχεται την απονομή χάριτος και συμμετέχει στις εκλογές για την ανάδειξη του νέου μουφτή. Ο Χουσεΐνι λαμβάνει τις λιγότερες ψήφους, από τους τέσσερις υποψήφιους. Αυτός που ήρθε πρώτος στην ψηφοφορία, ο Hussam al-Din Jarallah, είναι σύμμαχος των Νασασίμπι και αντίπαλος των Χουσεΐνι. Ωστόσο, ο Σάμιουελ μετά από συνεννόηση με τον Δήμαρχο Ρατζίμπ αλ-Νασασίμπι έπεισε τον Jarallah να αποσυρθεί, επιτρέποντας έτσι στον Αμίν αλ-Χουσεΐνι να προκριθεί ως υποψήφιος, τον οποίο στη συνέχεια ο Σάμιουελ διορίζει μουφτή της Ιερουσαλήμ.
29 Μαΐου – 4 Ιουνίου 1921: Συνεδριάζει στην Ιερουσαλήμ το Τέταρτο Εθνικό Συνέδριο των Παλαιστινίων, στο οποίο παίρνουν μέρος περίπου εκατό αντιπρόσωποι. Το σώμα αποφασίζει να στείλει στο Λονδίνο μια εξαμελή παλαιστινιακή αντιπροσωπία (με επικεφαλής τον Μούσα Καζίμ) η οποία να εξηγήσει για άλλη μια φορά την θέση των Παλαιστινίων σχετικά με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ: «ο παλαιστινιακός λαός δεν θα αποδεχτεί ποτέ το δικαίωμα οποιασδήποτε εξωτερικής οργάνωσης να τους εκδιώξει από τη χώρα του». Απαντώντας στο συνέδριο, ο Ύπατος Αρμοστής Χέρμπερτ Σάμιουελ υποσχέθηκε ότι οι Βρετανοί «δεν θα επέβαλαν ποτέ μια πολιτική αντίθετη με τις θρησκείες τους, τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα». Οι Παλαιστίνιοι Άραβες καθ’ οδόν προς το Λονδίνο, γίνονται δεκτοί από τον Πάπα Βενέδικτο XV στην Πόλη του Βατικανού και επιχειρούν να συναντηθούν με εκπροσώπους της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη. Οι εκπρόσωποι φτάνουν στο Λονδίνο τον Σεπτέμβριο και συναντώνται με τον υπουργό Εξωτερικών για τις Αποικίες, Ουίνστον Τσόρτσιλ.

Ιούνιος – Αύγουστος 1921: Ο Φεϊζάλ φτάνει στη Βασόρα στις 24 Ιουνίου και γίνεται δεκτός ως προσκεκλημένος του έθνους. Στις 16 Ιουλίου ανακοινώνεται η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την αποδοχή ή απόρριψη του Φεϊζάλ στο θρόνο του νέου βασιλείου του Ιράκ. Με τη βοήθεια Βρετανών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων του Τ. Ε Λόρενς και της Γκέρτρουντ Μπελλ (Gertrude Bell, 1868-1926), κάνει μια επιτυχή εκστρατεία. Στις 18 Αυγούστου ανακοινώνονται τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος. Το 96% του πληθυσμού τάσσεται υπέρ τού να γίνει ο Φεϊζάλ βασιλιάς. Η επίσημη άνοδός του στο θρόνο γίνεται στις 23 Αυγούστου 1921, ως Φεϊζάλ Α’. Το νεοσυσταθέν Βασίλειο του Ιράκ, συνεχίζει, ωστόσο, να τελεί υπό βρετανική Εντολή της Κοινωνίας των Εθνών.
Σεπτέμβριος 1921: Ιδρύεται το πρώτο μοσάβ, στο Ναχαλάλ, στην Κοιλάδα της Ιεζραέλ. Το χωριό αυτό είναι γνωστό για την εντυπωσιακή κυκλική διάταξη των οικοδομών και των κτημάτων. Στα μοσαβίμ κυριαρχεί η ατομική ιδιοκτησία και οργάνωση της ζωής, αλλά για την αγορά αγροτικών μηχανών και εργαλείων και τη διάθεση της παραγωγής μεριμνά ο συνεταιρισμός.
1 – 14 Σεπτεμβρίου 1921: Στο Κάρλσμπαντ διοργανώνεται, μετά από οκτώ χρόνια, Σιωνιστικό Συνέδριο – το Δωδέκατο. Το Σώμα χαιρετίζει τη Διακήρυξη Μπάλφουρ και την απόφαση των Συμμάχων να παραχωρήσουν στη Μεγάλη Βρετανία την εντολή επί της Παλαιστίνης. Ο Χάιμ Βάιζμαν εκλέγεται πρόεδρος του Παγκόσμιου Σιωνιστικού Οργανισμού.
Οκτώβριος 1921: Δημοσιεύεται η έκθεση της εξεταστικής επιτροπής Haycraft (από το όνομα του προέδρου της, Sir Thomas Haycraft – επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Παλαιστίνη) για τις συγκρούσεις στη Γιάφα. Η επιτροπή διαπιστώνει ότι οι αναταραχές στη Γιάφα και των περιχώρων της ήταν αυθόρμητες, μη προγραμματισμένες. Σημειώνει ότι η θεμελιώδης αιτία τους είναι η αραβική δυσαρέσκεια κατά του σιωνιστικού σχεδίου και της εβραϊκής μετανάστευσης: «η γενική πεποίθηση ότι οι στόχοι των σιωνιστών και η εβραϊκή μετανάστευση αποτελούν κίνδυνο για τα εθνικά και υλικά συμφέροντα των Αράβων στην Παλαιστίνη είναι σχεδόν καθολική μεταξύ των Αράβων και δεν περιορίζεται σε κάποια συγκεκριμένη τάξη».
7 Νοεμβρίου 1921: Η Σιωνιστική Εκτελεστική Επιτροπή αντικαθιστά τη Σιωνιστική Επιτροπή που λειτουργεί ως αντιπροσωπευτικό όργανο του σιωνιστικού κινήματος από το 1918.

30 Νοεμβρίου 1921: Ο Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν εκλέγεται γενικός γραμματέας του συνδικάτου Χισταντρούτ. Την ίδια μέρα ιδρύεται η τράπεζα HaPoalim ως ο οικονομικός βραχίονας του Χισταντρούτ.
8 Δεκεμβρίου 1921: Αντιμέτωποι με την εκτεταμένη δυσαρέσκεια τόσο από τις αραβικές όσο και από τις σιωνιστικές οργανώσεις σχετικά με το διάταγμα μεταβίβασης γης του 1920, οι Βρετανοί αποφασίζουν να άρουν όλους τους περιορισμούς στη διάθεση της γης, εκτός από τη διάταξη που αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι ο «κάτοχος ενοικιαστής» διατηρεί αρκετή γη για τον εαυτό του και η οικογένειά του. Ωστόσο, τη δεκαετία που ακολουθεί, οι παράνομες μέθοδοι εφαρμόζονται συστηματικά και επιτυχώς τόσο από τους πωλητές όσο και από τους αγοραστές για την παράκαμψη της προστασίας του ενοικιαστή.
Δεκέμβριος 1921: Ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής, Χέρμπερτ Σάμιουελ, εκδίδει Διάταγμα που περιέχει τον κανονισμό σχετικά με την ίδρυση Ανώτατου Μουσουλμανικού Συμβουλίου, τη συγκρότησή του, τις αρμοδιότητές του και τους κανόνες που διέπουν το έργο του. Ανάμεσα στις αρμοδιότητες είναι ο έλεγχος των Μουσουλμανικών Θρησκευτικών Δικαστηρίων και ο διορισμός των δικαστών, που θα εγκρίνονται από την κυβέρνηση, ο έλεγχος και η διαχείριση των βακουφίων και η έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και ο διορισμός μουφτήδων. Το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο θα αποτελείται από πέντε μέλη – έναν πρόεδρο και τέσσερα μέλη, δύο από τα οποία θα εκπροσωπούν το πρώην οθωμανικό σαντζάκι της Ιερουσαλήμ και τα υπόλοιπα δύο θα εκπροσωπούν τα πρώην οθωμανικά σαντζάκια της Μπαλκάα (γύρω από τη Ναμπλούς) και της Άκρα.
9 Ιανουαρίου 1922: Οι πενήντα τρεις πρώην εκλέκτορες του τελευταίου οθωμανικού κοινοβουλίου, εκλέγουν τα μέλη του Ανώτατου Μουσουλμανικού Συμβουλίου. Ο Μοχάμεντ Αμίν Αλ Χουσεΐνι, εκλέγεται πρόεδρος. Τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη του Συμβουλίου είναι ο Muhammad Effendi Murad, ο ‘Abd al-Latif Bey Salah, ο Sa’id al-Shawa και ο ‘Abd al-Latif al-Dajani. Ο Μοχάμεντ Αμίν Αλ Χουσεΐνι έχει ήδη εκλεγεί μουφτής της Ιερουσαλήμ, μετά τον θάνατο του ετεροθαλή αδερφού του Kamil al-Husayni. Μάλιστα μετά την εκλογή του στη θέση του προέδρου του Ανώτατου Μουσουλμανικού Συμβουλίου, απαιτεί από τον Ύπατο Αρμοστή Χέρμπερτ Σάμιουελ και καταφέρνει να του δοθεί και ο τίτλος του μεγάλου μουφτή που κατείχε ο Kamil al-Husayni. Οι Βρετανοί δημιούργησαν το 1918, μια εντελώς νέα θέση, αυτή του «μεγάλου μουφτή της Παλαιστίνης» (al-mufti al-akbar), ο οποίος ονομάστηκε επίσης «μουφτής της Ιερουσαλήμ και της περιοχής της Παλαιστίνης», λόγω της ιδιαίτερης θρησκευτικής θέσης της Ιερουσαλήμ, μιας και εδώ βρίσκονται ιερά τους (ο Θόλος του Βράχου και το τέμενος Αλ Άκσα), αλλά και για να επιβραβεύσουν τον ήδη μουφτή Kamil al-Husayni για τις υπηρεσίες του.
3 Ιουνίου 1922: Ο Βρετανός υπουργός Αποικιών, Ουίνστον Τσόρτσιλ, πιεζόμενος από την κοινή γνώμη της χώρας του και τις αντιδράσεις των Αράβων, δημοσιοποιεί την λεγόμενη Λευκή Βίβλο για την Παλαιστίνη. Σύμφωνα μ’ αυτή: η βρετανική κυβέρνηση δε σκοπεύει να καταστήσει τους Εβραίους της Παλαιστίνης πλειοψηφία ή να επιβάλει στους γηγενείς την ίδρυση εβραϊκού κράτους· η διακήρυξη Μπάλφουρ δε σήμαινε ότι ολόκληρη η Παλαιστίνη θα μεταβαλλόταν σε εθνική εστία των Εβραίων, αλλά ότι μια εστία για τους Εβραίους έπρεπε να δημιουργηθεί στην Παλαιστίνη· ο εβραϊκός λαός θα πρέπει να ξέρει ότι ζει στην Παλαιστίνη εκ δικαιώματος και όχι εξ’ ανοχής· η εβραϊκή μετανάστευση στην Παλαιστίνη πρέπει να συνεχιστεί σε συνάρτηση με την οικονομική δυνατότητα της περιοχής να την απορροφήσει· να θεσπιστεί Νομοθετικό Συμβούλιο εκλεγμένο από τον λαό για να συζητά με τη βρετανική αρμοστεία και να ρυθμίζουν από κοινού θέματα σχετικά με την μετανάστευση. Η Λευκή Βίβλος για την Παλαιστίνη κοινοποιείται τόσο στην παλαιστινιακή αραβική αντιπροσωπεία, που βρίσκεται στο Λονδίνο, όσο και στη Σιωνιστική Οργάνωση. Η αραβική αντιπροσωπεία, μετά από ορισμένες μέρες θα απορρίψει την Λευκή Βίβλο της βρετανικής κυβέρνησης. Η Σιωνιστική Οργάνωση από την άλλη εξέδωσε ψήφισμα διαβεβαιώνοντας την «Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας» ότι οι δραστηριότητες του Οργανισμού θα διεξάγονταν σύμφωνα με την πολιτική που ορίζεται στη Λευκή Βίβλο. Μάλιστα ο Βάιζμαν στην συνοδευτική του επιστολή αναφέρει: «Η Σιωνιστική Οργάνωση, ανά πάσα στιγμή, επιθυμούσε ειλικρινά να προχωρήσει σε αρμονική συνεργασία με όλα τα τμήματα του λαού της Παλαιστίνης. Έχει επανειλημμένα καταστήσει σαφές, τόσο με λόγια όσο και με πράξεις, ότι τίποτα δεν απέχει περισσότερο από το σκοπό της να βλάψει στο ελάχιστο τα ατομικά ή θρησκευτικά δικαιώματα ή τα υλικά συμφέροντα του μη εβραϊκού πληθυσμού».
28 Ιουνίου 1922: Με το διάταγμα 1459, του Ύπατου Αρμοστή του Λεβάντε, Ανρί Γκουρό δημιουργείται η «Ομοσπονδία των Αυτόνομων Κρατιδίων της Συρίας» που περιλαμβάνει τα κρατίδια του Χαλεπίου, της Δαμασκού και των Αλαουιτών.
30 Ιουνίου 1922: Η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και η Βουλή των Αντιπροσώπων εγκρίνουν ένα κοινό ψήφισμα υπέρ της «δημιουργίας στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό».
8 Ιουλίου 1922: Μετά τη δημοσιοποίηση της Λευκής Βίβλου η (Παλαιστινιακή) Αραβική Εκτελεστική Επιτροπή που προέρχεται από το Τέταρτο Εθνικό Συνέδριο εγκρίνει ψήφισμα με το οποίο ζητά από την αντιπροσωπεία που είχε σταλεί στο Λονδίνο πριν από ένα χρόνο «να επιστρέψει αμέσως», αφού ανακοινώσει στη βρετανική κυβέρνηση ότι «Οι Παλαιστίνιοι Άραβες απορρίπτουν το σύστημα Εντολής μαζί και τη δήλωση του Τσόρτσιλ ότι η Διακήρυξη Μπάλφουρ είναι αδιαίρετο μέρος της Εντολής». Με απόφαση της Αραβικής Εκτελεστικής Επιτροπής εκδίδονται γραμματόσημα που απεικονίζουν το ιερό – τον «Θόλο του Βράχου», με τίτλο «Η Παλαιστίνη στους Άραβες».
24 Ιουλίου 1922: Το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών επικυρώνει τη Βρετανική Εντολή για την Παλαιστίνη. Το κείμενο της Εντολής επαναλαμβάνει τη δέσμευση της Βρετανίας στο σιωνιστικό σχέδιο όπως διατυπώνεται στη Διακήρυξη Μπάλφουρ (Προοίμιο άρθρο 2). Αποφασίζει επίσης ότι μια «κατάλληλη εβραϊκή υπηρεσία θα αναγνωριστεί ως δημόσιος φορέας με σκοπό την παροχή συμβουλών και συνεργασίας» με την Ύπατη Αρμοστεία, σε θέματα που σχετίζονται με την ίδρυση της εβραϊκής εθνικής εστίας. Διευκρινίζει ότι η Σιωνιστική Οργάνωση θα θεωρείται ως τέτοια υπηρεσία και της ζητά να εξασφαλίσει τη συνεργασία όλων των Εβραίων που είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν στην ίδρυση της εβραϊκής εθνικής εστίας (άρθρο 4). Η Ύπατη Αρμοστεία, «ενώ διασφαλίζει ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα και η θέση άλλων τμημάτων του πληθυσμού, θα διευκολύνει την εβραϊκή μετανάστευση υπό κατάλληλες συνθήκες και θα ενθαρρύνει, σε συνεργασία με την εβραϊκή υπηρεσία που αναφέρεται στο άρθρο 4 την απόκτηση εδαφών, συμπεριλαμβανομένων κρατικών γαιών και χερσαίων εκτάσεων που δεν απαιτούνται για δημόσιους σκοπούς» (άρθρο 6). Βάσει του άρθρου 11: «η Διοίκηση της Παλαιστίνης καλείται να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση των συμφερόντων της κοινότητας σε σχέση με την ανάπτυξη της χώρας». Στο άρθρο 13 αναφέρει: «Κάθε ευθύνη σε σχέση με τους ιερούς τόπους και τα θρησκευτικά κτίρια ή χώρους στην Παλαιστίνη, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης των υφιστάμενων δικαιωμάτων και της εξασφάλισης ελεύθερης πρόσβασης στους Ιερούς Τόπους, …, αναλαμβάνεται από την Εντολοδόχο, η οποία θα είναι υπεύθυνη αποκλειστικά έναντι της Κοινωνίας των Εθνών σε όλα τα θέματα…». Η Εντολοδόχος χώρα «φροντίζει να διασφαλίζεται σε όλους η πλήρης ελευθερία συνείδησης και η ελεύθερη άσκηση κάθε μορφής λατρείας, με την επιφύλαξη μόνο της διατήρησης της δημόσιας τάξης και ηθών. Καμία διάκριση οποιουδήποτε είδους δεν θα γίνεται μεταξύ των κατοίκων της Παλαιστίνης λόγω φυλής, θρησκείας ή γλώσσας». (άρθρο 15). Σύμφωνα με το άρθρο 22: «Τα αγγλικά, τα αραβικά και τα εβραϊκά θα είναι οι επίσημες γλώσσες της Παλαιστίνης. Οποιαδήποτε δήλωση ή επιγραφή στα αραβικά σε γραμματόσημα ή χρήματα στην Παλαιστίνη θα επαναλαμβάνεται στα εβραϊκά και οποιαδήποτε δήλωση ή επιγραφή στα εβραϊκά θα επαναλαμβάνεται στα αραβικά.». Η Ύπατη Αρμοστεία της Παλαιστίνης «θα αναγνωρίσει τις ιερές ημέρες των αντίστοιχων κοινοτήτων στην Παλαιστίνη ως νόμιμες ημέρες ανάπαυσης για τα μέλη αυτών των κοινοτήτων.». (άρθρο 23). Το άρθρο 25 αναφέρει: «Στα εδάφη που βρίσκονται μεταξύ του Ιορδάνη και του ανατολικού ορίου της Παλαιστίνης, όπως τελικά καθορίστηκε, η Εντολοδόχος θα δικαιούται, με τη συγκατάθεση του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών, να αναβάλει ή να αναστείλει την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της εντολής όπου μπορεί να τις θεωρήσει ανεφάρμοστες στις υπάρχουσες τοπικές συνθήκες». Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 27: «Για οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων της παρούσας εντολής απαιτείται η συγκατάθεση του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών.».
31 Ιουλίου 1922: Η αραβική αντιπροσωπεία που είχε σταλεί για διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο πριν από ένα χρόνο επιστρέφει στην Παλαιστίνη αφού πρώτα διαμαρτύρεται στην Κοινωνία των Εθνών για την επικύρωση της Εντολής στις 24 Ιουλίου.
10 Αυγούστου 1922: Οι βρετανικές αρχές ανακοινώνουν τη σύσταση ενός Νομοθετικού Συμβουλίου που αποτελείται από 11 Βρετανούς αξιωματούχους και 12 εκλεγμένα μέλη: 8 μουσουλμάνους, 2 χριστιανούς και 2 Εβραίους.
22 Αυγούστου – 1 Σεπτεμβρίου 1922: Συγκαλείται στη Ναμπλούς το Πέμπτο Παλαιστινιακό Εθνικό Συνέδριο. Το σώμα επιβεβαιώνει τον αγώνα του για της ανεξαρτησία και καταγγέλλει τη προτεινόμενη από την Ύπατη Αρμοστεία, σύσταση Νομοθετικού Συμβουλίου. Αρνείται να συμμετάσχει στις εκλογές για το Συμβούλιο, επικαλούμενο τους ακόλουθους λόγους: α) σκοπός του είναι να εφαρμόσει την Εβραϊκή Εθνική Εστία στην Παλαιστίνη, β) οι Παλαιστίνιοι εκπρόσωποι θα αποτελούν πάντα μειοψηφία στο Συμβούλιο (σε σύγκριση με την πλειοψηφία που αποτελείται από τους διορισμένους δημόσιους υπαλλήλους και τους Εβραίους εκπροσώπους) και γ) οι αποφάσεις του Συμβουλίου θα απαιτούν πάντα την έγκριση του Ύπατου Αρμοστή. Στο συνέδριο εγκρίνονται και τα ψηφίσματα για την απαγόρευση πωλήσεων γης σε Εβραίους, για την απαγόρευση της μετανάστευσης Εβραίων, μποϊκοτάζ εβραϊκών αγαθών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της προγραμματισμένης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας του Pinhas Rutenberg.
11 Σεπτεμβρίου 1922: Εγκαινιάζεται η Βρετανική Εντολή. Ο σερ Χέρμπερτ Σάμιουελ ορκίζεται, επιτέλους και επίσημα, ως Ύπατος Αρμοστής και Ανώτατος διοικητής του Στρατού στην Παλαιστίνη. Οι Άραβες διαμαρτύρονται για την ευθυγράμμιση της Εντολής με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ που ενσωματώθηκε στην τελική έγκριση της Βρετανικής Εντολής από την Κοινωνία των Εθνών.

16 Σεπτεμβρίου 1922: ΗΒρετανικήΚυβέρνηση κάνει χρήση της πρόβλεψης του άρθρου 25 της Εντολής για την Παλαιστίνη και υποβάλλειστο Συμβούλιο της ΚτΕ ένα Μνημόνιο σχετικά με τα εδάφη της Εντολής που βρίσκονται ανατολικά του ποταμού Ιορδάνη. Με βάση αυτό το Μνημόνιο οι διατάξεις της Εντολής για την Παλαιστίνη που σχετίζονται με την εβραϊκή εθνική εστία, δεν ισχύουν για την περιοχή που είναι γνωστή ως Υπεριορδανία και περιλαμβάνει «όλα τα εδάφη που βρίσκονται στα ανατολικά μιας γραμμής που χαράζεται από ένα σημείο δύο μιλίων δυτικά της πόλης Άκαμπα στον κόλπο με το ομώνυμο όνομα και περνά από το κέντρο του Γουάντι Άραμπα, διασχίζει την Νεκρά Θάλασσα και τον ποταμό Ιορδάνη μέχρι τη συμβολή του με τον ποταμό Γιαρμούκ. Από εκεί συνεχίζει διασχίζοντας τον τελευταίο και καταλήγει στο Συριακό σύνορο.».
22 – 28 Οκτωβρίου 1922: Διενεργείται η πρώτη βρετανική απογραφή πληθυσμού της Παλαιστίνης. Ο συνολικός πληθυσμός μη συμπεριλαμβανομένων των Βρετανών στρατιωτικών και των ατόμων ξένης υπηκοότητας, ανέρχεται σε 752 048 κατοίκους. Με βάση το θρήσκευμα από αυτούς οι 589 177 (78,34%) είναι Μουσουλμάνοι, οι 83 790 (11,14%) Εβραίοι, οι 71 464 (9,5%) Χριστιανοί και οι 7 617 λοιποί.

Δεκέμβριος 1922: Το Συμβούλιο της ΚτΕ εγκρίνει την συμπλήρωση της Εντολής για την Παλαιστίνη με το Μνημόνιο για την Υπεριορδανία. Η Βρετανία διοικεί το τμήμα δυτικά του Ιορδάνη ως την Παλαιστίνη και το τμήμα ανατολικά του Ιορδάνη ως Υπεριορδανία. Τεχνικά παραμένουν μία Εντολή, αλλά τα περισσότερα επίσημα έγγραφα αναφέρονται σε αυτά σαν να είναι δύο ξεχωριστές Εντολές.
Ιανουάριος 1923: Ο Frederick Kisch (1888 – 1943) αναλαμβάνει τη θέση του επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της Σιωνιστικής Εκτελεστικής Επιτροπής στην Ιερουσαλήμ, το οποίο θα καλύψει μέχρι το 1931. Ο Ze’ev Jabotinsky παραιτείται από τη θέση του στη Σιωνιστική Εκτελεστική Επιτροπή σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την υποταγή της στις βρετανικές πιέσεις, ιδίως όσον αφορά αποκοπή της Υπεριορδανίας από την Παλαιστίνη.
Φεβρουάριος 1923: Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν επισκέπτεται την Παλαιστίνη.
Φεβρουάριος – Μάρτιος 1923: Διεξάγονται εκλογές για την αντικατάσταση του προσωρινού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, που συγκροτήθηκε τον Οκτώβριο του 1920, με το Νομοθετικό Συμβούλιο. Η σύνθεσή του είχε παρουσιαστεί από τις Βρετανικές αρχές τον Αύγουστο του 1922. Οι Άραβες διαμαρτύρονται για την κατανομή των εδρών, υποστηρίζοντας ότι, καθώς αποτελούσαν τουλάχιστον το 78% του πληθυσμού, το να έχουν μόνο το 43% των εδρών ήταν άδικο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις του Πέμπτου Παλαιστινιακού Εθνικού Συνεδρίου, οι Παλαιστίνιοι αποφασίζουν να μποϊκοτάρουν τις εκλογές. Με αυτό τον τρόπο τα αποτελέσματα των εκλογών ακυρώνονται και επαναλειτουργεί ένα νέο (12μελές αυτή τη φορά) Γνωμοδοτικό Συμβούλιο.
7 Μαρτίου 1923: Συμφωνία μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας για τον διακανονισμό των συνόρων μεταξύ των εδαφών των Εντολών τους: της Παλαιστίνης, του Λιβάνου και της Συρίας, μετά από τις εργασίες μιας κοινής επιτροπής συνόρων. Η συμφωνία αυτή τροποποιεί την προηγούμενη συμφωνία (23.12.1920), και αφήνει το σύνολο των Υψωμάτων του Γκολάν υπό γαλλικό έλεγχο, ενώ η Θάλασσα της Γαλιλαίας δίνεται στην Παλαιστίνη. Η λογική πίσω από αυτό τον διακανονισμό είναι να παραχωρηθούν οδικές αρτηρίες προς τη Συρία και υδάτινοι πόροι στην Παλαιστίνη. Αυτό το σύνορο έγινε γνωστό ως η γραμμή Paulet-Newcombe, από τα ονόματα των δύο επικεφαλής της επιτροπής ορίων.
29 Μαρτίου 1923: Ιδρύεται η Palestine Electric Corporation υπό τη διαχείριση του Pinhas Rutenberg (1879 – 1942).
15 Μαΐου 1923: Η Βρετανία αναγνωρίζει την Υπεριορδανία ως ανεξάρτητη κυβέρνηση και σταδιακά παραιτείται από τον έλεγχο, περιορίζοντας την εποπτεία της σε οικονομικά, στρατιωτικά και θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αυτό επηρέασε τους στόχους του Ρεβιζιονιστικού Σιωνισμού, ο οποίος αναζητούσε κράτος και στις δύο όχθες του Ιορδάνη. Το κίνημα ισχυρίστηκε ότι ουσιαστικά απέκοψε την Υπεριορδανία από την Παλαιστίνη και έτσι μείωσε κατά δύο τρίτα την περιοχή στην οποία θα μπορούσε να ιδρυθεί ένα μελλοντικό εβραϊκό κράτος στην περιοχή.
10 Ιουνίου 1923: Ξεκινά η λειτουργία του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Τελ Αβίβ.

16 Ιουνίου 1923: Το Έκτο Παλαιστινιακό Εθνικό Συνέδριο που πραγματοποιείται στη Γιάφα, απορρίπτει το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο (το οποίο ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής είχε προσπαθήσει να αναβιώσει λόγω της αποτυχίας του να σχηματίσει Νομοθετικό Συμβούλιο) και αποφασίζει να στείλει μια νέα παλαιστινιακή αντιπροσωπεία στο Λονδίνο για διαπραγματεύσεις. Το Συνέδριο εγκρίνει άλλο ένα ψήφισμα που υποστηρίζει το Αραβικό Ορθόδοξο Κίνημα στον αγώνα του ενάντια στο ελληνοκρατούμενο Ορθόδοξο Πατριαρχείο της Ιερουσαλήμ.
9 Ιουλίου 1923: Από την συγχώνευση του Παλαιστινιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCP) με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Παλαιστίνης (CPP), ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Παλαιστίνης (Palestine Communist Party – PCP). Στο ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος υιοθετείται η θέση της Κομιντέρν υπέρ του αραβικού εθνικού κινήματος ως ένα κίνημα «αντίθετο στο βρετανικό ιμπεριαλισμό» και κατά του σιωνισμού ως κίνημα «της εβραϊκής αστικής τάξης που συμμάχησε με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό». Το κόμμα είναι επίσης αντίθετο στον σιωνιστικό εποικισμό στην Παλαιστίνη, στο Histadrut και στην εβραϊκή εργατική του πολιτική.
15 Ιουλίου 1923: Πραγματοποιείται η Πρώτη Αραβική Ορθόδοξη Διάσκεψη στη Χάιφα. Το Αραβικό Ορθόδοξο Κίνημα είναι ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και στοχεύει στην αραβοποίηση του ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Το Ελληνικό Ορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων καθιερώθηκε με διάταγμα που εκδόθηκε από τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ., το οποίο ανέδειξε τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων στο βαθμό του Πατριάρχη, κατατάσσοντας το Πατριαρχείο στην πέμπτη θέση μετά τις έδρες της Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας (γνωστή ως Πενταρχία). Η δικαιοδοσία του Πατριαρχείου εκτείνεται στις περιοχές της Παλαιστίνης, της Υπεριορδανίας και της χερσονήσου του Σινά. Η διαδοχή στην πατριαρχική θέση κυριαρχείται από Έλληνες μετά την παραίτηση του τελευταίου Άραβα Παλαιστίνιου Πατριάρχη το 1543, Δωρόθεου Β’, ο οποίος ήταν γνωστός ως Atallah στα αραβικά. Αντικαταστάθηκε από τον Γερμανό, έναν Έλληνα από τον Μορέα που προσποιήθηκε ότι ήταν Άραβας λόγω της άρτιας γνώσης των αραβικών. Ο Γερμανός ξεκίνησε μια διαδικασία εξελληνισμού, για παράδειγμα διορίζοντας Έλληνες στις ανώτερες βαθμίδες της εκκλησίας και χρησιμοποιώντας τα ελληνικά ως γλώσσα εργασίας. Πήρε επίσης μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι διάδοχοί του θα ήταν Έλληνες ιδρύοντας την Αδελφότητα του Παναγίου Τάφου, της οποίας τα μέλη ήταν αποκλειστικά Έλληνες. Ο Γερμανός και οι Έλληνες πατριάρχες που τον διαδέχτηκαν διοικήσαν το Πατριαρχείο από την έδρα τους στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1834. Η εκλογή διαδοχικών πατριαρχών Ιεροσολύμων είχε την έγκριση του Έλληνα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος επωφελήθηκε από την εγγύτητα και την επιρροή του στην Οθωμανική κυβέρνηση. Οι Άραβες Χριστιανοί στην περιοχή της Παλαιστίνης αποτελούσαν περίπου το 10% του πληθυσμού πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, από τους οποίους, περίπου οι μισοί, ανήκαν στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο, στο οποίο κυριαρχούσε ο ελληνικός κλήρος, έβλεπε τον εαυτό του ως φύλακα των ιερών τόπων και όχι ως πνευματικό καθοδηγητή των κυρίως Αράβων πιστών του, οι οποίοι δεν μπορούσαν να γίνουν μοναχοί και δεν είχαν κανένα ρόλο στις διοικητικές ή οικονομικές λειτουργίες της εκκλησίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, οι εντάσεις μεταξύ των πιστών και της ελληνικής εκκλησίας επιδεινώθηκαν σημαντικά μετά την έκδοση δηλώσεων υπέρ του σιωνισμού και αφότου η βρετανοελληνική επιτροπή που χειριζόταν τα οικονομικά της εκκλησίας πούλησε μεγάλες εκτάσεις γης στην Ιερουσαλήμ και τα περίχωρά της, το 1923, στην Palestine Land Development Company που ανήκει σε σιωνιστές, με στόχο την αύξηση του εβραϊκού εποικισμού. Οι Άραβες Ορθόδοξοι άρχισαν στη συνέχεια να αντιμετωπίζουν την ελληνική εκκλησία τους σαν έναν ξένο καταπιεστή, παρόμοιο με τις αυτοκρατορικές βρετανικές αρχές και τους σιωνιστές μετανάστες. Το αραβικό ορθόδοξο κίνημα άρχισε τότε να χρησιμοποιεί εθνικιστική και αντιιμπεριαλιστική γλώσσα στον αγώνα του ενάντια στο πατριαρχείο. Κατά τη διάρκεια του Έκτου Παλαιστινιακού Αραβικού Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στη Γιάφα τον Ιούνιο του 1923, Άραβες Ορθόδοξοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων των ακτιβιστών Yacoub Bordqosh και Ibrahim Shammas, και των εκδοτών Issa El-Issa της εφημερίδας Falastin και Issa Bandak του περιοδικού Sawt Sha’ab, ζήτησαν από το Συνέδριο να υποστηρίξει το Αραβικό Ορθόδοξο κίνημα και να το αναγνωρίσει ως μέρος ενός ευρύτερου εθνικιστικού αγώνα. Το Συνέδριο εκφράζει την υποστήριξή του προς τους Ορθόδοξους Άραβες εγκρίνοντας μάλιστα ξεχωριστό ψήφισμα για αυτό.
Στην Πρώτη Αραβική Ορθόδοξη Διάσκεψη συμμετέχουν 54 αντιπρόσωποι από όλες τις επισκοπές της Παλαιστίνης και της Υπεριορδανίας. Οι συμμετέχοντες καταγγέλλουν τους κληρικούς γιατί είναι «ξένης γλώσσας και πατρίδας… και πριν από τέσσερις αιώνες σφετερίστηκαν την πνευματική εξουσία από τους Άραβες Ορθοδόξους». Η Διάσκεψη απαιτεί τη μετονομασία της εκκλησίας σε Ορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, να επιτραπεί η ανάδειξη Αράβων στον κλήρο, στην διοίκηση, στο έλεγχο των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και να καθιερωθούν τα αραβικά ως γλώσσα εργασίας. Η Διάσκεψη κατηγορεί επίσης το Πατριαρχείο για τις πωλήσεις γης του σε σιωνιστές ιδιώτες και εταιρείες. Οι αντιπρόσωποι εκλέγουν την ηγεσία του Αραβικού Ορθόδοξου κινήματος. Πρόεδρος ο Iskandar Kassab, αντιπρόεδρος ο Yacoub Farraj, και γραμματέας ο Michael Khoury.
4 Αυγούστου 1923: Ο Γενικός Γραμματέας του Histadrut, David Ben Gurion, αναχωρεί για μια εκτεταμένη επίσκεψη στη Σοβιετική Ένωση για να εκπροσωπήσει το Histadrut σε μια διεθνή γεωργική έκθεση. Επιστρέφει περίπου πέντε μήνες αργότερα.
6 – 18 Αυγούστου 1923: Πραγματοποιείται το Δέκατο τρίτο Σιωνιστικό Συνέδριο στο Κάρλσμπαντ (Κάρλοβυ Βάρυ). Οι 331 αντιπρόσωποι χαιρετίζουν την απόφαση της Κοινωνίας των Εθνών να δώσει στη Μεγάλη Βρετανία Εντολή για την Παλαιστίνη. Δεδομένου ότι η βρετανική Ύπατη Αρμοστεία αναγνωρίζει τη Σιωνιστική Οργάνωση ως την εβραϊκή υπηρεσία/πρακτορείο για την Παλαιστίνη, η οποία θα συσταθεί όπως προβλέπεται στο Άρθρο 4 της Εντολής, οι σύνεδροι συζητούν την πρόταση του Χάιμ Βάιζμαν για συμμετοχή μη σιωνιστών, σε αυτή την Υπηρεσία. Ορισμένοι εκπρόσωποι αντιτάσσονται σθεναρά σε αυτήν την πρόταση, υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή της θα υπονόμευε τη δημοκρατική βάση της Σιωνιστικής Οργάνωσης. Τελικά η πρόταση Βάιζμαν απορρίπτεται.
29 Σεπτεμβρίου 1923: Τίθεται σε ισχύ η Βρετανική Εντολή για την Παλαιστίνη, μετά την επικύρωση της Συνθήκης της Λωζάννης.
12 Οκτωβρίου 1923: Ο Ύπατος Αρμοστής Χέρμπερτ Σάμιουελ παρουσιάζει σε 26 Παλαιστίνιους αξιωματούχους ένα σχέδιο για μια Αραβική Υπηρεσία (ως οργάνωση παράλληλη με την Εβραϊκή Υπηρεσία). Οι Παλαιστίνιοι απορρίπτουν ομόφωνα την πρόταση και ξεκαθαρίζουν ότι θέλουν συνταγματική κυβέρνηση για την Παλαιστίνη.
Νοέμβριος 1923: Δημοσιεύεται στην Ha’aretz Daily, το άρθρο του Ζέεβ Ζαμποτίνσκι «Το Σιδερένιο Τείχος» (“IRON WALL”) το οποίο θα ξεδιπλώσει τον σιωνιστικό τρόπο σκέψης και θα επηρεάσει τους μελλοντικούς Ισραηλινούς ηγέτες στην πρακτική πολιτική :
«Έχω τη φήμη ότι είμαι εχθρός των Αράβων, που θέλει να τους εκδιώξουν από την Παλαιστίνη και ούτω καθεξής. Δεν είναι αλήθεια. Πολιτικά, η στάση μου καθορίζεται από δύο αρχές. Καταρχάς, θεωρώ εντελώς αδύνατο να εκδιώξουμε τους Άραβες από την Παλαιστίνη. Θα υπάρχουν πάντα δύο έθνη στην Παλαιστίνη – κάτι που είναι αρκετά καλό για μένα, υπό την προϋπόθεση ότι οι Εβραίοι γίνουν η πλειοψηφία. Και δεύτερον, ανήκω στην ομάδα που κάποτε συνέταξε το Πρόγραμμα Helsingfors, το πρόγραμμα εθνικών δικαιωμάτων για όλες τις εθνικότητες που ζουν στο ίδιο κράτος. Κατά την κατάρτιση αυτού του προγράμματος, είχαμε υπόψη όχι μόνο τους Εβραίους, αλλά όλα τα έθνη παντού, και η βάση του είναι η ισότητα των δικαιωμάτων. Είμαι έτοιμος να δώσω όρκο δεσμεύοντας τους εαυτούς μας και τους απογόνους μας ότι δεν θα κάνουμε ποτέ κάτι που να αντίκειται στην αρχή των ίσων δικαιωμάτων και ότι ποτέ δεν θα προσπαθήσουμε να διώξουμε κανέναν. Αυτό μου φαίνεται μια αρκετά φιλειρηνική αρχή. Αλλά είναι εντελώς άλλο το ερώτημα εάν είναι πάντα δυνατό να πραγματοποιηθεί ένας ειρηνικός στόχος με ειρηνικά μέσα. Γιατί η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν εξαρτάται από τη στάση μας απέναντι στους Άραβες. αλλά εξ ολοκλήρου στη στάση των Αράβων απέναντι μας και στον Σιωνισμό.». Ο Ζαμποτίνσκι υποστήριξε ότι οι Παλαιστίνιοι Άραβες δεν θα συμφωνούσαν ποτέ σε μια εβραϊκή πλειοψηφία στην Παλαιστίνη: «Δεν μπορεί να υπάρξει εθελοντική συμφωνία μεταξύ μας και των Παλαιστινίων Αράβων. Ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον. Το λέω με τέτοια πεποίθηση, όχι επειδή θέλω να πληγώσω τους μετριοπαθείς Σιωνιστές. Δεν πιστεύω ότι θα πληγωθούν. Εκτός από αυτούς που γεννήθηκαν τυφλοί, όλοι έχουν συνειδητοποιήσει εδώ και πολύ καιρό ότι είναι εντελώς αδύνατο να λάβουν την εθελοντική συναίνεση των Παλαιστινίων Αράβων για τη μετατροπή της “Παλαιστίνης” από μια αραβική χώρα σε μια χώρα με εβραϊκή πλειοψηφία.[…] ». Επομένως: «…ο σιωνιστικός εποικισμός πρέπει είτε να σταματήσει, είτε να προχωρήσει ανεξάρτητα από τον ντόπιο πληθυσμό. Πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να προχωρήσει και να αναπτυχθεί μόνο υπό την προστασία μιας δύναμης που είναι ανεξάρτητη από τον ντόπιο πληθυσμό – πίσω από ένα Σιδερένιο Τείχος, το οποίο ο ντόπιος πληθυσμός δεν θα μπορεί να παραβιάσει. Αυτή είναι η αραβική μας πολιτική, όχι αυτή που θα πρέπει να είναι, αλλά αυτή που είναι στην πραγματικότητα, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι.».

1924 – 1928: Το τέταρτο κύμα της σιωνιστικής μετανάστευσης («Η Τέταρτη Αλίγια») αποτελούμενο από περίπου 65 000 άτομα, οι μισοί από αυτούς από την Πολωνία, συρρέει στην Παλαιστίνη. Στα μέσα του 1924 ξεκίνησε ένα νέο κύμα μετανάστευσης, διαφορετικό σε κοινωνική σύνθεση από το τρίτο κύμα. Υπήρξε μείωση της εισροής πρωτοπόρων, κυρίως λόγω των περιορισμών στην αναχώρηση από τη Σοβιετική Ένωση. Από την άλλη πλευρά, σημειώθηκε άνοδος στη μετανάστευση των ανθρώπων της μεσαίας τάξης – καταστηματάρχες και βιοτέχνες – κυρίως από την Πολωνία. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα δύο εξελίξεων: από τη μία η οικονομική κρίση στην Πολωνία και οι οικονομικοί περιορισμοί που επιβλήθηκαν στους Πολωνούς Εβραίους (εξ ου και το όνομα «Grabski Aliyah» από τον Πολωνό υπουργό Οικονομικών) και από την άλλη οι αυστηροί περιορισμοί στη μετανάστευση στις ΗΠΑ που εισήχθησαν το 1924. Οι περισσότεροι από τους νεοφερμένους, χωρίς καμία επιθυμία να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους, εγκαταστάθηκαν στις πόλεις, κυρίως στο Τελ Αβίβ. Επένδυσαν μέρος του μικρού τους κεφαλαίου σε εργαστήρια και φάμπρικες, μικρά ξενοδοχεία, εστιατόρια και καταστήματα, αλλά οι περισσότερες επενδύσεις τους έγιναν σε κατασκευές. Σημαντική αγροτική ανάπτυξη υπήρξε και στην παράκτια πεδιάδα. Ιδρύθηκαν νέα χωριά, βασισμένα σε οπωρώνες εσπεριδοειδών. То 1925 θα είναι το έτος ρεκόρ των εισερχόμενων μεταναστών – 34 641 άτομα. Από αυτούς οι 33 801 είναι Εβραίοι: 30 261 Ασκενάζι και οι υπόλοιποι Σεφαραδίτες.
1924: Το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο, που είναι υπεύθυνο για τις υποθέσεις της μουσουλμανικής κοινότητας στην Παλαιστίνη, επιλέγει τον Χουσεΐν μπιν Αλί, ως θεματοφύλακα του βακουφίου «Χαράμ αλ-Σαρίφ» στην Ιερουσαλήμ. Το συγκρότημα του τζαμιού Al-Aqsa, όπως αλλιώς ονομάζεται το «Χαράμ αλ-Σαρίφ» διοικείται ως βακούφι από τη μουσουλμανική ανακατάκτηση του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ το 1187.

3 Μαρτίου 1924: Καταργείται το Οθωμανικό Χαλιφάτο, το τελευταίο ευρέως αναγνωρισμένο χαλιφάτο στον κόσμο, με διάταγμα της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας. Η διαδικασία ήταν μια από τις μεταρρυθμίσεις του Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) μετά την αντικατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Δημοκρατία της Τουρκίας. Ο Αμπντούλ Μετζίτ Β΄ καθαιρείται ως ο τελευταίος Οθωμανός χαλίφης. Είχε προηγηθεί την 1 Νοεμβρίου 1922, η κατάργηση του Οθωμανικού Σουλτανάτου από την Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας. Η Διάσκεψη της Λωζάνης, στις 11 Νοεμβρίου 1922, αναγνώρισε την κυριαρχία της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας που αντικατέστησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Ο τελευταίος σουλτάνος, ο Μωάμεθ ΣΤ΄, κηρύχθηκε persona non grata και αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη, στις 17 Νοεμβρίου 1922. Αρχικά, η Εθνοσυνέλευση φαινόταν πρόθυμη να επιτρέψει μια θέση για το χαλιφάτο στο νέο καθεστώς, καθώς ο θεσμός εξακολουθούσε να έχει σημαντικό βαθμό υποστήριξης από τον απλό λαό. Έτσι στις 18 Νοεμβρίου 1922, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας ανακήρυξε τον πρίγκιπα διάδοχο του θρόνου Abdülmecid Efendi (πρώτο ξάδερφο του έκπτωτου σουλτάνου και χαλίφη Μωάμεθ ΣΤ΄) ως χαλίφη. Εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Νοεμβρίου 1922. Όταν ο Αμπντούλ Μετζίτ Β΄ ανακηρύχθηκε χαλίφης, ο Κεμάλ αρνήθηκε να επιτρέψει να πραγματοποιηθεί η παραδοσιακή οθωμανική τελετή, δηλώνοντας ωμά: «Ο Χαλίφης δεν έχει καμία εξουσία ή θέση παρά μόνο ως ονομαστική φιγούρα». Με την Συνθήκη της Λωζάνης στις 24 Ιουλίου 1923, η οποία ανέτρεψε τη Συνθήκη των Σεβρών περί διαμελισμού της τουρκικής ενδοχώρας, ανοίγει ο δρόμος για την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας από την Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας στις 29 Οκτωβρίου 1923. Μετά από περισσότερα από 600 χρόνια, η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επίσημα πάψει να υπάρχει.
11 Μαρτίου 1924: Μετά την κατάργηση του Οθωμανικού χαλιφάτου, ο Χουσεΐν μπιν Αλί βασιλιάς της Χετζάζης και σαρίφης της Μέκκας αυτοανακηρύσσεται χαλίφης, βασίζοντας την απόφασή του στην καταγωγή του (από τον προφήτη Μωάμεθ) και στην διαχείριση των δύο ιερότερων τζαμιών του Ισλάμ, (το Μεγάλο Τζαμί της Μέκκας και το Τζαμί του Προφήτη στη Μεδίνα, συλλογικά γνωστά ως Haramayn, «τα δύο ιερά»). Η κατοχή του Haramayn είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε χαλίφη. Σύμφωνα με τους Times, ο Μωάμεθ ΣΤ΄, ο τελευταίος Οθωμανός σουλτάνος και προτελευταίος Οθωμανός χαλίφης, στέλνει τηλεγράφημα υποστήριξης στον Χουσεΐν αφού αυτοανακηρύχτηκε χαλίφης.
12 Μαρτίου 1924: Ιδρύεται η Παλαιστινιακή Εβραϊκή Ένωση Αποικισμού (Palestine Jewish Colonization Association – PICA) ως διάδοχος της «Εβραϊκής Ένωσης Αποικισμού» (Jewish Colonization Association – JCA) που είχε ιδρυθεί το 1891. Επικεφαλής είναι ο James de Rothschild (1878 – 1957), γιος του Edmond de Rothschild.
1-2 Ιουνίου 1924: Το Histadrut αποφασίζει την έκδοση της ημερήσιας εφημερίδας «Davar» που θα επιμελείται ο Berl Katznelson (1887 – 1944).
10 Ιουνίου 1924: Η Νομική Σχολή της Παλαιστίνης στην Ιερουσαλήμ απονέμει διπλώματα αποφοίτησης σε 45 φοιτητές, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Εβραίοι.
30 Ιουνίου 1924: Ο Ολλανδός Εβραίος λογοτεχνικός συγγραφέας, δικηγόρος και δημοσιογράφος Jacob Israël de Haan, ηγέτης του Agudat Israel και ειλικρινής αντισιωνιστής, δολοφονείται στην Ιερουσαλήμ από το μέλος της Haganah, Avraham Tehomi, κατόπιν εντολής της ηγεσίας, που αποφασίζει να τερματίσει τις δραστηριότητές του. Ο De Haan τον Αύγουστο του 1923 είχε συναντηθεί στο Αμμάν με τον ηγέτη των Χασεμιτών Χουσεΐν μπιν Αλί και τον γιο του εμίρη της Υπεριορδανίας Αμπντάλλα μπιν αλ-Χουσεΐν ζητώντας την υποστήριξή τους για τους Παλαιούς Γιουσούβ (της προ – σιωνιστικής εβραϊκής κοινότητας στους Αγίους Τόπους), εξηγώντας την αντίθεση των Εβραίων Χαρέντι στα σιωνιστικά σχέδια ίδρυσης κράτους και υποστηρίζοντας την ίδρυση ενός επίσημου παλαιστινιακού κράτους στο Εμιράτο της Υπεριορδανίας ως μέρος μιας ομοσπονδίας. Ο De Haan έκανε σχέδια να ταξιδέψει στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1924, με μια αντισιωνιστική αντιπροσωπεία Haredi για να συναντήσει πολιτικούς παράγοντες της Βρετανίας. Στην αρχή οι σιωνιστές διέδωσαν μια φήμη ότι είχε σκοτωθεί από Άραβες λόγω των σεξουαλικών του σχέσεων με αγόρια Άραβες. Όμως το 1952, ο Yosef Hecht, ο πρώτος διοικητής της Haganah, είπε στον επίσημο ιστορικό της παραστρατιωτικής οργάνωσης τι πραγματικά είχε γίνει. Αργότερα ο ίδιος ο εκτελεστής Avraham Tehomi δήλωσε ότι ο Yitzhak Ben-Zvi, ο οποίος έγινε ο δεύτερος Πρόεδρος του Ισραήλ (1952-1963), είχε διατάξει τη δολοφονία: «Έκανα αυτό που αποφάσισε η Χαγκάνα να γίνει. Τίποτα δεν έγινε χωρίς την εντολή του Γιτζάκ Μπεν-Ζβι… Δεν μετανιώνω γιατί αυτός (ο Ντε Χάαν) ήθελε να καταστρέψει ολόκληρη την ιδέα μας για τον Σιωνισμό».
16 Σεπτεμβρίου 1924: Η Ύπατη Αρμοστεία ανακοινώνει το Διάταγμα Ιθαγένειας.
13 Οκτωβρίου 1924: Ο Ιμπν Σαούντ ανατρέπει τον Χουσεΐν και καταλαμβάνει τη Μέκκα. Η αφορμή δόθηκε όταν ο δεύτερος αυτοανακηρύχθηκε σε χαλίφης του Ισλάμ τον Μάρτιο.
1 Ιανουαρίου 1925: Τίθεται σε ισχύει το διάταγμα 2980 που εκδόθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1924, από τον Ύπατο Αρμοστή της υπό γαλλικής Εντολής Συρία, Maxime Weygand βάσει του οποίου διαλύεται η Συριακή Ομοσπονδία και τα κρατίδια του Χαλεπίου και της Δαμασκού (όχι όμως και το κρατίδιο των Αλαουιτών) συγχωνεύονται στο κρατίδιο της Συρίας. Ο Soubhi Bey Barakat αναλαμβάνει πρόεδρος του νέου σχηματισμού.
21 Μαρτίου 1925: Ιδρύεται η Παλαιστινιακή Αραβική Εργατική Ομοσπονδία.
25 Μαρτίου – 1 Απριλίου 1925: Διαδηλώσεις και απεργίες ξεσπούν σε όλη την Παλαιστίνη για να διαμαρτυρηθούν για την επίσκεψη του Λόρδου Άρθουρ Τζέιμς Μπάλφουρ που φτάνει στην Παλαιστίνη για να συμμετάσχει στα εγκαίνια του Εβραϊκού Πανεπιστημίου στην Ιερουσαλήμ την 1η Απριλίου, στο όρος Σκόπους.

Απρίλιος 1925: Στο Παρίσι ιδρύεται η «Ένωση Σιωνιστών Αναθεωρητών» (Hatzohar, πλήρες όνομα: Brit HaTzionim HaRevizionistim), από τον Ζέεβ Ζαμποτίνσκι. Ο προσδιορισμό τους ως «αναθεωρητές ή ρεβιζιονιστές» προέρχεται από τα αιτήματα αυτών των σιωνιστών για αναθεώρηση των πολιτικών της Σιωνιστικής Οργάνωσης και της ηγεσίας της υπό τον Χάιμ Βάιζμαν. Αυτό που ο «ρεβιζιονισμός» θέλει να απορρίψει είναι ο πραγματισμός που είχε επιβληθεί στο σιωνιστικό κίνημα με την εγκαθίδρυση της Βρετανικής Εντολής για την Παλαιστίνη και με το ξεκίνημα της οικοδόμησης της χώρας, δηλαδή ο περιορισμός των σιωνιστικών στόχων στα προσωρινά κεκτημένα. Ο φιλελεύθερος πραγματιστής Βάιζμαν προωθεί τη στρατηγική των μικρών βημάτων, την κατάκτηση της Παλαιστίνης «ντουνάμ προς ντουνάμ» (στρέμμα το στρέμμα), συμβαδίζοντας κατά μεγάλο μέρος με τα συμφέροντα της προστάτιδας δύναμης του σιωνισμού, της Μεγάλης Βρετανίας. Ήδη το 1922 το Λονδίνο είχε χωρίσει τα εδάφη, (βλ. 16 Σεπτεμβρίου 1922) αποκλείοντας τον σιωνιστικό εποικισμό από την περιοχή πέραν του Ιορδάνη. Επειδή τη χρονική εκείνη στιγμή το ποσοστό του εβραϊκού πληθυσμού στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη (Παλαιστίνη) ανερχόταν μόλις στο έντεκα τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού ενώ δεν κατοικούσαν καθόλου Εβραίοι στην Υπεριορδανία, η Σιωνιστική Οργάνωση δέχθηκε αυτό τον διαχωρισμό. Οι ρεβιζιονιστές, αντιθέτως, επιμένουν στη σιωνιστική αξίωση του συνόλου των εδαφών, με το σύνθημα του κινήματος να είναι: «Και στις δύο όχθες!».
6 Ιουνίου 1925: Ξεσπά η Μεγάλη Συριακή Επανάσταση με επικεφαλής τον Σουλτάνο αλ-Ατράς (Sultan al-Atrash, 1891-1982). Τα σημαντικότερα αιτήματα των επαναστατών είναι: η ενοποίηση των παράκτιων και εσωτερικών εδαφών της Συρίας, η ίδρυση ενός Συριακού Εθνικού Κογκρέσου για τη σύνταξη του θεμελιώδους νόμου σχετικά με την αρχή της απόλυτης κυριαρχίας του έθνους, η αναγνώριση ενός πλήρως ανεξάρτητου συριακού αραβικού κράτους, η αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων από τη Συρία και συγκρότηση εθνικού στρατού για τη διατήρηση της ασφάλειας. Παρά τις προσπάθειες της Γαλλίας να διατηρήσουν τον έλεγχο ενθαρρύνοντας σεχταριστικές διαιρέσεις και απομονώνοντας αστικές και αγροτικές περιοχές, η εξέγερση εξαπλώνεται από την ύπαιθρο και ενώνει Δρούζους, Σουνίτες, Σιίτες, Αλαουίτες και Χριστιανούς. Όταν οι δυνάμεις των ανταρτών πολιορκούν τη Δαμασκό, ο γαλλικός στρατός απαντά με βάναυσες τακτικές που θα χρησιμοποιήσει αργότερα στην Αλγερία και την Ινδοκίνα (κατεδαφίσεις σπιτιών, συλλογικές τιμωρίες πόλεων, εκτελέσεις, μεταφορές πληθυσμών και χρήση βαρύ οπλισμού σε αστικές γειτονιές). Η εξέγερση τελικά καταπνίγεται το 1927 μέσω γαλλικών αεροπορικών βομβαρδισμών περιοχών αμάχων, συμπεριλαμβανομένης της Δαμασκού.
18 – 31 Αυγούστου 1925: Πραγματοποιείται στη Βιέννη το Δέκατο τέταρτο Σιωνιστικό Συνέδριο. Οι ρεβιζιονιστές του Ζαμποτίνσκι συμμετέχουν στο Συνέδριο για πρώτη φορά. Κύριο θέμα συζήτησης η ανάπτυξη της Παλαιστίνης μετά την Τέταρτη Αλίγια.

25 Αυγούστου 1925: Η Βρετανία διορίζει στην Παλαιστίνη ως Ύπατο Αρμοστή τον βαρόνο Herbert Onslow Plumer (1857-1932).
6 Δεκεμβρίου 1925: Διενεργούνται εκλογές για τη δεύτερη Συνέλευση των Αντιπροσώπων της Παλαιστινιακής Εβραϊκής Κοινότητας. Οι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους είναι 64 764 και ψηφίζουν οι 35 987 (55,57% συμμετοχή). Το Ahdut HaAvoda με επικεφαλής τον David Ben-Gurion αναδείχθηκε πάλι το μεγαλύτερο κόμμα, κερδίζοντας 54 από τις 221 έδρες. Ακολουθεί το Hapoel Hatzair του A.D. Gordon με 30 έδρες. Το σώμα εκλέγει το Εθνικό Συμβούλιο των Εβραίων με πρόεδρο τον David Yellin (1864-1941).
16 Φεβρουαρίου 1926: Υποχωρώντας από τη νομοθεσία που επέβαλαν στις 18 Νοεμβρίου 1918 (Διατάγματα № 75 και № 76 περί ακίνητης περιουσίας), οι βρετανικές αρχές αναγνωρίζουν αναδρομικά τη νομική ισχύ των πράξεων αγοραπωλησίας γης κατά την περίοδο της απαγόρευσης (1918-1920). Με αυτό τον τρόπο η Ύπατη Αρμοστεία αποδέχεται την ισχύ των τίτλων γης που αποκτήθηκαν από τα σιωνιστικά ιδρύματα την εν λόγω περίοδο.
1 Απριλίου 1926: Μετά από σχεδόν πέντε χρόνια σχετικής ηρεμίας στην Παλαιστίνη, οι Βρετανοί αποφασίζουν να διαλύσουν την Παλαιστινιακή Χωροφυλακή, ενσωματώνοντας ορισμένα πρώην μέλη της σε μια πρόσφατα αναδιοργανωμένη δύναμη της Παλαιστινιακής Αστυνομίας. Το Αστυνομικό Διάταγμα του 1926 καθορίζει τη δομή και τα καθήκοντα της αστυνομικής δύναμης, συμπεριλαμβανομένης μιας ειδικής ενότητας για «συγκεντρώσεις και πορείες» με την οποία εξουσιοδοτεί οποιονδήποτε αστυνομικό να διαλύει «οποιαδήποτε συγκέντρωση σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο» και να συλλαμβάνει χωρίς ένταλμα πρόσωπο που δεν συμμορφώθηκε αμέσως με τέτοια εντολή.
5 Νοεμβρίου 1926: Διεξάγεται το πρώτο συνέδριο της Ένωσης Σιωνιστών-Ρεβιζιονιστών στην Παλαιστίνη υπό την ηγεσία του Ze’ev Jabotinsky.
17 Ιανουαρίου 1927: Υπογράφεται συμφωνία μεταξύ του Chaim Weizmann και του μη σιωνιστή Λούις Μάρσαλλ (Louis Marshall, 1856-1929), προέδρου της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής (AJC), σχετικά με την ίδρυση της Εβραϊκής Υπηρεσίας για την Παλαιστίνη.
10 Μαρτίου 1927: Η επιδείνωση της ανεργίας στην Ιερουσαλήμ προκαλεί διαδηλώσεις στα γραφεία της Σιωνιστικής Εκτελεστικής Επιτροπής από εκατοντάδες άνεργους εργάτες.
5 Απριλίου 1927: Διεξάγονται δημοτικές εκλογές στην Ιερουσαλήμ. Το εκλογικό διάταγμα προβλέπει τέσσερις έδρες για τους Εβραίους και οκτώ για τους Άραβες. Ο Ragheb al Nashashibi εκλέγεται δήμαρχος. Αντιδήμαρχοι είναι ο Chaim Salomon (εβραίος) και ο Ya’akuv Faraj (χριστιανός).
11 Ιουλίου 1927: Ισχυρός σεισμός πλήττει την Παλαιστίνη με αποτέλεσμα 192 νεκρούς και 923 τραυματίες. Η καταστροφή είναι ιδιαίτερα σοβαρή στις ορεινές περιοχές όπου κατοικεί ο αραβικός πληθυσμός.
30 Αυγούστου – 11 Σεπτεμβρίου 1927: Στη Βασιλεία διενεργείται το Δέκατο πέμπτο Σιωνιστικό Συνέδριο. Συμμετέχουν 281 αντιπρόσωποι. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε την άνοιξη του 1926 στην Παλαιστίνη αποτελεί το κεντρικό θέμα συζητήσεων. Στο Συνέδριο, γίνεται εκ νέου συζήτηση σχετικά με τη σκοπιμότητα εισαγωγής μη σιωνιστών στην Εβραϊκή Υπηρεσία, αποκαλύπτοντας σοβαρές διαφωνίες μεταξύ διαφόρων σιωνιστικών ομάδων. Η συντριπτική πλειοψηφία των αντιπροσώπων απορρίπτει την πρόταση του V. Jabotinsky να διακηρυχτεί επίσημα ως απώτερος στόχος του κινήματος η δημιουργία ενός ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους και στις δύο όχθες του ποταμού Ιορδάνη, ενώ εγκρίνει ψήφισμα για τη διεύρυνση της Εβραϊκής Υπηρεσίας ώστε να συμπεριλάβει και μη σιωνιστές Εβραίους. Στις εκλογές για τη θέση του Προέδρου του WZO, ο Weizmann επανεκλέγεται. Ο Sokolow, επίσης, επανεκλέγεται στη θέση του Προέδρου της Σιωνιστικής Εκτελεστικής Επιτροπής, ενώ η Henrietta Szold γίνεται η πρώτη γυναίκα μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής. Η 30ή επέτειος του Σιωνιστικού κινήματος γιορτάζεται πανηγυρικά. Οι σύνεδροι αποτίνουν φόρο τιμής στη μνήμη του Ahad -ha -‘Am, ο οποίος πέθανε λίγο πριν το Συνέδριο.
1 Νοεμβρίου 1927: Το Νομισματικό Συμβούλιο της Παλαιστίνης που είχε διορίσει ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών για τις Αποικίες, το 1926, θέτει ως νόμιμο χρήμα σε κυκλοφορία την λίρα Παλαιστίνης σε ισοτιμία 1:1 με τη στερλίνα. Η αιγυπτιακή λίρα και η βρετανική λίρα στερλίνα παραμένουν στην κυκλοφορία ως νόμιμο χρήμα μέχρι την 1η Μαρτίου 1928. Όλες οι ονομασίες είναι τρίγλωσσες στα αραβικά, αγγλικά και εβραϊκά. Η εβραϊκή επιγραφή περιλαμβάνει μετά το «Παλαιστίνη» τα αρχικά Aleph Yud, για το «Eretz Yisrael» (Γη του Ισραήλ).
15-16 Δεκεμβρίου 1927: Ο αγώνας για το μεροκάματο γίνεται βίαιος κατά τη συγκομιδή εσπεριδοειδών στο Petah Tikvah. Εβραίοι εργάτες, που αναζητούν εργασία, διαμαρτύρονται για την πρόσληψη Αράβων. Διαδηλώσεις και επίθεση στην Επιτροπή Γεωργίας οδηγούν στην επέμβαση της βρετανικής αστυνομίας. Εργάτες ξυλοκοπούνται και τραυματίζονται. Μερικοί συλλαμβάνονται και καταδικάζονται σε φυλάκιση πολλών εβδομάδων.
28 Φεβρουαρίου 1928: Το Εμιράτο της Υπεριορδανίας αναγνωρίζεται από τη Μεγάλη Βρετανία ως ανεξάρτητο κράτος υπό βρετανική Προστασία.
8 Μαΐου 1928: Η Ύπατη Αρμοστεία αποφασίζει να αναπτύξει το κύριο λιμάνι της χώρας στη Χάιφα και όχι στη Γιάφα.
20 – 27 Ιουνίου 1928: Στην Ιερουσαλήμ συνέρχεται το Έβδομο Παλαιστινιακό Συνέδριο. Οι Παλαιστίνιοι σταματούν να ζητούν την ακύρωση της διακήρυξης Μπάλφουρ ή της βρετανικής Εντολής και αρχίζουν να διεκδικούν τη συμμετοχή τους στα κοινά, όπως γινόταν στο Ιράκ και στην Υπεριορδανία. Ψήφισμα του Συνεδρίου αναφέρει ότι οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι απαιτούν το σχηματισμό μιας αντιπροσωπευτικής βουλής (Νομοθετικό Συμβούλιο) για την έγκριση ενός παλαιστινιακού συντάγματος που θα διασφάλιζε τη σύσταση μιας κοινοβουλευτικής κυβέρνησης.
31 Ιουλίου 1928: Υπογράφεται η Συμφωνία της «Κόκκινης Γραμμής», μεταξύ των μετόχων της Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου (Turkish Petroleum Company – TPC) με την είσοδο στην εταιρεία ενός νέου μετόχου, της Αναπτυξιακής Εταιρείας της Εγγύς Ανατολής (Near East Development Corporation – NEDC) – μιας αμερικανικής κοινοπραξίας πέντε μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών [Standard Oil of New Jersey, Standard Oil Company of New York (Socony), Gulf Oil, the Pan-American Petroleum and Transport Company, και Atlantic Richfield Co.] και με την αναδιανομή των ποσοστών συμμετοχής στην TPC: Compagnie Française de Petroles (τη μετέπειτα Total SA) με 23,75%, Anglo-Persian Oil Company (APOC, η μετέπειτα BP) με 23,75%, η Anglo Saxon Petroleum Co (θυγατρική του Ομίλου Royal Dutch/Shell) με 23,75%, NEDC με 23,75% και ο Καλούστ Γκιουλμπεκιάν με 5%. Το 1929 η TPC θα μετονομαστεί σε Iraq Petroleum Company.
31 Ιουλίου 1928: Ο Ύπατος Αρμοστής Herbert Plumer ολοκληρώνει και τυπικά τη θητεία του και εγκαταλείπει την Παλαιστίνη.
Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1928: Συγκρούσεις ανάμεσα σε Εβραίους και Άραβες στο Δυτικό Τείχος (εβραϊκά: ΧαΚότελ ΧαΜαάραβι, αραβικά: Χαΐτ Αλ-Μπουράκ). Η αφορμή δίνεται από τους Εβραίους όταν τοποθετούν το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου, παραμονή της Ημέρας της Εξιλέωσης (Γιομ Κιπούρ), στο χώρο μπροστά από το Τείχος καρέκλες, πάγκους, ένα διαχωριστικό παραπέτασμα το mechitza, για να χωρίζει τους άνδρες και τις γυναίκες στη διάρκεια της προσευχής, χαλιά, λαμπτήρες κηροζίνης, μια σκηνή και μια κιβωτό αρκετά μεγαλύτερων διαστάσεων από ότι συνηθιζόταν. Παρόμοια περιστατικά είχαν γίνει το Σεπτέμβριο του 1922, τον Σεπτέμβριο του 1925 και του 1926, την Ημέρα της Εξιλέωσης και τότε είχαν εκδοθεί αποφάσεις που απαγόρευαν στους Εβραίους να φέρουν τέτοιο εξοπλισμό στο χώρο μπροστά από το Τείχος. Οι μουσουλμάνοι θεωρούν μια τέτοια κίνηση ως ένα πρώτο βήμα μετατροπής του χώρου σε συναγωγή και τελικά ιδιοποίησης του, όπως και ολόκληρης της Ιερουσαλήμ, από τους σιωνιστές. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο μεγάλος μουφτής της Ιερουσαλήμ Μοχάμεντ Αμίν Αλ Χουσεΐνι, παραδίδει στην Ύπατη Αρμοστεία της Παλαιστίνης υπόμνημα στο οποίο καταγγέλλει «τις απεριόριστα άπληστες επιδιώξεις των Εβραίων, στόχος των οποίων, ήταν να κατακτήσουν σταδιακά το τζαμί Αλ – Ακσά». Τρεις βδομάδες αργότερα ο μουφτής που είναι και πρόεδρος του Ανώτατου Μουσουλμανικού Συμβουλίου, σε συνεδρίαση του οργάνου απαιτεί «να περιοριστούν οι επισκέψεις των Εβραίων στο Τείχος και να μην τους επιτρέπεται να μιλούν μεγαλόφωνα ή να βγάζουν λόγους». Στις 24 Σεπτεμβρίου 1928, την Ημέρα της Εξιλέωσης, μετά από εντολή του κυβερνήτη της Ιερουσαλήμ Έντουαρντ Κιθ-Ρόουτς (Edward Keith-Roach, 1885-1954) η βρετανική αστυνομία με επικεφαλής τον επιθεωρητή Ντάγκλας Βάλντερ Νταφ (Douglas Valder Duff, 1901-1978), αφαιρεί το διαχωριστικό παραπέτασμα και τις καρέκλες από τον χώρο μπροστά από το Δυτικό Τείχος. Γυναίκες που προσπαθούν να αποτρέψουν την αποσυναρμολόγηση του mechitza ξυλοκοπούνται από την αστυνομία, η οποία χρησιμοποιεί κομμάτια από το σπασμένο ξύλινο παραπέτασμα ως ρόπαλα. Το επεισόδιο γίνεται πρώτη είδηση, η οποία κάνει το γύρο του κόσμου, με τους Εβραίους να διαμαρτύρονται έντονα για τα βρετανικά κατασταλτικά μέτρα. Ο Yosef Chaim Sonnenfeld, ο αρχιραβίνος των υπερορθόδοξων Εβραίων στην Ιερουσαλήμ, εκδίδει επιστολή διαμαρτυρίας εκ μέρους της κοινότητάς του, της Edah HaChareidis και του Agudas Yisroel, καταδικάζοντας έντονα τη βεβήλωση του ιερού τόπου. Διάφοροι τοπικοί ηγέτες καλούν σε γενική απεργία. Μια μεγάλη συγκέντρωση πραγματοποιείται στο Etz Chaim Yeshiva, μετά την οποία ένα θυμωμένο πλήθος επιτίθεται στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, στο οποίο πίστευαν ότι βρισκόταν ο Βρετανός αξιωματικός, ο Ντάγκλας Βάλντερ Νταφ, που υποτίθεται ότι είχε δώσει την εντολή του ξυλοδαρμού και της βεβήλωσης του χώρου προσευχής. Ο Επίτροπος Edward Keith-Roach, ενημερώνει την εβραϊκή κοινότητα ότι η απομάκρυνση του ξύλινου διαχωριστικού, είχε γίνει με δική του εντολή μετά από καταγγελία από το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο. Οι Άραβες ανησυχούν ότι οι Εβραίοι προσπαθούν να επεκτείνουν τα δικαιώματά τους στο τείχος και με αυτή την κίνηση σκόπευαν τελικά να καταλάβουν το Χαράμ αλ-Σαρίφ, το ιερό όρος στο οποίο βρίσκεται το τέμενος Αλ – Ακσά και ο Θόλος του Βράχου. Η βρετανική κυβέρνηση εκδίδει μια ανακοίνωση εξηγώντας το περιστατικό και τονίζοντας ότι η αφαίρεση του διαχωριστικού ήταν απαραίτητη, αλλά εξέφρασε τη λύπη της για τα γεγονότα που ακολούθησαν.
1 Νοεμβρίου 1928: Οκτακόσιοι μουσουλμάνοι από την Παλαιστίνη, Συρία, Λίβανο, και Υπεριορδανία συμμετάσχουν σε ειδική διάσκεψη που διοργανώνει το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο. Η διάσκεψη παροτρύνει τους απανταχού μουσουλμάνους να στείλουν αναφορές στη Μεγάλη Βρετανία και την Κοινωνία των Εθνών για τα θέμα του αλ-Μπουράκ/Δυτικού Τείχους. Ιδρύεται Εταιρία Προστασίας Μουσουλμανικών Ιερών Τόπων.

13 Νοεμβρίου 1928: Ο υπουργός Εξωτερικών για τις Αποικίες συνταγματάρχη Leopold H. Amery δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων, ότι η κυβέρνηση θα υποβάλει στη βουλή μια Λευκή Βίβλο που θα αναλύει λεπτομερώς τα επεισόδια που έλαβαν χώρα, τον Σεπτέμβριο, στο Δυτικό Τείχος, τα μέτρα αντιμετώπισης τους και τα μέτρα που θα παρθούν για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος επανάληψης τέτοιων επεισοδίων.
19 Νοεμβρίου 1928: Δημοσιεύεται το «Μνημόνιο για το Δυτικό Τείχος ή Τείχος Δακρύων στην Ιερουσαλήμ» του Υπουργού Εξωτερικών για τις Αποικίες συνταγματάρχη Leopold H. Amery, γνωστό και ως Λευκή Βίβλος του Amery. Στο Μνημόνιο γίνεται καταρχάς μια ιστορική αναφορά στο καθεστώς που υπήρχε την εποχή των Οθωμανών: «το Δυτικό Τείχος ή Τείχος Δακρύων είναι ιερό για την εβραϊκή κοινότητα, και το έθιμο να προσεύχονται εκεί εκτείνεται πίσω στον Μεσαίωνα. Το Δυτικό Τείχος είναι επίσης μέρος του Χαράμ αλ-Σαρίφ. Ως εκ τούτου, είναι ιερό και για τους Μουσουλμάνους. Επιπλέον, είναι νομικά στην απόλυτη ιδιοκτησία της μουσουλμανικής κοινότητας και η λωρίδα του πεζοδρομίου που απέναντί της είναι ιδιοκτησία του Βακουφίου, όπως φαίνεται σε έγγραφα που διατηρεί ο Φύλακας των Βακουφίων. Η εβραϊκή κοινότητα έχει καθιερώσει ένα αναμφισβήτητο δικαίωμα πρόσβασης στο πεζοδρόμιο για τους σκοπούς της λατρείας της, αλλά, όποτε γίνονταν διαμαρτυρίες από τις μουσουλμανικές αρχές, οι τουρκικές αρχές αποφάνθηκαν επανειλημμένα ότι δεν θα επέτρεπαν τέτοιες παρεκκλίσεις από τις υπάρχουσες πρακτικές όπως το να τοποθετούνται καρέκλες και παγκάκια στο πεζοδρόμιο. Μάλιστα από το 1912 είχε απαγορευτεί η τοποθέτηση διαχωριστικών παραβάν στο πεζοδρόμιο». Η Ύπατη Αρμοστεία και η βρετανική κυβέρνηση θεώρησαν ότι: «έχοντας υπόψη τους όρους του άρθρου 13 της Εντολής για την Παλαιστίνη, είναι υποχρεωμένοι να διατηρήσουν το στάτους κβο, του οποίου οι γενικοί όροι είναι, ότι η εβραϊκή κοινότητα έχει δικαίωμα πρόσβασης στο πεζοδρόμιο για τους σκοπούς της λατρείας της, αλλά μπορεί να φέρει στο Τείχος μόνο τέτοια εξαρτήματα λατρείας που επιτρεπόταν υπό το τουρκικό καθεστώς. Όποτε οι μουσουλμανικές αρχές έκαναν παράπονα για καινοτομίες στην καθιερωμένη πρακτική, και η Παλαιστινιακή Κυβέρνηση μετά από έρευνα βεβαιωνόταν ότι οι καταγγελίες ήταν βάσιμες, θεωρούσε καθήκον της να επαναφέρει το στάτους κβο». Ο Amery θυμίζει ότι επιχειρήθηκε και το 1925 αλλαγή του στάτους κβο, όπως και τώρα, και αναγκάστηκαν και τότε, να αφαιρέσουν τα καθίσματα και τους πάγκους που είχαν φέρει στο Τείχος οι Εβραίοι πιστοί. Ο υπουργός είναι σίγουρος ότι οι εβραϊκές αρχές: «έχουν πλήρη επίγνωση ότι, ελλείψει οποιασδήποτε αμοιβαίας συμφωνίας τους με τις μουσουλμανικές αρχές που να ρυθμίζει τη διεξαγωγή των τελετουργικών στο Τείχος, δίνουν τη δυνατότητα στις μουσουλμανικές αρχές να αρνούνται οποιεσδήποτε καινοτομίες, και είναι καθήκον της Παλαιστινιακής Κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει παραβίαση του status quo.». Ο Amery επίσης υπενθυμίζει ότι: «αποτελεί πρακτική η άμεση λήψη μέτρων όταν διαπιστώνεται ότι έχει παραβιαστεί το status quo. Στην Εκκλησία του Παναγίου Τάφου και σε άλλους Αγίους Τόπους, ακόμη και στις πιο ιερές ακολουθίες και στις πιο ιερές ημέρες, η παραβίαση του status quo αντιμετωπίζεται από αμνημονεύτων χρόνων άμεσα και επιτόπου λόγω του κινδύνου δημιουργίας προηγούμενου που θα μετέτρεπε μια παράβαση σε αναπόσπαστο τμήμα του status quo».
6 Δεκεμβρίου 1928: Η Βρετανία διορίζει στην Παλαιστίνη ως Ύπατο Αρμοστή τον Sir John Robert Chancellor (1870 – 1952) στη θέση του Sir Harry Charles Luke (1884 – 1969), που κατείχε τη θέση από τις 19 Ιουλίου 1928 μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου 1928.
28 Μαΐου 1929: Ιδρύεται η οργάνωση «Bnei Akiva» («Τα παιδιά του Ακίβα») ως η πτέρυγα νεολαίας του κινήματος Mizrachi. Θα γίνει το μεγαλύτερο θρησκευτικό σιωνιστικό κίνημα νεολαίας στον κόσμο. Τα δίδυμα ιδανικά της Μπνέι Ακίβα, η Τορά και η Αβοντά (με τη στενή έννοια: εργασία σε κιμπούτζ) μεταφράζονται σε θρησκευτική δέσμευση και αγροτική εργασία στη Γη του Ισραήλ. Η Μπνέι Ακίβα πιστεύει στη μετανάστευση στη γη του Ισραήλ (Αλίγια) ως κεντρική εντολή του Ιουδαϊσμού, και υποστηρίζει ότι το μέλλον του εβραϊκού λαού είναι συνδεδεμένο με το κράτος του Ισραήλ.
24 Ιουλίου 1929: Ιδρύεται η «Επιτροπή υπέρ του Τείχους των Δακρύων» από τον Joseph Klausner, καθηγητή σύγχρονης εβραϊκής λογοτεχνίας στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, για την προώθηση των εβραϊκών δικαιωμάτων στο Δυτικό Τείχος. Το υπόβαθρο του Klausner ως ακαδημαϊκού με εξειδίκευση στην ιστορία της περιόδου του Δεύτερου Ναού και ως ακτιβιστή στη σιωνιστική πολεμική τον έφερε τελικά στο προσκήνιο του εβραϊκού θυμού για την αποτυχία του σιωνιστικού κατεστημένου στην Παλαιστίνη να επιλύσει προβλήματα σχετικά με την πρόσβαση και τις ρυθμίσεις για την απρόσκοπτη εκδήλωση της λατρείας των πιστών στο Δυτικό Τείχος.

28 Ιουλίου – 11 Αυγούστου 1929: Στη Ζυρίχη διενεργείται το Δέκατο έκτο Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο (WZO). Συμμετέχουν 315 σύνεδροι. Αποφασίζεται η ίδρυση μιας «διευρυμένης» Σιωνιστικής Εκτελεστικής Επιτροπής που θα ονομαστεί Εβραϊκή Υπηρεσία (Jewish Agency). Η πρόταση υποστηρίζεται από όλους τους αντιπροσώπους, με εξαίρεση τους ρεβιζιονιστές και εγκρίνεται το σχέδιο καταστατικού της. Ο Πρόεδρος του WZO, Chaim Weizmann, επανεκλέγεται, όπως και τα ακόλουθα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής: Selig Brodetsky, Louis Lipsky, Harry Sacher, Henrietta Szold, Frederick Kisch και Felix Rosenblit. Νέα μέλη εκλέγονται οι: Elazar Bert, Rabbi Meir Berlin, Arthur Ruppin, Shlomo Kaplansky και Yosef Sprinzak.
14 Αυγούστου 1929: Μετά την ολοκλήρωση του Δέκατου έκτου Σιωνιστικού Συνεδρίου σε μια εντυπωσιακή τελετή στη Ζυρίχη, που συμμετέχουν ο Albert Einstein, ο Leon Blum, ο Louis Marshall, ο Felix Warburg, ο Herbert Samuel, ο Lord Melchett, ο Sholem Asch και άλλοι ιδρύεται η Εβραϊκή Υπηρεσία. Ουσιαστικά πρόκειται για την διεύρυνση, αναδιοργάνωση και μετονομασία της Σιωνιστικής Εκτελεστικής Επιτροπής (ΣΕΕ) που είχε ιδρυθεί στις 7 Νοεμβρίου 1921, που με τη σειρά της είχε διαδεχθεί την Σιωνιστική Επιτροπή (1918 – 1921) και πριν από αυτή το Γραφείο της Παλαιστίνης (1908 – 1918). Πρώτη φορά η ονομασία αυτή εμφανίζεται στο άρθρο 4 της Παλαιστινιακής Εντολής: «Μια κατάλληλη εβραϊκή υπηρεσία θα αναγνωριστεί ως δημόσιος φορέας με σκοπό την παροχή συμβουλών και συνεργασίας με τη διοίκηση της Παλαιστίνης σε οικονομικά, κοινωνικά και άλλα θέματα που μπορεί να επηρεάσουν την ίδρυση της εβραϊκής εθνικής εστίας και τα συμφέροντα του εβραϊκού πληθυσμού στην Παλαιστίνη, και, υπό τον έλεγχο πάντα της Διοίκησης, να βοηθά και να συμμετέχει στην ανάπτυξη της χώρας.». Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 4, το καθεστώς αυτής της εβραϊκής υπηρεσίας ανατέθηκε στη Σιωνιστική Οργάνωση: «Εφόσον η οργάνωση και το καταστατικό της Σιωνιστικής Οργάνωσης είναι κατά τη γνώμη της Εντολοδόχου, κατάλληλα, θα αναγνωρίζεται ως τέτοια υπηρεσία. Θα λάβει μέτρα σε συνεννόηση με την κυβέρνηση της Αυτού Βρετανικής Μεγαλειότητας για να εξασφαλίσει τη συνεργασία όλων των Εβραίων που είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν στην ίδρυση της εβραϊκής εθνικής εστίας.». Η Σιωνιστική Οργάνωση εκπροσωπείται στην Παλαιστίνη από τη Σιωνιστική Εκτελεστική Επιτροπή και έτσι ουσιαστικά αυτή παίζει τον ρόλο της εβραϊκής υπηρεσίας. Υπό το πρίσμα των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Σιωνιστική Οργάνωση για να καλύψει τις τεράστιες επενδύσεις που απαιτούνται για να δημιουργηθεί κάποια οικονομική υποδομή στο Eretz Israel, η συνεργασία των μη σιωνιστών Εβραίων κρίθηκε απαραίτητη. Ο Λούις Μάρσαλλ (Louis Marshall, 1856-1929), ο οποίος ηγήθηκε της Αμερικανικής Εβραϊκής Επιτροπής (AJC) και ήταν από πολλές απόψεις ο ηγέτης του Αμερικάνικου Εβραϊσμού τη δεκαετία του 1920, ήταν η μη σιωνιστική προσωπικότητα με την οποία ο Βάιζμαν βρήκε κοινή γλώσσα και με τον οποίο διεξήγαγε τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για την είσοδο μη σιωνιστών σε μια διευρυμένη Εβραϊκή Υπηρεσία. Να θυμίσουμε ότι από το Δέκατο τρίτο Σιωνιστικό Συνέδριο στο Κάρλσμπαντ το 1923, ο Χάιμ Βάιζμαν είχε προτείνει τη συμμετοχή μη σιωνιστών, σε αυτή την Υπηρεσία, αλλά τότε η πρότασή του απορρίφτηκε. Μετά από χρόνια παρατεταμένων και υπομονετικών διαπραγματεύσεων μεταξύ σιωνιστών και μη σιωνιστών Εβραίων, επιτεύχθηκε συμφωνία η οποία εκφράστηκε σε ανταλλαγή επιστολών τον Νοέμβριο του 1928, μεταξύ του Χάιμ Βάιζμαν εξ ονόματος της Σιωνιστικής Οργάνωσης και του Λούις Μάρσαλλ εκ μέρους των μη σιωνιστών. Η συμφωνία παγιώθηκε με επίσημο τρόπο στο Δέκατο έκτο Παγκόσμιο Σιωνιστικό Συνέδριο. Έτσι η Εβραϊκή Υπηρεσία ή Εβραϊκό Πρακτορείο (Jewish Agency), αντικαθιστά τη Σιωνιστική Εκτελεστική Επιτροπή, ως «η κατάλληλη εβραϊκή υπηρεσία» που αναγνωρίζεται από το Άρθρο 4 της Εντολής.
12 Αυγούστου – 29 Αυγούστου 1929: Το πολιτικό κενό που προκλήθηκε από την απουσία του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή, Sir John Chancellor, στο Λονδίνο και της σιωνιστικής ηγεσίας, που ήταν παρόντες στο Δέκατο έκτο Σιωνιστικό Συνέδριο στη Ζυρίχη, επέτρεψε στην Επιτροπή υπέρ του Τείχους των Δακρύων να ακολουθήσει μια πιο ριζοσπαστική ατζέντα κατά τη διάρκεια της φετινής «Ενάτης του Αβ», (Tisha B’Av), της πιο θλιβερής ημέρας στο εβραϊκό ημερολόγιο, ημέρας πένθους και νηστείας που τη χρονιά αυτή πέφτει στις 15 Αυγούστου. Σύμφωνα με τη Μισνά (γραπτή συλλογή των εβραϊκών προφορικών παραδόσεων που είναι γνωστές ως Προφορική Τορά) την Ενάτη του Αβ συνέβησαν πολλές καταστροφές στην εβραϊκή ιστορία, με κυριότερες την καταστροφή του Ναού του Σολομώντα (γνωστός και ως Πρώτος Ναός) από τους Βαβυλώνιους, το 586 π.Χ. όσο και του Δεύτερου Ναού από τους Ρωμαίους, το 70 μ. Χ.. Στις 12 Αυγούστου η Επιτροπή υπέρ του Τείχους των Δακρύων δημοσιεύει μια έκκληση προς όλους τους Εβραίους όπου και αν βρίσκονται να μην μείνουν σιωπηλοί, να δημιουργήσουν επιτροπές υπέρ του Τείχους των Δακρύων, να υποβάλουν ψηφίσματα διαμαρτυρίας και να διαδηλώσουν ενώπιον των Βρετανικών Προξενικών Αρχών σε όλες τις χώρες για το Τείχος. Να εξηγήσουν στις εβραϊκές μάζες και στη νέα γενιά τι ήταν και τι είναι το Kotel (Τείχος). Την έκκληση της Επιτροπής ακολουθεί στις 14 Αυγούστου μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας που διοργανώνει η Παγκόσμια Ομοσπονδία Εβραϊκής Νεολαίας στην οποία παίρνουν μέρος κυρίως ρεβιζιονιστές και θρησκευόμενοι σιωνιστές. Περίπου 6 000 Εβραίοι διαδηλώνουν στο Τελ Αβίβ, κρατώντας πανό που γράφουν: «Το Τείχος είναι δικό μας». Το ίδιο βράδυ, περίπου 3 000 Εβραίοι προσεύχονται στο Δυτικό Τείχος, στην Ιερουσαλήμ. Την επομένη που είναι η ένατη ημέρα του Aβ, ή Tisha B’Av, Ορθόδοξοι Εβραίοι συγκεντρώνονται στο Δυτικό Τείχος επίσης για να προσευχηθούν, ενώ περίπου 300 ροπαλοφόροι της ακροδεξιάς «Μπετάρ» (οργάνωση νεολαίας των ρεβιζιονιστών σιωνιστών) και μαθητών του «Τάγματος των Υπερασπιστών της Γλώσσας», παρελαύνουν στη μουσουλμανική συνοικία Μαγκρίμπι μπροστά από το σπίτι του μεγάλου μουφτή. Οι διαδηλωτές υψώνουν τη σιωνιστική σημαία και τραγουδούν το Hatikvah (που θα γίνει ο ύμνος του Σιωνιστικού κινήματος και πολύ αργότερα ο εθνικός ύμνος του Ισραήλ), λένε προσβλητικά συνθήματα για τον Προφήτη, το Ισλάμ και τη μουσουλμανική κοινότητα γενικότερα, και ξυλοκοπούν μουσουλμάνους κατοίκους. Κυκλοφορούν φήμες ότι οι Εβραίοι πρόκειται να ανέβουν στο Χαράμ αλ-Σαρίφ (στο Όρος του Ναού, όπως το ονομάζουν οι Εβραίοι), που βρίσκονται το τέμενος Αλ – Ακσά και ο Θόλος του Βράχου.

Οι εξελίξεις κινητοποιούν τους Παλαιστίνιους Άραβες και την Παρασκευή στις 16 Αυγούστου, μετά την προσευχή, το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο, οργανώνει μία αντιδιαδήλωση. Ο ασκών καθήκοντα Ύπατου Αρμοστή Χάρι Λουκ καλεί τον μουφτή Χάτζι Μοχάμεντ Αμίν Αλ Χουσεΐνι και τον προειδοποιεί ότι δεν έχει δώσει άδεια για τέτοια διαδήλωση στο Τείχος των Δακρύων και ότι θα ήταν τρομερή πρόκληση για τους Εβραίους που θεωρούν το Τείχος, ιερό μέρος για αυτούς. Παρόλα αυτά περίπου 2 000 Μουσουλμάνοι συρρέουν στο Τείχος, καίνε εβραϊκά βιβλία προσευχής και αφαιρούν τις σημειώσεις ικεσίας που έχουν αφήσει οι Εβραίοι στις σχισμές του Τείχους. Ο Χάρι Λουκ, υποβαθμίζει το πρόβλημα και ισχυρίζεται ότι είχαν καεί «μόνο σελίδες» από βιβλία προσευχής. Οι Βρετανοί είναι απροετοίμαστοι να αντιμετωπίσουν αναταραχές. Σε όλη την Παλαιστίνη υπάρχουν 292 Βρετανοί αστυνομικοί. Στη Χεβρώνα, υπάρχει μόνο ένας Βρετανός αστυνομικός επικεφαλής μιας μικρής δύναμης αποτελούμενης από Άραβες, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι, και έναν Εβραίο. Το Σάββατο 17 Αυγούστου τα επεισόδια κλιμακώνονται όταν για άσχετο και ασήμαντο λόγο τραυματίζεται πολύ σοβαρά ένας δεκαεπτάχρονος Σεφαραδίτης Εβραίος ονόματι Abraham Mizrachi. Ο νεαρός με φίλους του έχουν μαζευτεί να παίξουν ποδόσφαιρο σε αλάνα έξω από το αραβικό χωριό Λίφτα, όταν κάποια στιγμή η μπάλα πέφτει σε ένα μποστάνι. Ένα κορίτσι που είναι εκεί την παίρνει και όταν ο νεαρός Μιζράχι της ζητά να του την επιστρέψει, το κορίτσι αρχίζει να ουρλιάζει. Αμέσως τρέχουν σε βοήθεια κάτοικοι του χωριού και μέσα σε λίγα λεπτά ξεσπά καυγάς. Κάποιος χτύπησε τον Μιζράχι στο κεφάλι με μια σιδερένια ράβδο. Ειδοποιούνται και καταφτάνουν στο σημείο μια μεγάλη ομάδα εξαγριωμένων νεαρών Εβραίων που ζητούν από τον αστυνομικό να τους παραδώσει τον δράστη. Όταν αυτός αρνείται τον ξυλοκοπούν και τον τραυματίζουν σοβαρά. Στη συνέχεια καίνε αραβικές σκηνές και παράγκες των κατοίκων της Λίφτα, τραυματίζουν αρκετούς από αυτούς και μάλιστα έναν νεαρό Άραβα ονόματι ‘Ali ‘Abdallah Hasan τον μαχαιρώνουν θανάσιμα. Στις 20 Αυγούστου ο Μιζράχι υποκύπτει στο τραύμα του και η κηδεία του γίνεται αφορμή για μια νέα αντιαραβική διαδήλωση. Το βράδυ της επομένης σε μια προσπάθεια να μπει ένα τέλος στις συγκρούσεις ο Χάρι Λουκ, καλεί στο κυβερνείο αντιπροσωπείες των δύο πλευρών. Από την πλευρά των Αράβων επικεφαλής είναι ο Jamal al-Husayni και των Εβραίων ο Yitzhak Ben-Zvi. Η πολύωρη συνάντηση δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων ημερών, η κατάσταση θα βγει εκτός ελέγχου. Οι πιο βίαιες και αιματηρές συγκρούσεις εξελίσσονται στην Ιερουσαλήμ, στη Χάιφα, στη Χεβρώνα και στη Σάφεντ.

Μέχρι της 29 Αυγούστου θα πέσουν νεκροί 133 Εβραίοι και 116 Άραβες, ενώ θα τραυματιστούν 198 και 232 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα της Παλαιστίνης, Norman Bentwich θα συλληφθούν για φόνο 124 Άραβες και 70 Εβραίοι. Από αυτούς καταδικάζονται 55 Άραβες (26 σε θάνατο) και 2 Εβραίοι (και οι δύο σε θάνατο). Οι θανατικές ποινές τελικά θα μετατραπούν σε ποινές φυλάκισης από τον Ύπατο Αρμοστή, εκτός από την περίπτωση τριών Αράβων. Οι Atta Ahmed el Zeer, Mohammad Khaleel Jamjoum και Fuad Hassab el Hejazi θα απαγχονιστούν στις 17 Ιουνίου 1930. Θα συλληφθούν για απόπειρα φόνου 50 Άραβες εκ των οποίων θα καταδικαστούν 17 και 70 Εβραίοι, εκ των οποίον θα καταδικαστεί ένας. Για εμπρησμό και λεηλασίες θα συλληφθούν 250 Άραβες και θα καταδικαστούν οι 150 από αυτούς, ενώ από τους Εβραίους θα συλληφθούν 31 και θα καταδικαστούν οι 7. Για μικρότερα αδικήματα θα συλληφθούν 294 Άραβες εκ των οποίων θα καταδικαστούν οι 219 και 21 Εβραίοι και θα καταδικαστούν οι 9 από αυτούς.
13 Σεπτεμβρίου 1929: Η βρετανική κυβέρνηση ανακοινώνει τη σύσταση μιας εξεταστικής επιτροπής με επικεφαλής τον πρώην δικαστή Sir Walter Shaw, και τρία μέλη του βρετανικού κοινοβουλίου τους: Sir Henry Betterton (Συντηρητικός), R. Hopkin Morris (Φιλελεύθερος) και Henry Snell (Εργατικός), ως μέλη της επιτροπής, για να διερευνήσει τα αίτια των αναταραχών.

Σεπτέμβριος 1929: Δημοσιεύεται από τον ειδικό γραμματέα του Ύπατου Αρμοστή, συνταγματάρχη Sir Lionel George Archer Cust (1896-1962), η μελέτη: «Το στάτους κβο στους Άγιους Τόπους», μαζί με το παράρτημα για «Το στάτους κβο στην Εκκλησία της Γεννήσεως, Βηθλεέμ», από τον Abdullah Effendi Kardus, πρώην περιφερειακό αξιωματικό, στην υποπεριφέρεια της Βηθλεέμ. Η μελέτη είναι παραγγελία της βρετανικής κυβέρνησης και όπως αναφέρει στο εισαγωγικό του σημείωμα ο ασκών καθήκοντα Ύπατου Αρμοστή Χάρι Λουκ: «το έγγραφο που εκπόνησε ο κ. LGA Cust, ο οποίος έχει πολλά χρόνια εμπειρίας στην Περιφερειακή Διοίκηση της Ιερουσαλήμ,… θα έχει πρακτική αξία για τα στελέχη της κυβέρνησης της Παλαιστίνης που πρέπει να διοικούν και να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την ερμηνεία του status quo…, δεν μπορεί να μην είναι ένας πολύτιμος οδηγός για όσους είναι επιφορτισμένοι με το λεπτό καθήκον της εφαρμογής ενός από τους πιο ρευστούς και ανακριβείς κώδικες στον κόσμο.». O Cust αναφέρει εννέα τοποθεσίες στην Ιερουσαλήμ και τη Βηθλεέμ, που ισχύει το Status Quo: «1. Η Εκκλησία του Πανάγιου Τάφου (Ιερουσαλήμ). 2. Το Μοναστήρι του Σουλτάνου (Ιερουσαλήμ). 3. Το Ιερό της Αναλήψεως (Ιερουσαλήμ). 4. Ο Τάφος της Παναγίας (Ιερουσαλήμ). 5. Η Εκκλησία της Γεννήσεως (Βηθλεέμ). 6. Το Σπήλαιο της Παναγίας (Βηθλεέμ). 7. Το Παρεκκλήσι του Ποιμενικού Πεδίου (Βηθλεέμ). 8. Το Δυτικό Τείχος (Ιερουσαλήμ). 9. Ο Τάφος της Ραχήλ (Βηθλεέμ)».
28 Σεπτεμβρίου 1929: Οι Άραβες διαμαρτύρονται για τη στάση απέναντί τους στον απόηχο των τελευταίων επεισοδίων, απευθυνόμενοι στις κυβερνήσεις της Ιερουσαλήμ και του Λονδίνου και στην Κοινωνία των Εθνών. Η Αραβική Εκτελεστική Επιτροπή αποφασίζει γενική απεργία.
16 Οκτωβρίου 1929: Το Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο ανακοινώνει γενική απεργία των Αράβων.
24 Οκτωβρίου 1929: Η Επιτροπή Shaw φτάνει στην Παλαιστίνη.
Δεκέμβριος 1929: Η Επιτροπή Shaw κοινοποιεί στον υπουργό Εξωτερικών για τις Αποικίες, μια σύσταση ότι η βρετανική κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει τα μέτρα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της για να εξασφαλίσει τον διορισμό, σύμφωνα με το Άρθρο 14 της Εντολής για την Παλαιστίνη, μιας ad hoc Επιτροπής που θα καθορίσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις σε σχέση με το Δυτικό Τείχος στην Ιερουσαλήμ. Το άρθρο 14 της Εντολής αναφέρει επί λέξη: «Μια ειδική Επιτροπή θα διοριστεί από την Εντολοδόχο για να μελετήσει, να ορίσει και να καθορίσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις σε σχέση με τους Ιερούς Τόπους και τα δικαιώματα και τις αξιώσεις που σχετίζονται με τις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες στην Παλαιστίνη. Ο τρόπος διορισμού, η σύνθεση και τα καθήκοντα αυτής της Επιτροπής θα υποβληθούν στο Συμβούλιο της ΚτΕ για έγκριση. Η Επιτροπή δεν διορίζεται ούτε αναλαμβάνει τα καθήκοντά της χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου.».
6 Ιανουαρίου 1930: Από τη συγχώνευση του Hapoel Hatzair («Ο Νέος Εργάτης» που ιδρύθηκε από τον A. D. Gordon, το 1905) και του αρχικού Ahdut HaAvoda (που ιδρύθηκε το 1919 από τη δεξιά, πιο μετριοπαθή, πτέρυγα του σιωνιστικού σοσιαλιστικού Poale Zion με επικεφαλής τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν), ιδρύεται το «Mapai» («Μαπάι» – Εργατικό Κόμμα της Γης του Ισραήλ). Την ηγεσία του νέου κόμματος αναλαμβάνει ο Μπεν Γκουριόν.
14 Ιανουαρίου 1930: Το Συμβούλιο της ΚτΕ μετά από πρόταση της Διαρκούς Επιτροπής Εντολών (ΔΕΕ) αποφασίζει τη δημιουργία μιας Επιτροπής που θα διευθετήσει το ζήτημα των δικαιωμάτων και των διεκδικήσεων των Εβραίων και των Μουσουλμάνων σε σχέση με το Δυτικό Τείχος. Η Επιτροπή θα αποτελείται από τρία μέλη που δεν θα είναι βρετανικής υπηκοότητας και τουλάχιστον ένας θα είναι εξέχων δικαστής.
12 Μαρτίου 1930: Δημοσιοποιείται η «Έκθεση της Επιτροπής για τις Ταραχές της Παλαιστίνης του Αυγούστου 1929», κοινώς γνωστή ως «Έκθεση Shaw», από το όνομα του επικεφαλής της, διακεκριμένου νομικού, Sir Walter Shaw. Από τις 25 Οκτωβρίου 1929 μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου 1929, η επιτροπή εξετάζει 120 μάρτυρες σε ανοιχτές συνεδριάσεις και 20 μάρτυρες κεκλεισμένων των θυρών.

Η Επιτροπή Shaw θεωρεί τη σιωνιστική μετανάστευση και τις πρακτικές αγοράς γης από τους σιωνιστές ως τις βασικές αιτίες για τις συγκρούσεις. Η έκθεση αναφέρεται στον «διπλό φόβο των Αράβων ότι με την εβραϊκή μετανάστευση και την αγορά γης από τους σιωνιστές μπορεί να στερηθούν τα προς το ζην και με τον καιρό να περάσουν κάτω από την πολιτική κυριαρχία των Εβραίων». Συνιστά στη βρετανική κυβέρνηση να εκδώσει μια «σαφή δήλωση πολιτικής» που θα περιλαμβάνει (1) τη σημασία που δίνει στη διάταξη της Εντολής σχετικά με «τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των μη εβραϊκών κοινοτήτων»· (2) ρητή καθοδήγηση «για ζωτικής σημασίας ζητήματα όπως η αγορά γης και η μετανάστευση»· (3) η αποτροπή μιας «επανάληψης της υπερβολικής μετανάστευσης του 1925»· (4) η επινόηση ενός μηχανισμού για τη διαβούλευση με τα «μη εβραϊκά συμφέροντα» στην Παλαιστίνη· (5) η ανάληψη επιστημονικής έρευνας σχετικά με το πώς να βελτιωθούν οι μέθοδοι καλλιέργειας· (6) ο έλεγχος της έξωσης των αγροτών καλλιεργητών από τη γη τους.
Τα συμπεράσματα της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά τις ίδιες τις ταραχές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (1) Το ξέσπασμα των ταραχών δεν ήταν προμελετημένο. (2) Οι ταραχές ξεκίνησαν από τους Άραβες, και οι Εβραίοι, τις περισσότερες των περιπτώσεων, προχώρησαν σε αντίποινα. (3) Οι επιθέσεις των Αράβων ήταν αυθόρμητες και οφείλονταν στη δυσαρέσκειά τους με τη συνέχιση της εβραϊκής μετανάστευσης, την ανεργία και την έλλειψη καλλιεργήσιμης γης. (4) Οι ταραχές δεν είχαν το χαρακτήρα εξέγερσης κατά της βρετανικής εξουσίας στην Παλαιστίνη. (5) Ο μουφτής της Ιερουσαλήμ αφού ξέσπασαν οι συγκρούσεις, συνεργάστηκε με την Ύπατη Αρμοστεία στις προσπάθειές της τόσο για την αποκατάσταση της ειρήνης όσο και για την πρόληψη της επέκτασης της αταξίας.
15 Μαρτίου 1930: Όπλα της Haganah κρυμμένα σε μεταλλικά κιβώτια ανακαλύπτονται κατά τη μεταφόρτωση στο λιμάνι της Χάιφα. Οι Βρετανοί κατάσχουν 148 τουφέκια και 60 000 σφαίρες.
21 Μαρτίου 1930: Αντιπροσωπεία Παλαιστινίων Αράβων φεύγει για το Λονδίνο για να παρουσιάσει τις αραβικές αξιώσεις στη βρετανική κυβέρνηση.
1 Απριλίου 1930: Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργάνωσης και της Εβραϊκής Υπηρεσίας Chaim Weizmann, μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στο Λονδίνο, εκφράζει την απογοήτευσή του για τα ευρήματα της Επιτροπής Shaw. Λέει ότι η έκθεση συνεπάγεται αθώωση του αραβικού όχλου και των υποκινητών τους.
2 Μαΐου 1930: Ο Βρετανός σοσιαλιστής και αντισιωνιστής υπουργός Εξωτερικών για τις Αποικίες, λόρδος Πάσφιλντ, (Sidney James Webb, 1st Baron Passfield, 1859-1947) διορίζει τον Sir John Hope Simpson να πάει στην Παλαιστίνη για να συνομιλήσει με τον Ύπατο Αρμοστή και να εξετάσει «επιτόπου» τα ζητήματα της μετανάστευσης, της αγοράς γης, της εγκατάστασης και της αγροτικής ανάπτυξης. Ο Πάσφιλντ, στοχεύει να κατευνάσει τις διαμαρτυρίες των σιωνιστών και των υποστηρικτών τους που είναι δυσαρεστημένοι με τα ευρήματα της Έκθεσης της Επιτροπής Shaw.
12 Μαΐου 1930: Η βρετανική κυβέρνηση σε επιστολή της προς τον Γενικό Γραμματέα της Κοινωνίας των Εθνών, κοινοποιεί τα ονόματα των προσώπων που προτείνει να είναι μέλη της Επιτροπής που θα καθορίσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις των Μουσουλμάνων και των Εβραίων σε σχέση με το Δυτικό Τείχος. Τα προτεινόμενα πρόσωπα είναι: ο Eliel Löfgren, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, μέλος του Άνω Σώματος του Σουηδικού Riksdag (για να ασκήσει καθήκοντα προέδρου), ο Charles Barde, αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου της Γενεύης, πρόεδρος του Μικτού Διαιτητικού Δικαστηρίου Αυστρορουμανίας, και ο J. Van Kempen, πρώην Κυβερνήτης της Ανατολικής Ακτής της Σουμάτρας.
14 Μαΐου 1930: Ο επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της Σιωνιστικής Εκτελεστικής Επιτροπής, συνταγματάρχης Frederick Kisch ενημερώνεται από τον Αναπληρωτή Ύπατο Αρμοστή ότι η ποσόστωση για τη μετανάστευση θα ακυρωθεί για το επόμενο εξάμηνο.
15 Μαΐου 1930: Η σύνθεση της Επιτροπής που θα καθορίσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις των Μουσουλμάνων και των Εβραίων σε σχέση με το Δυτικό Τείχος, όπως προτάθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών.
21 Μαΐου 1930: Ο Abd al-Hamid Shuman και έξι ακόμη Παλαιστίνιοι επενδυτές ιδρύουν την Αραβική Τράπεζα στην Ιερουσαλήμ
22 Μαΐου 1930: Το κρατίδιο της Συρίας ανακηρύσσεται σε «Δημοκρατία της Συρίας». Λίγες μέρες πριν, στις 14 Μαΐου εκδόθηκε νέο συριακό Σύνταγμα με απόφαση του Γάλλου Ύπατου Αρμοστή Henri Ponsot.
23 Μαΐου 1930: Η παλαιστινιακή αντιπροσωπεία στο Λονδίνο ανακοινώνει στο τέλος της επίσκεψής της ότι οι Βρετανοί απορρίπτουν τα αιτήματά της για (1) παύση της μαζικής μετανάστευσης των Σιωνιστών και απόκτηση γης στην Παλαιστίνη και (2) δημιουργία δημοκρατικής, αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης.17 Ιουνίου 1930: Στις φυλακές της Άκρα εκτελείται η θανατική ποινή δια απαγχονισμού που είχε επιβληθεί στους Atta al-Zeer, Fouad Hijazi και Muhammad Jamjoum, για τα αιματηρά γεγονότα του 1929 στο Δυτικό τείχος.

22 Αυγούστου 1930: Συντάσσεται η Έκθεση Hope Simpson. Ο απεσταλμένος του υπουργού Εξωτερικών για τις Αποικίες, λόρδου Πάσφιλντ, ειδικός της Κοινωνίας των Εθνών στο ζήτημα των προσφύγων, Sir John Hope Simpson (1868-1961), ολοκληρώνει την «Έκθεση για τη μετανάστευση, τον εποικισμό εδαφών και την ανάπτυξη». Η δημοσίευση της έκθεσης θα γίνει στις 20 Οκτωβρίου, την ημέρα δημοσιοποιήσεις και της Λευκής Βίβλου για την Παλαιστίνη. Μάλιστα η Λευκή Βίβλος θα χρησιμοποιήσει αυτολεξεί μεγάλα τμήματα της Έκθεσης Hope Simpson.
Η Έκθεση στα συμπεράσματα της σχετικά με το ζήτημα του εποικισμού των εδαφών της Παλαιστίνης αναφέρει: «Μπορεί τώρα να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι επί του παρόντος και με τις σημερινές μεθόδους αραβικής καλλιέργειας δεν υπάρχουν διαθέσιμες εκτάσεις γης για γεωργική χρήση από νέους μετανάστες, με εξαίρεση τα μη εύφορα εδάφη που κρατούν ως αποθεματικά οι διάφορες εβραϊκές υπηρεσίες.
[…] Η έκταση της καλλιεργήσιμης γεωργικής γης στην Παλαιστίνη είναι 6 544 000 μετρικών ντουνάμ, από τα οποία οι Εβραίοι κατέχουν και εκμεταλλεύονται 900 000 ντουνάμ, άρα μια έκταση 5 644 000 μετρικών ντουνάμ παραμένει διαθέσιμη για μη Εβραίους καλλιεργητές. Οι πραγματικοί καλλιεργητές είναι περίπου 61 408 οικογένειες φελάχων. Αυτό δίνει κατά μέσο όρο 91,9 ντουνάμ ανά οικογένεια, ενώ φαίνεται ότι απαιτείται έκταση τουλάχιστον 130 ντουνάμ μη αρδεύσιμα για τη διατήρηση μιας οικογένειας φελάχων σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής. Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτηθούν περίπου 8 εκατομμύρια ντουνάμ καλλιεργήσιμης γης.
[…] Η κατάσταση του Άραβα φελάχου είναι ελάχιστα έως καθόλου καλύτερη από αυτή που ήταν υπό το τουρκικό καθεστώς. Καμία συγκεκριμένη πολιτική αγροτικής ανάπτυξης της χώρας δεν έχει υιοθετηθεί από τους Άραβες. Οι μόνες υπηρεσίες που ακολούθησαν μια τέτοια συνεπή πολιτική ήταν τα Τμήματα Εβραϊκού Αποικισμού, δημόσια και ιδιωτικά. Οι Εβραίοι έποικοι είχαν κάθε πλεονέκτημα που μπορούσαν να τους δώσουν το κεφάλαιο, η επιστήμη και η οργάνωση. Σε αυτά και στην ενέργεια των ίδιων των εποίκων οφείλεται η αξιοσημείωτη πρόοδός τους. Ο Άραβας δεν είχε κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα και δεν έλαβε ουσιαστικά καμία βοήθεια για να βελτιώσει την καλλιέργειά του ή το επίπεδο ζωής του. Ο αραβικός πληθυσμός έχει αυξηθεί με μεγάλη ταχύτητα και η διαθέσιμη γη για τη συντήρησή του έχει εν τω μεταξύ μειωθεί κατά περίπου ένα εκατομμύριο μετρικά ντουνάμ που έχουν περάσει στα χέρια των Εβραίων.
[…]Είναι καθήκον της Διοίκησης, βάσει της Εντολής, να διασφαλίσει ότι η θέση των Αράβων δεν θίγεται από την εβραϊκή μετανάστευση. Είναι επίσης καθήκον της Ύπατης Αρμοστείας να ενθαρρύνει τη στενή εγκατάσταση των Εβραίων στη γη, με την επιφύλαξη πάντα του προηγούμενου όρου. Είναι δυνατό να συμβιβαστούν αυτά τα φαινομενικά αντικρουόμενα καθήκοντα με μια ενεργό πολιτική αγροτικής ανάπτυξης, με αντικείμενο τη στενή εγκατάσταση στη γη και την εντατική καλλιέργεια τόσο από Άραβες όσο και από Εβραίους. Για το σκοπό αυτό απαιτείται συντονισμένη δράση. Θα πρέπει να μελετηθεί και να αναληφθεί ένα μεθοδικό σχέδιο αγροτικής ανάπτυξης, το οποίο θα διασφαλίζει τη χρήση της γης της χώρας με καλύτερο τρόπο από ό,τι συνέβαινε μέχρι τώρα. Αυτή η ανάπτυξη θα πρέπει να έχει δύο διακριτούς στόχους: Καταρχήν, να βελτιωθεί η μέθοδος καλλιέργειας του άραβα φελάχου στις άνυδρες περιοχές, και επίσης να επεκταθεί η άρδευση όπου αυτό είναι δυνατό, έτσι ώστε ο φελάχος να μπορεί να κερδίσει τα προς το ζην από μία μικρότερη έκταση γης από αυτή που ήταν μέχρι τώρα απαραίτητη. Κατά δεύτερο λόγο να αναδιατάξει τις εκμεταλλεύσεις γης.
[…]Η ανάπτυξη της γης θα μπορούσε να διασφαλιστεί καλύτερα με το διορισμό μιας Επιτροπής Ανάπτυξης. Είναι επιθυμητό να υπάρχει ένας Πρόεδρος βρετανικής υπηκοότητας, ένας Άραβας Επίτροπος και ένας Εβραίος Επίτροπος. Η Επιτροπή όχι μόνο θα αναλάμβανε την ανάπτυξη της γης αλλά θα ήταν επίσης υπεύθυνη για τον αποικισμό της, τόσο από Άραβες όσο και από Εβραίους.
[…]Επί του παρόντος, η τιμή της γης στην Παλαιστίνη έχει αυξηθεί σε υπερβολικό ύψος, λόγω της αποφασιστικότητας των διαφόρων εβραϊκών πρακτορείων να αγοράσουν, με κάθε ρίσκο και σε οποιαδήποτε τιμή, γη που βγαίνει στην αγορά… αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση επιτυχίας η αγορά της γης σε λογική τιμή. Αυτό είναι δυνατό μόνο είτε κατόπιν συμφωνίας, μεταξύ της κυβέρνησης και των εβραϊκών πρακτορείων αγοράς, είτε από τον κυβερνητικό έλεγχο στις διαθέσεις γης. Ο επιθυμητός στόχος μπορεί να επιτευχθεί με μια «συμφωνία κυρίων» μεταξύ του Εβραϊκού Πρακτορείου και της Επιτροπής Ανάπτυξης. Ωστόσο, ο έλεγχος θα ήταν ουσιαστικός σε κάθε περίπτωση προκειμένου να αποτραπεί η εισβολή τρίτων που επιθυμούν να κερδοσκοπήσουν στη γη.
[…]Συζητείται το ζήτημα της δημιουργίας δικαιώματος κατοχής του αγρότη μισθωτή. Κανένα μέτρο εκτός αυτού του δικαιώματος δεν θα αρκεί για να εξασφαλίσει τον ενοικιαστή έναντι της εκδίωξης ή της επιβολής υπερβολικής μίσθωσης. Η παραχώρηση του δικαιώματος θα μειώσει, είναι αλήθεια, την αγοραία αξία του ακινήτου στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο μισθωτής, αλλά είναι σημαντικό η θητεία του να καταστεί πιο ασφαλής από ό,τι είναι σήμερα. Θα πρέπει να θεσπιστεί νομοθεσία το συντομότερο δυνατό για να εκχωρηθεί στον ενοικιαστή στην Παλαιστίνη αυτό το δικαίωμα, το οποίο υπάρχει σε όλη την Ινδία. Αυτή η νομοθεσία θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει τον ενοικιαστή από αυξήσεις στο ενοίκιο του εκτός από τις εντολές ή την κύρωση ενός Δικαστηρίου. Κατά τη διάρκεια του διακανονισμού που βρίσκεται σε εξέλιξη θα πρέπει να καταρτιστεί μητρώο όλων των μισθώσεων.
[…] Η φυλάκιση για χρέη είναι αναχρονισμός και πρέπει να καταργηθεί.
[…]Το έργο μιας Επιτροπής Ανάπτυξης δεν θα είναι εύκολο. Θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και αυτό της μετανάστευσης. […] Το Γραφείο Μετανάστευσης, που αποτελεί τμήμα του Αστυνομικού Τμήματος, θα πρέπει να αποτελέσει ξεχωριστό Τμήμα. […] Είναι επιθυμητό να υπάρχουν αξιωματικοί του Τμήματος Μετανάστευσης σε όλα τα κέντρα όπου η μετανάστευση είναι σε μεγάλη κλίμακα. Μόνο έτσι θα είναι δυνατό να εξασφαλιστεί τόσο η καταπολέμηση των παρατυπιών σε σχέση με τα πιστοποιητικά όσο και η αποφυγή της μετανάστευσης ανεπιθύμητων. […]Γίνονται προτάσεις, ότι σε περίπτωση παράνομης εισόδου στην Παλαιστίνη, ο εισερχόμενος θα πρέπει πάντα να επιστρέφεται στη χώρα από την οποία προήλθε και ότι στην περίπτωση των «ψευδοταξιδιωτών», θα πρέπει να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία. […] Η περίπτωση του ταξιδιώτη που εισέρχεται με άδεια παραμονής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια παραμένει χωρίς κύρωση, είναι εξαιρετικά συνηθισμένη. Υπολογίζεται ότι οι αριθμοί τέτοιων περιπτώσεων ήταν 2 400 το έτος που έληξε στις 30 Ιουνίου 1928, 3 400 το επόμενο έτος και 2 000 σε αυτό που έληξε στις 30 Ιουνίου 1930, δηλαδή ότι την τελευταία τριετία έμειναν 7 800 άτομα στην Παλαιστίνη χωρίς άδεια. […] Εάν υπάρχουν Άραβες εργάτες άνεργοι, δεν είναι σωστό να εισάγονται Εβραίοι εργάτες από ξένες χώρες για να καλύψουν τις υπάρχουσες κενές θέσεις.
[…] Η ανάπτυξη είναι μονόδρομος. Χωρίς ανάπτυξη, δεν υπάρχει χώρος για ούτε έναν επιπλέον έποικο, εάν το επίπεδο ζωής των φελάχων πρόκειται να παραμείνει στο σημερινό του επίπεδο.[…] Οποιοδήποτε σχέδιο ανάπτυξης παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Αν δεν γίνει αποδεκτό ένα τέτοιο σχέδιο τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Άραβες, μπορεί κάλλιστα να αποτύχει. Θα χρειαστεί την υποστήριξη και των δύο για να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή την προώθηση μιας παραμελημένης αλλά ιστορικής χώρας στο δρόμο της ανάπτυξης, με την κοινή προσπάθεια των δύο μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού της, και με τη βοήθεια της Ύπατης Αρμοστείας.

20 Οκτωβρίου 1930: Ο Βρετανός σοσιαλιστής και αντισιωνιστής υπουργός Εξωτερικών για τις Αποικίες, λόρδος του Πάσφιλντ, Sidney Webb (1859-1947) καταθέτει στο βρετανικό κοινοβούλιο την Λευκή Βίβλο για την Παλαιστίνη, δηλαδή την επίσημη δήλωση της βρετανικής πολιτικής για την Παλαιστίνη. Το έγγραφο θα μεταβιβαστεί και στη Μόνιμη Επιτροπή Διεθνών Εντολών και στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών. Ο Γουέμπ θα επιχειρήσει να αναθεωρήσει την κυβερνητική πολιτική για την Παλαιστίνη, που είχε καθοριστεί προηγουμένως από τη Λευκή Βίβλο του Τσόρτσιλ του 1922, περιορίζοντας την επίσημη εβραϊκή μετανάστευση.
Καταρχάς ο Γουέμπ παραδέχεται ότι: «Σε μια χώρα όπως η Παλαιστίνη, όπου τα συμφέροντα και οι στόχοι δύο τμημάτων της κοινότητας είναι επί του παρόντος διαφορετικά/οι και από ορισμένες απόψεις αντικρουόμενα/οι, είναι υπερβολικό να περιμένουμε ότι οποιαδήποτε δήλωση πολιτικής θα ικανοποιήσει πλήρως τις φιλοδοξίες οποιουδήποτε μέρους». Ωστόσο η κυβέρνηση: «ελπίζει ότι η άρση των υφιστάμενων παρεξηγήσεων και ο ακριβέστερος προσδιορισμός των προθέσεών τους μπορεί να καταπραΰνει πολύ την ανησυχία και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και στις δύο πλευρές. Θα είναι η προσπάθεια της Κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητας, όχι μόνο με την παρούσα δήλωση πολιτικής αλλά και με τις διοικητικές ενέργειες που θα προκύψουν από αυτήν, να πείσει τόσο τους Άραβες όσο και τους Εβραίους για τη σταθερή τους πρόθεση να προωθήσουν στο έπακρο τα ουσιαστικά συμφέροντα και των δύο πλευρών».
Ο υπουργός από την αρχή ξεκαθαρίζει ότι: «Τόσο οι Άραβες όσο και οι Εβραίοι επιτέθηκαν στην κυβέρνηση με αιτήματα και επικρίσεις που βασίζονται στην ψευδή υπόθεση ότι ήταν καθήκον της Κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητας να εφαρμόσει πολιτικές οι οποίες στην πραγματικότητα αποκλείονται από τους ρητούς όρους της Εντολής. […]Πρέπει να γίνει αντιληπτό, μια για πάντα, ότι είναι άχρηστο για τους Εβραίους ηγέτες αφενός να πιέζουν την Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας να προσαρμόσει την πολιτική τους όσον αφορά, για παράδειγμα, τη μετανάστευση και τη γη, με τις φιλοδοξίες των πιο ασυμβίβαστων τμημάτων της Σιωνιστική άποψη. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να αγνοηθεί το εξίσου σημαντικό καθήκον της Εντολοδόχου Δύναμης απέναντι στους μη Εβραίους κατοίκους της Παλαιστίνης. Από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου άχρηστο για τους Άραβες ηγέτες να διατηρούν τα αιτήματά τους για μια μορφή Συντάγματος.[…] Ωστόσο η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας πιστεύει ότι έχει έρθει τώρα η στιγμή που το σημαντικό ζήτημα της θέσπισης ενός μέτρου αυτοδιοίκησης στην Παλαιστίνη πρέπει να ληφθεί υπόψη, προς το συμφέρον της κοινότητας στο σύνολό της, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.[…] Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 2 της Εντολής, η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας είναι υπεύθυνη να θέσει τη χώρα υπό τέτοιες πολιτικές, διοικητικές και οικονομικές συνθήκες που θα εξασφαλίσουν την ίδρυση της Εβραϊκής Εθνικής Εστίας, την ανάπτυξη των αυτοδιοικητικών θεσμών και τη διασφάλιση των ατομικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των κατοίκων.».
Ο υπουργός αναφέρεται ξανά στο θέμα θεσμοθέτησης ενός Νομοθετικού Συμβουλίου, που προβλεπόταν στη Λευκή Βίβλο του Τσόρτσιλ το 1922, και που μποϊκοτάρουν οι Άραβες Παλαιστίνιοι ήδη από το Πέμπτο Παλαιστινιακό Εθνικό Συνέδριο, την ίδια χρονιά. Ο υπουργός απευθυνόμενος στους Άραβες τονίζει: «Θα είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο για το αραβικό τμήμα του πληθυσμού, το οποίο δεν διαθέτει επί του παρόντος κανένα συνταγματικό μέσο για να θέσει τις απόψεις του για κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα ενώπιον της κυβέρνησης. Οι εκπρόσωποί τους στο Συμβούλιο που πρόκειται να συσταθεί θα είναι, φυσικά, σε θέση, όχι μόνο να παρουσιάσουν τις απόψεις του αραβικού τμήματος του πληθυσμού για αυτά και άλλα θέματα, αλλά και να συμμετάσχουν στις συζητήσεις σχετικά με αυτά». Σε κάθε περίπτωση όμως ο Γουέμπ είναι κατηγορηματικός: «Η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας επιθυμεί να καταστήσει σαφές ότι, ενώ θα λυπόταν βαθύτατα για μια προσπάθεια εκ μέρους οποιουδήποτε τμήματος του πληθυσμού να τους εμποδίσει να εφαρμόσουν την απόφασή τους, θα ληφθούν όλα τα δυνατά μέτρα για να παρακαμφθεί μια τέτοια προσπάθεια, εάν γίνει , αφού θεωρούν ότι είναι προς το συμφέρον του πληθυσμού της χώρας συνολικά να μην αναβάλλεται πλέον το περαιτέρω βήμα που προτείνεται τώρα».
Στη συνέχεια στη Λευκή Βίβλο ο υπουργός παρουσιάζει τα βασικά συμπεράσματα της Έκθεσης Simpson. Όπως η Έκθεση έτσι και η Λευκή Βίβλος έχουν ένα αντισιωνιστικό τόνο:
«Μπορεί τώρα να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι επί του παρόντος και με τις σημερινές μεθόδους αραβικής καλλιέργειας δεν υπάρχουν διαθέσιμες εκτάσεις γης για γεωργική χρήση από νέους μετανάστες, με εξαίρεση τα μη εύφορα εδάφη που κρατούν ως αποθεματικά οι διάφορες εβραϊκές υπηρεσίες.
[…]Η επίδραση του εβραϊκού εποικισμού στον υπάρχοντα πληθυσμό επηρεάζεται πολύ στενά από τις συνθήκες υπό τις οποίες οι διάφορες εβραϊκές οργανώσεις χρησιμοποιούν και μισθώνουν τη γη τους… Σύμφωνα με το Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο, ο μισθωτής αναλαμβάνει να εκτελεί όλες τις εργασίες που σχετίζονται με την καλλιέργεια των εκμεταλλεύσεων μόνο με εβραϊκή εργασία. Επιβάλλονται αυστηροί όροι για τη διασφάλιση της τήρησης αυτής της δέσμευσης.
[…]Σημαντικός είναι και ο ρόλος που διαδραματίζει επί του παρόντος η Γενική Ομοσπονδία Εβραϊκής Εργασίας σε σχέση με την εβραϊκή μετανάστευση. Η επιρροή της Γενικής Ομοσπονδίας είναι εκτεταμένη και οι δραστηριότητές της πολλαπλές. […] Η επιρροή που μπορεί να ασκήσει η Ομοσπονδία στους μετανάστες φαίνεται από το γεγονός ότι τα μέλη της δεν επιτρέπεται να προσφεύγουν στα Δικαστήρια της χώρας σε περιπτώσεις διαφωνίας με άλλο μέλος. Έχει τα δικά του Πρωτοδικεία και Δευτεροβάθμια Δικαστήρια και το Ανώτατο Δικαστήριο Εργασίας, στα οποία απευθύνονται προσφυγές από τα κατώτερα δικαστήρια. Η Ομοσπονδία έχει υιοθετήσει μια πολιτική που συνεπάγεται την εισαγωγή στην Παλαιστίνη μιας νέας κοινωνικής τάξης βασισμένη στους κοινοτικούς οικισμούς και στην αρχή της «αυτοαπασχόλησης» (δηλαδή, ότι ο κάθε άνθρωπος πρέπει να εργάζεται για τον εαυτό του και να αποφεύγει την απασχόληση μισθωτών). Όπου η αυτοαπασχόληση είναι αδύνατη, επιμένει στην απασχόληση Εβραϊκής εργασίας αποκλειστικά από όλους τους Εβραίους εργοδότες.
[…]Όσο λογικά κι αν είναι τέτοια επιχειρήματα από την άποψη ενός καθαρά εθνικού κινήματος, πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 6 της Εντολής, το οποίο απαιτεί ρητά ότι, παράλληλα με τη διευκόλυνση της εβραϊκής μετανάστευσης, η Διοίκηση της Παλαιστίνης πρέπει να διασφαλίσει ότι “τα δικαιώματα και η θέση άλλων τμημάτων του πληθυσμού δεν θίγονται”. […]Σαφώς, εάν η μετανάστευση των Εβραίων έχει ως αποτέλεσμα την αποτροπή του αραβικού πληθυσμού από την εύρεση της απαραίτητης εργασίας για τη συντήρησή του, … είναι καθήκον της Ύπατης Αρμοστείας έναντι της Εντολής να μειώσει ή, εάν είναι απαραίτητο, να αναστείλει μια τέτοια μετανάστευση έως ότου το άνεργο τμήμα των “λοιπών τμημάτων” είναι σε θέση να βρει εργασία.
[…]Ολόκληρο το σύστημα βάσει του οποίου η μετανάστευση στην Παλαιστίνη ελέγχεται από τη Διοίκηση εξετάστηκε πρόσφατα προσεκτικά […]Η εξέταση αυτή αποκάλυψε ορισμένες αδυναμίες στο υπάρχον σύστημα. […] Δεν υπάρχει αποτελεσματικός κυβερνητικός έλεγχος όσον αφορά την επιλογή μεταναστών από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκείς διασφαλίσεις έναντι παρατυπιών σε σχέση με την έκδοση πιστοποιητικών μετανάστευσης, καθώς και κατά της μετανάστευσης ανεπιθύμητων. Ένα άλλο μη ικανοποιητικό χαρακτηριστικό είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός ταξιδιωτών, που εισέρχονται στην Παλαιστίνη με άδεια παραμονής για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μένουν μόνιμα χωρίς κυρώσεις. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός τέτοιων περιπτώσεων κατά την τελευταία τριετία ανήλθε σε 7 800. Ένα άλλο σοβαρό χαρακτηριστικό είναι ο αριθμός των ατόμων που αποφεύγουν τον έλεγχο στα σύνορα.».
Η Λευκή Βίβλος καταλήγει ως εξής:
«[…]Η κατάσταση που αποκαλύφθηκε από την εξαντλητική εξέταση των διαφόρων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων που εμπλέκονται, καθιστά σαφές ότι η Παλαιστίνη έχει φτάσει σε μια κρίσιμη στιγμή στην ανάπτυξή της. Στο παρελθόν μπορεί να ειπωθεί ότι η κυβέρνηση άφησε τις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις να λειτουργούν με την ελάχιστη παρέμβαση ή έλεγχο, αλλά έχει γίνει όλο και πιο σαφές ότι μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί πλέον να συνεχιστεί. Είναι μόνο η στενότερη συνεργασία μεταξύ της κυβέρνησης και των ηγετών της αραβικής και εβραϊκής κοινότητας που μπορεί να εμποδίσει την Παλαιστίνη να παρασυρθεί σε μια κατάσταση που θα έθετε σε κίνδυνο, αφενός, την αφοσιωμένη εργασία εκείνων που προσπάθησαν να οικοδομήσουν την Εβραϊκή Εθνική Εστία και, από την άλλη, τα συμφέροντα της πλειονότητας του πληθυσμού που επί του παρόντος κατέχουν λίγους δικούς τους πόρους για να στηρίξουν τον αγώνα για ύπαρξη. Αυτό που απαιτείται είναι να συναινέσουν και οι δύο φυλές να ζήσουν μαζί και να σέβονται η μία τις ανάγκες και τις αξιώσεις της άλλης.».
Οι δημοσιεύσεις τόσο της Λευκής Βίβλου Πάσφιλντ, όσο και της Έκθεσης Hope Simpson, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση για το 1930 της βρετανικής κυβέρνησης προς το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών: «έγιναν δεκτές από τους Άραβες στην Παλαιστίνη με ικανοποίηση. Δήλωσαν ότι βλέπουν σε αυτές τη λύση της οικονομικής δυσπραγίας, την άρση του κινδύνου της σιωνιστικής κυριαρχίας και τις απαρχές της αυτοδιοίκησης. Η κριτική περιορίστηκε σε αδιάλλακτους που ήταν δυσαρεστημένοι με το προτεινόμενο μέτρο αυτοδιοίκησης.». Οι Εβραίοι από την άλλη: «διαμαρτυρήθηκαν έντονα κατά της Δήλωσης Πολιτικής, αλλά η Έκθεση του Sir John Hope Simpson, αν και δεν διέφυγε κριτικής, αναγνωρίστηκε ότι ήταν πολύτιμη συνεισφορά στην επίλυση των οικονομικών δυσκολιών στην Παλαιστίνη, τόσο για Άραβες όσο και για Εβραίους.». Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Σιωνιστικής Οργάνωσης και της Εβραϊκής Υπηρεσίας Chaim Weizmann την ίδια μέρα (20 Οκτωβρίου) ανακοινώνει την παραίτησή του σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη Λευκή Βίβλο Πάσφιλντ. «Ένα πράγμα που οι Εβραίοι δεν θα συγχωρήσουν ποτέ, και αυτό είναι ότι εξαπατήθηκαν». Θα διευκρινιστεί βέβαια ότι ο Βάιζμαν θα συνέχιζε να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι το συνέδριο του 1931. Η Παγκόσμια Σιωνιστική Οργάνωση ξεκινά διαδηλώσεις κατά της Λευκής Βίβλου.
6 Νοεμβρίου 1930: Το βρετανικό υπουργικό συμβούλιο διορίζει μια υποεπιτροπή για να επανεξετάσει την πολιτική της Λευκής Βίβλου Πάσφιλντ.
14 Νοεμβρίου 1930: Μετά από μια σφοδρή πολιτική μάχη, κατά την οποία η σιωνιστική υπόθεση υποστηρίχθηκε επίσης από πολλές ηγετικές προσωπικότητες στη Βρετανία και στον υπόλοιπο κόσμο, η βρετανική κυβέρνηση καλεί τους Εβραίους αντιπροσώπους να «διευκρινίσουν τα επίμαχα σημεία» της Λευκή Βίβλου Πάσφιλντ.
30 Δεκεμβρίου 1930: ΗΔιεθνήςΕπιτροπή που διορίστηκε από την βρετανική κυβέρνηση, με την έγκριση του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών, για να καθορίσει τα δικαιώματα και τις αξιώσεις των Μουσουλμάνων και των Εβραίων σε σχέση με το Δυτικό Τείχος ή Τείχος των Δακρύων στην Ιερουσαλήμ, υποβάλει την Έκθεση της στη βρετανική κυβέρνηση. Αντίγραφο της Έκθεσης διαβιβάζεται και στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών.
Παρακάτω θα παρουσιαστούν αποσπάσματα από την Έκθεση και κυρίως οι αποφάσεις και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή:
«Η Επιτροπή έφτασε στην Ιερουσαλήμ στις 19 Ιουνίου και παρέμεινε στην Παλαιστίνη για ένα μήνα, …. Η πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, 23 Ιουνίου, … η Επιτροπή πραγματοποίησε μία ή δύο συνεδριάσεις σχεδόν κάθε εργάσιμη ημέρα, εκτός Παρασκευής και Σαββάτου… Όλες οι συναντήσεις έγιναν στο Κτήριο των Κυβερνητικών Γραφείων κοντά στην Πύλη της Δαμασκού.
[…]Ως προς τη διαδικασία, αποφασίστηκε με τη συγκατάθεση των Μερών ότι θα πρέπει να τηρούνται όσο το δυνατόν περισσότερο οι συνήθεις δικαστικές μέθοδοι των αγγλικών δικαστηρίων.
[…] Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων εξετάστηκαν 52 μάρτυρες, εκ των οποίων 21 κλήθηκαν από τον Εβραϊκό Σύμβουλο, 30 από τον Μουσουλμανικό Σύμβουλο και 1, Βρετανός αξιωματούχος, από την Επιτροπή.
[…] Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή βάσει του συλλογισμού και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Α. Στους Μουσουλμάνους ανήκει η αποκλειστική ιδιοκτησία και το αποκλειστικό ιδιοκτησιακό δικαίωμα του Δυτικού Τείχους, δεδομένου ότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της περιοχής Χαράμ αλ-Σαρίφ, η οποία είναι ιδιοκτησία βακουφίου.
Στους Μουσουλμάνους ανήκει επίσης η κυριότητα του πεζοδρομίου μπροστά από το Τείχος και της παρακείμενης Μαροκινής συνοικίας απέναντι από το Τείχος, δεδομένου ότι η τελευταία έγινε βακούφι σύμφωνα με το Μουσουλμανικό Νόμο της Σαρία, για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Τέτοια είδη λατρείας ή/και άλλα αντικείμενα που οι Εβραίοι μπορούν να έχουν το δικαίωμα να τοποθετήσουν κοντά στο Τείχος είτε σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης είτε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των Μερών σε καμία περίπτωση δεν θεμελιώνουν για αυτούς ιδιοκτησιακό δικαίωμα στο Τείχος ή στο παρακείμενο πεζοδρόμιο.
Από την άλλη πλευρά, οι Μουσουλμάνοι θα έχουν την υποχρέωση να μην χτίσουν κανένα οικοδόμημα ή να κατεδαφίσουν ή να επισκευάσουν οποιοδήποτε κτίριο εντός της ιδιοκτησίας των Βακουφίων (περιοχή Χαράμ αλ-Σαρίφ και Μαροκινή συνοικία) δίπλα στο Τείχος, με τέτοιο τρόπο ώστε το εν λόγω έργο να παρεμπόδιση την πρόσβαση των Εβραίων στο Τείχος ή να επιφέρει οποιαδήποτε ενόχληση στους Εβραίους κατά τη διάρκεια των επισκέψεων λατρείας τους στο Τείχος.
Β. Οι Εβραίοι θα έχουν ελεύθερη πρόσβαση στο Δυτικό Τείχος για σκοπούς λατρείας ανά πάσα στιγμή υπό την επιφύλαξη των ρητών όρων που αναφέρονται παρακάτω…
(1) Οι προσωρινές οδηγίες που εκδόθηκαν από την Παλαιστινιακή Διοίκηση στα τέλη Σεπτεμβρίου 1929…
(2) Καμία αντίρρηση ή εμπόδιο δεν πρέπει να προβάλλεται στους Εβραίους, να φέρουν μαζί τους στον Τείχος εγχειρίδια ή άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται συνήθως στις λατρείες τους …, ούτε στο να φορούν τέτοια ενδύματα που χρησιμοποιούσαν από αρχαιοτάτων χρόνων στις λατρείες τους.
3) Οι προσωρινά θεσπισθείσες απαγορεύσεις κατά της προσαγωγής στο Τείχος πάγκων, χαλιών, καρεκλών, διαχωριστικών κουρτινών κ.λπ., καθώς και κατά της διέλευσης ζώων σε ορισμένες ώρες κατά μήκος του πεζοδρομίου πρέπει να είναι απόλυτες, όπως επίσης η διαταγή να παραμείνει κλειδωμένη η πόρτα στο νότιο άκρο του Τείχους ορισμένες ώρες. Το δικαίωμα, ωστόσο, των Μουσουλμάνων να περπατούν στο πεζοδρόμιο θα είναι σεβαστό και θα παραμείνει απαραβίαστο.
(4) Απαγορεύεται η μεταφορά στο Τείχος οποιασδήποτε σκηνής ή κουρτίνας ή οποιουδήποτε παρόμοιου αντικειμένου με σκοπό την τοποθέτησή του εκεί έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
(5) Δεν θα επιτρέπεται στους Εβραίους να χτυπούν το κέρατο του κριαριού (Shofar) κοντά στο Τείχος ούτε να προκαλούν οποιαδήποτε άλλη ενόχληση στους Μουσουλμάνους που είναι δυνατόν να αποφευχθεί. Οι Μουσουλμάνοι από την άλλη δεν θα επιτρέπεται να πραγματοποιούν την τελετή Ζικρ κοντά στο Πεζοδρόμιο την ώρα των εβραϊκών λατρειών ή να προκαλούν ενόχληση στους Εβραίους με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
(6) Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η Διοίκηση θα δικαιούται να δώσει οδηγίες που μπορεί να θεωρήσει κατάλληλες σχετικά με τις διαστάσεις καθενός από τα αντικείμενα που επιτρέπεται στους Εβραίους να φέρουν στο Τείχος, σεβόμενη τις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες που αναφέρονται ανωτέρω, καθώς και με σεβασμό άλλων λεπτομερειών που μπορεί να είναι απαραίτητες για την επαρκή και πλήρη εφαρμογή της παρούσας απόφασης της Επιτροπής.
(7) Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή άτομα να κάνουν χρήση της θέσης μπροστά από το Τείχος ή τα περίχωρά του για πολιτικές ομιλίες ή εκφωνήσεις ή διαδηλώσεις οποιουδήποτε είδους.
(8) Θεωρείται ότι είναι θέμα κοινού ενδιαφέροντος τόσο για τους Μουσουλμάνους όσο και για τους Εβραίους ότι στο Δυτικό Τείχος δεν τοποθετούνται πίνακες ή επιγραφές ή καρφιά ή παρόμοια αντικείμενα και επίσης το πεζοδρόμιο μπροστά από το Τείχος πρέπει να διατηρείται καθαρό και να γίνεται δεόντως σεβαστό από Μουσουλμάνους και Εβραίους. Με το παρόν δηλώνεται ότι είναι δικαίωμα και καθήκον των Μουσουλμάνων να καθαρίζουν και να επισκευάζουν το πεζοδρόμιο, εάν και όταν αυτό είναι απαραίτητο, μετά τη δέουσα ειδοποίηση της Διοίκησης.
(9) Λόγω του χαρακτήρα του Τείχους ως ιστορικού μνημείου, η συντήρησή του θα ανατεθεί στη Διοίκηση της Παλαιστίνης, έτσι ώστε όποιες επισκευές του είναι απαραίτητες να πραγματοποιούνται από αυτούς και υπό την επίβλεψή τους, αν και μόνο μετά από συνεννόηση με τον Ανώτατο Μουσουλμανικό Συμβούλιο και το Ραβινικό Συμβούλιο της Παλαιστίνης.
(10) Εάν οποιεσδήποτε επισκευές στο πεζοδρόμιο που είναι απαραίτητες δεν πραγματοποιηθούν από τους Μουσουλμάνους σε εύθετο χρόνο, η Διοίκηση της Παλαιστίνης θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να γίνει η επισκευή.
(11) Οι Αρχιραβίνοι της Ιερουσαλήμ θα πρέπει να ορίσουν έναν ή περισσότερους αξιωματούχους ως εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους για τη λήψη των οδηγιών και άλλων ανακοινώσεων που θα εκδίδονται κατά καιρούς από την Παλαιστινιακή Διοίκηση σχετικά με το Δυτικό Τείχος, το πεζοδρόμιο μπροστά του, και τις τυπικές διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται σχετικά με τις εβραϊκές λατρείες κοντά στο Τείχος.
[…] Η Επιτροπή τολμάει να ελπίζει ότι, …, τόσο οι Μουσουλμάνοι όσο και οι Εβραίοι θα αποδεχτούν και θα σεβαστούν την ετυμηγορία της Επιτροπής με την ειλικρινή επιθυμία να επιτύχουν αμοιβαία κατανόηση που είναι σημαντικό προαπαιτούμενο, τόσο για την προώθηση του κοινού συμφέροντος των Μερών στην Παλαιστίνη, όσο και για τη διασφάλιση μιας ειρηνικής ανάπτυξης στον κόσμο γενικότερα.
Συνεχίζεται…
Βιβλιογραφία
ARMSTRONG K., 2011. Η ιστορία του Θεού. Η καταγωγή της ιδέας του Θεού, οι μονοθεϊστικές θρησκείες και το μέλλον τους. Αθήνα: Εκδόσεις ΘΥΜΑΡΙ
Ансел С., 2009. ЕВРЕИТЕ. София: Издателство РИВА
Catherwood C., 2009. Ιράκ-Το ολίσθημα του Τσώρτσιλ. Η δημιουργία του Ιράκ μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αθήνα: Εκδότης ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ
Catherwood C., 2017. Кратка история на БЛИЗКИЯ ИЗТОК. От Авраам до Арафат. София: ИК „УНИСКОРП“
EDGAR M., 2007. Ο ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΖΗΤΗΜΑ. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
Gilbert M., 2020. ИЗРАЕЛ. ИСТОРИЯ. София: Издателство РИВА
Goldschmidt A. & Boum A., 2016. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
FORD R., 2012. Ο Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ. Αθήνα: Εκδόσεις Ψυχογιός. (e-book format)
Ηρακλείδης Α., 1991. Η Αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση, η προβληματική της ειρηνικής επίλυσης. Ίδρυμα Μεσογειακών Σπουδών. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
HOURANI A., 2017. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΑΒΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. Αθήνα: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. (e-book format)
HERZL T., 2017. ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΚΡΑΤΟΣ. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδόπουλος (e-book format)
Корм Ж., 2009. История на Близкия изток. София: Издателство РИВА
Κουτσούκης Δ. , 2017. Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΘΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ και οι αρχέγονες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
Mearsheimer J., & Walt S. 2006. ΤΟ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟ ΛΟΜΠΙ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΗΠΑ. Αθήνα: Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ
Млечин Л., МОСАД. ТАЙНАТА ВОЙНА. Соофия: Издателство ПАРИТЕТ
Montefiore S., 2016. История на Йерусалим. София: Издателство ПРОЗОРЕЦ
Παμπούκης Γ. 1999. ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΘΕΟΥ. Απόπειρα προσέγγισης των πραγματικών γεγονότων στις μονοθεϊστικές θρησκείες. Αθήνα: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ
Παμπούκης Γ., 2004. Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ. Όταν το Θείο συγκρούεται με τη σύγχρονη γνώση. Αθήνα: Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ
Παναγιωτίδης Ν., 2020. Σε αναζήτηση Κράτους – Το Παλαιστινιακό και οι ευθύνες των μεγάλων δυνάμεων για τη μη επίλυσή του από τις συμφωνίες Σάικς-Πικό έως το σχέδιο Τραμπ. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Pappe, Ι., 2007. Η Ιστορία της Σύγχρονης Παλαιστίνης. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος
Ραφαηλίδης Β., 2005. Η ΜΥΘΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
ΡΟΥΣΣΟΣ Σ., 2022. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ. Αθήνα: Εκδόσεις GUTENBERG
Rees L., 2018. ХОЛОКОСТЪТ. Нова история. Поредица Хроника. София: Изд. „Прозорец“
ΣΑΧΑΚ Ι., 2009. Εβραϊκή Ιστορία, Εβραϊκή θρησκεία. Το βάρος τριών χιλιάδων χρόνων. Αθήνα: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΣΑΚΚΑΣ Γ., 2005. ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ). Ο ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ, ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ 1882-1948. Αθήνα: Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Ταγκυέφ Πιερ-Αντρέ, 2011. Τι είναι αντισημιτισμός; Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
Sand S., 2017. ИЗОБРЕТЯВАНЕТО НА ЕВРЕЙСКИЯ НАРОД. София: Издателство бгкниг@
Salahat, N. F. Y., 2007. Ο ρόλος του μιλιταρισμού στην διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας στο Ισραήλ, 1919-2000. Διδακτορική διατριβή. Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών. Τμήμα Διεθνών Ευρωπαϊκών Οικονομικών και Πολιτικών Σπουδών. (ΔΕΟΠΣ) https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/1615/5/Salahat.pdf
Шафаревич И., 2012. Загадка на три хиляди години. София: ИК „ВЕСИ“
Whitelam, K. W., 2006. Η επινόηση του αρχαίου Ισραήλ. Η αποσιώπηση της ιστορίας της Παλαιστίνης. Αθήνα: Εκδόσεις Ενάλιος
ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ T.B., 2015. Πόλεμος και Διπλωματία στη Μέση Ανατολή η δράση του Λώρενς της Αραβίας. 2η Έκδοση. Αθήνα: Εκδόσεις Ν. & Σ. Μπατσιούλας
The Basle Program. Resolutions of the First Zionist Congress. August 30, 1897: http://www.mideastweb.org/basleprogram.htm
The Sykes-Picot Agreement, 1916: http://www.mideastweb.org/mesykespicot.htm
The McMahon-Hussein Correspondence. 14 July 1915 – 10 March 1916: http://www.mideastweb.org/mcmahon.htm
THE BALFOUR DECLARATION. November 2, 1917: http://www.mideastweb.org/mebalfour.htm
Statement of the Zionist Organization Regarding Palestine. Presented to the Paris Peace Conference (with proposed map of Zionist borders). February 3, 1919: http://www.mideastweb.org/zionistborders.htm
San Remo Resolution – April 25, 1920: http://mideastweb.org/san_remo_palestine_1920.htm
The Peace Treaty of Sèvres, 10 August, 1920. https://wwi.lib.byu.edu/index.php/Peace_Treaty_of_S%C3%A8vres
The Palestine Mandate. The Council of the League of Nations. July 24, 1922: https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-201057/
Transjordan Memorandum: https://ecf.org.il/media_items/293
Churchill White Paper of June 1922 on Palestine: https://ecf.org.il/media_items/439
Franco-British Agreement on Northern Border (Newcombe-Paulet Agreement) (1923). https://ecf.org.il/media_items/699
Memorandum on The Western or Wailing Wall in Jerusalem by Colonel Leopold H. Amery, Secretary of State for the Colonies, 19 November 1928. Στο: https://www.palquest.org/en/historictext/30188/amery-memorandum-western-wall-jerusalem
REPORT OF THE COMMISSION ON THE PALESTINE DISTURBANCES OF AUGUST, 1929. Presented by the Secretary of State for the Colonies to Parliament by Command of His Majesty March, 1930. Στο: https://buconflict.files.wordpress.com/2018/02/shaw-commission.pdf
THE STATUS QUO IN THE HOLY PLACES BY L. G. A. CUST, formerly District Officer, Jerusalem. With an Annexe on THE STATUS QUO IN THE CHURCH OF THE NATIVITY, BETHLEHEM. by ABDULLAH EFFENDI KARDUS, M.B.E., formerly District Officer, Bethlehem Sub-District. Στο: https://en.wikisource.org/wiki/The_Status_Quo_in_the_Holy_Places
PALESTINE Report on Immigration, Land Settlement and Development. By SIR JOHN HOPE SIMPSON, October, 1930. Στο: https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-194707/
Passfield White Paper of October 1930 on PALESTINE. Statement of Policy by His Majesty’s Government in the United Kingdom. Presented by the Secretary of State for the Colonies to Parliament by Command of His Majesty. Στο: https://www.jewishvirtuallibrary.org/the-passfield-white-paper
REPORT of the Commission appointed by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland, with the approval of the Council of the League of Nations, to determine the rights and claims of Moslems and Jews in connection with the Western or Wailing Wall at Jerusalem. December, 1930 Στο: https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-183716/
REPORT by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Council of the League of Nations on the Administration of PALESTINE AND TRANSJORDAN FOR THE YEAR 1925. Στο: http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/be6c3644411da3ed052565e7006e9af3%21OpenDocument
REPORT by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Council of the League of Nations on the Administration of PALESTINE AND TRANSJORDAN FOR THE YEAR 1926. Στο: http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/f7f634d2cacb2c76052565e7006b9db9%21OpenDocument
REPORT by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Council of the League of Nations on the Administration of PALESTINE AND TRANSJORDAN FOR THE YEAR 1927. Στο: http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/d0523c86855faa6e052565e700693905%21OpenDocument
REPORT by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Council of the League of Nations on the Administration of PALESTINE AND TRANSJORDAN FOR THE YEAR 1928. Στο: http://domino.un.org/UNISPAL.NSF/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/1f42f479cc2b94a1052565e7006500ab%21OpenDocument
REPORT by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Council of the League of Nations on the Administration of PALESTINE AND TRANSJORDAN FOR THE YEAR 1929. Στο: http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/38bed104db074b49052565e70054eb22%21OpenDocument
REPORT by His Majesty’s Government in the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Council of the League of Nations on the Administration of PALESTINE AND TRANSJORDAN FOR THE YEAR 1930. Στο: http://domino.un.org/unispal.nsf/9a798adbf322aff38525617b006d88d7/c2feff7b90a24815052565e6004e5630%21OpenDocument

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .