Η Βουλγαρία ως κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), έχει ενσωματώσει στο εσωτερικό της δίκαιο και πιο συγκεκριμένα στο «Νόμο περί των δημόσιων οικονομικών» (Закон за публичните финанси), την Οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE L 306/41). Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ «Τα κράτη μέλη διαμορφώνουν ένα αξιόπιστο, αποτελεσματικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει την υιοθέτηση δημοσιονομικού σχεδιασμού με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον τριών ετών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός εντάσσεται σε μια προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού»1. Στην Ελλάδα αναφέρεται ως Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ), ενώ στην Βουλγαρία ως Μεσοπρόθεσμη Δημοσιονομική Πρόγνωση – ΜΔΠ (Средносрочна бюджетна прогноза – СБП).
Η κατάρτηση και επικαιροποίηση του μεσοπρόθεσμου οικονομικού σχεδιασμού σε κυλιόμενη βάση αποτελεί υποχρέωση όλων των κρατών – μελών της ΕΕ στα πλαίσια του χρονοδιαγράμματος που προσδιορίζεται από το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο2. Έτσι στη Βουλγαρία κάθε χρόνο μέχρι τις 20 Απριλίου το Υπουργικό Συμβούλιο κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομικών εγκρίνει την ΜΔΠ των επόμενων τριών ετών3, ενώ μέχρι τις 31 Οκτωβρίου, καταθέτει στη Βουλή, προς έγκριση, μαζί με το σχέδιο νόμου του κρατικού προϋπολογισμού, την επικαιροποιημένη ΜΔΠ, η οποία αποτελεί και την αιτιολογική έκθεση του προϋπολογισμού4.
Η κατάρτηση της ΜΔΠ και η επικαιροποίηση της, βασίζονται στις πλέον πιθανές και συνεπείς με την επίτευξη των στόχων ή και σε ακόμα πιο συντηρητικές, μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις και περιλαμβάνουν: α) Την περιγραφή και αξιολόγηση των μακροοικονομικών εξελίξεων και προοπτικών, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των τελευταίων δύο ετών και των προβλέψεων του τρέχοντος έτους, του έτους προϋπολογισμού και των δύο επόμενων ετών για τους κύριους μακροοικονομικούς δείκτες. Αυτοί οι δείκτες περιλαμβάνουν το ΑΕΠ και τις κύριες συνιστώσες του, το δείκτη τιμών καταναλωτή, στοιχεία απασχόλησης, ανεργίας και του ισοζυγίου πληρωμών. Η αξιολόγηση των προοπτικών περιλαμβάνει σύγκριση των προβλέψεων με τις πιο πρόσφατες αντίστοιχες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή και άλλων ανεξάρτητων φορέων όπως του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε) όπως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ), καθώς και αξιολόγηση της μεθοδολογίας και των παραδοχών που χρησιμοποιήθηκαν για τις προβλέψεις. Σημαντικές διαφορές μεταξύ του μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου που επελέγη και των προγνώσεων της Επιτροπής πρέπει να περιγράφονται κατά τρόπο τεκμηριωμένο, ιδίως εάν το επίπεδο ή η εξέλιξη των μεταβλητών των εξωτερικών παραδοχών αποκλίνουν σημαντικά από τις τιμές που περιλαμβάνονται στις προγνώσεις της Επιτροπής. β) Την περιγραφή και αξιολόγηση των δημοσιονομικών εξελίξεων και προβλέψεων σχετικά με τη Γενική Κυβέρνηση και τους υποτομείς της, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των τελευταίων δύο ετών και των προβλέψεων του τρέχοντος έτους, του έτους προϋπολογισμού και των δύο επόμενων ετών. γ) Την περιγραφή των προτεραιοτήτων της κυβερνητικής πολιτικής. δ) Την αναφορά των κύριων πηγών κινδύνου για τις δημοσιονομικές προβλέψεις. ε) Τους ενδεικτικούς ετήσιους στόχους του ελλείμματος ή του πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης για τα επόμενα τρία χρόνια.
Το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον
Το πλαίσιο εργασίας πάνω στο οποίο στηρίζεται η επεξεργασία των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πλαισίων και των κρατικών προϋπολογισμών βασίζεται στις προβλέψεις διεθνών οργανισμών όπως του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε) όπως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Ε.Κ.Τ)

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην τελευταία αναθεωρημένη έκθεση (Οκτώβριος 2019) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)5, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση συγχρονισμένης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας τόσο στις προηγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, με τον ρυθμό αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ να διαμορφώνεται σε 2,9% το 2019, μετά το 3,6% του 2018. Αντιμέτωποι με την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, φορείς χάραξης πολιτικής ανά την υφήλιο έλαβαν διευκολυντικά μέτρα για να περιορίσουν τον αρνητικό αντίκτυπο των αντίξοων παραγόντων στην οικονομική δραστηριότητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιπρόσθετα προς τα σημαντικά δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας και την πρόσφατη συμφωνία για νέα ανώτατα όρια δημόσιων δαπανών για το δημοσιονομικό έτος 2020/21 και την διετή αναστολή του ομοσπονδιακού ορίου για το χρέος που συμφωνήθηκαν από το Κογκρέσο στο τέλος Ιουλίου, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αποφάσισε να μειώσει το επιτόκιο αναφοράς της με σκοπό τη στήριξη της οικονομικής μεγέθυνσης. Η οικονομία της Κίνας θα παραμένει σε τροχιά σταδιακής επιβράδυνσης και το 2020 και το 2021. Συνολικά, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας αντανακλά προγενέστερες επιδράσεις της εκστρατείας απομόχλευσης με σκοπό τον περιορισμό των χρηματοοικονομικών κινδύνων, τις προσπάθειες της κυβέρνησης για μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομίας σε τομείς εκτός των επενδύσεων και τον αντίκτυπο των συνεχιζόμενων εμπορικών εντάσεων με τις ΗΠΑ. Η πρόοδος στην υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων προβλέπεται ότι θα οδηγήσει στη συντεταγμένη μετάβαση σε μια πορεία πιο συγκρατημένης ανάπτυξης, η οποία θα εξαρτάται λιγότερο από τις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Στην Ιαπωνία, η υποκείμενη δυναμική της ανάπτυξης παραμένει συγκρατημένη. Το ΔΝΤ ανακοίνωσε ότι η ευρωζώνη θα καταγράψει ρυθμό ανάπτυξης 1,2% φέτος, αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προηγούμενες προβλέψεις του Απρίλιου για ανάπτυξη 1,3% στο μπλοκ. Πρόκειται για σημαντική επιβράδυνση σε σχέση με τον περυσινό ρυθμό ανάπτυξης του 1,9%. Η οικονομία της ευρωζώνης αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 1,4% το 2020 και το 2021, σύμφωνα με το ΔΝΤ, που αναθεωρεί επί τα χείρω την προηγούμενη πρόβλεψη για ανάπτυξη 1,5% και για τα δύο χρόνια6. Το Ταμείο, προειδοποιεί την Ευρώπη να προετοιμάσει σχέδια έκτακτης ανάγκης για οικονομική κάμψη, καθώς οι κίνδυνοι για τις προοπτικές της περιοχής αυξάνονται και η νομισματική πολιτική εξαντλεί τα «όπλα» της.
Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην φθινοπωρινή έκθεση (2019) της, είναι πιο αυστηρές αφού αναμένει μεγένθυνση της ευρωζώνης κατά μόλις 1,2% τα επόμενα δύο χρόνια. Σε σύγκριση με τις θερινές οικονομικές προβλέψεις του 2019 (που δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο), οι προβλέψεις για την ανάπτυξη αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες το 2019 (από 1,2 %) και κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες το 2020 (από 1,4 %). Για την ΕΕ-27 συνολικά, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,4 % το 2019, το 2020 και το 2021. Οι προβλέψεις για το 2020 αναθεωρήθηκαν επίσης προς τα κάτω σε σύγκριση με το καλοκαίρι (από 1,6 %). Σύμφωνα με την φθινοπωρινή έκθεση (2019) της Επιτροπής, με τη συνεχιζόμενη υποτονική αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ, η ανάπτυξη στην Ευρώπη θα εξαρτηθεί από τον δυναμισμό των τομέων με περισσότερο εγχώριο προσανατολισμό. Αυτοί, με τη σειρά τους, θα στηριχθούν στην ώθηση της αγοράς εργασίας για την αύξηση των μισθών, στην εξασφάλιση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης και, σε ορισμένα κράτη μέλη, στη θέσπιση υποστηρικτικών δημοσιονομικών μέτρων. Ενώ αναμένεται ότι θα συνεχιστεί η επέκταση των οικονομιών όλων των κρατών μελών, θεωρείται ότι οι εγχώριες κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης δεν είναι αρκετές από μόνες τους για την τροφοδότηση μιας ισχυρής ανάπτυξης7.
Στην ΕΕ των 27, αν και η καθαρή δημιουργία θέσεων απασχόλησης είναι πιθανόν να επιβραδυνθεί, το ποσοστό ανεργίας προβλέπεται να μειωθεί στο 6,8 % κατά το τρέχον έτος και να διαμορφωθεί σε 6,7 % το 2020 και 6,5% το 2021 – το χαμηλότερο επίπεδό της από τις αρχές του αιώνα.
Ο πληθωρισμός στην ΕΕ των 27 (αποπληθωριστής ΑΕΠ) προβλέπεται να ανέλθει σε 1,8% κατά το τρέχον έτος και στην συνέχεια λόγω της πτώσης των τιμών της ενέργειας, να μειωθεί σε 1,7% το επόμενο έτος και σε 1,6% το 2021.
Τα δημόσια οικονομικά της Ευρώπης αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζονται θετικά από τα πολύ χαμηλά επιτόκια που βαρύνουν το ανεξόφλητο χρέος. Παρά τη χαμηλότερη αύξηση του ΑΕΠ, ο δείκτης του συνολικού δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ της ΕΕ των 27 αναμένεται να μειωθεί σε 79,8% το τρέχον έτος, 78,4 % το 2020 και 77,4 % το 2021. Αντίθετα, τα ισοζύγια των εθνικών λογαριασμών αναμένεται να παρουσιάσουν μικρή επιδείνωση λόγω του αντίκτυπου της χαμηλότερης ανάπτυξης και των κάπως χαλαρότερων δημοσιονομικών πολιτικών που εφαρμόζονται κατά διακριτική ευχέρεια σε ορισμένα κράτη μέλη. Το συνολικό έλλειμμα της ΕΕ των 27 προβλέπεται να αυξηθεί από το 0,4% του ΑΕΠ το 2018 σε 0,7 % κατά το τρέχον έτος, 0,8 % το 2020 και 1,0 % το 2021, με την παραδοχή αμετάβλητων πολιτικών.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι κυρίως για δυσμενέστερη εξέλιξη των προοπτικών. Ορισμένοι κίνδυνοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλότερη ανάπτυξη σε σχέση με τις προβλέψεις. Η περαιτέρω αύξηση της αβεβαιότητας ή η επιδείνωση των εμπορικών και των γεωπολιτικών εντάσεων θα μπορούσε να περιορίσει την ανάπτυξη, όπως και μια εντονότερη από την αναμενόμενη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην Κίνα λόγω των ασθενέστερων επιπτώσεων από τα μέτρα πολιτικής που έχουν τεθεί σε εφαρμογή μέχρι σήμερα. Οι κίνδυνοι περιλαμβάνουν επίσης ένα άτακτο Brexit και το ενδεχόμενο οι αδυναμίες του τομέα της μεταποίησης να έχουν σοβαρότερες δευτερογενείς επιπτώσεις στους τομείς εγχώριου προσανατολισμού. Σε ό, τι αφορά το ενδεχόμενο ευνοϊκότερης εξέλιξης των προοπτικών, η χαλάρωση των εμπορικών εντάσεων, η ισχυρότερη ανάπτυξη στην Κίνα και η μείωση των γεωπολιτικών πιέσεων θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη. Στη ζώνη του ευρώ, η ανάπτυξη θα μπορούσε να ενισχυθεί εάν τα κράτη μέλη με δημοσιονομικά περιθώρια επιλέξουν πιο επεκτατικό προσανατολισμό για τις δημοσιονομικές πολιτικές σε σχέση με τις προβλέψεις. Συνολικά, ωστόσο, το ισοζύγιο των κινδύνων παραμένει αναμφισβήτητα αρνητικό8.
Το εσωτερικό μακροοικονομικό περιβάλλον
Η βουλγαρική οικονομία αναμένεται να παρουσιάσει πραγματική μεγένθυνση 3,4% το 2019, λόγω της εγχώριας ζήτησης και, κυρίως, της ιδιωτικής κατανάλωσης. Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, η αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, οι θετικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας αλλά και η αύξηση των πιστώσεων προς τα νοικοκυρία, υποστήριξαν την αύξηση κατά 6,9% (σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2018) της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ οι υψηλότερες κρατικές δαπάνες για μισθούς και επιδόματα αντικατοπτρίστηκαν στην αύξηση κατά 4% της δημόσιας κατανάλωσης. Η ευνοϊκή δυναμική αναμένεται να παραμείνει μέχρι το τέλος του έτους. Πιο συγκεκριμένα η τελική κατανάλωση το 2019 αναμένεται να αυξηθεί κατά 5,7%, ενώ ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου θα περιοριστεί σε μία αύξηση μόλις 1,9% λόγω του αβέβαιου επενδυτικού περιβάλλοντος, και των χαμηλότερων ιδιωτικών επενδύσεων. Θετική παραμένει η συμβολή των δημόσιων επενδύσεων. Παρά τη δυσμενή δυναμική των εξαγωγών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν θετικά στην αύξηση του ΑΕΠ λόγω της μεγαλύτερης πτώσης των εισαγωγών. Οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν ελαφρά έως το τέλος του έτους και να οδηγήσουν τελικά σε αρνητική συμβολή κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες των καθαρών εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ.

Η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ θα φθάσει το 3,3% το 2020, ως αποτέλεσμα της εγχώριας ζήτησης. Οι ιδιωτικές καταναλωτικές δαπάνες θα διατηρήσουν τον σχετικά υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης, αλλά σε σύγκριση με το 2019, ο ρυθμός θα επιβραδυνθεί ελαφρά, από 5,7% σε 5,2%, λόγω της περιορισμένης αύξησης της απασχόλησης. Θετικό αντίκτυπο στην κατανάλωση θα έχει και το αυξημένο κόστος προσωπικού του δημόσιου τομέα. Αναμένεται η αύξηση των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου να φθάσει το 3,9%. Παρά την αναμενόμενη ανάκαμψη των εξαγωγών, η αύξηση της εγχώριας ζήτησης θα έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερες εισαγωγές και αύξηση της αρνητικής συμβολής των καθαρών εξαγωγών στην μεγέθυνση του ΑΕΠ μέχρι και 1,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,3% την περίοδο 2021-2022, με την εσωτερική ζήτηση τόσο από την πλευρά της κατανάλωσης όσο και από την πλευρά της επένδυσης να αποτελούν την κινητήρια δύναμη αυτής της αύξησης. Παράλληλα, η άνοδος της τελικής κατανάλωσης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής, ως αποτέλεσμα της μειωμένης δημόσιας κατανάλωσης και της επιβράδυνσης της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης, αποτυπώνοντας τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας και πιο συγκεκριμένα το γεγονός της εξάντλησης των αποθεμάτων αύξησης της απασχόλησης. Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των επενδύσεων θα επιταχυνθεί, υποστηριζόμενη κυρίως από τη δυναμική των δημόσιων επενδύσεων. Η αρνητική επίπτωση των καθαρών εξαγωγών στο ΑΕΠ αναμένεται να επιβραδυνθεί στις 0,8 ποσοστιαίες μονάδες στο τέλος της περιόδου πρόβλεψης.
Στα πλαίσια της υψηλής ζήτησης εργασίας και της αύξησης των εισοδημάτων, το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019 και το ποσοστό ανεργίας έφτασε σε ιστορικό χαμηλό. Οι ευνοϊκές εξελίξεις στην αγορά εργασίας αναμένεται να συνεχιστούν κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, με αποτέλεσμα το εργατικό δυναμικό (15-64 ετών) να αυξηθεί συνολικά κατά 0,4% το 2019. Η αναμενόμενη αύξηση της απασχόλησης θα υποστηριχθεί επίσης από περαιτέρω μείωση του ποσοστού ανεργίας, η μέση ετήσια αξία του οποίου εκτιμάται σε 4,4%.
Το 2020, η αύξηση της απασχόλησης αναμένεται να εξασθενήσει στο 0,2%, λόγω των περιορισμών στην προσφορά εργασίας. Οι τελευταίες εξαρτώνται τόσο από τη σταθερή πτωτική τάση του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας όσο και από την ταχεία εξάντληση των αποθεμάτων εργασίας από τους άνεργους και τους άεργους (αποθαρρυμένους) ανθρώπους που θα μπορούσαν πιο γρήγορα να ικανοποιήσουν τη ζήτηση εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να επιβραδυνθεί και να φτάσει το 4,1% του εργατικού δυναμικού.
Αν και τα επίπεδα ζήτησης εργατικής δύναμης παραμένουν υψηλά, οι αρνητικές δημογραφικές τάσεις και ο αντίκτυπός τους στην προσφορά εργασίας θα οδηγήσουν τελικά σε μείωση της απασχόλησης περίπου σε 0,1% το 2021, και σε 0,3% το 2022, ενώ το ποσοστό ανεργίας θα παραμείνει γύρω στο 4,0% την διετία 2021-2022.
Στο τέλος του 2019, ο πληθωρισμός (ΕνΔΤΚ) προβλέπεται να είναι 2,8% (0,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από την εαρινή πρόβλεψη) και ο ετήσιος μέσος όρος να είναι 2,5%. Ο δομικός πληθωρισμός προβλέπεται να φθάσει στο 2,9% στο τέλος του έτους, έναντι 2,1% στο τέλος του 2018. Οι υπηρεσίες και τα είδη διατροφής θα έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή στον πληθωρισμό στο τέλος του έτους. Οι τιμές τους αναμένεται να αυξηθούν κατά 4,8% και 5,6% αντίστοιχα. Ο αντίκτυπος των ενεργειακών αγαθών (άμεσα και έμμεσα) στις διαδικασίες πληθωρισμού στη χώρα αναμένεται επίσης να μειωθεί σταδιακά.
Το 2020 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός προβλέπεται να είναι 2,1%. Ο αντίκτυπος των διεθνών τιμών των βασικών προϊόντων, ιδίως του αργού πετρελαίου, ως εξωτερικός πληθωριστικός παράγων αναμένεται να είναι περιορισμένος. Οι τιμές των τροφίμων θα συνεχίσουν να αυξάνονται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό. Οι προσδοκίες για τις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών αναμένεται να αυξηθούν ελαφρά το 2020, σε αντίθεση με το 2019. Δεν αναμένονται διαταραχές του εφοδιασμού των γεωργικών προϊόντων στη χώρα το επόμενο έτος και η διολίσθηση του ευρώ έναντι του δολαρίου θα είναι πολύ χαμηλότερη από το 2019. Ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται να είναι 2,6% στο τέλος του έτους κυρίως λόγω της κατά 4,3% ανατίμησης των υπηρεσιών.
Στα δύο τελευταία έτη της περιόδου πρόβλεψης (2021-2022), αναμένεται γενικά μικρή επιβράδυνση του πληθωρισμού, λόγω της αναμενόμενης μείωσης των διεθνών τιμών του πετρελαίου και της σταθεροποίησης των τιμών άλλων πρώτων υλών. Οι εσωτερικοί παράγοντες πληθωρισμού εξακολουθούν να υφίστανται, λόγω της ενεργούς ζήτησης από τα νοικοκυριά, η οποία τροφοδοτείται από την αύξηση των εισοδημάτων, τη χαμηλή ανεργία και την αύξηση των πιστώσεων. Οι τιμές των υπηρεσιών αναμένεται να αυξηθούν με υψηλότερο ρυθμό από τις τιμές των αγαθών.
Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η ψαλίδα ανάμεσα στις εισαγωγές και τις εξαγωγές αγαθών ανοίγει, με αποτέλεσμα να διευρύνεται το εμπορικό έλλειμμα από 2,7% φέτος, στο 4,7% το 2022. Από τα στοιχεία που συνθέτουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το μέγεθος και η τάση του εμπορικού ισοζυγίου είναι αυτή που κυρίως θα καθορίζει την τάση του, ενώ οι αλλαγές των υπόλοιπων στοιχείων, όπως το ισοζύγιο υπηρεσιών, πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων, θα αντισταθμιστούν αμοιβαία. Έτσι αναμένεται σταδιακή μείωση του πλεονάσματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, από 5,2% του ΑΕΠ το 2019, σε 2,5% του ΑΕΠ το 20229.
Δημοσιονομική πολιτική και βασικές παράμετροι για την περίοδο 2020-2022
Η επικαιροποιημένη, τον Οκτώβριο του 2019, ΜΔΠ αναφέρει ότι: «Βασικοί στόχοι εξακολουθούν να είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας και η άσκηση συνεκτικής, διαφανούς και προβλέψιμης δημοσιονομικής πολιτικής η οποία, να συμβάλλει στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, στην ενθαρρύνση των επενδύσεων και στην τόνωση της ανάπτυξης της αγοράς εργασίας, για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης, σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, τηρώντας τους γενικούς κανόνες της ΕΕ»10.
Τα έσοδα και οι συνολικές δαπάνες των προϋπολογισμών όπως αποτυπώνονται στα Ενοποιημένα Δημοσιονομικά Προγράμματα ΕΔΠ (Консолидирани Фискални Програми – КФП) την περίοδο 2020 – 2022, ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονται από 36,9% το 2020, στο 35% του ΑΕΠ το 2022. Το έλλειμα από 2% του ΑΕΠ το 2019, εξαλείφεται για τα επόμενα τρία έτη (2020 – 2022) (βλ. πιν. 3).

Βασικές παραδοχές της επικαιροποιημένης ΜΔΠ για την περίοδο 2019-2021
Η επικαιροποιημένη ΜΔΠ για την περίοδο 2020-2022 βασίστηκε σε μια σειρά από παραδοχές όπως11:
- Διατήρηση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ στο 20%, του μηδενικού συντελεστή και του μειωμένου (9%) συντελεστή (που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διαμονής σε ξενοδοχεία και παρόμοιους χώρους).
- Διατήρηση του συντελεστή φορολόγησης νομικών προσώπων στο 10% και του συντελεστή φορολόγησης μερισμάτων στο 5%.
- Διατήρηση του βασικού συντελεστή φορολόγησης φυσικών προσώπων στο 10%, των μονοπρόσωπων εμπόρων (για τα εισοδήματα που απόκτησαν από την οικονομική τους δραστηριότητα) στο 15% και των εσόδων από τόκους τραπεζικών καταθέσεων των μόνιμων φυσικών προσώπων στο 8%.
- Διατήρηση του συντελεστή φορολόγησης δαπανών στο 10%.
- Αύξηση του κατώτατου μισθού από 560 BGN (286,3 ευρώ) το 2019, σε 610 BGN (311,9 ευρώ) από την 1η Ιανουαρίου 2020 και σε 650 BGN (332,4 ευρώ) από την 1η Ιανουαρίου 2021. Το 2022 ο κατώτατος μισθός παραμένει σταθερός στα 650 BGN (βλ. διαγ. 1).

- Διατήρηση του μέγιστου μηνιαίου ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών στα 3 000 BGN (1 534 ευρώ).
- Διατήρηση του εγγυημένου ελάχιστου μηνιαίου εισοδήματος στα 75 BGN (38,3 ευρώ).
- Διατήρηση της ισχύουσας κατανομής (60:40) μεταξύ εργοδότη και ασφαλιζόμενου, των ασφαλιστικών εισφορών και του ύψους τους στα Ταμεία: «Υγείας» (8%), «Γενικής ασθένειας και μητρότητας» (3,5%) και «Ανεργίας» (1%).
- Το ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται στο Ταμείο «Συντάξεις» για τα επόμενα τρια χρόνια (2020 – 2022), παραμένει σταθερό στα επίπεδα του 2019. Πιο αναλυτικά: α) Για τους ασφαλισμένους που έχουν γεννηθεί πριν από την 1.1.1960, τα ποσοστά των εισφορών είναι για τους εργαζόμενους της τρίτης κατηγορίας εργασίας12 19,8% (11,02% για τον εργοδότη και 8,78% για τον ασφαλιζόμενο), ενώ για τους εργαζόμενους της δεύτερης και πρώτης κατηγορίας (βαρέα και ανθυγιεινά) 22,8%. β) Για τους ασφαλισμένους που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1959, τα ποσοστά των εισφορών είναι για τους εργαζόμενους της τρίτης κατηγορίας εργασίας 14,8% (8,22% για τον εργοδότη και 6,58% για τον ασφαλιζόμενο), ενώ για τους εργαζόμενους της δεύτερης και πρώτης κατηγορίας 17,8%.
- Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται στο Ταμείο «Συντάξεις για άτομα που υπόκεινται στο άρθρο 69», δηλαδή για τους ασφαλισμένους που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, στα σώματα ασφαλείας και στο πυροσβεστικό σώμα και έχουν γεννηθεί πριν από την 1.1.1960, το ποσοστό των εισφορών παραμένει την περίοδο 2020-2022, στο 60,8%, ενώ για τους γεννηθείς μετά την 31.12.1959 το ποσοστό είναι 55,8%. Οι εισφορές αυτές καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
- Οι ασφαλισμένοι στο ταμείο «Συντάξεις», που έχουν γεννηθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1959, υποχρεωτικά συνεχίζουν να ασφαλίζονται και την περίοδο 2020 – 2022, για επικουρική σύνταξη σε γενικό συνταξιοδοτικό ταμείο. Εξαίρεση αποτελούν οι ασφαλισμένοι στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, στην Υπηρεσία πληροφοριών του υπουργείου Άμυνας και στην Κρατική υπηρεσία Εθνικής ασφάλειας. Το ποσοστό των εισφορών είναι 5% (2,8 για τον εργοδότη και 2,2% για τον εργαζόμενο).
- Οι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως ηλικίας, που βρίσκονται σε καθεστώς πρώτης και δεύτερης κατηγορίας εργασία υποχρεωτικά συνεχίζουν να ασφαλίζονται και την περίοδο 2020 – 2022, για επικουρική σύνταξη σε επαγγελματικό συνταξιοδοτικό ταμείο για παροχή πρόωρης σύνταξης. Το ποσό της εισφοράς για την πρώτη κατηγορία εργαζομένων είναι 12% και για τη δεύτερη 7%. Οι εισφορές καλύπτονται πλήρως από τον εργοδότη.
- Για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαίωματος13 παροχής σύνταξης γήρατος, τα ελάχιστα απαιτούμενα έτη ασφάλισης, για τους εργαζόμενους της τρίτης κατηγορίας αυξάνονται κατά δύο μήνες (και για τις γυναίκες και για τους άνδρες), ενώ το ελάχιστο απαιτούμενο ηλικιακό όριο στις γυναίκες αυξάνεται κατά δύο μήνες και στους άνδρες κατά ένα μήνα, όπως φαίνεται από το πίνακα 4 παρακάτω:

- Στις περιπτώσεις των ατόμων που δεν έχουν θεμελιώσει το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα μέχρι 31.12.2019, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 3, θα μπορούν να το κάνουν όταν συμπλήρωσουν το 66 έτος και 4 μήνες της ηλικίας τους (γυναίκες και άνδρες) και ταυτόχρονα έχουν το λιγότερο 15 έτη πραγματικής ασφάλισης. Από 31.12.2016 το όριο ηλικίας αυξάνεται κατά δύο μήνες ανα ημερολογιακό έτος. Έτσι το 2022 τα άτομα αυτά θα μπορούν να θεμελιώσουν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα εφόσον έχουν συμπληρώσει το 66 έτος και 10 μήνες της ηλικίας τους (γυναίκες και άνδρες) και ταυτόχρονα έχουν το λιγότερο 15 έτη πραγματικής ασφάλισης.
- Το μέγιστο ποσό σύνταξης (ισχύει για όλες τις συντάξεις) για την περίοδο 2020 – 2022 διατηρείται στα 1 200 Το ποσό αυτό αντιστοιχεί από 1.7.2019 στο 40% των μέγιστων ασφαλιστέων αποδοχών του 2019 (3 000*40% = 1200 BGN).
- Για την περίοδο 2020 – 2022 οι συντάξεις γήρατος που χορηγήθηκαν έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους επικαιροποιούνται σε ετήσια βάση από την 1η Ιουλίου, με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσω προσαρμογής σε ποσοστό που αντιστοιχεί στο άθροισμα κατά 50% από την αύξηση των εθνικών μέσων ασφαλιστέων αποδοχών και κατά 50% στο δείκτη τιμών καταναλωτή για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Τα ποσοστά προσαρμογής με βάση το άρθρο 100 του «Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης» είναι: 6,7%, 5,0% και 4,6% για τα έτη 2020, 2021 και 2022 αντίστοιχα.
- Κατά την περίοδο 2020-2022 προβλέπεται ότι τα ποσά της ελάχιστης σύνταξης γήρατος και της κοινωνικής σύνταξης γήρατος, καθώς και οι σχετικές συντάξεις και συμπληρώματα, θα αυξηθούν από την 1η Ιουλίου του αντίστοιχου έτους κατά τα ποσοστά του άρθρου 100 του «Κώδικα», δηλαδή: 6,7% για το 2020, 5,0% για το 2021 και 4,6% για το 2022. Έτσι από 1.7.2020 η κοινωνική σύνταξη γήρατος θα είναι 141,63 BGN (72,4 ευρώ) από 132,74 BGN (67,9 ευρώ) που είναι τώρα. Αντίστοιχα από 1.7.2020 η ελάχιστη σύνταξη γήρατος θα γίνει 234,13 BGN (119,7 ευρώ) από 219,43 BGN (112,2 ευρώ) που είναι σήμερα.
- Η μέση σύνταξη ανά συνταξιούχο αναμένεται να ανέλθει το 2020 στα 412,28 BGN (210,8 ευρώ). Η ονομαστική αύξηση είναι 8% έναντι του αναμενόμενου μέσου ποσού για το 2019 – 381,74 BGN (στο νόμο για τον προϋπολογισμό της κοινωνικής ασφάλισης για το 2019 – το ύψος της μέσης σύνταξης είχε προϋπολογισθεί στα 386.27 BGN (197,5 ευρώ).
- Στο σχέδιο Νόμου για τον προϋπολογισμό της Κρατικής Κοινωνικής Ασφάλισης (ΚΚΑ) για το 2020 δεν προβλέπονται αλλαγές στις ελάχιστες ασφαλιστέες αποδοχές όπως αυτές καθορίζονται ανάλογα με τη βασική οικονομική δραστηριότητα και την επαγγελματική κατηγορία σε ετήσια βάση. Χωρίς την επιβολή διοικητικής αύξησης των ελάχιστων ασφαλιστέων αποδοχών και με προγραμματισμένη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 8,9%, η μέση αύξηση των ελάχιστων ασφαλιστέων αποδοχών το 2020 θα είναι περίπου 5,4%.
- Οι ελάχιστες μηνιαίες ασφαλιστέες αποδοχές για τους αυτοαπασχολούμενους από 1.1.2020 είναι ίσες με τον κατώτατο μισθό: 610 BGN το 2020, και 650 BGN το 2021 και το 2022.
- Οι ελάχιστες μηνιαίες ασφαλιστέες αποδοχές για τους αγρότες και τους καπνοπαραγωγούς για το 2020, αυξάνονται σε 610 BGN, από 400 BGN το 2019.
- Η ημερήσια αποζημίωση του επιδόματος ανεργίας αντιστοιχεί στο 60% του μέσου ημερομισθίου ή των μέσων ασφαλιστέων αποδοχών από τον οποίο ή τις οποίες παρακρατούνται οι εισφορές στο Ταμείο «Ανεργία» για τους 24 ημερολογιακούς μήνες που προηγούνται του μήνα διακοπής της ασφάλισης, και δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ελάχιστο ημερήσιο ποσό του επιδόματος ανεργίας και ανώτερη από το μέγιστο ημερήσιο ποσό του επιδόματος ανεργίας, όπως καθορίζονται ετησίως από τον νόμο για τον προϋπολογισμό της Κρατικής Κοινωνικής Ασφάλισης. Στην επικαιροποιημένη ΜΔΠ για την περίοδο 2020 – 2022, και στο Προϋπολογισμό της ΚΚΑ για το 2020, προβλέπεται η διατήρηση του ελάχιστου ημερήσιου ποσού του επιδόματος ανεργίας σε 9 BGN (4,6 ευρώ). Το μέγιστο ποσό της ημερήσιας αποζημίωσης του επιδόματος ανεργίας για το 2020 επίσης διατηρείται στα επίπεδα του 2019 δηλαδή στα 74,29 BGN (37,98 ευρώ).
- Τα επιδόματα ανεργίας, σύμφωνα με το άρθρο 54γ του «Κώδικα» καταβάλλονται για διάστημα 4 έως 12 μηνών, ανάλογα με τη συνολική περίοδο ασφάλισης του ενδιαφερόμενου, ως εξής:
1) για ασφαλιστέες αποδοχές έως και 3 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 4 μήνες,
2) για ασφαλιστέες αποδοχές 3 ετών και μίας μέρας, έως 7 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 6 μήνες,
3) για ασφαλιστέες αποδοχές 7 ετών και μίας μέρας, έως 11 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 8 μήνες,
4) για ασφαλιστέες αποδοχές 11 ετών και μίας μέρας, έως 15 ετών τα επιδόματα καταβάλλονται για 10 μήνες,
5) για ασφαλιστέες αποδοχές άνω των 15 ετών, τα επιδόματα καταβάλλονται για 12 μήνες.
- Οι μητέρες που έχουν ασφάλιση «Γενικής ασθένειας και μητρότητας» δικαιούνται χρηματική αποζημίωση κύησης και τοκετού για περίοδο 410 ημερολογιακών ημερών η οποία ξεκινά 45 ημέρες πριν από την καθορισμένη ημερομηνία τοκετού.
- Το ύψος του ποσού της εφάπαξ αποζημίωσης για τη γέννηση ενός ζωντανού τέκνου, για τо 2020 διατηρείται στα επίπεδα του 2019 και καθορίζεται ως εξής:
Πρώτο παιδί 250 BGN (127,83 ευρώ)
Δεύτερο παιδί 600 BGN (306,77 ευρώ)
Τρίτο παιδί 300 BGN (153,38 ευρώ)
Τέταρτο και κάθε επόμενο παιδί 200 BGN (102,26 ευρώ).
- Μετά τη λήξη της άδειας κύησης και τοκετού, οι μητέρες που έχουν ασφάλιση στο ταμείο «Γενικής ασθένειας και μητρότητας» για τουλάχιστον 12 μήνες διατηρούν το δικαίωμα να λάβουν παροχή για τη φροντίδα τέκνων μικρής ηλικίας, ήτοι ηλικίας κάτω των 2 ετών. То 2020, το ποσό του μηνιαίου επιδόματος για τη φροντίδα παιδιού μικρής ηλικίας ανέρχεται σε 380 BGN (194,3 ευρώ), όσο ήταν και το 2019.
- Όπως και το 2019, έτσι και το 2020, δικαίωμα οικογενειακού εφάπαξ βοηθήματος κατά τη διάρκεια της κύησης και για τα παιδιά που εγγράφονται στην πρώτη τάξη, καθώς και μηνιαίου επιδόματος για την φροντίδα τέκνου μέχρι την ολοκλήρωση του πρώτου του έτους έχουν οι οικογένειες των οποίων το ανά μέλος μέσο μηνιαίο εισόδημα για τους προηγούμενους 12 μήνες είναι κατώτερο ή ίσο των 450 BGN (230 ευρώ).
- Δικαίωμα οικογενειακού μηνιαίου επιδόματος για την φροντίδα τέκνου μέχρι την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του και σε κάθε περίπτωση μέχρι την συμπλήρωση του 20ου έτους της ηλικίας του, έχουν οι οικογένειες των οποίων το ανά μέλος, μέσο μηνιαίο εισόδημα, για τους προηγούμενους 12 μήνες, είναι κατώτερο ή ίσο των 400 BGN (204,5 ευρώ). Το ποσό του πλήρους μηνιαίου επιδόματος ανέρχεται σε:
40 BGN (20,45 ευρώ) για τις οικογένειες με ένα παιδί,
90 BGN (46 ευρώ) για τις οικογένειες με δύο παιδιά,
135 BGN (69 ευρώ) για τις οικογένειες με τρία παιδιά,
145 BGN (74,2 ευρώ) για τις οικογένειες με τέσσερα παιδιά,
Για κάθε επόμενο παιδί της οικογένειας το επίδομα αυξάνεται κατά 20 BGN (10,3 ευρώ).
- Δικαίωμα οικογενειακού μηνιαίου επιδόματος για την φροντίδα τέκνου μέχρι την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής του και σε κάθε περίπτωση μέχρι την συμπλήρωση του 20ου έτους της ηλικίας του, έχουν και οι οικογένειες των οποίων το ανά μέλος, μέσο μηνιαίο εισόδημα, για τους προηγούμενους 12 μήνες είναι από 400,01 BGN και μέχρι 500 BGN. Τότε το μηνιαίο επίδομα ανέρχεται στο 80% του πλήρους επιδόματος.
- Οι έγκυες γυναίκες στην οικογένεια των οποίων το μέσο μηνιαίο εισόδημα ανά μέλος είναι κατώτερο ή ίσο με 400 BGN (204,5 ευρώ) δικαιούνται εφάπαξ επίδομα 150 BGN (76,7 ευρώ) κατά τη διάρκεια της κύησης, εφόσον δεν δικαιούνται παροχή κύησης και τοκετού σύμφωνα με τον Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης και εφόσον διαμένουν μόνιμα στη χώρα.
Σημειώσεις:
- ΟΔΗΓΙΑ 2011/85/ΕΕ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ V – ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ, Άρθρο 9, σ.6
- Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Εξαμηνιαία περίοδος κάθε χρόνο κατά την οποία συντονίζονται αποτελεσματικά οι δημοσιονομικές, μακροοικονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές των κρατών – μελών της ΕΕ, έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι παρατηρήσεις της ΕΕ σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας κατάρτισης των εθνικών προϋπολογισμών και λήψης αποφάσεων για διάφορα θέματα οικονομικής πολιτικής. Τα βασικά στάδια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου είναι τα εξής: Τον Ιανουάριο, η Επιτροπή εκδίδει την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης, στην οποία καθορίζονται οι προτεραιότητες της ΕΕ για τα επόμενα χρόνια με στόχο την τόνωση της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Το Μάρτιο, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων εκδίδουν τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ για τις εθνικές πολιτικές με βάση την Ετήσια Επισκόπηση της Ανάπτυξης. Τον Απρίλιο, τα κράτη – μέλη υποβάλλουν τα σχέδιά τους για υγιή δημόσια οικονομικά (Προγράμματα Σταθερότητας ή Σύγκλισης) καθώς και τις μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα που αποσκοπούν σε μια έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη (Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων). Τον Ιούνιο, η Επιτροπή αξιολογεί τα προγράμματα και διατυπώνει, κατά περίπτωση, συστάσεις για κάθε χώρα. Το Συμβούλιο εξετάζει τις συστάσεις και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τις εγκρίνει. Τέλος, στα τέλη Ιουνίου ή στις αρχές Ιουλίου, το Συμβούλιο εγκρίνει επίσημα τις συστάσεις για κάθε χώρα.
- Βλ. άρθρο 72, παράγραφος 4 του «Закон за публичните финанси»
- Βλ. άρθρο 79, παράγραφος 4 του «Закон за публичните финанси»
- Βλ. IMF, World Economic Outlook Update, October 2019, σ. 14. Στο: https://www.imf.org/en/Publications/WEO/Issues/2019/10/01/world-economic-outlook-october-2019
- Βλ. CNN Greece, Newsroom, Τετάρτη, 06 Νοεμβρίου 2019. ΕΕ: Δυσοίωνες προβλέψεις του ΔΝΤ για την ανάπτυξη στην ευρωζώνη. CNN Greece, https://www.cnn.gr/oikonomia/story/196467/ee-dysoiones-provlepseis-toy-dnt-gia-tin-anaptyxi-stin-eyrozoni
- Βλ. https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/IP_19_6215
- Βλ. πάλι στο ίδιο
- Βλ. Актуализираната средносрочна бюджетна прогноза за периода 2020-2022 г., σσ. 15 – 22
- Βλ. πάλι στο ίδιο, σ. 9
- Βλ. πάλι εκεί, ПРИЛОЖЕНИЕ № 2: ОСНОВНИ ДОПУСКАНИЯ ПО АКТУАЛИЗИРАНАТА СРЕДНОСРОЧНА БЮДЖЕТНА ПРОГНОЗА ЗА ПЕРИОДА 2020-2022, σσ. 204 – 210
- Στην Βουλγαρία, σύμφωνα με την Οδηγία για την κατηγοριοποίηση της εργασίας λόγω συνταξιοδότησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Νο 15 στις 15.2.2013 η εργασία χωρίζεται σε τρείς κατηγορίες. Η πρώτη και η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει κατάλογο με βαρέα και ανθυγιεινά, ενώ η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τις λοιπές εργασίες που δεν βρίσκονται στον πίνακα της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, χωρίς να τις απαριθμεί. Βλ. НАРЕДБА за категоризиране на труда при пенсиониране Обн. – ДВ, бр. 123 от 23.10.1998 г., в сила от 01.01.2000г
- Δύο είναι τα κριτήρια για την θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαίωματος παροχής σύνταξης γήρατος: ταυτόχρονα να έχουν συμπληρωθεί τόσο ο ελάχιστος απαιτούμενος από τη συνταξιοδοτική νομοθεσία χρόνος ασφάλισης, όσο και η ηλικία. Από την ημερομηνία κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, μπορεί να ασκηθεί με αίτηση το θεμελιωμένο δικαίωμα συνταξιοδότησης και να χορηγηθεί η σύνταξη.
Βιβλιογραφία
ЗАКОН ЗА ПУБЛИЧНИТЕ ФИНАНСИ. В сила от 01.01.2014 г (Обн. ДВ. бр.15 от 15 Февруари 2013г., изм. ДВ. бр.95 от 8 Декември 2015г., изм. и доп. ДВ. бр.43 от 7 Юни 2016г., изм. и доп. ДВ. бр.91 от 14 Ноември 2017г.). Στο: http://www.rzi-vt.org/zakoni/konkurs/zakonfinansi.pdf
ΟΔΗΓΙΑ 2011/85/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 8ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 306/41). Στο: https://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/ecbu/eb201807.en.pdf?224d7c18a6757e6369b6b881cbff054e
European Commission. Directorate-General for Economic and Financial Affairs. European Economic Forecast Autumn 2019. BULGARIA, σσ. 122-123. Στο: https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/economy-finance/ip115_en_0.pdf
European Commission. Directorate-General for Economic and Financial Affairs. Statistical Annex of European Economy AUTUMN 2019. Στο: https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/economy-finance/saee_autumn_2019_en.pdf
IMF, World Economic Outlook Update, October 2019, Στο: https://www.imf.org/en/Publications/WEO/Issues/2019/10/01/world-economic-outlook-october-2019
Министерство на финансите на Република България. Решение № 631 на Министерския съвет от 31 октомври 2019 г. за одобряване на проекта на Закон за държавния бюджет на Република България за 2020 г. и Актуализираната средносрочна бюджетна прогноза за периода 2020-2022 г. Στο: https://www.minfin.bg/bg/1322

Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .