Τα πρώτα βήματα
Σαν σήμερα πριν από 140 χρόνια, στις 5 Ιουνίου 1883, στο Κέιμπριτζ, στην οδό Χάρβεϊ, αρ. 6, γεννήθηκε ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς. Ο πατέρας του θα γράψει εκείνη την ημέρα στο ημερολόγιό του: «Στις 9:30 έστησα αυτί έξω από την πόρτα για να ακούσω … Η Φλόρενς έβγαζε ένα ελαφρύ βογγητό κάθε τόσο (λένε ότι ήταν πολύ γενναία) και στις 9:45 άκουσα ένα κλαψούρισμα, και η κυρία Μπράουν (η πεθερά του, σσ.) μόλις ήρθε στην πόρτα και είπε ότι ήταν αγόρι […] Λένε ότι το αγόρι είναι φτυστός εγώ. Είναι αρκετά άσχημο.».1 Ήταν το πρώτο από τα τρία παιδιά μιας ευκατάστατης οικογένειας μεσοαστών. Πατέρας του ήταν ο Τζων Νέβιλ Κέυνς (John Neville Keynes, 1852 -1949). Η οικογένεια Κέυνς καταγόταν από το Καέν της περιοχής του Καλβάντος της νότιας Νορμανδίας, στη Γαλλία. Ο παππούς του Μέυναρντ, ο Τζων Κέυνς από το Σόλσμπερυ, έκανε περιουσία ως ανθοκόμος καλλιεργώντας ντάλιες. Η δεύτερη σύζυγός του, η Άννα Μέυναρντ Νέβιλ, καταγόταν από μια αγροτική οικογένεια του Έσσεξ. Από τον γάμο αυτόν γεννήθηκε ο πατέρας του Μέυναρντ, ο Τζων Νέβιλ, ο οποίος ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα, τη μόνη ασφαλή οδό για να ανέλθει από την τάξη των εμπόρων2. Ήταν μαθητής και κατόπιν συνάδελφος του Άλφρεντ Μάρσαλ3 (Alfred Marshall, 1842 –1924), λέκτορας σε ορισμένα από τα κολέγια του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ στην επιστήμη της Λογικής και της Πολιτικής Οικονομίας και ανώτατο μέλος της διοίκησης του Πανεπιστημίου. Μάλιστα την περίοδο 1910 – 1925 διετέλεσε Γραμματέας (Registrary) του Πανεπιστημίου. Για την διδασκαλία των αρχών της επαγωγικής Λογικής, είχε συγγράψει το 1884 το βιβλίο: «Μελέτες και Ασκήσεις στην Τυπική Λογική», ενώ για την διδασκαλία της Πολιτικής Οικονομίας, το 1891 συνέγραψε το έργο του: «Το πεδίο και η Μέθοδος της Πολιτικής Οικονομίας». Ο Νέβιλ Κέυνς σε ένα από τα πρώτα γυναικεία κολέγια, συγκεκριμένα στο Νιούνχαμ Κόλετζ, όπου δίδαξε, γνώρισε τη δεκαεννιάχρονη φοιτήτρια Φλόρενς Έιντα Μπράουν (Florence Ada Brown, 1861 – 1958), κόρη ενός γνωστού κληρικού της εποχής, του εφημέριου Τζων Μπράουν, την οποία αργότερα, τον Αύγουστο του 1882, παντρεύτηκε. Η μητέρα του Μέυναρντ λάμβανε μέρος και δραστηριοποιείτο σε πολλές οργανώσεις εκπαιδευτικού, φιλανθρωπικού και γενικότερα κοινωνικού χαρακτήρα, όπως στο Σύλλογο του Κέιμπριτζ για τη Φροντίδα των Νεανίδων και στον τοπικό κλάδο της Εθνικής Οργάνωσης Φυσικής Εκπαίδευσης και στον Οργανισμό Φιλανθρωπικής Κοινωνίας, ο οποίος παρείχε συντάξεις σε ηλικιωμένους φτωχούς. Αργότερα το 1930 – 31, διετέλεσε πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Γυναικών, και ένα χρόνο μετά, το 1932, εκλέχτηκε ως η δεύτερη γυναίκα Δήμαρχος του Κέιμπριτζ4.

Πηγές: https://www.npg.org.uk/collections/search/portrait/mw161863/John-Neville-Keynes
https://en.wikipedia.org/wiki/Florence_Ada_Keynes#/media/File:Florence_Ada_Keynes.png
Αν και του δόθηκαν τα ονόματα «Τζων Μέυναρντ», στην οικογένεια και στους φίλους του ήταν γνωστός ως «Μέυναρντ». Μόνο η μητέρα του σπάνια τον φώναζε «Τζων». Ο ίδιος σε επιστολές προς οικείους φίλους υπέγραφε πάντα με τα αρχικά «JMK»5.
Το 1885 γεννήθηκε η αδελφή του Μέυναρντ – η Μάργκαρετ, ενώ το 1887, ο αδελφός του – ο Τζέφρυ. Ο δευτερότοκος υιός της οικογένειας θα γίνει χειρούργος και η μοναχοκόρη θα παντρευτεί τον φυσιολόγο Α. Χιλλ (Archibald Hill, 1886-1977) που κέρδισε, το 1922, το βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής6.

Ο πατέρας του Μέυναρντ είχε κληρονομήσει το ποσό των 17 000 λιρών από τον πατέρα του, Τζων Κέυνς, και έτσι η οικογένεια είχε τη δυνατότητα να ζει αστική ζωή και να διατηρεί υπηρετικό προσωπικό, ένα μάγειρα, μια οικιακή βοηθό και μία γκουβερνάντα. Μάλιστα το 1894 τα παιδιά των Κέυνς προσέλαβαν δύο Γερμανίδες γκουβερνάντες. Έτσι ο Μέυναρντ εξοικειώθηκε με την γερμανική γλώσσα, πράγμα που αργότερα τον βοήθησε πολύ στην μελέτη των σπουδαίων φιλοσοφικών και οικονομικών κειμένων και στην συγγραφεί της διατριβής του πάνω στην θεωρία των Πιθανοτήτων7. Ένας από τους γνωστότερους βιογράφος του, ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι (Robert Skidelsky, 1939 – ) σημειώνει ότι η Γερμανία εθεωρείτο τότε η χώρα της Φιλοσοφίας και της Επιστήμης και η Φλόρενς, η μητέρα του Μέυναρντ, πριν μπει στο Νιούνχαμ Κόλετζ, είχε μείνει λίγους μήνες στη Βόννη, στο φιλικό σπίτι ενός πάστορα. Η Μάργκαρετ και ο Τζέφρυ έμειναν επίσης έναν χρόνο στη Γερμανία κατά την διάρκεια της νεανικής τους ηλικίας. Γενικά η οικογένεια Κέυνς, σύμφωνα με τον Σκιντέλσκι είχαν σε μεγάλη υπόληψη τον γερμανικό πολιτισμό και την γερμανική γλώσσα, σε αντίθεση με τον γαλλικό πολιτισμό και τη γαλλική γλώσσα8. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Μέυναρντ ήταν πολύ προσκολλημένος στη μητέρα του, την αποκαλούσε τον «καλύτερο φίλο του στο κόσμο»9. Στα σχολικά και στα φοιτητικά του χρόνια ανέπτυξε και μια πολύ στενή σχέση με τον πατέρα του10. Ο Μέυναρντ μεγαλώνοντας σε ένα βικτοριανό, παραδοσιακό περιβάλλον έδειξε από νωρίς σημάδια πρόωρης διανοητικής ανάπτυξης. Την οικία στη Χάρβεϊ Ρόουντ, αρ. 6, επισκέπτονταν πολλοί καθηγητές συνάδελφοι του Νέβιλ Κέυνς, από το Κέιμπριτζ όπως ο θεωρητικός της Λογικής W.E. Johnson, ο φιλόσοφος και ψυχολόγος James Ward, οι οικονομολόγοι Alfred Marshal, Herbert Foxwell αλλά και εκτός Κέιμπριτζ οικονομολόγοι όπως οι Henry Wicksteed, Robert Giffen, James Bonar, Inglis Palgrave11. Με όλους αυτούς ο μικρός Μέυναρντ είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει αλλά και να εντυπωσιάσει με το σπινθηροβόλο πνεύμα του. Το 1888, σε ηλικία τεσσεράμισι ετών, όταν ρωτήθηκε μισοαστεία – μισοσοβαρά τι είναι τόκος, απάντησε ότι «αν σου δώσω μισή δεκάρα και την κρατήσεις για πολύ καιρό, θα πρέπει να μου δώσεις πίσω αυτή την μισή δεκάρα αλλά και άλλη μία»12. Στην περίπτωση του Μέυναρντ όμως δεν ίσχυε το ρητό: «νους υγιής εν σώματι υγιεί». Από πολύ μικρός έδειξε υψηλή ευπάθεια σε αρρώστιες, κάτι που θα τον ακολουθούσε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Τον Ιανουάριο του 1889, σε ηλικία πεντέμισι ετών, τον Μέυναρντ τον έγραψαν στο νηπιαγωγείο της σχολής θηλέων Πιρς (Perse School Kindergarten), ενώ τρία χρόνια αργότερα, ως εξωτερικό μαθητή, στο προπαρασκευαστικό σχολείο αρρένων Σεντ Φέιθ (St. Faith) στην Τράμπινγκτον Ρόουντ13. Προς μεγάλη ικανοποίηση του πατέρα του14, η Άλγεβρα ήταν το μάθημα στο οποίο πρώτευε, έτσι το 1897 κέρδισε την δέκατη από τις είκοσι προσφερόμενες βασιλικές υποτροφίες στο Ήτον (Eton College), όπου και συνέχισε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση του.
Το Ήτον ιδρύθηκε, το 1440, με εντολή του βασιλιά Ερρίκου του Στ’, ο οποίος περνούσε μέρος του χρόνου του στον κοντινό Πύργο του Γουίνδσορ. Την επόμενη χρονιά ο Ερρίκος Στ’, ίδρυσε και το King’s College στο Κέιμπριτζ για να συνεχίζουν εκεί οι απόφοιτοι του Ήτον. Ο κοσμήτορας του Ήτον ορίζεται από το παλάτι ακόμη και σήμερα. Εκτός από τους εβδομήντα υπότροφους που έμεναν στο οικοτροφείο, το Ήτον δεχόταν και μαθητές επί πληρωμή, οι οποίοι έμεναν στην πόλη και τους ονόμαζαν «οπιντάνς». Η εκπαίδευση των οικότροφων ήταν προσανατολισμένη στην παράδοση και οι απόφοιτοι συνήθως ακολουθούσαν καριέρα κληρικού, δασκάλου ή καθηγητή πανεπιστημίου. Οι οπιντάνς, από την άλλη πλευρά γινόντουσαν συνήθως τραπεζίτες, πολιτικοί ή στρατιωτικοί15. Το Ήτον, είχε και έχει την αίγλη του πιο αριστοκρατικού, και οργανωμένου δευτεροβάθμιου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας. Ο Μέυναρντ δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη μορφωτική εκκίνηση.

Το πρόγραμμα διδασκαλίας περιελάμβανε Λατινικά, Αρχαία Ελληνικά, Μαθηματικά, Γαλλικά, ενώ οι Φυσικές Επιστήμες είχαν υποδεέστερο ρόλο16. Υπό την καθοδήγηση του νεοδιοριζόμενου επιμελητή καθηγητή του, Σάμιουελ Λούμποκ (Samuel Gurney Lubbock), ο ασχημούλης, ψηλόλιγνος και φιλάσθενος έφηβος, δεν άργησε να δείξει τις διανοητικές αλλά και ηγετικές του ικανότητες. Ο Μέυναρντ ενδιαφερόταν για την μεσαιωνική και την λατινική ποίηση και την Ιστορία και σάρωνε όλα τα μαθηματικά βραβεία – 10 την πρώτη χρονιά, 18 τη δεύτερη και 11 την τρίτη χρονιά. Το 1901, κέρδισε και το βραβείο Τόμλαϊν, το οποίο ήταν το σημαντικότερο βραβείο μαθηματικών του Ήτον. Η έφεση του στον γραπτό λόγο και η ικανότητα του να διατυπώνει αξιολογικές κρίσεις και να τις στοιχειοθετεί, του εξασφάλισαν βραβεία και στην έκθεση, ενώ ασχολήθηκε και με τη συγγραφή θεατρικών έργων. Όλα τα βραβεία συνοδεύονταν από χρηματικό έπαθλο, το οποίο με βάση τον κανονισμό του Ήτον, θα έπρεπε να διατεθεί στην αγορά βιβλίων. Ο Ρόμπερτ Σκιντέλσκι αναφέρει ότι όταν ο Κέυνς τέλειωσε τις σπουδές του στο Ήτον, η προσωπική του βιβλιοθήκη αριθμούσε πάνω από τριακόσια βιβλία, εκ των οποίων τα μισά είχαν προέλθει από βραβεία17.

Κατά την διάρκεια της φοίτησής του ο Κέυνς έγινε μέλος πολλών ομάδων και κύκλων, όπου δίνονταν διαλέξεις και γίνονταν συζητήσεις πάνω σε διάφορα φιλολογικά, ιστορικά, αλλά και πολιτικά θέματα. Το νεαρό της ηλικίας του δεν τον εμπόδιζε να έχει άποψη για μια σειρά ζητημάτων της τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής και να την εκφράζει. Για παράδειγμα δήλωνε υποστηρικτής της εξέγερσης (1899 – 1901) των Μπόξερς στην Κίνα, αν και πλήττονταν από την εξέγερση και τα συμφέροντα της Αγγλίας. Την ίδια περίοδο υποστήριξε την πατρίδα του, στον 2ο πόλεμο (1899 – 1902) της Μεγάλης Βρετανίας με τους Μπόερς της Νοτίου Αφρικής, αν και δεν δήλωσε συμμετοχή στο εθελοντικό εκστρατευτικό σώμα του Ήτον, για το μέτωπο, όπως έκαναν πολλοί συμμαθητές του. Ο Κέυνς ως πρακτικός πασιφιστής ποτέ δεν αμφέβαλλε για την ορθότητα της ύπαρξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, στην οποία «ο ήλιος δεν δύει ποτέ», ούτε απέκλειε το ενδεχόμενο του πολέμου προκειμένου να διατηρήσει την θέση της στην παγκόσμια σκακιέρα.
Στο Ήτον, ο Μέυναρντ απέκτησε τις πρώτες του φιλίες, αλλά και τις πρώτες του ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Να θυμίσουμε βέβαια ότι η ομοφυλοφιλία ήταν μέχρι και το 1967, ποινικό αδίκημα στην Αγγλία και την περίοδο της φοίτησής του στο Ήτον ήταν ακόμη νωπός ο απόηχος της δίκης εναντίον του συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ (1895). Το 1901 στις λεπτομερείς σημειώσεις για τις σεξουαλικές ομοφυλοφιλικές του περιπέτειες, ο Μέυναρντ καταγράφει την πρώτη του σχέση με τον 17χρονο συμμαθητή του στο Ήτον, τον Alfred Dillwyn “Dilly” Knox, (1884 –1943)18. Ο δεύτερος ερωτικός σύντροφος του Μέυναρντ στο Ήτον ήταν ο Ντάνιελ Μακμίλλαν (Daniel Macmillan), γιος του εκδότη Maurice Crawford Macmillan και μεγαλύτερος αδελφός του μελλοντικού πρωθυπουργού Harold Macmillan. Ο Ράινχαρντ Μπλόμερτ σημειώνει ότι τα συναισθήματα των μαθητών σε αυτόν τον κλειστό κόσμο του οικοτροφείου είχαν αποδέκτες το ίδιο φύλο – οι γυναίκες ανήκαν στον έξω κόσμο. Δεν τις θεωρούσαν ισάξιες, καθώς η κοινωνική τους θέση ήταν ακόμη περιορισμένη. Η ομοφυλοφιλία ήταν ένα είδος κουλτούρας που παρέπεμπε στα αρχαιοελληνικά πρότυπα και τους προσέδιδε την αύρα μιας ελίτ19.
Το 1902, στις απολυτήριες εξετάσεις, ο Κέυνς θα λάβει την τελευταία διάκριση του από το Ήτον, το βραβείο μαθηματικών Τσάμπερλαιν. Αυτή του η βράβευση συνοδεύτηκε με υποτροφία 80 λίρες το χρόνο για πανεπιστημιακές σπουδές, τα δίδακτρα και το κατάλυμά του, για 4 χρόνια.

Τον Οκτώβριο του 1902 γίνεται δεκτός στο King’s College του Κέιμπριτζ για να σπουδάσει Μαθηματικά και Κλασική Φιλολογία παρά τις πιέσεις του οικογενειακού φίλου και θεμελιωτή της Νεοκλασικής σχολής – Άλφρεντ Μάρσαλ, να σπουδάσει Οικονομικά. Και ο ίδιος ο Μάρσαλ, είχε σπουδάσει Μαθηματικά, αλλά μετά την ανάγνωση του έργου «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας» του Τζων Στιούαρτ Μίλλ20 (John Stuart Mill, 1806 – 1873), θα στρέψει το ενδιαφέρον του στην Οικονομική Επιστήμη. Το ίδιο τελικά θα κάνει και ο Κέυνς, διαβάζοντας το βιβλίο του Μάρσαλ «Αρχές των Οικονομικών».


Στο King’s College, ο Κέυνς εμφάνιζε μια εξαιρετικά μεγάλη δραστηριότητα, συμμετέχοντας σε διάφορους συλλόγους και οργανώσεις, όπως στην Λέσχη Πιττ, και στο Σύλλογο Απεννίνων, που ήταν και η παλαιότερη φιλολογική οργάνωση του Πανεπιστημίου. Στις 28 Ιανουαρίου 1903, έγινε μέλος μίας ελιτίστικης οργάνωσης που ονομαζόταν «Εταιρεία». Η οργάνωση – η πλήρης ονομασία της οποίας ήταν (Cambridge Conversazione Society) – είχε ιδρυθεί το 1820 από τον Τζωρτζ Τόμλισον (G. Tomlinson, 1794 – 1863). Επειδή τα ιδρυτικά μέλη ήταν 12, τους δόθηκε το όνομα «Απόστολοι». Ακολουθώντας τα πρότυπα των μασονικών οργανώσεων, ήταν μυστική οργάνωση με τελετουργικές διαδικασίες και κωδικούς επικοινωνίας. Νέα μέλη της γινόντουσαν μετά από πρόταση παλαιών μελών, προσεκτική εξέταση και ψηφοφορία, μόνο άριστοι φοιτητές, με κύρος ανάμεσα στους συμφοιτητές τους κυρίως από τα κολλέγια Christ’s, St John’s, Jesus, Trinity και King’s. Τον Κέυνς τον πρότειναν δύο παλαιότεροι φοιτητές του Trinity College, ο Λίτον Στράτσι (Lytton Strachey, 1880 – 1932) και ο Λέοναρντ Γούλφ (Leonard Woolf, 1880 – 1969). Ο Λίτον Στράτσι, εκείνη την περίοδο μάλιστα ήταν και ένας από τους ερωτικούς συντρόφους του Κέυνς (βλ. παρακάτω). Ο Κέυνς έγινε ο Απόστολος με τον αριθμό πρωτοκόλλου 243. Βασικός καταστατικός σκοπός της οργάνωσης ήταν η συζήτηση μεταξύ των μελών της ηθικών, φιλοσοφικών και πολιτικών ζητημάτων. Οι συναντήσεις της ομάδας πραγματοποιούνταν μία φορά την εβδομάδα, παραδοσιακά τα βράδια του Σαββάτου. Ένα μέλος προετοίμαζε και παρουσίαζε ένα θέμα, και ακολουθούσε συζήτηση, με την συνοδεία τσάι, καφέ και σαρδελών σε τοστ!21 Στο εξής το μεγαλύτερο μέρος της προσωπικής ζωής του Κέυνς θα περιστρεφόταν γύρω από τους Απόστολους. Εκεί θα γνωρίσει, θα μαθητεύσει και θα συνδεθεί φιλικά με παλαιότερα μέλη της Εταιρείας, τους διάσημους φιλοσόφους της εποχής του, τον Τζoρτζ Έντουαρντ Μουρ22 (George Edward Moore, 1873 – 1958), και τον Μπέρτραντ Ράσελ23 (Bertrand Arthur William Russell, 1872 – 1970).

Αργότερα, το 1912, ο ίδιος ο Κέυνς θα προτείνει στον πολλά υποσχόμενο μαθητή του Ράσελ, τον Λούτβιχ Βιτγκενστάιν24 (Ludwig Josef Johann Wittgenstein, 1889 – 1951), να γίνει μέλος της Εταιρείας, αλλά ο τελευταίος μετά από μία δοκιμαστική περίοδο αρνήθηκε να συμμετάσχει σε ανούσιες – όπως ο ίδιος τις θεωρούσε – συζητήσεις. Ο Κέυνς είχε αντίθετη άποψη. Η συμμετοχή του σε αυτές τις συγκεντρώσεις θα αποτελέσουν το καλύτερο σχολείο για τις μετέπειτα μάχες του στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων, στις αίθουσες διεθνών συνεδρίων και κυβερνητικών οργάνων, στις επιστημονικές διαμάχες με τους συναδέλφους του και τις πολιτικές διαμάχες με Υπουργούς και Πρωθυπουργούς. Συμμετείχε ενεργά στις μαζώξεις, έθετε τεκμηριωμένα τις απόψεις του, τις υπερασπιζόταν πεισματικά και συνήθως έβγαινε νικητής των συζητήσεων. Κατά γενική ομολογία των συμμετεχόντων στις σαββατιάτικες συζητήσεις, η ευφυΐα του μπορούσε να συγκριθεί μόνο με εκείνη του Μπέρτραντ Ράσελ, αν και ο τελευταίος είχε άλλη άποψη: «ο Κέυνς διέθετε τη μεγαλύτερη οξύνοια και διαύγεια πνεύματος που έχω συναντήσει ποτέ. Όταν διαπληκτιζόμουν μαζί του, ένιωθα ότι έπαιζα το κεφάλι μου, και σπανίως κατόρθωνα να βγω απ’ όλο αυτό δίχως να αισθάνομαι λίγο έως πολύ ανόητος». Άλλες προσωπικότητες, ωστόσο, όπως ο ιστορικός τέχνης Κένεθ Κλάρκ (Kenneth Clark, 1903 – 1983), είχαν την εντύπωση ότι χρησιμοποιούσε την απαστράπτουσα ευφυΐα του χωρίς ίχνος φειδούς: «ποτέ δεν χαμήλωνε τους προβολείς του»25.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ο Κέυνς διετέλεσε μέλος και πρόεδρος της «Cambridge Union» και του «University Liberal Club». Συμμετείχε ενεργά σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις βοηθώντας υποψήφιους του φιλελεύθερου κόμματο, όπως τον Έντουαρντ Χίλτον και τον Έντουιν Μόνταγκιου, παίρνοντας θέση, υπέρ του ελεύθερου εμπορίου και κατά των σχεδίων του Ιωσήφ Τσάμπερλαιν (Joseph Chamberlain, 1836 – 1914) για εισαγωγή προτιμησιακού δασμολογίου υπέρ της Κοινοπολιτείας και κατά των υπόλοιπων χωρών του κόσμου26. Τότε ήτανε οι δεξιοί συντηρητικοί που πάσχιζαν να θέσουν αναχώματα στην διεθνή κίνηση κεφαλαίων, κάτι που θα έθετε – σύμφωνα με αυτούς – σε κίνδυνο την οικονομική πρωτοκαθεδρία της Αυτοκρατορίας στον κόσμο27. Αντιμαχόταν την ιδέα της μετατροπής της Βρετανικής αυτοκρατορίας σε κλειστή λέσχη εμπορευόμενων που θα απέκλειε οποιοδήποτε τρίτο από τις θετικές συνέπειες της διεύρυνσης των διεθνών οικονομικών σχέσεων28 .
Η συμμετοχή του Κέυνς στις δραστηριότητες των πολυάριθμων επιστημονικών συλλόγων και οργανώσεων, έβαλε σε δεύτερη μοίρα την προετοιμασία του για τις τελικές εξετάσεις για το πτυχίο του στα Μαθηματικά. Έτσι τον Ιούνιο του 1905, αποφοίτησε καταλαμβάνοντας στη λίστα των αποτελεσμάτων την δωδέκατη θέση.
Σε ηλικία 22 ετών, ο Κέυνς μετά την αποφοίτησή του εξέταζε δύο επιλογές: είτε να συνεχίσει αμέσως τις μεταπτυχιακές σπουδές του, είτε να δώσει εξετάσεις για μια θέση στο δημόσιο. Στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της αγγλικής δημόσιας διοίκησης από τον φιλελεύθερο πρωθυπουργό Ουίλιαμ Γκλάντστοουν (William Ewart Gladstone, 1809 – 1898), τις δεκαετίες 1860 και 1870, ήταν και η εισαγωγή ανοιχτής εξεταστικής διαδικασίας, κατά τα πρότυπα των μεγάλων πανεπιστημίων Κέιμπριτζ και Οξφόρδης, προκειμένου να γίνει δεκτός κάποιος στη δημόσια διοίκηση29. Γνωρίζοντας ότι η πανεπιστημιακή καριέρα θα του εξασφάλιζε ελάχιστο εισόδημα, επέλεξε να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις πρόσληψης στον δημόσιο τομέα στο Λονδίνο. Ανάμεσα στα μαθήματα που θα διαγωνιζόταν ήταν και τα οικονομικά. Τότε είναι που θα παρακολουθήσει, για οκτώ βδομάδες, τις διαλέξεις του Μάρσαλ και για πρώτη φορά θα διαβάσει το βιβλίο του «Αρχές των Οικονομικών». Τότε θα αναπτύξει φιλικές σχέσεις και με τον Πιγκού30 (Arthur Cecil Pigou, 1877 – 1959). Ο Μάρσαλ διαβάζοντας τις εργασίες του Κέυνς εντυπωσιαζόταν, και συνεχώς τον παρότρυνε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τα οικονομικά. Παρ’ όλη την πίεση του Μάρσαλ, του Πιγκού αλλά και του πατέρα του, ο Μέυναρντ είχε πάρει τις αποφάσεις του. Τον Αύγουστο του 1906, ο Κέυνς έδωσε εξετάσεις (Αγγλική φιλολογία, Ψυχολογία, Ηθική, Λογική, Φιλοσοφία, Ιστορία, Πολιτική επιστήμη, Οικονομία και Μαθηματικά) για διορισμό στο δημόσιο. Ανάμεσα σε 104 υποψηφίους ήρθε δεύτερος στην κατάταξη. Για τον Κέυνς αυτό ήταν αποτυχία γιατί έχασε την θέση στο Υπουργείο Οικονομικών που κατέλαβε ο πρώτος, ενώ αυτός θα έπρεπε να ικανοποιηθεί με την θέση στο Υπουργείο (Γραφείο, Διεύθυνση) Ινδιών (Indian Office). Αυτό όμως που εξόργισε τον Κέυνς, ήταν ότι ενώ ήρθε πρώτος στο μάθημα της Έκθεσης, της Λογικής, της Ψυχολογίας, της Πολιτικής Επιστήμης, δεν έγραψε καλά στα Μαθηματικά και στην Πολιτική Οικονομία. «Προφανώς, γνώριζα περισσότερα για την οικονομία απ’ τους εξεταστές μου» θα γράψει αργότερα, στον φίλο του Λίτον Στράτσι. Σύμφωνα με το μεγάλο ιστορικό της οικονομικής σκέψης Ρ. Χαϊλμπρόνερ (Robert L. Heilbroner, 1919 – 2005), το σχόλιο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ασυγχώρητα αλαζονικό, αν δεν ήταν απόλυτα αληθές στην περίπτωσή του31. Έτσι «με μισή καρδιά», απ’ τον Οκτώβριο του 1906, αρχίζει να εργάζεται στο Λονδίνο, αρχικά στην Στρατιωτική Διεύθυνση του Υπουργείου Ινδιών σε μια όχι και ιδιαίτερα απαιτητική θέση. Η πρώτη εργασία που του ανατέθηκε ήταν η οργάνωση αποστολής δέκα ταύρων από την Βρετανία στη Βομβάη. Η απόλυτη απογοήτευση! Δεν ήταν αυτό που περίμενε, γι αυτό δεν έχασε χρόνο. Ταυτόχρονα με την ανιαρή για τον ίδιο δουλειά του στο Υπουργείο, άρχισε να προετοιμάζει το σχέδιο για την διατριβή του πάνω στην θεωρία των Πιθανοτήτων, με σκοπό να επιστρέψει στα πανεπιστημιακά δρώμενα.
Τον Μάρτιο του 1907 ο Κέυνς πήρε μετάθεση στη «Διεύθυνση Εισοδημάτων, Στατιστικής και Εμπορίου» του ίδιου Υπουργείου. Το διαμέρισμα που διέμενε, στο Σεντ Τζέημς Κορτ, απείχε πέντε λεπτά από την δουλειά του. Συνήθιζε να παίρνει το δείπνο ή το τσάι του με τον Στράτσι, μερικές φορές με την Βανέσα και τον Κλάιβ Μπελ, χωρίς ωστόσο να ανήκει ακόμα στον κύκλο του Μπλούμσμπερυ (βλ. παρακάτω). Ο Τζόφρυ Σκοτ έμενε συχνά το βράδυ στο σπίτι του. Επίσης σύχναζε τακτικά στο θέατρο, σε παλαιοπωλεία και άρχισε να ενδιαφέρεται για την ζωγραφική32.
Κατά την περίοδο που ο Κέυνς εργάστηκε στο Υπουργείο Ινδιών, αν και ποτέ δεν το παραδέχτηκε, η εμπειρία που απέκτησε στο τρόπο που λειτουργούσε εσωτερικά το κράτος – η Αυτοκρατορία, ήταν πολύτιμη. Ο Κέυνς ήταν συντάκτης διαφόρων υπομνημάτων όπως αυτού που κατέθεσε το Μάρτιο του 1907, σχετικά με το εμπόριο ινδικού νήματος και το σχέδιο ανάκαμψης των εξαγωγών του, στις χώρες της Δύσης και ιδίως στις Η.Π.Α., καθώς και εκθέσεων ευρύτερου οικονομικού ενδιαφέροντος, όπως η ετήσια «Έκθεση για την Ηθική και Υλική Πρόοδο της Ινδίας», που το Υπουργείο Ινδιών καταθέτει στη Βουλή. Αν και το κύρος του μέσα στο Υπουργείο συνεχώς μεγάλωνε, τον ίδιο, το περιβάλλον και το αντικείμενο εργασίας του, τον άφηνε παγερά αδιάφορο. «Με έχει αηδιάσει αυτό το μέρος και θέλω να παραιτηθώ», έγγραφε στον Στράτσι το Σεπτέμβριο του 1907. Όλοι στη Διεύθυνση Ινδιών, σύμφωνα με τον Κέυνς, κοίταζαν να σώσουν το τομάρι τους και ο φόβος για την ανάληψη ευθύνης ήταν σχεδόν παθολογικός33. Πριν προχωρήσει με την παραίτηση του, στις 12 Δεκεμβρίου του 1907, παρέδωσε την διατριβή του στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, με την ελπίδα να κερδίσει μια εξαετή υποτροφία και την θέση της μιας εκ των δύο κενών θέσεων υφηγεσίας. Οι εξεταστές ήταν δύο ο Ου. Ε. Τζόνσον, στενός φίλος του πατέρα του και ο Άλφρεντ Νορθ Γουάιτχεντ (Alfred North Whitehead, 1861 – 1947). Οι διαγωνιζόμενοι ήταν τέσσερις και όταν ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, τον Μάρτιο του 1908, ο Κέυνς, δεν ήταν ένας από τους δύο εκλεγέντες. Είχε έρθει τρίτος στην κατάταξη. Και πάλι ο Μέυναρντ, τα έβαλε με τους εξεταστές του και με την αδυναμία τους – κατά τον ίδιο – να κατανοήσουν τι έγραφε στην διατριβή του34. Τελικά όμως, λίγο η τύχη (την Άνοιξη του 1908, ελευθερώθηκε μια θέση λόγο μετακίνησης ενός υφηγητή Οικονομικών του Κέιμπριτζ, στο Πανεπιστήμιο του Λίντς), λίγο έως πολύ, η παρέμβαση του Μάρσαλ, του Πιγκού και του πατέρα του Νέβιλ, έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στις 3 Ιουνίου το Συμβούλιο Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών στο οποίο προήδρευε ο Νέβιλ Κέυνς, ενέκρινε δύο νέες θέσεις λεκτόρων. Η μία απ’ αυτές καλύφτηκε από τον Τζων Μέυναρντ Κέυνς. Δύο μέρες αργότερα, την ημέρα των εικοστών πέμπτων γενεθλίων του, παραιτείται από το Γραφείο Ινδιών και εντάσσεται στο προσωπικό του King’s College. Στην αρχή ο Κέυνς δίδασκε μόνο Καθαρή και Εφαρμοσμένη Θεωρία του Χρήματος, όπως την είχε διδάξει ο Μάρσαλ. Όταν ο τελευταίος έγινε ομότιμος και αποσύρθηκε, ο Κέυνς δίδαξε δίπλα στον Πιγκού το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών μαθημάτων.
Τελικά αν και δεν τον έλκυε η Οικονομική Επιστήμη, τόσο όσο, η Φιλοσοφία, η Στατιστική και τα Μαθηματικά, και με ετήσιες αμοιβές μόνο 200 στερλίνες35, αναγκάστηκε ως κίνηση απόδρασης από το Υπουργείο Ινδιών, να διοριστεί, στο Οικονομικό τμήμα του Κινγκς. Λίγο πριν ξεκινήσει την νέα του δουλειά, μαζί με τον νέο του σύντροφο, ξάδερφο του Λίτον Στράτσι, τον ζωγράφο Ντάγκαν Γκράντ, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1908, θα κάνουν παρατεταμένες διακοπές στα Χάιλαντς της Σκωτίας. Για τον Στράτσι το γεγονός αυτό υπήρξε μια προδοσία και αν και η σχέση του με τον Κέυνς αποκαταστάθηκε, ποτέ δεν ξαναβρήκαν την επιστήθια φιλία που είχαν πριν μπει ανάμεσά τους ο Γκράντ36.


Στο Κέιμπριτζ ο Κέυνς εγκαταστάθηκε σε ένα συγκρότημα δωματίων πάνω από την πύλη που συνέδεε την Κινγκς Λέιν με το Γουέμπς Κορτ, και έζησε εκεί, όλη την περίοδο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο. Ο νεαρός λέκτορας Κέυνς για να αυξήσει το ετήσιο εισόδημά του, αναλάμβανε την αρκετά κερδοφόρα προετοιμασία φοιτητών για τις πτυχιακές τους εξετάσεις, αλλά και τη αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά, που θα τον έκανε σύντομα αρκετά γνωστό και εκτός Κέιμπριτζ. Ήδη από το 1909 αρθρογραφούσε τακτικά στη New Quarterly και στη Daily News του Κέιμπριτζ, αλλά και στον Economist. Μάλιστα την περίοδο της πολιτικής κρίσης που είχε ξεσπάσει το 1909, λόγω της καταψήφισης του προϋπολογισμού του Φιλελεύθερου Υπουργού Οικονομικών Λόυντ Τζόρτζ, και της επακόλουθης εκλογικής αναμέτρησης, είχε υποστηρίξει τα μέτρα αύξησης της φορολογίας των μονοπωλίων, των μεγάλων επιχειρήσεων και των πλουσίων, που πρότειναν οι Φιλελεύθεροι, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως εκείνες της θέσπισης των συντάξεων, του επιδόματος ανεργίας και της κρατικής οικονομικής ενίσχυσης για τους ασθενείς και τους ανάπηρους.
Ένα χρόνο μετά την έναρξη των διδακτικών του καθηκόντων, στις 16 Μαρτίου 1909, δουλεύοντας πάλι τη διδακτορική του διατριβή, κατάφερε να λάβει την επιθυμητή υποτροφία. Οι θέσεις του είχαν πείσει τώρα και τον Γουάιτχεντ37. Την ίδια χρονιά ο Κέυνς έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό για το βραβείο Άνταμ Σμιθ, τον οποίο και κέρδισε, επιλέγοντας το θέμα: «Η μέθοδος των αριθμοδεικτών για τη μέτρηση της γενικής ανταλλακτικής αξίας (Γενικό επίπεδο τιμών)». Με το ερώτημα πως μπορεί να μετρηθεί ο πληθωρισμός και ο αντιπληθωρισμός, επεξεργάστηκε μια μέθοδο, που εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα και ήταν αντίθετη με τη μέθοδο που εφάρμοζαν οι οικονομολόγοι της Μαθηματικής σχολής Ουίλιαμ Στάνλεϋ Τζέβονς38 (William Stanley Jevons, 1835 –1882)και Φράνσις Ισίντρο Έτζγουορθ39 (Francis Yzidro Edgeworth, 1845 – 1926). Ο Κέυνς έθεσε κριτήρια για να συναγάγει έναν χρήσιμο ορισμό ενός γενικού δείκτη τιμών: Θα έπρεπε να εξεταστούν όσο το δυνατό περισσότερα από τα αναγκαία προϊόντα και των οποίων η κατανάλωση παρουσιάζει την μεγαλύτερη δυνατή σταθερότητα. Στη συνέχεια έπρεπε να υπολογιστεί ο μέσος όρος της τιμής αυτών των προϊόντων όσο το δυνατόν ακριβέστερα, σύμφωνα με τη σειρά προτίμησής τους, σε σχέση με το συνολικό καλάθι των προϊόντων40.
Τον Οκτώβριο του 1909 θα ιδρύσει τη Λέσχη Πολιτικής Οικονομίας. Κάθε Δευτέρα απόγευμα, ο Κέυνς προσκαλούσε, στους χώρους που διέμενε στο Πανεπιστήμιο, διακεκριμένους νέους φοιτητές και οικονομολόγους, να παρουσιάσουν ένα οικονομικό θέμα, ενώ ακολουθούσε συζήτηση και παρέμβαση του ίδιου. Οι συζητήσεις στην Λέσχη τελικά αναδείχθηκαν σε θεσμό του Κέιμπριτζ. Ανάμεσα στους καλεσμένους του θα είναι οι μετέπειτα μεγάλοι οικονομολόγοι: Dennis Robertson (1890 – 1963), Richard Kahn (1905 – 1989), Piero Sraffa (1898 – 1983), Maurice Dobb (1900- 1976), Austin Robinson (1897 – 1993), Ralph G. Hawtrey (1879 – 1975), κ.ά.
Ο Κέυνς ταυτόχρονα με τις παραδόσεις του στο Πανεπιστήμιο, τα ιδιαίτερα μαθήματα, τις μαζώξεις στην Λέσχη, την αρθρογραφία του σε εφημερίδες και περιοδικά, ήδη από το 1909, άρχισε να ξαναδουλεύει την διατριβή του πάνω στο θέμα της θεωρίας των Πιθανοτήτων, με σκοπό να την ετοιμάσει προς δημοσιεύσει σε μορφή βιβλίου. Τελικά η έκδοση του βιβλίου με τίτλο «Πραγματεία στις Πιθανότητες» θα καθυστερήσει έντεκα ολόκληρα χρόνια. Σύμφωνα με τον Κέυνς το μέλλον χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και άρα οι ανθρώπινες δράσεις θα πρέπει να στηρίζονται όχι τόσο στην ανάλυση, αλλά στο ένστικτο. Η άποψη του αυτή, διαπερνά όλη την μετέπειτα οικονομική του σκέψη, αλλά και τον τρόπο που θα έβγαζε χρήματα στο χρηματιστήριο. Η κερδοσκοπική του δράση, όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του Ρ. Σκιντέλσκι, ξεκινάει αυτή την περίοδο και εκτός της πρόθεσης του να αποκομίσει κέρδη, ήθελε να ελέγξει στην πράξη την νέα του θεωρία των πιθανοτήτων. «Τα πρωινά, μένω στο κρεβάτι ώρες ολόκληρες», έγραφε στον πατέρα του το 1908, «διαβάζοντας πραγματείες που έχουν γραφτεί από μέλη του χρηματιστηρίου για την φιλοσοφία των πιθανοτήτων. Η πιο βάσιμη πραγματεία που έχω διαβάσει έως τώρα ανήκει στον ιδιοκτήτη ενός παράνομου γραφείου στοιχημάτων»41.

Το 1910 έγραφε: «Ο επενδυτής επηρεάζεται, όπως είναι προφανές, όχι από το καθαρό εισόδημα που θα του αποφέρει η επένδυση του μακροπρόθεσμα, αλλά από τις προσδοκίες του. Συχνά οι προσδοκίες του αυτές συμβαίνει να εξαρτώνται από την μόδα, τη διαφήμιση ή από τα εκάστοτε απολύτως ανορθολογικά κύματα αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας. Ομοίως, με τη λέξη κίνδυνος δεν εννοούμε τον πραγματικό κίνδυνο όπως μετράται από την πραγματική μέση τιμή της συγκεκριμένης επενδυτικής κατηγορίας σε όλη τη χρονική περίοδο την οποία αφορά η προσδοκία, αλλά τον κίνδυνο όπως αυτός αποτιμάται, σοφά ή ανόητα, από τον επενδυτή». Άν η σημαντική καινοτομία του Κέυνς ήταν να εισαγάγει τις «προσδοκίες» στην οικονομική θεωρία, μπορεί κανείς να δει ότι η ιδέα αυτή τον απασχολούσε καιρό πριν γράψει τις μεγάλες του πραγματείες42.
Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, και ενώ η επαγγελματική ζωή του Τζων Μ. Κέυνς είχε πλέον σε γενικές γραμμές οριοθετηθεί, στην προσωπική του ζωή, αυτό που στο εξής θα την γεμίσει, είναι η ένταξη του στην περίφημη Ομάδα Μπλούμσμπερυ (Bloomsbury Group), μια κοινότητα συγγραφέων, ζωγράφων, κριτικών τέχνης, δημοσιογράφων, που οι απόψεις τους είχαν καταλυτική επίδραση στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της Αγγλίας.
Η Ομάδα είχε δημιουργηθεί το 1905 με πρωτοβουλία των 4 παιδιών του Σερ Λέσλι Στίβεν (της Βιρτζίνια, της Βανέσα του Έιντριαν και του Τόμπυ) και σε αυτήν εντάχθηκαν πολλά από τα μέλη των Αποστόλων, αλλά και του κλαμπ – Fabian Society. Αντίθετα με τους «Απόστολους» εδώ επιτρεπόταν και η συμμετοχή γυναικών. Η Βιρτζίνια (Στίβεν) Γούλφ αναφέρει για πρώτη φορά την Ομάδα ως «Μπλούμσμπερυ» σε μια επιστολή της, το 1914, αντιπαραβάλλοντας τους φίλους της που κατοικούσαν στην συνοικία Μπλούμσμπερυ του Λονδίνου, με ανθρώπους που συναντούσε κατά τις επισκέψεις της στο Northumberland43.
Πρώτο στέκι της Ομάδας έγινε η νέα οικία της οικογένειας Στίβεν, στην Γκόρντον Σκουαίρ 46, στο Μπλούμσμπερυ, στην οποία μετακόμισαν μετά τον θάνατο του πατέρα τους.

Εκτός από τα αδέρφια Στίβενς άλλα μέλη της Ομάδας ήταν ο συγγραφέας Λέοναρντ Γούλφ [σύζυγος της μυθιστοριογράφου Βιρτζίνια (Στίβεν) Γούλφ], ο κριτικός τέχνης Κλάιβ Μπέλ [σύζυγος της ζωγράφου Βανέσα (Στίβεν) Μπέλ], ο συγγραφέας Ε.Μ. Φόρστερ, ο επίσης συγγραφέας και εκδότης Ντέιβιντ Γκαρνέτ, ο ζωγράφος και κριτικός τέχνης Ρότζερ Φράι, ο δημοσιογράφος Ντέσμοντ Μακκάρθυ και η σύζυγος του δοκιμιογράφος Μαίρι, ο Λίτον Στράτσι και ο ξάδερφός του ζωγράφος Ντάγκαν Γκράντ. Ο τελευταίος θα φέρει στην παρέα τον Κέυνς το 1909. Ο Μέυναρντ θα γίνει αμέσως η ψυχή της παρέας, με το παρατσούκλι Pozzo, από το όνομα ενός Κορσικανού διπλωμάτη του 19ου αιώνα, γνωστού για τα πολυσχιδή ενδιαφέροντα του και τις ραδιουργίες του44. Οι συζητήσεις τους, κάθε Πέμπτη, στην Γκόρντον Σκουαίρ 46, επικεντρώνονταν στην ηθική του Μουρ και τις απόψεις του για τον έρωτα και το κάλος. Οι «Μπλούμσμπερυ» στράφηκαν κατά της κυρίαρχης σεμνοτυφίας, κατά της επιδίωξης της καθαρά υλικής επιτυχίας και κατά της περιφρόνησης της Τέχνης που έτρεφε η αγγλική ελίτ. Κατηγορούσανε την Βρετανική Αυτοκρατορία ότι δεν δημιουργούσε δεσμούς μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, με συνέπεια οι πολιτισμικές διαφορές να παραμένουν αξεπέραστες. Η Ομάδα στράφηκε επιπλέον και κατά της χριστιανικής πίστης και της ιδέας του προπατορικού αμαρτήματος, που σύμφωνα με τον Ράσελ και τον Λίτον Στράτσι αποτελούσε πηγή φόβου και ανοησίας, και κατά του μαρξισμού που τον έβλεπαν ως μία νέα, αλλά εξίσου μη πειστική θρησκεία45.
Μετά τον θάνατο του Τόμπυ Στίβεν από τύφο το 1906, και τον γάμο της Βανέσα Στίβεν με τον Κλάιβ Μπέλ, τα άλλα δύο αδέρφια (Βιρτζίνια και Άντριαν), το 1907, μετακόμισαν πολύ κοντά, στην Φίτζροϊ Σκουαίρ 29. Αυτό ήταν το δεύτερο στέκι της παρέας. Εδώ θα αρχίσουν να έρχονται και μια νέα γενιά «Αποστόλων» όπως ο Χάρυ Νόρτον, ο Τζέιμς Στράτσι (αδερφός του Λίτον), ο Τζέραλντ Σοβ και ο Φράνσις Μπίρελ46.

Όταν το 1911 ο Άντριαν και η Βιρτζίνια Στίβεν αποφάσισαν να αφήσουν το σπίτι της Φίτζροϊ Σκουαίρ και να συγκατοικήσουν με φίλους, ο Κέυνς μετακόμισε μαζί τους στο σπίτι της Μπράνσγουικ Σκουαίρ 38. Μάλιστα το μισθωτήριο ήταν στο όνομα του. Αυτό θα γίνει το τρίτο στέκι της Ομάδας. Ο Κέυνς έμενε μαζί με τον Γκράντ στο ισόγειο, ο Άντριαν στον πρώτο όροφο και η Βιρτζίνια στον δεύτερο. Για ορισμένους μήνες στο δώμα έμενε ο Λέοναρντ Γουλφ, ενώ από το 1912, όταν παντρεύτηκαν με τη Βιρτζίνια και μετακόμισαν στο δικό τους σπίτι, ο Κέυνς έφερε στην θέση του, τον αδερφό του Τζέφρυ47.

Εκτός από το Μπλούμσμπερυ του Λονδίνου, στέκι της ομάδας, θα γίνει και μια φάρμα στο Τσάρλεστον του Σάσσεξ, όπου θα μετακομίσει μετά τον χωρισμό της από τον Κλάιβ Μπέλ, το 1916, η Βανέσα Μπέλ μαζί με τα παιδιά της και τους Ντάνκαν Γκράντ, Ντέιβιντ Γκάρνετ και Τζέιμς Στράτσι.

Την ίδια χρονιά στο σπίτι των Μπελ, στην Γκόρντον Σκουαίρ 46, θα μετακομίσει ο Κέυνς και θα ζήσει εκεί μέχρι τον θάνατο του.

Ο Κέυνς έζησε με τους «Μπλούμσμπερυ», τουλάχιστον μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, την πιο ανέμελη και ευχάριστη περίοδο της ζωής του. Εκτός από το ότι μοιράζονται κοινές αισθητικές και φιλοσοφικές απόψεις, που σχετίζονται κυρίως με την απελευθέρωση της τέχνης, αλλά και της ζωής από όλες τις πιθανές δογματικές τάσεις, τα μέλη του κύκλου Μπλούμσμπερυ συνήθιζαν να καλλιεργούν ερωτικές σχέσεις, ως ένα είδος πειράματος που θα τους έφερνε νέες εμπειρίες, σε πείσμα των συμβατικών ηθών. Στις ερωτικές επιλογές τους συμπεριλαμβάνονταν και οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις .

https://www.flowmagazine.com/flow-magazine/as-seen-in-flow/wonderful-world-bloomsbury-group.html
Ο Μέυναρντ πριν μπει στην ομάδα, είχε ερωτικές επαφές με τους αδελφούς (Λίτον και Τζέιμς) Στράτσι για τρία χρόνια, ενώ αργότερα και για μια πενταετία με τον ξάδελφο τους, Ντάγκαν Γκράντ. Ο τελευταίος ταυτόχρονα είχε σχέση με την ζωγράφο Βανέσα Μπελ, αδελφή της Βιρτζίνια Γούλφ και σύζυγος του Κλάιβ Μπελ, με την οποία θα αποκτήσουν και μία κόρη. Ο Λίτον Στράτσι θα έχει σχέσεις με τη ζωγράφο Ντόρα Κάριγκτον και τον άνδρα της Ράλφ Πάρτριτζ. Το ερωτικό τους τρίγωνο θα συνεχιστεί μέχρι τον θάνατο του Λίτον, τον Ιανουάριο του 1932. Δύο μήνες αργότερα, μην μπορώντας να αντέξει τον χαμό του αγαπημένου της, η Ντόρα θα αυτοκτονήσει48. Η Βιρτζίνια Γούλφ προτιμούσε ερωτικά τις γυναίκες. Μέσω της ομάδας, γνώρισε τη συγγραφέα Βίτα Σάκβιλ-Ουέστ, το 1922 με την οποία είχαν, σύμφωνα με τα λεγόμενα της τελευταίας, συνευρεθεί σεξουαλικά δύο φορές. Θεωρείται ότι, η Γούλφ έγραψε το βιβλίο «Ορλάντο», εμπνευσμένη από την ερωμένη της. Το βιβλίο έχει περιγραφεί ως το «μακρύτερο και πιο μαγευτικό ερωτικό γράμμα στην ιστορία»49.
Ο Κέυνς, που του άρεσαν πάντα οι στατιστικές – είτε για την οικονομία, είτε για το κρίκετ ή για το γκολφ – κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις για τις σεξουαλικές ομοφυλικές του περιπέτειες με τα αρχικά των συντρόφων του και ημερομηνίες δίπλα από αυτά: «Αγόρι στους στάβλους του Παρκ Λέιν, ο Σουηδός στην Πινακοθήκη, ο στρατιώτης στα λουτρά, ο Γάλλος κληρωτός, ο Εκβιαστής, 16χρονος κάτω από την Αίτνα, Παιδί του ασανσέρ στο Βόξχολ, Εβραιόπουλο, Μέγας Δούκας Κύριλλος στα λουτρά στο Παρίσι»50. Η καταγραφή ξεκινά όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το 1901 και αναφέρεται σε επαφή με τον 17χρονο συμμαθητή του στο Ήτον, τον Alfred Dillwyn “Dilly” Knox. Στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Νοξ θα συμμετέχει στην ομάδα αποκωδικοποίησης του «Τηλεγραφήματος Zimmermann», και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων που είχαν κωδικοποιηθεί με τη συσκευή Enigma51. Το 1906 ο Κέυνς θα αναφέρει και μία από τις λιγοστές σεξουαλικές σχέσεις που είχε εκείνη την εποχή με γυναίκα. Πρόκειται για την Rachel Pearsall Conn Costelloe, μετέπειτα δεύτερη σύζυγο του Όλιβερ Στράτσι και μεγαλύτερη αδελφή της Κάριν – της συζύγου του Άντριαν Στίβεν. Ο Μέυναρντ φέρεται, να είχε 65 ομοφυλικές «συνευρέσεις» το 1909, 26 το 1910 και 39 το 1911. Το 1913, διατηρούσε δεσμό με έναν παίκτη της Aston Villa, για χάρη του οποίου, μπαίνει στη διαδικασία να παρακολουθεί ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις. Ο βιογράφος του Richard Davenport-Hines, αποκαλύπτει ότι ο Κέυνς συναντούσε τους συντρόφους του σε βαγόνια τρένων, κολέγια του Κέιμπριτζ και στις συνοικίες του Σόχο και του Μπλούμσμπερυ του Λονδίνου, χωρίς να αποκλείονται τα δημόσια πάρκα και τα λουτρά52.
Άλλα αρκετά με την πικάντικη σεξουαλική ζωή του Κέυνς, ας επιστρέψουμε στην επαγγελματική σταδιοδρομία του.
Τον Ιούνιο του 1911, ο Κέυνς διορίστηκε υφηγητής της Οικονομίας στο Κινγκς, έγινε μέλος της επιτροπής υποτροφιών και του ανατέθηκε η οικονομική διαχείριση του Κολεγίου. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, ο Κέυνς σε ηλικία 28 ετών, ανέλαβε επιμελητής έκδοσης του «Economic Journal», διαδεχόμενος τον Φράνσις Ι. Έτζγουορθ. Εδώ να πούμε ότι η πρώτη επιλογή, για τον πρώτο επιμελητή έκδοσης του Economic Journal, ήταν ο πατέρας του Μέυναρντ, ο Νέβιλ Κέυνς, αλλά λόγω μεγάλου φόρτου εργασιών του, επιλέχτηκε ο Έτζγουορθ. Τελικά ένας Κέυνς θα αναλάβει αυτό το περιοδικό και θα το κάνει, όπως και ήλπιζαν οι εμπνευστές του (Herbert Somerton Foxwell, Alfred Marshall, Robert Harry Inglis Palgrave, και John Neville Keynes) το οικονομικό έντυπο με τη μεγαλύτερη επιρροή στη Βρετανία. Ο Έτζγουορθ, είναι αλήθεια, επέστρεψε για να τον βοηθήσει στην εκδοτική δραστηριότητα, από το 1918 έως το 1925, οπότε και αποχώρησε οριστικά, και τον διαδέχθηκε ο Μακ Γκρέγκορ (David Hutchison Mac Gregor, 1877 – 1953), έως το 1934. Τον Μακ Γκρέγκορ διαδέχθηκε ο Όστιν Ρόμπινσον (Austin Robinson, 1897 – 1993), που συνέχισε να βοηθά τον Κέυνς έως το 1945. Ωστόσο στην διάρκεια όλων αυτών των ετών, τις σημαντικότερες ευθύνες είχε ο ίδιος ο Κέυνς, ο οποίος έπαιρνε τις κύριες αποφάσεις σχετικά με τα άρθρα που θα δημοσιεύονταν στο Economic Journal, χωρίς καμία διακοπή, εκτός από ένα δύο τεύχη, όταν ήταν σοβαρά άρρωστος το 1937. Μόνο λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, όταν εξελέγη πρόεδρος της Βασιλικής Οικονομικής Εταιρείας, το 1945, ο Κέυνς μεταβίβασε τα καθήκοντα του επιμελητή έκδοσης στον Ρόι Χάροντ (Roy Harrod, 1900 – 1978) και τα καθήκοντα του γραμματέα της Εταιρείας στον Όστιν Ρόμπινσον. Το φθινόπωρο του 1912, ο Μέυναρντ εκλέγεται και στο ΔΣ του Κινγκς, με τον πατέρα του στη θέση του Γραμματέα53. Άν όμως οι φιλοδοξίες του Τζων Νέβιλ Κέυνς μπορούσαν να ικανοποιηθούν εντός των συνόρων του Πανεπιστημίου, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις φιλοδοξίες του υιού Κέυνς. Τα όρια του Κέιμπριτζ ήταν στενά για τον Μέυναρντ. Έτσι όταν τον Απρίλιο του 1913, του γίνεται η πρόταση να γίνει γραμματέας της Βασιλικής Επιτροπής για το Ινδικό Νόμισμα και την Ινδική Οικονομία (Royal Commission on Indian Currency and Finance), προκειμένου να εξεταστεί το ινδικό νομισματικό σύστημα και η πολιτική αποθεμάτων χρυσού της Ινδίας, αποδέχεται την πρόταση μιας και η προϋπηρεσία του στο Υπουργείο Ινδιών και οι έρευνες του στην ινδική οικονομία, τον καθιστούσαν ως τον πλέον ειδικό σε αυτό τον τομέα. Μάλιστα είχε δώσει και μια σειρά διαλέξεων πρώτα, το 1910, στο London School of Economics (LSE), αλλά και λίγο αργότερα, το 1911, στη Royal Economic Society, σχετικά με την οικονομία και το νομισματικό σύστημα της Ινδίας. Το υλικό αυτών των διαλέξεων, αλλά και οι σχετικές δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες, θα δουλευτούν ξανά και στις αρχές του 1913, προτού γίνει μέλος της Βασιλικής Επιτροπής, θα πάρουν την μορφή μονογραφίας με τίτλο «Ινδικό Νόμισμα και Οικονομία». Αυτό θα αποτελέσει και το πρώτο ολοκληρωμένο έργο του Κέυνς.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, επιχειρηματολογούσε εναντίον του άκαμπτου «Kανόνα Xρυσού»54 για την Ινδία και υπέρ του «Κανόνα Χρυσού-Συναλλάγματος»55, που θα εξασφάλιζε πολύ μεγαλύτερη οικονομική ελαστικότητα. Ο Κέυνς πρότεινε η κάλυψη με χρυσό να αφορά μόνο το εξωτερικό εμπόριο και όχι το εσωτερικό. Το σύστημα Χρυσού-Συναλλάγματος διέθετε κατά την γνώμη του το πλεονέκτημα, ότι τα αποθέματα χρυσού δεν ήταν απαιτητά και επομένως, για όσο χρονικό διάστημα δεν απαιτούνταν μπορούσαν να αποφέρουν κέρδος. Επίσης το θεωρούσε ιδανικό για τις Ινδίες, καθώς δεν ήταν οικονομικό κέντρο, όπως το Λονδίνο, όπου ο αμιγής Κανόνας Χρυσού ήταν απαραίτητος για να προσφέρει όλες τις εξασφαλίσεις που χαρακτηρίζουν ένα οικονομικό κέντρο. Στο βιβλίο του πρότεινε και την δημιουργία, στην Ινδία, μιας Κεντρικής Τράπεζας, ενός αποθεματικού συστήματος, που θα επέτρεπε στους Ινδούς διαχειριστές του νομίσματος μια ευέλικτη προσφορά πιστώσεων. Μάλιστα οι προτάσεις του κατατέθηκαν στην Βασιλική Επιτροπή, κατόπιν παραγγελίας της, με την μορφή υπομνήματος 60 σελίδων, στο οποίο πρότεινε τη δημιουργία μιας ομόσπονδης Κεντρικής Τράπεζας για την Ινδία κατά το πρότυπο του Γερμανικού Ράιχ, ένα σχέδιο που είχε προταθεί και για τις ΗΠΑ εκείνο τον καιρό, από τον γερμανικής καταγωγής τραπεζίτη Πολ Γουόρμπεργκ. Από το υπόμνημα του Κέυνς υιοθετήθηκαν τόσο οι προτάσεις για το αποθεματικό σε χαρτονόμισμα, όσο και ο κανόνας του αποθεματικού σε χρυσό και η πρότασή του για την κρατική τράπεζα56.
Ο Κέυνς, ακόμα και στα πρώιμα στάδια της καριέρας του, έβλεπε τον ρόλο της οικονομίας σαν μια σειρά από πρακτικές λύσεις στα προβλήματα της πραγματικής ζωής57.
(συνεχίζεται)
Σημειώσεις
- Davenport-Hines R., 2015, σσ. 35 – 36
- Blomert R., 2019, σ. 10
- Μάρσαλ, Άλφρεντ (Alfred Marshall, 1842 – 1924). Άγγλος οικονομολόγος και πανεπιστημιακός. Σπούδασε Μαθηματικά, Φυσική και Θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, στο οποίο έγινε αργότερα καθηγητής Μαθηματικών και Λογικής. Επηρεασμένος όμως από το έργο του Τζων Στιούαρτ Μίλλ άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την Οικονομική Επιστήμη. Διορίστηκε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Μπρίστολ και το 1885 στο Κέιμπριτζ. Το 1890 δημοσίευσε το έργο του «Αρχές Οικονομικών», το οποίο αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της οικονομικής σκέψης. Το εγχειρίδιο αυτό καθιέρωσε και την αλλαγή του ονόματος της Οικονομικής Επιστήμης από Πολιτική Οικονομία σε Οικονομική. Ο Μάρσαλ θέσπισε για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ αυτόνομες εξετάσεις (γνωστές ως Tripos) για πτυχίο ειδίκευσης στα οικονομικά. Μέχρι τότε η Πολιτική Οικονομία αποτελούσε μέρος του προγράμματος «Ηθικών Επιστημών». Επίσης ο Marshall χρησιμοποίησε, πρώτος, και για παιδαγωγικούς κυρίως σκοπούς, το οικείο πλέον διάγραμμα με τις καμπύλες ζήτησης και προσφοράς να τέμνονται σε ένα σημείο ισορροπίας. Σε αντίθεση με άλλους οικονομολόγους, όπως ο Λεόν Βαλράς και ο Βιλφρέντο Παρέτο, οι οποίοι είχαν ασχοληθεί με την επεξεργασία μιας θεωρίας γενικής οικονομικής ισορροπίας, ο Μάρσαλ περιορίστηκε στη μελέτη των μερικών οικονομικών ισορροπιών, επιζητώντας να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχανόταν η σταθεροποίηση της ισορροπίας (δηλαδή η εξίσωση προσφοράς και ζήτησης) σε συγκεκριμένες αγορές.
- Γιατράκης, Λ., 2009, σ. 21
- Davenport-Hines R., 2015, σ. 35
- Μελάς Κ., 2019, σ. 13
- Skidelsky R., 2003, σ. 33
- Skidelsky R., 2003, σσ. 33-34
- Skidelsky R., 2003, σ. 41
- Skidelsky R., 2003, σ. 41
- Skidelsky R., 2003, σ. 43
- Γιατράκης, Λ., 2009, σ. 22
- Skidelsky R., 2003, σ. 43
- Ο πατέρας του Κέυνς, εγκατέλειψε τα μαθηματικά για να σπουδάσει «ηθικές επιστήμες» ως φοιτητής στο Κέιμπριτζ.
- Blomert R., 2019, σ. 15
- Blomert R., 2019, σ. 16
- Skidelsky R., 2003, σ. 61
- Davenport-Hines R., 2015, σ. 172
- Blomert R., 2019, σ. 16
- Μίλλ, Τζων Στιούαρτ (Mill, John Stuart ή J.S. Mill,1806 – 1873). Βρετανός φιλόσοφος, οικονομολόγος και μέλος του Αγγλικού κοινοβουλίου, σημαίνων κλασικός φιλελεύθερος στοχαστής του 19ου αιώνα. Ήταν συνήγορος του ωφελιμισμού, της ηθικής θεωρίας που προτάθηκε από τον νονό του Τζέρεμυ Μπένθαμ. Αποτελεί μαζί με τον Σμιθ και τον Ρικάρντο την τριάδα των σημαντικότερων κλασικών συγγραφέων. Τα κυριότερα οικονομικά του έργα είναι το «Δοκίμια περί μερικών αμφισβητούμενων ερωτημάτων της Πολιτικής Οικονομίας»,(1844) και «Αρχές Πολιτικής Οικονομίας», (1848) που επανεκδόθηκε επτά φορές όσο ζούσε. Το τελευταίο αποτέλεσε το κυριότερο εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας στην Αγγλία μέχρι την εμφάνιση το 1890 του έργου του Άλφρεντ Μάρσαλ – «Αρχές Οικονομικών». Ήταν νονός του Μπέρτραντ Ράσσελ.
- Davenport-Hines R., 2015, σ. 51
- Μουρ, Τζορτζ Έντουαρντ (George Edward Moore, Λονδίνο 1873 – Κέιμπριτζ 1958). Άγγλος φιλόσοφος. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ την περίοδο 1892-98, ενώ δίδαξε στο ίδιο πανεπιστήμιο μεταξύ 1911 και 1925. Διετέλεσε διευθυντής της φιλοσοφικής επιθεώρησης Mind από το 1921 ως το 1947. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται τα Principia Ethica (1903), Ηθική (1911) και μεγάλος αριθμός δοκιμίων δημοσιευμένων σε διάφορα περιοδικά. Ο Μουρ υπήρξε, μαζί με τους Ράσελ και Βιτγκενστάϊν, ένας από τους εμπνευστές της σύγχρονης αγγλικής φιλοσοφίας, που είναι γνωστή και με την ονομασία αναλυτική φιλοσοφία ή ανάλυση της γλώσσας. Στο: http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B102/132/965,3476/
- Ράσελ, Μπέρτραντ (Russell, Bertrand, 1872-1970). Βρετανός μαθηματικός, θεωρητικός της Λογικής και φιλόσοφος, ένας από τους θεμελιωτές της αναλυτικής φιλοσοφίας, μαζί με τους Φρέγκε, Μουρ και Βίτγκενσταϊν. Κυριότερα έργα του: Principia Mathematica (Μαθηματικές αρχές – σε συνεργασία με τον A. Whitehead, 3 τόμοι, 1910-1913), Προβλήματα φιλοσοφίας (1911), Η γνώση μας για τον εξωτερικό κόσμο και Εισαγωγή στη φιλοσοφία των μαθηματικών (1919), Η ανάλυση της ύλης (1927). Το 1950 πήρε το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας. Ενδιαφέρθηκε για όλα τα είδη της ανθρώπινης γνώσης και ανέπτυξε πολιτική δράση στο πλαίσιο του διεθνούς ειρηνιστικού κινήματος. Στο: http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B102/132/965,3476/
- Βιτγκενστάϊν, Λούντβιχ (Wittgenstein, Ludwig, 1889-1951). Αυστριακός φιλόσοφος, που θεωρείται ένας από τους βασικότερους εμπνευστές του φιλοσοφικού ρεύματος της αναλυτικής φιλοσοφίας, μαζί με τον Φρέγκε, τον Ράσελ και τον Μουρ. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Από τα σημαντικότερα έργα του είναι το Tractatus Logico-Philosophicus (1921), καθώς και κείμενα γραμμένα συνήθως με τη μορφή αποσπασματικών παρατηρήσεων, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του: Φιλοσοφικές έρευνες (1953) , Το μπλε και το καφέ βιβλίο (1978) κ.ά. Στο: http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B102/132/965,3476/
- Βλ. Skidelsky R., 2012, σ. 114
- Blomert R., 2019, σ. 21
- Βλ. Γιατράκης, Λ., 2009, σ. 41
- Βλ. Ψαλιδόπουλος, Μ. 2009, σ. XI
- Βλ. Μελάς Κ., 2019, σ. 17
- Πιγκού, Άρθουρ Σεσίλ (Arthur Cecil Pigou, 1877 – 1959). Άγγλος οικονομολόγος. Μαθητής και διάδοχος του Άλφρεντ Μάρσαλ στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Μεταξύ των έργων του περιλαμβάνονται: «Η οικονομία της ευημερίας» (1920), «Βιομηχανικές διακυμάνσεις» (1927), «Θεωρία της ανεργίας» (1933), «Απασχόληση και ισορροπία» (1941) κ.ά.
- Βλ. Heilbroner R., 2000, σ. 348
- Βλ. Blomert R., 2019, σσ. 23 – 24
- Βλ. Davenport-Hines R., 2015, σ. 64
- Βλ. Heilbroner, R., 2000, σ. 349
- Βλ. Γιατράκης, Λ., 2009, σσ. 60 – 61 και σ. 65
- Βλ. Blomert R., 2019, σ. 25
- Βλ. Blomert R., 2019, σ. 25
- Τζέβονς, Γουίλιαμ Στάνλεϊ (William Stanley Jevons, 1835 –1882). Άγγλος οικονομολόγος που μαζί με τον Μένγκερ και τον Βαλράς καθιέρωσαν την οριακή ανάλυση στη μελέτη των οικονομικών προβλημάτων. Αρχικά σε ηλικία 31 ετών διορίσθηκε Καθηγητής της Λογικής, Ηθικής, Φιλοσοφίας και Πολιτικής Οικονομίας στο Μάντσεστερ ενώ από το 1876 δίδασκε Πολιτική Οικονομία στο University College του Λονδίνου. Το βασικό οικονομικό του έργο είναι «Η θεωρία της πολιτικής οικονομίας» (1871), ενώ άφησε ημιτελές (λόγο του ξαφνικού θανάτου του σε ηλικία μόλις 46 χρονών), το έργο του με τίτλο «Αρχές της Οικονομικής», που ο ίδιος πίστευε ότι θα ήταν το σημαντικότερο οικονομικό του σύγγραμμα. Τελικά το έργο αυτό δημοσιεύθηκε το 1905. Ο Τζέβονς τάσσεται ανοιχτά υπέρ της χρήσεως της μαθηματικής μεθόδου. Ο Τζέβονς προβάλλει την χρησιμότητα σαν το σημαντικότερο στοιχείο της οικονομικής αναλύσεως. Η χρησιμότητα του αγαθού για τον Τζέβονς δεν είναι ενδογενής ιδιότητα του αλλά εξαρτάται από το συγκεκριμένο άτομο, που χρησιμοποιεί το αγαθό κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν. Υπάρχει όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό για όλα τα αγαθά: η χρησιμότητα κάθε πρόσθετης μονάδας του αγαθού, που χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο άτομο, είναι μικρότερη σε σχέση με την προηγούμενη μονάδα. Έτσι ο Τζέβονς διακρίνει την ολική χρησιμότητα του αγαθού που είναι η χρησιμότητα που δίνει το σύνολο της ποσότητας του, από την χρησιμότητα που δίνει μια μικρή προσθήκη του αγαθού, ο τελικός βαθμός της χρησιμότητας, όπως τον αποκαλεί, και που στην μικροοικονομική θα ονομαστεί «οριακή χρησιμότητα».
- Έτζγουορθ, Φράνσις (Francis Yzidro Edgeworth, 1845 – 1926). Ιρλανδός, οπαδός του φιλελευθερισμού, καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της μαθηματικής σχολής, καθώς υπήρξε υπέρμαχος της εφαρμογής της μαθηματικής μεθόδου στη διερεύνηση των οικονομικών προβλημάτων. Ο Έτζγουορθ είναι κυρίως γνωστός για τις εργασίες του σχετικά με την αρχή της ωφελιμότητας και των νόμων που διέπουν το εμπόριο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωστή καμπύλη αδιαφορίας, την οποία εισήγαγε για τη μελέτη της οικονομικής ισορροπίας του καταναλωτή. Τα πιο αξιόλογα έργα του είναι: «Μαθηματική ψυχολογία» (1881), που θεωρείται η μεγαλύτερη συμβολή του στην οικονομική επιστήμη και «Θέματα Πολιτικής Οικονομίας» (1925).
- Blomert R., 2019, σσ. 27 – 28.
- Βλ. Skidelsky R., 2012, σ. 120
- Βλ. Skidelsky R., 2012, σ. 121
- Στο: https://www.uah.edu/woolf/bloomsbury.html
- Βλ. Heilbroner R., 2000, σ. 351
- Βλ. Blomert R., 2019, σσ. 31-32
- Βλ. Blomert R., 2019, σ. 30
- Βλ. Blomert R., 2019, σ. 33 και: https://www.londonremembers.com/memorials/bloomsbury-group-brunswick-square
- Βλ. Волгин Петър, 2015
- Στο: http://www.mixanitouxronou.gr/sexoualiki-kakopiisi-tis-virtzinia-goulf-apo-tous-aderfous-tis-pou-odigise-stin-aftoktonia-tis/
- Βλ. Davenport-Hines R., 2015, σ. 182
- Βλ. Davenport-Hines R., 2015, σσ. 172 – 173
- Βλ Davenport-Hines R., 2015, σσ. 181 – 182
- Βλ. Γιατράκης, Λ., 2009, σ. 69
- Ο Kανόνας Xρυσού, είναι το νομισματικό σύστημα, στο οποίο οι λειτουργίες του χρήματος εκτελούνται από χρυσά νομίσματα ή χαρτονομίσματα μετατρέψιμα σε χρυσό. Ως διεθνές νομισματικό σύστημα, στην καθαρή του μορφή, εφαρμόστηκε την περίοδο 1880 – 1914, ενώ σε διάφορες παραλλαγές διατηρήθηκε έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Στην περίοδο λειτουργίας του στην καθαρή του μορφή κυκλοφορούσαν χρυσά νομίσματα, τα χαρτονομίσματα μπορούσαν να μετατραπούν σε χρυσό και επιτρεπόταν η ελεύθερη εισαγωγή και εξαγωγή χρυσού.
- Ο Κανόνας χρυσού-συναλλάγματος είναι παραλλαγή του χρυσού κανόνα. Η ουσία του συνίσταται στην χρησιμοποίηση ξένων νομισμάτων ως μέσου διεθνών πληρωμών. Έτσι το εγχώριο νόμισμα ήταν μετατρέψιμο σε κάποιο άλλο νόμισμα το οποίο με τη σειρά του ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό.
- Βλ. Blomert R., 2019, σ.35
- Βλ. Thornton Ph., 2017, σ. 96
Βιβλιογραφία
Волгин Петър, 2015. Кейнс, който не беше кейнсианец. Списание a-specto. Στο: http://a-specto.bg/keynes/
Blaug M., 1990. John Maynard Keynes. Life, Ideas, Legacy. Publisher: Palgrave Macmillan
Blaug M., 1998. Големите икономисти след Кейнс. Велико Търново: Издателство „Абагар”.
Blomert R., 2019. Τζον Μέιναρντ Κέυνς. Αθήνα: Εκδόσεις ΜΕΛΑΝΙ
Buchholz T., 1993. Живи идеи от мъртви икономисти. София: Издателска къща „Христо Ботев”.
Бекярова, К., 2009г. Икономическите теории на ХХ бек. Тенденции и влияние върху стопанската политика. София: Университетско издателство „Стопанство“.
Γιατράκης, Λ., 2009. Τζων Μέυναρντ Κέυνς (1883-1946). Αθήνα: Εκδόσεις Επικαιρότητα
Davenport-Hines R., 2015. Universal Man: The Seven Lives of John Maynard Keynes. Publisher: Harper Collins
Θεοχάρη, Ρ., 1984. Θεωρία της Οικονομικής Αναλύσεως. Τόμος Β΄. Δεύτερη έκδοση βελτιωμένη. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
Keynes J., 2010. Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. Ειδική έκδοση για την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»
Keynes J., 2009. Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
Μελάς Κ., 2019. ΤΖΟΝ ΜΕΪΝΑΡΝΤ ΚΕΪΝΣ. ΜΙΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ. Μικρή αναφορά στη ζωή και στη σκέψη του. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός ΛΙΒΑΝΗ
Νουτσόπουλος Θ., 2009. Εισαγωγή του Μεταφραστή. Στο: Keynes J. Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
Ψαλιδόπουλος, Μ. 2009. Οικονομικές συνέπειες της Ειρήνης μετά 90 χρόνια (Σημείωμα του διευθυντή της σειράς). Στο: Keynes J., 2009, 2009. Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
Heilbroner R., 2000. Οι Φιλόσοφοι του Οικονομικού Κόσμου Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική
Rima, I.,1999. Ιστορία της Οικονομικής Ανάλυσης. Τόμος 1& Τόμος 2. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός.
Screpanti E. & Zamagni S., 2004. Η Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης A’ και B’ Tόμος. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός.
Skidelsky R., 2003. John Maynard Keynes 1883 – 1946. Economist, Philosopher, Statesman. Publisher: Penguin Group.
Skidelsky R., 2012. Keynes: Επιστροφή στη διδασκαλία του. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική
Thornton Ph., 2017. Οι μεγάλοι οικονομολόγοι. Δέκα οικονομολόγοι που άλλαξαν την ζωή μας. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .